Δε σου κάνω τον άγιο — μέρος 14ο

Ένα συλλογικό νουάρ μυθιστόρημα σε συνέχειες, αποκλειστικά στο dim/art

[Μέρος 14ο: Ελένη Κεχαγιόγλου]

Περίληψη προηγουμένων:  Ο Τζορτζ Καρύδης, Ελληνο-αμερικανός δεύτερης γενιάς, 48 ετών, μηχανικός, υπάλληλος μιας εταιρίας αμερικανικών συμφερόντων, της Gas Probe SA., βρίσκεται δολοφονημένος κοντά στη Μανωλάδα. Του έχουν αφαιρέσει την καρδιά. Τα τοπικά ΜΜΕ (Ilis FM και εφημερίδα «Πρώτη») αλλά και τα αθηναϊκά (ο ρεπόρτερ Νίκος Παναγόπουλος καταφθάνει αυθημερόν στην περιοχή) μυρίζονται εγκαίρως ότι η υπόθεση έχει ψωμί, έρχονται σε επαφή με τις άκρες τους στην αστυνομία και ανταγωνίζονται για να βγάλουν λαβράκι. Από τα κεντρικά στέλνουν τη δαιμόνια αστυνομικίνα Γωγώ Δασκαλάκη να βοηθήσει τα τοπικά όργανα της τάξεως στην εξιχνίαση του στυγερού εγκλήματος, κάτι που δεν βλέπουν με καλό μάτι οι αστυνομικοί της περιοχής, όπως αποδεικνύεται και κατά τη συνάντηση γνωριμίας της με τον αστυνόμο Λάμπρου. Το βράδυ στο ξενοδοχείο «Μάρε Νόστρουμ», η Γωγώ αδυνατεί να συγκεντρωθεί στην υπόθεση, καθώς από το διπλανό δωμάτιο άγνωστο ζευγάρι επιδίδεται σε αχαλίνωτο, θορυβώδες και χρονοβόρο  σεξ. Καταφεύγει στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, όπου όμως, αντί για την ησυχία της, θα βρει τον Νίκο Παναγόπουλο που της προτείνει ανταλλαγή πληροφοριών για το έγκλημα — και σεξ. Νωρίς το επόμενο πρωί, ο διευθυντής του Ilis FM καλεί στον σπίτι του τον δημοσιογράφο της «Πρώτης» Παύλο Νασόπουλο, τον οποίο θεωρεί υπεύθυνο για ρεπορτάζ της εφημερίδας για το έγκλημα, που αφήνει υπόνοιες για ντόπιο επιχειρηματία. Ο Νασόπουλος αρνείται την πατρότητα του εν λόγω άρθρου. Καθώς φεύγει από του Βελόπουλου, συναντά τον αστυνόμο Λάμπρου, ο οποίον επίσης αφήνει να εννοηθεί πως τον θεωρεί υπεύθυνο για το ρεπορτάζ. Μήπως στην πραγματικότητα όμως η υπογραφή «Π.Ν.» δεν σημαίνει Παύλος Νασόπουλος αλλά Παναγόπουλος Νίκος; Την ίδια ώρα, η Γωγώ παραλαμβάνει ένα μακάβριο πακέτο, την καρδιά του θύματος, και πηγαίνει στην Πάτρα όπου μαθαίνει τα αποτελέσματα της ιατροδικαστικής και της βαλλιστικής εξέτασεις. Λαμβάνει μήνυμα από τη Μαρίνα Δανέζη, που τη βρήκε μέσω Παναγόπουλου, να συναντηθούν: η νεαρή δημοσιογράφος ισχυρίζεται ότι τον Καρύδη τον σκότωσε ένας άνθρωπος της νύχτας, κατ’ εντολήν του Βελόπουλου. Αργότερα, στο ξενοδοχείο, η Γωγώ μαθαίνει από τον Παναγόπουλο της ύπαρξη συνεργάτιδας του Καρύδη, ονόματι Ντάρια Σίγκελ. Από την Ντάρια μαθαίνει τον αριθμό του κινητού του νεκρού: τηλεφωνεί και ζητά τον Τζορτζ Καρύδη. Μια φωνή της απαντά: «Ο ίδιος». Μέχρι να συνέλθει από το σοκ, η Γωγώ χάνει τη μοναδική ευκαιρία να μιλήσει με το ίδιο το θύμα του φόνου που προσπαθεί να εξιχνιάσει. Όσο συμβαίνουν αυτά ο αστυνόμος Λάμπρου κάνει ένα μυστηριώδες τηλεφώνημα και κατόπιν αναχωρεί για τη Σκαφιδιά. Εντωμεταξύ, στο Μάρε Νόστρουμ, την ηρεμία των παραθεριστών και του Παναγόπουλου —καθώς και ενός μυστηριώδους ενοίκου— ταράζει η μακάβρια ανακάλυψη ενός πτώματος πνιγμένου σε φραουλόζουμο: πρόκειται για τον Μάκη, ιδιοκτήτη σκυλάδικου στον Πύργο, τον οποίον η Μαρίνα Δανέζη έχει κατονομάσει ως δολοφόνο του Καρύδη…

* * *

Η Γωγώ Δασκαλάκη άκουσε, ξαφνικά, τα νεύρα της· στα αυτιά της άκουγε τα νεύρα της να παίζουν, κάτι που απογείωσε τον εκνευρισμό της· στα αυτιά της άκουγε τα νεύρα της να παίζουν το «Hey Jude», αφόρητα ξεκούρδιστα, όπως οι Grateful Dead στις 3 Ιανουαρίου 1969 στο Filmore West. Και καθώς το μυαλό της δεν αποφάσιζε αν θα της επιτρέψει να ξεσπάσει σε νευρικά γέλια ή αν θα την υποχρεώσει να επιστρέψει στη γαμοϋπόθεση της γαμοδολοφονίας, γενναιόδωρο για μια στιγμή μαζί της είπε να την ανακουφίσει με την εικόνα πως, μια μέρα και προτού πάντως γεράσει, θα οδηγεί το κάμπριο σαραβαλάκι της στους δρόμους του Σαν Φρανσίσκο όπως κάθε Deadhead που σέβεται τον εαυτό του, θα ακούει, με όλα τα γκάζια, το «Foolish heart» και θα γελάει με εκείνες τις μέρες μια φορά κι έναν καιρό στην Ηλεία. Ή: έπρεπε επειγόντως να βρει και να πιει έναν εσπρέσο της προκοπής – δεν θα την έβγαζε καθαρή.

Από τις σκέψεις της την έβγαλε το φλας που άστραψε. Καθώς στρεφόταν να δει, διαπίστωσε πως μαζί της, σαν σε χορογραφία, γύριζε να κοιτάξει και ο Παναγόπουλος, που είχε ξεχάσει ότι στεκόταν πλάι της.

«Έγινες και φωτορεπόρτερ τώρα, ρε Παυλάκη;» ρώτησε τον Νασόπουλο.

«Τι να κάνουμε; Εμείς δεν είμαστε μεγαλοδημοσιογράφοι, να τρέχουν τα συνεργεία ξοπίσω μας» κάγχασε ο Νασόπουλος.

«Εννοείς, να τρέχουν τα γκομενάκια ξοπίσω μας, που μετά, βήτα διαλογής, ξεπέφτουν στα χέρια σας».

«Συγγνώμη αν ενοχλώ τον έρωτά σας», παρενέβη η Γωγώ προτού προφτάσει ο Νασόπουλος να ανταποδώσει δηλητήριο −με τα νεύρα της τώρα να το έχουν γυρίσει σε πρόβα κλαρινέτου δεκάχρονου μαθητή, σε αγαστή συνεργασία με το άδειο στομάχι της που αγριευόταν από τη μυρωδιά του ξινισμένου φραουλόζουμου από το πτώμα μπροστά της−, «αλλά αφενός δεν επιτρέπονται οι φωτογραφίες εδώ, κύριε, καθότι δεν έχει προς το παρόν ελεγχθεί ο τόπος του εγκλήματος, αφετέρου χάρη θα μου κάνετε να πάρετε τον κύριο Παναγόπουλο από δω και να πάτε να πιείτε κάνα καφεδάκι, να τα πείτε ρομαντικά οι δυο σας».

«Α, μάιστα, εντάξει», κούνησε το κεφάλι του ο Νασόπουλος, με ένα λειψό ειρωνικό γελάκι. «Περιμένετε τότε εσείς εδώ, μη φύγετε, και όπου να ’ναι θα καταφτάσει η ειδική ομάδα των ερευνητών από το Αστυνομικό Τμήμα Ηλείας, για να αναγνωρίσουν και να τεκμηριώσουν τη σκηνή, για να βρουν, να συλλέξουν και να αναλύσουν τα αποδεικτικά στοιχεία. Μέχρι τότε, όμως, εσείς κλείστε τουλάχιστον με κορδέλα τη σκηνή του εγκλήματος. Πώς σας φαίνεται αυτή η ιδέα;»

«Μου φαίνεται ότι ο σαρκασμός σου ανταγωνίζεται τις σεξουαλικές σου επιδόσεις, γείτονα του 209», ανέβηκε η φράση στα χείλη της Γωγώς, αλλά η κοινωνική της αγωγή την τροποποίησε: «Μου φαίνεται ότι, αν δεν θέλετε μπελάδες, οφείλετε να φύγετε από εδώ τώρα αμέσως».

«Μου φαίνεται ότι τώρα βρήκατε τον εαυτό σας ως σωστός μπάτσος».

«Μου φαίνεται ότι δεν χάσατε στιγμή τον εαυτό σας ως ρεπόρτερ της επαρχίας» − είπε και, κατά μαγικό τρόπο, έπαψε το ακούρντιστο κλαρινέτο στο μυαλό της, και άστραψε το «Hallelujah» του Leonard Cohen. Τώρα, το χαμόγελο αχνόφεγγε στο δικό της πρόσωπο, μετακομίζοντας από τα χείλη του Νασόπουλου που της άδειαζε τη γωνιά. Ο Παναγόπουλος τον πήρε στο κατόπι, σφυρίζοντάς της: «Ερωτευμένη μου καρδιά, πες μου πώς αντέχεις πια».

* * *

«Λάμπρου, αγοράκι μου, δεν θα ’χουμε καλά ξεμπερδέματα», μούγκρισε ο Μεγάλος στο τηλέφωνο, αν και εξακολουθούσε να μουγκρίζει και από τον πόνο στο τραυματισμένο του μέλος. «Είσαι άχρηστος ερασιτέχνης, ρε σακάτη, κι εδώ η δουλειά είναι επαγγελματική. Και κοίτα γιατί την επόμενη φορά, βρομόσκυλο, στη θέση του Μάκη θα είσαι εσύ, και στο κωλάδικό του θα σου πηδάω γυναίκα, μάνα και κόρη. Μόνο που εσύ δεν θα βρεθείς ταπεινωτικά πνιγμένος στις φράουλες, αλλά στο αίμα σου από τ’ αρχίδια που θα σου τα ’χω κόψει, ρε γελοίο υποκείμενο της συμφοράς».

«Μα, αρχηγέ, εγώ…» τραύλισε ο Λάμπρου, και γκάζωσε το περιπολικό, βλαστημώντας τώρα τον εαυτό του που είχε φύγει από το Τμήμα χωρίς οδηγό.

«Εσύ λίγο λίγο το καις το λαδάκι σου − τίποτα δεν έχεις καταφέρει να γίνει σωστά, μουνί της λάσπης. Και σ’ το ’χα πει, ο Μάκης δεν έπρεπε να φανερωθεί ακόμα. Και θα ’πρεπε εσύ πρώτος να τον βρεις, δεν έχουμε καθαρίσει δαχτυλικά αποτυπώματα, ρε ζώον. Εσύ θα πας μέσα πρώτος, μαλάκα-ε, μαλάκα, μαζί με τον Βελόπουλο και τον Νασόπουλο, τριάδα της αποτυχίας, να γελάει ο κόσμος. Εγώ, εγώ ο ίδιος θα το φροντίσω αυτό, να το ξέρεις.

»Τρέχα τώρα, να προφτάσεις το γκομενάκι της Αθήνας μη μας κάνει καμιά ζημιά, και κοίτα να τα μπαλώσεις που της απάντησα στο κινητό του Καρύδη. Πού σκατά το βρήκε το νούμερο, ρε αρχίδι; Δεν είπαμε ότι δεν θα είχε πρόσβαση η πουτανίτσα του νόμου στη Σίγκελ, ρε, που δε μ’ άφησες να τη βγάλω από τη μέση για μη γεννήσω, λέει, υποψίες, μη χέσω το κακέκτυπο του αστυνόμου Μπέκα; Λοιπόν, να τελειώνουμε με τις παπαριές σας ολωνών, αν θέτε το κεφαλάκι σας στη θέση του, πες και στα άλλα τα τσογλάνια να σοβαρευτείτε. Αλλιώς, έχω και πιο σοβαρούς ανθρώπους να κάνω τη δουλειά μου, σιχτίρ!»

Ο Λάμπρου είχε ασπρίσει. Με τα γόνατα κομμένα, προσπαθούσε μάταια να γκαζώσει το ρημάδι το περιπολικό, που δεν συνεργαζόταν. Τηλεφώνησε το Τμήμα: «Στείλατε, ρε κωλόπαιδα, ενισχυμένες δυνάμεις στο “Mare Nostrum” που σας είπα; Άντε, άντε, στραβάδια, το κέρατό μου μέσα, γαμώ». Κι ύστερα, τον έπιασε ένας υστερικός βήχας.

* * *

Η Ντάρια Σίγκελ, δεξί χέρι του Καρύδη πολλά χρόνια προτού εκείνος βρεθεί πεταμένος σε ένα χαντάκι, από εκείνη τη μακρινή εποχή κατά την οποία ο Καρύδης είχε καρδιά και της την δώριζε ολόκληρη, κατηφής τώρα γέμιζε τις βαλίτσες της. Αύριο, θα έφευγε με ταξί για την Αθήνα, κι από εκεί θα έψαχνε εισιτήριο για την Πράγα. Όχι, δεν θα επέστρεφε στα πάτρια της Ουάσινγκτον, θα κατέφευγε στις ρίζες της, θα έψαχνε χαμένους συγγενείς, θα προσπαθούσε να ξαναθυμηθεί ποια είναι, να ζήσει και πάλι σαν άνθρωπος.

Στα εξήντα της χρόνια δεν είχε πια πολλές φιλοδοξίες· για την ακρίβεια, οι φιλοδοξίες της ξεριζώθηκαν μαζί με την καρδιά του Καρύδη, που τελευταία την χρειαζόταν μα δεν την ποθούσε, που αν και γνώριζε τη δική της τυφλή, ερωτική αφοσίωση, την ταπείνωνε υποχρεώνοντάς την να κανονίζει ακόμη και τα ραντεβού του για σεξ με πορνίδια της περιοχής ή επί παραγγελία από την Πάτρα ή την πρωτεύουσα. Το μόνο που ήθελε ήταν πια να φύγει, να βρεθεί σε τόπο νέο, να ξεκινήσει άγνωστη μεταξύ αγνώστων από την αρχή, να συγχωρήσει τον εαυτό της, να ξεχάσει.

Σήκωσε την ανάστροφη της παλάμης της και την πέρασε μπροστά από τα μάτια της, σαν για να αποδιώξει εικόνες δυσάρεστες. Στάθηκε ευθυτενής και ακίνητη για μια στιγμή, ασάλευτη μες στο άσπρο λινό της παντελόνι και την άσπρη πουκαμίσα, επιθεώρησε το δωμάτιο, επιθεώρησε τις σκέψεις της, τσέκαρε νοερά πού βρίσκονται όλα τα αμαρτωλά έγγραφα και τα αρχεία, τα δικά της και του Καρύδη, και πώς θα εξαφανίσει το καθένα. Ευτυχώς, μέχρι τώρα η τοπική αστυνομία ήταν συνεπής στην ανεπάρκειά της: δεν είχαν ερευνήσει το σπίτι της στον Άγιο Γεώργιο, δεν είχαν καν ανακρίνει την ίδια. Μόνο που εμφανίστηκε χθες εκείνος ο Λάμπρου και της ζήτησε επιτακτικά «το κινητό του δολοφονηθέντος» όπως είπε, το οποίο ουδέποτε έπαιρνε ο Καρύδης «στις δουλειές του». Τριάντα χρόνια και κοντά στον Καρύδη, λίγα ελληνικά τα είχε μάθει η Ντάρια − «άριστα», γελούσε με την προφορά της εκείνος, «πάντως, από τη Μάργκαρετ Τσαντ, πολύ καλύτερα».

Με την ίδια κίνηση της παλάμης, η Σίγκελ επέβαλε αυτοσυγκέντρωση στον εαυτό της και πάλι. Έπρεπε τώρα να αποφασίσει τι θα κατέστρεφε επιτόπου και τι θα έπαιρνε μαζί της, διότι –ποιος ξέρει;− ίσως κάποτε της χρειαζόταν. Ως συνήθως, ούτε τώρα σημείωνε τις δουλειές της· τοποθετούσε απλώς στο μυαλό της ατζέντες, ημερολόγια και αρχεία της εταιρείας σε μία από τις δύο κατηγορίες (άμεση καταστροφή ή τοποθέτηση στις βαλίτσες), ώσπου οι νοερές σημειώσεις της διαγράφηκαν, καθώς την ησυχία του χωριού έξω από το σπίτι της τάραξε ένα αυτοκίνητο που φρέναρε απότομα και μια πόρτα που έκλεισε νευρικά, ενώ η ησυχία του σπιτιού της εξανεμιζόταν υπό το καρδιοχτύπι της που το άκουγε λες και, από λεπτό σε λεπτό, η καρδιά της θα έσπευδε να συναντήσει την καρδιά του Καρύδη όπου βρισκόταν. Αν και ήταν αφάνταστα τρομαγμένη, η σκέψη αυτή την έκανε να βουρκώσει από τρυφερότητα.

[ Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι  την επόμενη Τρίτη, 15 Οκτωβρίου, αποκλειστικά στο dim/art ]

Δε σου κάνω τον άγιο — μυθιστόρημα σε συνέχειες

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.