Ηλίας Λάγιος, 1958-2005

Στο δεντρί της Ιστορίας που το όραμα κι η αναγνώριση
Απογέρνουν, εκεί, στην εγκαρτέρηση, που το μοτέρ της καθημερινότητας λαχανιάζει
Σαν τα μορτάκια που λαχανιάζουν σφυρίζοντας,
Εγώ ο Αθανάσιος, μολονότι αλαφροΐσκιωτος, καρφωμένος, εν τω μέσω απτού ορατού και ονείρου,
Αθωνίτης, του Θεού κασσανδρική φωνή λυκίσια, να δω, να δω, μπορώ,
Στο δεντρί της Ιστορίας, στο δεντρί το μέγα και σκληρό, που του απείρου
Το στριγκλολούλουδο βλασταίνει, σαν αιματορουφήχτρα πίνοντας το στύγειο νερό,
Στα τείχη της πορνικής βασιλεύουσας την Κωνσταντίνο τον στερνό· φορεί μανδύα και χρυσοκέντητα υποδήματα
Υπαγορεύει στον Φραντζή το Χρονικό της Άλωσης, και καρτερεί μια κρινοδάχτυλη βοσποριώτισσα.
Έξω, στον Κεράτιο, φασκιωμένα μ’ απάθεια σα χάδι
Σήπονται τα μπρίκια στου ανατολίτη τις αχτίδες τις στερνές,
Στοιβαγμένα στο ίλυνο κελί (φωλιά του πόθου μου το βράδυ)
Συναξάρια, θεολογίες, στιχηρά, και δυο τυραγνσιμένες απ’ την παρθένο ερωτικές επιστολές.
Εγώ ο Λάγιος, ποιητής με οικείο μικροαστικό οραματισμό,
Μεταμορφώθηκα κι έπαιξα πάλι τη σκηνή, καλά γνωρίζοντας τι έχει μείνει.

Ηλίας Λάγιος, Η έρημη γη (απόσπασμα), εκδόσεις Ερατώ, Αθήνα 1996.

674_ph1Ο ποιητής Ηλίας Λάγιος γεννήθηκε στην Άρτα το 1958 και υπέκυψε στα τραύματά του στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου του 2005, μετά από πτώση από το μπαλκόνι του. Εξέδωσε τα ποιητικά βιβλία: Πρόοδοι εν προόδω, Ωλήν 1981, Ασκήσεις Ι-ΙΧ, 1984 (με το ψευδώνυμο Αλέξης Φωκάς), Τα κατά Αλέξιον και Μαρίαν, Βιβλιοπωλείον της Εστίας 1990, Συνεστίασις, 1991, Η ιστορία της Λαίδης Οθέλλος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας 1992, Το βιβλίο της Μαριάννας, Ίκαρος 1993, Ο Μικρός Ήρως: το σκετσάκι, Αντί 1996, Η έρημη γη, Ερατώ 1996, Περί ζώου, Παρουσία 1996, Μουζικούλες, Ερατώ 1997, Της γυναικογυναίκας, Ερατώ 1998, Το εικοσιτετράωρο της Δηούς, Καστανιώτης 1998, Θεατρολογία, Καστανιώτης 1998, Πράξη υποταγής, Ερατώ 2000, Φεβρουάριος 2001, Ερατώ 2002, Ο άνθρωπος από τη Γαλιλαία, Ερατώ 2004, και το «λαϊκό» αφήγημα Η αρπαγή της κούτας, Ερατώ 2003. Συνέπραξε στις συλλογικές εκδόσεις: Τριώδιο, Άγρα 1991 (με τους Διονύση Καψάλη και Γιώργο Κοροπούλη), Ανθοδέσμη, Άγρα 1993 (με τους Μιχάλη Γκανά, Διονύση Καψάλη και Γιώργο Κοροπούλη). Επίσης, επιμελήθηκε τις εκδόσεις: Κωστής Παλαμάς, Κ’ έχω από σας μια δόξα να ζητήσω (ανθολογία), Ερμής 2001, Στέλιος Ανεμοδουράς, Ο μικρός ήρως, Κατάρτι 2001, Robert E. Howard, Κόναν ο βάρβαρος, Κατάρτι 2001, Ιωάννης Γρυπάρης, Σκαραβαίοι και τερρακόττες, Ίνδικτος 2002, Johnston McCulley, Το σημάδι του Ζορρό, Κατάρτι 2003, Edgar Rice Burroughs, Ο Ταρζάν στο κέντρο της γης, Κατάρτι 2003, Κωστής Παλαμάς, Η ασάλευτη ζωή, Ιδεόγραμμα, 2004.

Η αναπληρώτρια υπουργός πολιτισμού, κ. Φάνη Πάλλη Πετραλιά δήλωσε για τον θάνατό του: «Ο Ηλίας Λάγιος ήταν από τις σημαντικότερες μορφές της ελληνικής ποίησης της γενιάς του ’80». Ο πρόεδρος του ΣΥΝ Αλέκος Αλαβάνος δήλωσε: ««Ο ποιητής Ηλίας Λάγιος, ένα μεγάλο ποιητικό ταλέντο της εποχής μας […] αφήνει το έργο του ως σημαντική παρακαταθήκη για όλους μας».

Η Μικέλα Χαρτουλάρη έγραψε στα Νέα της 6.10.2005: «Ένας ασυνήθιστα προικισμένος τεχνίτης της ποίησης, ένας «μπαταρισμένος ιχνηλάτης της αλήθειας» με βαθιά ανατρεπτικό λόγο, ο Ηλίας Λάγιος, πέθανε χθες στα 47 του, θύμα του βέβηλου εαυτού του. Βέβηλου, γιατί κοντραρίστηκε με την κατεστημένη τέχνη, με την «πολιτικώς ορθή» συμπεριφορά, με τη βουβή βία της καθημερινότητας, με την ίδια του την υγεία. Ξενύχτησε, ήπιε, πείνασε, εξαθλιώθηκε, παθιάστηκε, εγκαταλείφθηκε στον οίστρο του και… πέταξε. […]»

Ο Νίκος Γ. Ξυδάκης έγραψε στην Καθημερινή της 9.10.2005: «Τρυφερός έφηβος 47 ετών, ανήλικος και υπερώριμος μαζί, αστραφτερό ταλέντο, σπάταλος με τις λέξεις και τα αισθήματα, σπάταλος προ πάντων με τον εαυτό του. Ποιητής. […]»

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2009) Ποιήματα, Ίκαρος
(2007) Το βιβλίο της Μαριάννας, Ίκαρος
(2004) Ο άνθρωπος από τη Γαλιλαία, Ερατώ
(2003) Η αρπαγή της κούτας, Ερατώ
(2002) Φεβρουάριος 2001, Ερατώ
(2000) Πράξη υποταγής, Ερατώ
(1998) Θεατρολογία, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1998) Της γυναικογυναίκας, Ερατώ
(1998) Το εικοσιτετράωρο της Δηούς, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1997) Μουζικούλες, Ερατώ
(1996) Η έρημη γη, Ερατώ
(1992) Η ιστορία της Λαίδης Οθέλλος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(1990) Τα κατά Αλέξιον και Μαρίαν, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2010) Η εντεκάδα, Μπαρτζουλιάνος Ι. Ηλίας
(2005) Για τον Ηλία Λάγιο, Ερατώ
(1993) Ανθοδέσμη, Άγρα
(1991) Τριώδιο, Άγρα
Μεταφράσεις
(2006) Συλλογικό έργο, Αίμος, Οι Φίλοι του περιοδικού «Αντί»
(2005) Burns, Richard, Μαύρο φως, Τυπωθήτω
Πλάτων, Αλκιβιάδης. Πολιτικός, Δαίδαλος Ι. Ζαχαρόπουλος
Πλάτων, Κρατύλος. Ευθύδημος, Δαίδαλος Ι. Ζαχαρόπουλος
Πλάτων, Λάχης. Μένων. Παρμενίδης, Δαίδαλος Ι. Ζαχαρόπουλος
Λοιποί τίτλοι
(2008) Συλλογικό έργο, Ανθολόγιο ελληνικών αναγνωσμάτων, Κατάρτι [επιμέλεια, επιμέλεια σειράς]
(2004) Παλαμάς, Κωστής, 1859-1943, Η ασάλευτη ζωή, Ιδεόγραμμα [επιμέλεια]
(2003) Burroughs, Edgar Rice, Ο Ταρζάν στο κέντρο της γης, Κατάρτι [επιμέλεια, επιμέλεια σειράς]
(2003) McCulley, Johnston, Το σημάδι του Ζορρό, Κατάρτι [επιμέλεια, επιμέλεια σειράς]
(2002) Γρυπάρης, Ιωάννης Ν., 1872-1942, Σκαραβαίοι και τερρακόττες, Ίνδικτος [επιμέλεια]
(2001) Παλαμάς, Κωστής, 1859-1943, Κ’ έχω από σας μια δόξα να ζητήσω, Ερμής [ανθολόγηση, επιμέλεια]
(2001) Howard, Robert E., Κόναν ο βάρβαρος, Κατάρτι [επιμέλεια, επιμέλεια σειράς]
(2001) Ανεμοδουράς, Στέλιος, Ο μικρός ήρως, Κατάρτι [επιμέλεια, επιμέλεια σειράς]

Βιογραφικό και εργογραφία του Ηλία Λάγιου από τη ΒιβλιοΝέτ

LAGIOS_1-e1380804330260

Borges Blues Book Brothers

—του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη

Μπορείτε να γράψετε, κύριε αστυνομικέ,
ότι πατρίδα μου εμένα
είναι ο φίλος μου ο Σάκης Μανουηλίδης
που σκοτώθηκε στα βουνά της Αλβανίας
ο συμμαθητής μου Αλέξανδρος Καΐρης
που εξετέλεσαν οι Γερμανοί ξημερώματα
στο Σκοπευτήριο
και ο Νίκος Μαθάς που
πέθανε από τις κακουχίες στην Κατοχή.

Νίκος Καρύδης, «Στοιχεία Ταυτότητας»

Στο Άμα Λάχει, Καλλιδρομίου. Σύναξη ψυχών. Μπαμπασάκης, Σταθόπουλος, Λυμπέρη, Αρανίτσης, Λάγιος
Στο Άμα Λάχει, Καλλιδρομίου. Σύναξη ψυχών. Μπαμπασάκης, Σταθόπουλος, Λυμπέρη, Αρανίτσης, Λάγιος

Κάναμε παρέα, στενή, πολύ στενή, κοντά μιάμιση δεκαετία, και δεν θα ξεχάσω ποτέ τα γέλια, πάντα βροντερά, και τα κλάματα, πάντα γοερά, αυτών των δεκαπέντε χρόνων. Ο William S. Burroughs είχε πει για τον Brion Gysin ότι ήταν ο μόνος άνθρωπος για τον οποίο θα μπορούσε ευθαρσώς να πει ότι τον σεβόταν. Το έχω πει, πολλές φορές, σε φίλους, σε καφενεία, όχι κατ’ ανάγκην κακόφημα, και σε μπαρ, στα οποία πολλοί ευυπόληπτοι Αθηναίοι δεν έχουν πατήσει το πόδι τους ποτέ, ότι ο φίλος μου, ο ποιητής Ηλίας Λάγιος, είναι ο μόνος άνθρωπος που σεβάστηκα. Και φαντάσου, αναγνώστη, ότι στη διάρκεια των κάπου πέντε χιλιάδων εικοσιτετραώρων της φιλίας μας, από τα οποία καμιά τριακοσαριά τα περάσαμε στην ίδια κάμαρα, στο σπίτι μου, στην Κυψέλη, στην οδό Σύρου, ήπιαμε την αξία πάνω από δύο διαμερισμάτων σε ουίσκι, βότκες, ούζα, κρασιά, τεκίλες, και μπίρες, μας δόθηκαν, με εβδομάδες ή άλλοτε μήνες, και σε μία περίπτωση με χρόνια, διαφορά, μερικές πανέμορφες και γενναίες κοπέλες, διαβάσαμε, τουλάχιστον μία φορά, τα έργα του Μεγάλου Βάρδου, διανύσαμε πολλές εκατοντάδες φορές πεζοπορώντας και μιλώντας βραχνά την απόσταση Κυψέλη-Καλλιδρομίου, σπάσαμε κάμποσα ποτήρια, σταχτοδοχεία, βάζα, καρέκλες, προσφέραμε ο ένας στον άλλον πάμπολλα potlatch (στυλό διαρκείας μάρκας Parker, αναπτήρες Zippo, αλλά και Bic, μπλούζες, κασέτες, κασκέτα, και, φυσικά, βιβλία βιβλία βιβλία), παίξαμε άπαξ σκάκι στο «Πανελλήνιον», μια παρτίδα αλλόκοτη λόγω προκεχωρημένης μέθης, κάναμε καντάδες, μεταξύ άλλων, στην Άννα (αντάρτικα, οι αθεόφοβοι!), στην Μαριάννα (λαϊκά), στην Δηώ (ελαφρά), συνεργαστήκαμε στην τελική σύνθεση και στην έκδοση της Έρημης Γης, κάναμε δεκάδες φάρσες, όχι πάντα καλόγουστες, όχι πάντα ευγενικές, είδαμε φίλους μας να Στο Άμα Λάχει, Καλλιδρομίου. Σύναξη ψυχών. Μπαμπασάκης, Σταθόπουλος, Λυμπέρη, Αρανίτσης, Λάγιος αναχωρούν για τους Λειμώνες τ’ Ουρανού (τον Βακαλόπουλο, τον Μπαλή, τον Μιχαηλίδη, τον Τζουράκη, ω Χρήστο, ω Νικόλα, ω Σταμάτη, ω Ανδρέα, αθάνατοι!), αφήσαμε εμβρόντητους κάποιους πιτσιρικάδες φίλους μας όταν στου «Γλυκύ» αρχίσαμε να μιλάμε με τη δέουσα παθιασμένη σοβαρότητα για τον στρατάρχη Γκουντέριαν και για την Ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου του Ουίνστον Τσόρτσιλ, διαφωνήσαμε έως παρ’ ολίγον ξυλοδαρμού για κοινωνικά, πολιτικά και λογοτεχνικά ζητήματα, περάσαμε όλους τους καύσωνες στην Αθήνα (ω Βεΐκου, ω Ουίλιαμ Κινγκ!), κάναμε παρέα όχι μονάχα με τον Κακουλίδη αλλά και με τον Βλαβιανό, φάγαμε και ήπιαμε όχι μονάχα με τον Αρανίτση αλλά και με τον Βαγενά, μπεκρουλιάσαμε όχι μονάχα με τον Γουδέλη αλλά και με τον Τριάντη, καταφύγαμε όχι μονάχα σε μπουζουκομάγαζα αλλά και σε απαστράπτοντα εστιατόρια, χορέψαμε ξανά και ξανά και ξανά ζεϊμπέκικους, βαλς, τάνγκο, αλλά και με τις ώρες τον Χορό του Αλοζανφάν, στις 10 Απριλίου του 1993, αναστατώνοντας τη γειτονιά, καλύψαμε ο ένας τον άλλον πλειστάκις όταν του ενός ή του άλλου η ευφρόσυνη αφροσύνη χτύπαγε κόκκινο, ζήσαμε επί πιστώσει πολλούς απανωτούς μήνες, κουμπαριάσαμε ένα σωρό φορές αλλά μονάχα στα λόγια και ποτέ στην πράξη, τάξαμε γάμους σε τουλάχιστον δέκα εύμορφες, κάναμε ένα μάλλον επικίνδυνο μικροσκάνδαλο στην κηδεία ενός λαοφιλέστατου πολιτικού ηγέτη, δίχως ευτυχώς να ποδοπατηθούμε από το σαστισμένο πλήθος, καταστρώσαμε το σχέδιο συγγραφής ενός βιβλίου αφιερωμένου στους πατεράδες μας, το οποίο όμως ποτέ δεν στρωθήκαμε να γράψουμε, είπαμε εκατοντάδες ανέκδοτα, μας γέμισε τα ποτήρια πάλι και ξανά η Αφροδίτη, μας πρόσφερε ουίσκι πάλι και ξανά η Μάρθα, μας φίλεψε πάλι και ξανά η Μαρία, απείλησε να μας ξεκάνει πάλι και ξανά η Μάγδα, καπνίσαμε πέντε καπνοβιομηχανίες, διαβάσαμε τουλάχιστον πεντακόσια βιβλία από κοινού και χιλιάδες ο καθένας μόνος του, γλεντήσαμε με τον Κοροβέση και με τον Παπαγιώργη και με τον Λεοντάρη και με τον Ροζάνη, εγκωμιάσαμε το φιλμικό western, το noir μυθιστόρημα, τον Παναθηναϊκό της δεκαετίας του εξήντα, τον ακραιφνή επαναστάτη Άγι Στίνα, τον αγέρωχο ποιητή Dylan Thomas, τον μεγάλο κινηματογραφιστή Νίκο Φατούρο, την ανοξείδωτη θεά Άννα Φόνσου, το έξοχο ουζομεζεδοπωλείον «Μετέωρα», μαγειρέψαμε αναρίθμητες φορές για φίλους και φίλες, ήπιαμε και ξαναήπιαμε και δώσ’ του πάλι ήπιαμε, και κάτω, Λάγιο μου, όχι, κάτω, Ηλία μου, δεν το βάλαμε ποτέ!

Πηγή : Andro.gr

Μικρή Μουζικούλα Για Τον Ηλία Λάγιο

—του Κυριάκου Μαργαρίτη—

Καμιά φορά κάθομαι και χαζεύω το μπαλκόνι, και σκέφτομαι τι είναι ο Λάγιος, για μένα, που, όσο κι αν με τσαντίζει να το ομολογώ, δεν αξιώθηκα να τον συναντήσω, κι ας γυρνούσα στις γειτονιές του, κι ας είχα, ίσως, περάσει μερικές φορές έξω από στέκια που τον φιλοξένησαν, κι ας είχα, ακόμη, μπει σε μερικά απ’ αυτά, χωρίς να κοιτάζω τις φάτσες γύρω μου, συγκεντρωμένος ήσυχα στο ποτό μου.
Τι είναι ο Λάγιος;
[Άκου ερώτηση…!]
Είναι, ίσως, η υπερβολή, η αδηφαγία, η ξεχειλωμένη συστολή, η γενναία ξεφτίλα, η αδιαφορία για τη γελοιότητα (τίμημα ακριβό της δημιουργίας), η προσήλωση, η φανατίλα, η αφοσίωση, η μελέτη, η μέθη, το εμπαθές αλισβερίσι με μια ορδή πεθαμένους απόστολους, η λεβεντιά (όχι της φυλής, αλλά της Φιλίας), και η ξεδιάντροπη τόλμη και το θράσος του Έρωτα.
Είναι, επίσης, η συντροφιά στην ταβέρνα, η καντάδα, η ελεγεία και η σάτιρα, ο σαρκασμός που δεν τρώει σάρκες, η γλυκιά ειρωνεία, η συμπάθεια, το οξύθυμο ταμπεραμέντο του ναύτη, ή του οδοιπόρου, και η επικίνδυνη γαλήνη του καλόγερου, είναι η κούραση, η νοσταλγία ως βίωμα και προσδοκία (και όχι ως θύμηση), η γιορτή, η σύναξη, και η θεολογία της καθ’ ημέρα νεκρανάστασης, το ντέρτι (και το γλέντι), και ο σεβντάς μιας αντί-μεταφυσικής που σε αναλαμβάνει στον όγδοο ουρανό, αυτόν που περιέχει τους άλλους εφτά, και συχνά τους φωνάζει: «Ξυπνήστε, φτάσαμε».
Ίσως είναι κι αυτό, ο Λάγιος.
Εννοώ το φτάσιμο.
«κι είδαν τον χρήστο τσουτσουβή γαμπρό μ’ άψογο μανικιούρ / κι είδαν γαμπρό παντός τον μαραγκό με μαυρισμένα νύχια – / ξανά / κι η οβριά η μάνα κι η νότα τσουτσουβή τους λούσαν και τους / μύρωσαν / κι ο κόσμος ύφαινε για μας σάβανο μαύρο την αιωνιότητα». Είναι η ευθυμία της μουζικούλας στις άκρες των μπαλκονιών, λαλιά του ύψους που συχνά μας τρομάζει, ειδικά όσους από εμάς κάποτε, μεθυσμένοι, βγήκαμε απ’ την άλλη πλευρά, στο μπαλκόνι ενός κοριτσιού απ’ τη Θεσσαλονίκη, κοντά στην Καμάρα, και παραστήσαμε, τάχα, ότι χορεύουμε αφήνοντας, και πιάνοντας πάλι τα κάγκελα του τετάρτου ορόφου. Όταν τα θυμάμαι αυτά, από άλλους καιρούς, με πιάνει κάτι σαν φρίκη, και σηκώνομαι, και τραβώ τις κουρτίνες, ή κλείνω τις μπαλκονόπορτες, δυναμώνω τη μουσική, βάζω καινούριο ποτό, και ξεφυλλίζω τα Ποιήματα, δηλαδή τα Άπαντα, του Ηλία Λάγιου, στη σιωπηλή συμφωνία του γραφείου, που λέει να μην σκέφτεσαι άλματα, αλλά περιπάτους, περιπάτους ατέλειωτους. «Η νύχτα, γριά πουτάνα που νυστάζει. / Σ’ αυτό το διψασμένο το ξενύχτι, / σπαράζω, σαν το ψάρι μες στο δίχτυ. / Το ξέρω. Απόψε θα με σώσει η τέχνη. / Παραμιλώ. Γαμώ την ομορφιά σου. / Η αγάπη, κακοφόρμισε και ζέχνει. / Μα τι είναι; Σαν να θρόισαν τα μαλλιά σου…». Μετά, βάζω τα γέλια, τσουγκρίζω νοερά με τον νεκρό, και τσουγκρίζω στ’ αλήθεια με τους φίλους του, λέω στην υγειά σου, ή στην υγειά του, και αφήνω να μιλήσουν εκείνοι που τον γνώρισαν, και ξέρουν κάτι παραπάνω, και ξέρουν, πάντα, καλύτερα. Κυριάκος Μαργαρίτης

Πηγή : Andro.gr

Εδώ άλλα επετειακά από το dim/art

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.