Home

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ, στις 20 Οκτωβρίου 1854, γεννήθηκε ο Αρθούρος Ρεμπώ. Ο ποιητής, τον οποίο ο Βίκτωρ Ουγκώ χαρακτήρισε «μικρό Σαίξπηρ», έγραψε τα σημαντικότερα έργα του πριν κλείσει τα είκοσι και στα είκοσι ένα σταμάτησε εντελώς να γράφει. Πέθανε το 1891, σε ηλικία 37 ετών.

Το αφιέρωμα του dim/art περιλαμβάνει ποιήματα του Ρεμπώ, κείμενα του Χένρυ Μίλλερ, του Μωρίς Μπλανσό και του Ντάνιελ Μέντελσον για τον ποιητή, βιογραφικό και εργογραφία του στα ελληνικά, σκίτσα και φωτογραφίες του.

rimbaud picasso

Ο Ρεμπώ από τον Πικάσο

* * *

Στο δάσος, υπάρχει ένα πουλί, το τραγούδι του σας σταματά και σας κάνει να κοκκινίζετε.

Υπάρχει ένα ρολόι που δεν χτυπά.

Υπάρχει μια χαράδρα με μια φωλιά με ζώα λευκά.

Υπάρχει μια μητρόπολις που κατεβαίνει και μια λιμνη που ανεβαίνει.

Υπάρχει ένα μικρό αμάξι εγκαταλειμμένο μέσα στο δάσος, ή που κατεβαίνει το μονοπάτι τρέχοντας, στολισμένο με κορδέλλες.

Υπάρχει ένας θίασος μικρών θεατρίνων με κοστούμια, διακρίνονται πάνω στο δρόμο ανάμεσα απ’ το δάσος άκρη άκρη.

Υπάρχει, τέλος, όταν πεινά και διψά, κάποιος που σας κυνηγά.

Αρθούρος Ρεμπώ, Κείμενα και κριτική, μετάφραση-επιμέλεια: Βαγγέλης Χατζηδημητρίου, Γαλαξίας, Αθήνα 1971.

cocteau rimbaud

Ο Ρεμπώ από τον Κοκτώ

* * *

Παραμύθι

Ένας πρίγκηπας είχε θιγεί γιατί δεν είχε ποτέ του ασχοληθεί με κάτι έξω από την τελειότητα των χυδαίων γενναιοδωριών. Προέβλεπε εκπληκτικές επαναστάσεις του έρωτα, και υποψιάζονταν τις γυναίκες του ότι μπορούσαν κάτι καλύτερο από την ευπροσηγορία τούτη πλουμισμένη από ουρανό και πολυτέλεια. Ήθελε να δει την αλήθεια, την ώρα της ουσιαστικής λαχτάρας και της ικανοποίησης. Είτε αυτό υπήρξε μια απόκλιση από την ευσέβεια είτε όχι, το θέλησε. Κατείχε τουλάχιστον μιαν αρκετά πλατιά ανθρώπινη εξουσία.

Όλες οι γυναίκες που τον είχαν γνωρίσει δολοφονήθηκαν. Τι λεηλασία στο πάρκο του περιβολιού της ομορφιάς! Κάτω από την σπάθη, τον ευλόγησαν. Δεν παρήγγειλε καθόλου καινούριες. — Οι γυναίκες ξαναφάνηκαν.

Σκότωσε όλους αυτούς που τον ακολουθούσαν, μετά το κυνήγι ή τις οινοποσίες.

— Όλοι τον ακολουθούσαν.

Διασκέδασε σφάζοντας τα ζώα πολυτελείας. Πυρπόλησε τα παλάτια. Εφορμούσε πάνω στους ανθρώπους και τους τεμάχιζε. — Το πλήθος, οι χρυσαφένιες στέγες, τα ωραία ζώα υπήρχαν ακόμη.

Μπορεί κανείς να εκστασιάζεται στο χαλασμό, να ξανανιώνει από την θηριωδία! Ο λαός δεν μουρμούρισε. Κανείς δεν προσέφερε την συνδρομή των βλεμμάτων του.

Κάποιο βράδυ κάλπαζε περήφανα. Ένα Πνεύμα φάνηκε μίας άφατης ομορφιάς, ακόμη και ανομολόγητης. Από την φυσιογνωμία και την στάση του έβγαινε η υπόσχεση ενός έρωτα πολλαπλού και περίπλοκου! μιας ευτυχίας ανείπωτης, σχεδόν ανυπόφορης! Ο Πρίγκιπας και το Πνεύμα εκμηδενίστηκαν πιθανόν μέσα στην ουσιαστική υγεία. Πως θα μπορούσαν να μην πεθάνουν απ’ αυτήν;

Μαζί λοιπόν πέθαναν.

Αλλά ο Πρίγκιπας αυτός απεβίωσε, στο παλάτι του, σε μια συνηθισμένη ηλικία. Ο Πρίγκιπας ήταν το Πνεύμα . Το Πνεύμα ήταν ο Πρίγκιπας.

Η σοφή μουσική παραμελεί την λαχτάρα μας.

Αρθούρος Ρεμπώ, Εκλάμψεις, μετάφραση: Αλέξης Ασλάνογλου, Ηριδανός, Αθήνα 1981.

Ο Ρεμπώ από τον Βερλαίν

Ο Ρεμπώ από τον Βερλαίν

* * *

Πρωινό Μέθης

Ω Αγαθό μου! Ω το Ωραίο μου! Φανφάρα βάναυση όπου δε σκοντάφτω καθόλου! Στρεβλή μαγική! Ουρά για το ανήκουστο έργο και για το θαυμαστό σώμα, για πρώτη φορά. Αυτό άρχισε κάτω από τα γέλια των παιδιών, θα τελειώσει από αυτά. Το δηλητήριο τούτο θα μείνει σε όλες τις φλέβες μας, ακόμα και όταν, καθώς η φανφάρα στραφεί, θα παραδοθούμε στην παλιά δυσαρμονία. Ω τώρα, εμείς τόσο άξιοι για αυτά τα μαρτύρια. Ας μαζέψουμε με θέρμη αυτή την υπεράνθρωπη υπόσχεση καμωμένη στο πλασμένο σώμα μας και στην ψυχή μας, αυτή την υπόσχεση, αυτή την παραφροσύνη. Η κομψότητα, η γνώση, η βιαιότητα! Μας υποσχέθηκαν να θάψουν στη σκιά το δέντρο του καλού και του κακού, να εξοστρακίσουν τις τυραννικές εντιμότητες, για να οδηγήσουμε τον πολύ αγνό μας έρωτα. Αυτό αρχίνησε με μερικές αηδίες και αυτό τελείωσε, μην μπορώντας να μας αρπάξει αμέσως από αυτή την αιωνιότητα, αυτό τελείωσε με ένα σκόρπισμα αρωμάτων.

Γέλιο των παιδιών, διακριτικότητα των σκλάβων, αυστηρότητα των παρθένων, φρίκη των μορφών και των εδώ αντικειμένων, να είστε καθηγιασμένοι με την ανάμνηση αυτής της αγρυπνίας. Να που τελειώνει με αγγέλους φλόγας και πάγου.

Μικρό ξενύχτι μεθυσιού, άγιο! όταν αυτό δε θα ήταν παρά για τη μάσκα  που μας χάρισες. Σε βεβαιώνουμε, μέθοδε! Δεν ξεχνούμε ότι δόξασες χθες την καθεμιά από τις ηλικίες μας. Έχουμε πίστη στο δηλητήριο. Ξέρουμε να δίνουμε τη ζωή μας ολάκερη κάθε μέρα.

Νάτη η εποχή των Δολοφόνων.

Αρθούρος Ρεμπώ, Εκλάμψεις, μετάφραση: Αλέξης Ασλάνογλου, Ηριδανός, Αθήνα 1981.

Ο Ρεμπώ από τον Τζιακομέτι

Ο Ρεμπώ από τον Τζιακομέτι

* * *

Αυγή

Αγκάλιασα την αυγή του καλοκαιριού.

Τίποτε δεν σάλευε ακόμα στη μετώπη των ανακτόρων. Το νερό ήταν νεκρό. Οι κάμποι των ίσκιων δεν άφηναν το δρόμο του δάσους. Περπάτησα, ξυπνώντας τις ανάσες ζωντανές και ζεστές, και οι πολύτιμες πέτρες κοίταξαν, και οι φτερούγες σηκώθηκαν αθόρυβα.

Η πρώτη περιπέτεια ήταν, μέσα στο μονοπάτι γεμάτο κιόλας δροσερές και χλωμές λάμψεις, ένα λουλούδι που μου είπε τ’ όνομά του.

Γέλασα στον ξανθό καταρράχτη που έλυσε τα μαλλιά του περνώντας μέσα απ’τα έλατα:στην ασημωμένη κορυφή αναγνώρισα τη θεά.

Τότε σήκωσα ένα προς ένα τα πέπλα. Μέσα στην αλέα, κουνώντας τα χέρια. Κοντά στην πεδιάδα, όπου τη μαρτύρησα στον πετεινό. Στη μεγάλη πολιτεία εκείνη έφευγε ανάμεσα από καμπαναριά και θόλους και, τρέχοντας σαν ένας ζητιάνος επάνω στις μαρμαρένιες προκυμαίες, την κυνηγούσα.

Στην ανηφοριά, κοντά σ’ ένα δαφνόδασος, την αγκάλιασα καθώς μάζευε τα πέπλα της, κι ένιωσα μόλις το απέραντο κορμί της. Η αυγή και το παιδί έπεσαν κατάχαμα στο δάσος.

Όταν ξύπνησα ήταν μεσημέρι.

Από ένα σκαλοπάτι χρυσαφένιο —μέσα από κορδόνια μεταξωτά, κουρτίνες γκρίζες, βελούδα πράσινα και δίσκους κρυστάλλινους, που σκουραίνουν καθώς ο χαλκός στον ήλιο—, βλέπω το χελιδονόχορτο ν’ ανοίγει επάνω σ’ ένα χαλί γεμάτο τεχνουργήματα ασημένια, με μάτια και μαλλιά.

Κομμάτια χρυσαφιού κίτρινου σκόρπια επάνω στην αχάτη, κίονες από ακαζού στηρίζοντας ένα θόλο από σμαράγδια, μπουκέτα με ατλάζι λευκό και λεπτές βέργες από ρουμπίνια αγκαλιάζουν το ρόδο του νερού.

Όμοια μ’ένα θεό με πελώρια μάτια γαλάζια και μορφές από χιόνι, η θάλασσα και ο ουρανός τραβάνε στα μαρμαρένια δώματα το πλήθος τα καινούρια και άλκιμα ρόδα.

Αρθούρος Ρεμπώ, Κείμενα και κριτική, μετάφραση-επιμέλεια: Βαγγέλης Χατζηδημητρίου, Γαλαξίας, Αθήνα 1971.

rimbaud_par_verlaine2

Ο Ρεμπώ από τον Βερλαίν

* * *

Μέσα σε μια σιταποθήκη όπου κλείστηκα δώδεκα χρονών γνώρισα τον κόσμο, δόξασα την ανθρώπινη κωμωδία. Μέσα σ’ ένα κελάρι έμαθα την Ιστορία. Σε κάποια γιορτή νυχτερινή σε μια πολιτεία βορεινή συνάντησα όλες τις γυναίκες των παλιών ζωγράφων. Σ’ ένα παλιό δρομάκι στο Παρίσι διδάχτηκα τις κλασικές επιστήμες. Μέσα σ’ ένα υπέροχο μέγαρο κυκλωμένο από την Ανατολή ολόκληρη συμπλήρωσα το απέραντο έργο μου και πέρασα την ένδοξη μοναξιά μου. Ανατάραξα το αίμα μου. Το χρέος μου μ’ ανατέθηκε. Μάλιστα, δεν πρέπει πια να το σκέφτομαι. Πραγματικά εγώ είμαι πέρα από τον τάφο, και όχι ανταμοιβές.

Αρθούρος Ρεμπώ, Κείμενα και κριτική, μετάφραση-επιμέλεια: Βαγγέλης Χατζηδημητρίου, Γαλαξίας, Αθήνα 1971.

Ο Ρεμπώ από τον Ρεμπώ

Ο Ρεμπώ από τον Ρεμπώ

* * *

Ο Χένρυ Μίλλερ για τον Ρεμπώ

Πρωτάκουσα να γίνεται λόγος για τον Ρεμπώ, το 1927, στο υπόγειο ενός βρώμικου σπιτιού στο Μπρούκλιν. Στα τριανταέξι μου χρόνια, βρισκόμουν ακόμα φυλακισμένος στη δικιά μου ατέλειωτη Εποχή στην Κόλαση, Ένα συναρπαστικό βιβλίο για το Ρεμπώ κυκλοφορούσε στο σπίτι, αλλά δεν είχα καταδεχτεί να του ρίξω ούτε μια ματιά. κι αυτό γιατί σιχαινόμουν τη γυναίκα που ζούσε τότε μαζί μας και που ήταν δικό της. Στ’ αλήθεια (πράγμα που το κατάλαβα πολύ αργότερα), η εμφάνισή της, o χαρακτήρας της και η συμπεριφορά της την έκαναν να μοιάζει με το Ρεμπώ, όσο είναι δυνατό να φανταστεί κανένας κάτι τέτοιο.

Αν και ο Ρεμπώ ήταν το θέμα που συζητούσαν διαρκώς η Θέλμα και η γυναίκα μου, δεν έκανα — το ξαναλέω — την παραμικρή προσπάθεια να τον γνωρίσω. Αντίθετα, αγωνιζόμουν μ’ όλες μου τις δυνάμεις να τον διώξω απ’ το μυαλό μου — μου φαινόταν τότε να ενσαρκώνει το κακό πνεύμα που είχε προκαλέσει, δίχως να το ξέρει, τα βασανιστήρια και την εξαθλίωσή μου. Παρατηρούσα πως η Θέλμα, που την αποστρεφόμουν, είχε ταυτιστεί μαζί του, τον μιμόταν όσο μπορούσε, όχι μόνο στην καθημερινή ζωή, αλλά και στα ποιήματα που έγραφε.

Όλα συνωμοτούσαν για να διαγράψω τ’ όνομά του, την επίδρασή του, ακόμα και την ύπαρξή του την ίδια. Βρισκόμουν τότε στο πιο χαμηλό σκαλί της σταδιοδρομίας μου και το ηθικό μου ήταν καταρακωμένο. Ξαναβλέπω τον εαυτό μου μέσα στο υγρό και παγωμένο υπόγειο, να προσπαθεί να γράψει μ’ ένα μολύβι στο τρεμουλιαστό φως ενός κεριού: προσπαθούσα να συνθέσω ένα ποίημα που να περιγράφει την ίδια μου την τραγωδία, χωρίς να κατορθώνω να προχωρήσω πέρα απ’ την πρώτη πράξη. Σ’ αυτή την κατάσταση της απελπισίας και της στειρότητας, αμφέβαλλα, βέβαια, έντονα για την ιδιοφυία αυτού του δεκαεφτάχρονου ποιητή. Ό,τι άκουγα να λέγεται γι’ αυτόν μου φαινόταν σαν επινόηση αυτής της θεότρελης της Θέλμας. Πίστευα πως είχε τη δύναμη να δημιουργεί λεπτεπίλεπτα βασανιστήρια για να με κάνει να υποφέρω, επειδή με μισούσε όσο τη μισούσα κι εγώ. Η ζωή που περνούσαμε οι τρεις μας, και που την αφηγούμαι στο «The Rosy Crucifixion», φαίνεται να βγαίνει από κανένα διήγημα του Ντοστογιέφσκι. Σήμερα, αυτή η ζωή μού φαίνεται φανταστική κι απίστευτη.

Το γεγονός, όμως, είναι πως το όνομα του Ρεμπώ είχε βρει το στόχο του. Για έξι ή εφτά χρόνια ακόμη, ώς τη μέρα που συνάντησα την Αναΐς Νιν, στη Λουβενσιέν, δεν είχα ρίξει ούτε ένα βλέμμα στο έργο του, αλλά με στοίχειωνε πάντα. Μια ενοχλητική παρουσία. «Κάποια μέρα θα χρειαστεί να λογαριαστείς μαζί μου», μου ψιθύριζε αδιάκοπα στ’ αυτί. Τη μέρα που διάβασα τον πρώτο στίχο του Ρεμπώ, αναγνώρισα αμέσως πως ήταν από το «Μεθυσμένο Καράβι» που έκανε τη Θέλμα να παραληρεί.

Το ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΚΑΡΑΒΙ! Πόσο εκφραστικός μου φαίνεται, τώρα, αυτός ο τίτλος, στο φως των μεταγενέστερων εμπειριών μου! Η Θέλμα, στο μεταξύ, είχε πεθάνει σ’ ένα άσυλο τρελών. Κι αν δεν είχα πάει στο Παρίσι, αν δεν είχα αρχίσει να δουλεύω εκεί σοβαρά, μου φαίνεται πως κι η δικιά μου μοίρα θα ήταν παρόμοια. Σ’ αυτό το υπόγειο των ακραίων συνοικιών του Μπρούκλιν, είχε ναυαγήσει το καράβι μου. Όταν τέλος ανοίχτηκα στο πέλαγος, είδα πια πως ήμουν ελεύθερος, πως ο θάνατος που είχα διασχίσει μ’ είχε ελευθερώσει…

Ο Ρεμπώ ξανάφερε τη λογοτεχνία μέσα στη ζωή- εγώ προσπάθησα να ξαναβάλω τη ζωή μέσα στη λογοτεχνία. Έχουμε και οι δυο μια έντονη τάση στην εξομολόγηση και δίνουμε προτεραιότητα στο ηθικό και πνευματικό στοιχείο. H ικανότητα στη «γλώσσα», στη μουσική περισσότερο απ’ ό,τι στη λογοτεχνία, είν’ ένα άλλο σημείο επαφής μας. Διαισθάνθηκα σ’ αυτόν μια φύση ριζωμένη στο πρωτόγονο, ικανή για παράξενες εμφανίσεις. Ο Κλωντέλ χαρακτήρισε το Ρεμπώ «μυστικό σε άγρια κατάσταση». Κανένας άλλος χαρακτηρισμός δε θα του πήγαινε καλύτερα. Δεν έκανε πουθενά. Πίστευα πάντα πως ίσχυε το ίδιο και για μένα. Τα κοινά μας σημεία είναι αναρίθμητα. Θα το εξετάσω λεπτομερειακά, γιατί μελετώντας τη βιογραφία και τα γράμματά του, εμφανίστηκαν τόσο ανάγλυφες οι ομοιότητές μας, που δεν κατόρθωσα ν’ αντισταθώ στον πειρασμό να τις καταγράψω. Δε νομίζω πως είμαι ο μόνος— πιστεύω πως υπάρχουν στον κόσμο αμέτρητοι Ρεμπώ, που θ’ αυξάνονται διαρκώς. Σκέφτομαι πως ο τύπος του Ρεμπώ θ’ αντικαταστήσει στο μέλλον τον τύπο του Άμλετ και τον τύπο του Φάουστ. Η ρωγμή γίνεται όλο και μεγαλύτερη. Ως την πλήρη εξαφάνιση του παλιού κόσμου, το «ανώμαλο» άτομο θα τείνει όλο και περισσότερο να γίνει κοινό. Ο καινούργιος άνθρωπος δε θ’ αναφανεί παρά όταν θα έχει σταματήσει o πόλεμος ανάμεσα στην ομάδα και το άτομο. Τότε θα θαυμάσουμε τον ανθρώπινο τύπο στην πληρότητά του και το μεγαλείο του…

Ένας συγγραφέας βασανίζεται από μερικές λέξεις που επαναλαμβάνει συνέχεια· μας μαθαίνουν πολύ περισσότερα γι’ αυτόν απ’ όλα τα στοιχεία που συλλέγονται από υπομονετικούς βιογράφους. Νά μερικές απ’ αυτές που συναντάμε στο Ρεμπώ: αιωνιότητα, άπειρο, ευσπλαχνία, μοναξιά, αγωνία, φως, αυγή, ήλιος, αγάπη, ομορφιά, ανήκουστο, οίκτος, δαίμονας, άγγελος, μέθη, παραδεισος, κόλαση, πλήξη… Είναι το υφάδι και το οδηγητικό νήμα του εσωτερικού του τοπίου· μας μιλούν για την αγνότητά του, για τη βουλιμία του, για την ταραγμένη του διάθεση, για το φανατισμό του, για την ανε,πιείκειά του για τη δίψα του απόλυτου. Ο Μπωντλαίρ ήταν ο θεός του που είχε βυθομετρήσει τις αβύσσους του κακού. Το ‘χω ήδη πει παραπάνω, αλλά καλό είναι να το επαναλάβω, πως ο Ι9ος αιώνας βασανίστηκε απ’ το πρόβλημα του Θεού. Με την πρώτη ματιά φαίνεται να έχει αφιερωθεί στην υλική πρόοδο, στις ανακαλύψεις και τις εφευρέσεις, όλες τους με Κέντρο το φυσικό κόσμο. Αλλά στο βάθος, όπου οι καλλιτέχνες και οι στοχαστές ρίχνουν πάντα άγκυρα, βλέπουμε. μια βαθιά σύγχυση. Ο Ρεμπώ συνοψίζει την κατάσταση αυτή σε μερικές σελίδες. Και σαν αυτό να μην ήταν αρκετό, σημαδεύει ολόκληρη τη ζωή του με την ίδια μυστηριώδη σφραγίδα που χαρακτηρίζει ολόκληρη την εποχή. Ανήκει, αναμφίβολα, στον καιρό του περισσότερο απ’ όσο ανήκαν ο Γκαίτε, o Σέλλεύ, ο Μπλέικ, o Νίτσε, ο Χέγκελ, ο Μαρξ, o Ντοστογιέφσκι. Σ’ όλους τους τομείς, η ύπαρξή του μοιράζεται στα δυο, απ’ το κεφάλι ως τα πόδια. Ανοίγει πάντα μέτωπο από δυο πλευρές. Βασανίζεται, συντρίβεται στον τροχό της εποχής, Ταυτόχρονα θύμα και δήμιος: αναφέροντας T’ όνομά του, αναφερόμαστε αυτόματα στην εποχή, το χώροΛςαι τα γεγονότα. Τώρα που πετύχαμε τη διάσπαση του ατόμου, ο κόσμος αποκαλύπτεται μέγιστος. Έτσι μπορούμε να βλέπουμε προς όλες τις κατευθύνσεις ταυτόχρονα. Καταχτήσαμε μια δύναμη που και οι θεοί ακόμα δε θα μπορούσαν άλλοτε να χειριστούν. Είμαστε εδώ, μπροστά στις πύλες της κόλασης. Θα τις ανοίξουμε; Θ’ ανατινάξουμε την κόλαση; Το πιστεύω. Συλλογίζομαι πως δουλειά του μέλλοντος θα είναι v’ ανατινάξει την περιοχή του κακού, ώστε να μην της μείνει πια το ελάχιστο ίχνος μυστηρίου. Θ’ ανακαλύψουμε τις πικρές πηγές της ομορφιάς, θα δεχτούμε — η ρίζα και το λουλούδι, το φύλλο και το μπουμπούκι. Δε μπορούμε πια v’ αντισταθούμε στο κακό· πρέπει να το δεχτούμε…

Όταν σκέφτομαι τα άλλα μεγάλα πνεύματα τα σύγχρονα του Ρεμπώ — όπως είναι ο Νίτσε, o Στρίντμπεργκ, ο Ντοστογιέφσκι — , όταν σκέφτομαι τις αγωνίες τους, τις δοκιμασίες τους, που ξεπερνούν εκείνες που οι σύγχρονες ιδιοφυίες κατόρθωσαν να υπομείνουν, κοντεύω να πιστέψω πως το δεύτερο μισό του 1901) αιώνα υπήρξε μια από τις αποτρόπαιες περιόδους της Ιστορίας. Απ’ αυτό το πλήθος των μαρτύρων, εκείνος που η τραγωδία του μοιάζει περισσότερο με κείνη του Ρεμπώ, είναι ο Βαν Γκογκ. Γεννημένος ένα χρόνο νωρίτερα απ’ το Ρεμπώ, πεθαίνει απ’ το ίδιο του το χέρι, σχεδόν στην ίδια ηλικία. Όπως ο Ρεμπώ, είχε κι αυτός μιαν άκαμπτη θέληση, ένα σχεδόν υπεράνθρωπο θαρρος, μιαν ενεργητικότητα και μια καρτερία ασυνήθιστες, που τον βοήθησαν ν’ αντιμετωπίσει τις χειρότερες δυσκολίες. Αλλά, όπως και το Ρεμπώ, αυτός o αγώνας τον εξάντλησε στην ακμή της ηλικίας του· κατέρρευσε τη στιγμή ακριβώς που είχε κατακτήσει εντελώς τα μέσα του.

Η αλητεία, οι αλλαγές δουλειάς, τα ατυχήματα ι- ιι οι εξευτελισμοί, η ακατανοησία που τους τυλίγει με το σύννεφό της, όλοι αυτοί οι κοινοί παράγοντες στη ζωή τους, τους εμφανίζουν σαν δίδυμους. Η ύπαρξή τους τοποθετείταΙ αναμφίβολα ανάμεσα στις πιο θλιβερές των σύγχρονων καιρών που μπορούμε v’ αναφέρουμε. Κανείς δε μπορεί να διαβάσει τα γράμματα του Βαν Γκογκ ρίς να κλάψει. Η μεγάλη διαφορά ανάμεσά τους, όμως, είναι πως η ζωή του Βαν Γκογκ είναι προκλητικη, Λίγο μετά το θάνατο του Βαν Γκογκ, ο γιατρός Γκασέ, που ήξερε καλά τον ασθενή του, έγραψε στον αδελφό του Βικέντιου, Τεό:

«H έκφραση «έρωτας της τέχνης» δεν είναι ακριβής, είναι για πίστη που πρέπει να μιλήσει κανείς, μια πίστη που γι’ αυτήν ο Βικέντιος μαρτύρησε». Αυτό το στοιχείο φαίνεται να μην υπάρχει στον Ρεμπώ — είτε αφορά την πίστη στο Θεό είτε στον άνθρωπο είτε στην τέχνη. Είναι αυτή η απουσία πίστης που δίνει στη ζωή του ένα χρώμα σταχτί και, συχνά, βαθύ μαύρο, Όμως περισσότερες και πιο συναρπαστικές είναι οι ιδιοσυγκρασιακές ομοιότητες ανάμεσα σ’ αυτούς τους δυο. Ο δεσμός που τους ενώνει πιο πολύ, είναι η ακεραιότητα της τέχνης τους κι ένας βαθύς πόνος, που μας δίνει το μέτρο αυτής της ακεραιότητας. Με την αλλοίωση του πνεύματος στον αιώνα μας, μια ανάλογη αγωνία δε φαίνεται πια δυνατή. Μπαίνουμε σε μια καινούρια εποχή, που δεν είναι αναγκαστικά καλύτερη, αλλά που σ’ αυτήν ο καλλιτέχνης γίνεται πιο αναίσθητος, πιο αδιάφορος. Οποιοσδήποτε σήμερα δοκιμάζει κάτι που μοιάζει μ’ αυτό το είδος βασάνου, και το ομολογεί, χαρακτηρίζεται σαν «ανίατος ρομαντικός». Ανάλογα αισθήματα δεν είναι πια της μόδας…

Στο «Μια εποχή στην Κόλαση», το κομμάτι που έχει τίτλο «το Αδύνατο» φαίνεται να δίνει το κλειδί αυτής της σπαραχτικής τραγωδίας που ζωγραφίζει τη ζωή του Ρεμπώ. Αν και υπήρξε η τελευταία του δουλειά — μόλις στα δεκαοχτώ του χρόνια! — είναι ανυπολόγιστης σημασίας. Από δω και μπρος η ζωή του χωρίζεται σε δυο ίσα μέρη, ή μάλλον, αν το δούμε από άλλη σκοπιά, ολοκληρώνεται. Σαν ένας άλλος Εωσφόρος, o Ρεμπώ καταδιώκεται απ’ τον Ουρανό, τον Ουρανό της Νιότης. Κείτεται νικημένιος, όχι από έναν αρχάγγελο, αλλά από την ίδια του τη μάνα, που ενσαρκώνει στα μάτια του την αυθεντία. Απ’ την αρχή, προκάλεσε τη μοίρα. Το εκθαμβωτικό παιδί, που έχει όλα τα χαρίσματα και που τα περιφρονεί, κόβει ξαφνικά τη ζωή του στα δυο. Ενέργεια ταυτόχρονα υπέροχη και τρομερή. Ο ίδιος ο σατανάς δε θα μπορούσε να εφεύρει πιο σκληρή τιμωρία απ’ αυτή που ο Ρεμπώ επέβαλε στην ακαταμάχητη περηφάνεια και φιλαυτία του. Έτσι στρέφει τις πλάτες στην εφηβεία του, αρνείται τον πλούτο της (τη δημιουργική μεγαλοφυία) για όφελος αυτού του «μυστικού και ισχυρού ενστίκτου του θανάτου που υπάρχει μέσα στον καθένα μας» και που γι’ αυτό μας μίλησε τόσο όμορφα ο Αμιέλ. Ο εσωτερικός πολύποδας έφθειρε τόσο το πρόσωπο του έρωτα, ώστε το μόνο πια που φαίνεται από δω και μπρος είναι η δυσπιστία και η στειρότητα. Εγκαταλείποντας κάθε ελπίδα να ξαναβρεί το κλειδί της χαμένης του αθωότητας, ρίχνεται στο σκοτεινό πηγάδι όπου το ανθρώπινο πνεύμα αγγίζει το ναδίρ και δεν του απομένει πια παρά να παρωδεί το λόγο του Κρίσνα: «Πάνω σ’ αυτό το “εγώ” θεμελιώνω ολόκληρο το Σύμπαν και στέκω για πάντα στην άκρη»…

Απόσπασμα από το βιβλίο του Χένρυ Μίλλερ Ο καιρός των δολοφόνων, μετάφραση: Αντώνης Φωστιέρης, Θανάσης Νιάρχος, Νεφέλη 1982.

rimbaud-lettre-verlaine-3

Ρεμπώ, επιστολή στον Βερλαίν

* * *

Ο ύπνος του Ρεμπώ

—του Μωρίς Μπλανσό—
Απόδοση: Μαριάννα Νικολαΐδου

Από καιρού εις καιρόν έρχονται από την Αβυσσηνία χιλιάδες στίχοι, οι οποίοι εξανεμίζονται στο δρόμο. Ακόμα και ο de Renéville δεν κατάφερε να βρει το έργο La Chasse Spirituelle,  το οποίο βεβαιώνει ότι γράφτηκε το πρώτο εξάμηνο του 1872 και το οποίο διαχωρίζει από τις Εκλάμψεις. Να θυμίσουμε ότι η δόξα του Ρεμπώ μοιράστηκε ανάμεσα στα ποιήματα που έγραψε, και σ’ εκείνα τα οποία απαξίωσε να γράψει, στην ποίηση που παραδέχτηκε και σ’ εκείνη που απέρριψε. Μετά το θάνατό του, η σιωπή που τήρησε ο ίδιος για 20 χρόνια, φάνηκε σαν ένα αίνιγμα που μαγεύει: ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε την ποίηση, όσο ήταν ζωντανός, λέει ο Mallarmé χαρακτηριζόταν από έναν φόβο, όπου ενυπήρχε και επιθυμία. Είκοσι από τους σημαντικούς πνευματικούς ανθρώπους προσπάθησαν να βρουν το κλειδί αυτού του αινίγματος. Γιατί; Αυτό είναι ίσως το περίεργο. Γιατί φαίνεται τόσο παράξενο ένας πνευματικός άνθρωπος, προικισμένος για τα γράμματα, ξαφνικά να γυρίζει την πλάτη στη λογοτεχνία, να αδιαφορεί εντελώς για μια δραστηριότητα στην οποία διέπρεπε. Το γεγονός ότι μέσα σ’ αυτήν την άρνηση, όλοι βλέπουν ένα σκάνδαλο, δείχνει πόση αξία προσδίδουν στην ποίηση.

Το σκάνδαλο του Ρεμπώ έλαβε πολλές μορφές: στην αρχή, γράφει αριστουργήματα, μετά αρνείται να γράψει άλλα, ενώ είναι ικανός να παράγει περισσότερα. Το να αρνείσαι να γράψεις, όταν έχεις αποδείξει ότι είσαι μεγάλος συγγραφέας, δεν είναι σίγουρα χωρίς μυστήριο. Αυτό το μυστήριο μεγαλώνει όταν ανακαλύπτουμε αυτό που ο Ρεμπώ ζητάει από την ποίηση: όχι τη δημιουργία όμορφων έργων, ούτε την απάντηση σε ένα αισθητικό ιδεώδες, αλλά την κατεύθυνση του ανθρώπου προς κάποιο σκοπό, την πορεία προς την αυτογνωσία, , τη συνειδητοποίηση ότι δεν μπορεί ούτε να δει, ούτε να μάθει, εν ολίγοις, να μετατρέψει τη λογοτεχνία σε μια εμπειρία που να ασχολείται με το σύνολο της ζωής και της ύπαρξης. Από αυτήν την άποψη, η εγκατάλειψη γίνεται πολύ μεγαλύτερο σκάνδαλο. Ο ποιητής δεν αρνείται μια οποιαδήποτε δραστηριότητα, ούτε μια δραστηριότητα προνομιούχα, αλλά μια πιθανότητα που, αν την πραγματοποιήσει, θα είναι συνώνυμη μιας αυτοκαταστροφής που μπροστά της η αυτοκτονία και η τρέλα δεν είναι τίποτα. Και όσο μεγάλος είναι ο σεβασμός για την απόφαση του ανθρώπου να φτάσει στα άκρα, όσο μεγάλη είναι η πεποίθησή του ότι δεν μπορεί να προδώσει μια τέτοια προσπάθεια, παρά μόνο ενδίδοντας σ’ αυτήν, τόσο η άρνηση του Ρεμπώ (κάθε άλλο παρά απιστία σ’ αυτόν που τον ενέπνευσε) φάνηκε σαν την υπέρτατη στιγμή, αυτή που πραγματικά άγγιξε την κορυφή και που, εξαιτίας της, παραμένει ανεξήγητη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, με τον Ρεμπώ, η ποίηση ξεπερνά, όχι μόνο τον τομέα των έργων και των γραπτών για να γίνει η θεμελιώδης εμπειρία της ύπαρξης, αλλά γίνεται μέρος της ίδιας της απουσίας της, στηρίζεται πάνω στην άρνησή της.

Μια τέτοια άποψη είναι πολύ συνηθισμένη. Ίσως μάλιστα με την επανάληψη να έχασε και την αξία της. Ξεχάσαμε ότι αυτή η εμπειρία δεν θα άξιζε τίποτα, εάν δεν την συλλαμβάναμε μέσα στην αμφιβολία που την περιβάλλει, και ότι για να διατηρηθεί το νόημά της, θα πρέπει να την αγνοήσουμε. Το να πει κανείς ότι η εμπειρία που οδήγησε τον Ρεμπώ στην εποχή των Εκλάμψεων και στην Εποχή στην Κόλαση τον οδήγησε επίσης στη σιωπή στην Κύπρο, στο εμπόριο στο Harar, στις συγκεντρώσεις της «Ένωσης της Γεωγραφίας», σημαίνει ότι η απόφασή του να διακόψει με την ποίηση δεν κρύβει παρά μόνο μια επιφανειακή αλήθεια, εφόσον ο ίδιος, λάτρης της περιπέτειας, έμπορος όπλων και δόκιμος εξερευνητής, θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει μ’ έναν τρόπο ουσιαστικότερο, τα ίδια σχέδια, την ίδια απορρύθμιση, την ίδια αναζήτηση του αγνώστου, όπως το έκανε και την εποχή της ποιητικής του αίγλης. Αντίθετα με το να παραδεχτούμε, ότι εγκαταλείποντας την ποίηση, την εγκατέλειψε πραγματικά και οριστικά, να θάψω τη φαντασία μου» μια απόλυτη χρειαζόταν για να αποκτήσει το γεγονός τη σημασία που του προσδίδει, και δεν απομένει πια τίποτα να πούμε για τη δεύτερή του ύπαρξη. διότι οποιοδήποτε στοιχείο μετριότητας και εάν τη διέκρινε, ήταν ταυτόχρονα σημάδι αυθεντικότητας, αλλά και απόδειξη της αποτυχίας του- αυτό που μας συγκινεί είναι το στοιχείο του τετριμμένου, ακόμα και χυδαίου, γιατί μας φαίνεται εξωπραγματικό (και επιτρέπει επίσης στον γιατρό Fretet να θεωρήσει, όχι αβάσιμα, ότι o Ρεμπώ παραχώρησε όσα είχε ήδη χάσει).

Δεν μπορούμε να πούμε, ότι ο Ρεμπώ μέσα από τη σιωπή του, προσθέτει στην ποίηση το στοιχείο της υπέρβασης μέσα από την άρνηση. Γιατί εάν το πούμε, αυτή η σιωπή φαίνεται σαν μια θλιβερή κωμωδία, που σιγά-σιγά παραδίδεται σε μια αξιοθρήνητη πραγματικότητα. Και εάν αποφύγουμε να το πούμε, η ιστορία του Ρεμπώ δε σημαίνει πια πολλά πράγματα, διότι, τελικά, τι να πιστέψουμε για έναν άνθρωπο που μπόρεσε να ριψοκινδυνεύσει περισσότερο από τους άλλους; Ότι μια ωραία πρωία οδηγήθηκε, όπως χιλιάδες άλλοι άνθρωποι, στην αγάπη για το χρήμα, περιορίζοντας τον κόσμο του στην εφήμερη φροντίδα της ζωής; Ότι μια ωραία πρωία, φοβήθηκε το άγνωστο, ότι βαρέθηκε τις «υπερφυσικές δυνάμεις του», ότι αποδείχθηκε δειλός, αδύναμος, φοβισμένος μπροστά στον εκπληκτικό του στόχο, που ήταν τόσο μεγάλος ώστε κανένας άνθρωπος να μην μπορούσε να αντιμετωπίσει; Μάλλον όχι. Ποιος μπορεί να αποδείξει ότι το γράμμα του Οραματιστή ήταν κάτι περισσότερο από ένα εφηβικό όνειρο; Οι Εκλάμψεις, η Εποχή στην Κόλαση μας επιτρέπουν κάλλιστα να διακρίνουμε ότι αυτή η πορεία ακολουθήθηκε πραγματικά: στο βαθμό μάλιστα που ο Ρεμπώ γράφοντας αυτά τα έργα, άγγιξε τα όρια, ξεπέρασε μάλιστα την τάξη των πραγμάτων, χωρίς να μας εξοικειώσει με το άγνωστο. Ένα είναι αναμφισβήτητο. Ότι τα έργα του είναι λογοτεχνικές επιτυχίες, που αναστάτωσαν και ενέπνευσαν τους ανθρώπους. Σε σχέση όμως με το πρόγραμμα του Οραματιστή, κανένας δεν μπορεί να αποφασίσει, εάν τα έργα αυτά αποτελούν μια απάτη, μια ριζική αποτυχία, έναν δόλο γεμάτο μεγαλοπρέπεια ή μια προσπάθεια πραγματικά «θρυλική».

Αυτή η αβεβαιότητα δημιουργεί τη δύναμη και το αίνιγμα του Ρεμπώ. Ο ίδιος ώθησε την αμφισημία στα άκρα, το βασικό στοιχείο της ποιητικής δραστηριότητας. Και αυτή η αμφισημία είναι τόσο μεγάλη, που ακόμα και η βαθύτερη γνώση των πράξεών της, όλα τα καινούρια στοιχεία που μπορούμε να φαντασθούμε ότι θα ανακαλύψουμε μια μέρα, ούτε ακόμα και «οι 40.000 στίχοι της Αβησσυνίας» δεν θα τη μειώσουν ποτέ. Μετά τον υπέρμετρο θαυμασμό που δείχναμε συνήθως στην τυχοδιωκτική πλευρά της ζωής του, έγινε της μόδας να αμαυρώνουμε τη σιωπηλή πλευρά της ζωής του. Του προσάπτεται δειλία, γιατί φοβάται τη φυλακή, αποφεύγει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, και μάλιστα εν μέσω επαναστατικού κλίματος, ικετεύει με τρόπο αξιοθρήνητο τον έναν και τον άλλον για να γλιτώσει από την αστυνομία. Ίσως πράγματι να είναι δειλός. Και αυτό τι σημαίνει; Τον απωθεί η τάξη των «αιωνίως επαγρυπνούντων», χωρίς από την άλλη πλευρά να τον γοητεύει η αταξία. Δεν ήταν άγγελος, είχε μόνο μερικά κατάλοιπα αθωότητας. Δεν είναι παρά ένας ερασιτέχνης τυχοδιώκτης, ένας αλήτης μερικών ημερών. Και, εάν εξαιρέσουμε τις λογοτεχνικές του επιδόσεις, δεν αφήνει πίσω του παρά τη μαρτυρία μιας ύπαρξης άδειας, ανικανοποίητης, μέτριας, που δεν καταλήγει πουθενά και δε στοχεύει πουθενά. Και παρόλα αυτά κανείς, όσο εκείνος, δε μας δίνει το αίσθημα ότι προσπάθησε το αδύνατο, όπως αναφέρει μέσα στην Εποχή στην Κόλαση.

Η ανάγνωση της αλληλογραφίας που διευκολύνεται μέσα από τις εκδόσεις τείνει να προσεγγίσει τους δύο Rimbaud, τον «άγγελο, τον μάγο» και τον «χωριάτη», τον Rimbaud που γνωρίζει την κόλαση και εκείνον που την αποστρέφεται, χωρίς όμως η επιλογή ανάμεσα στους δύο να είναι τόσο ξεκάθαρη πάντοτε. Αλλά για να περιοριστούμε σε μία παρατήρηση, μας προξενεί κατάπληξη η ελάχιστη αλλαγή που γεννά φαινομενικά ο θάνατος του ποιητή σε εκείνον που τον υφίσταται ή τον προκαλεί. Εξωτερικά, παραμένει ο ίδιος. Δύο χαρακτηριστικά τουλάχιστον, διατηρούνται ζωντανά και μετά τη μεταμόρφωση. Όλη τη ζωή του ο Rimbaud εξέφραζε την απέχθειά του στην εργασία, μια ακατανίκητη ανάγκη ξεκούρασης και ύπνου. «Το καλύτερο είναι ένας μεθυσμένος ύπνος», «ύπνος μέσα σε μια φωτιά από φλόγες», «ο ύπνος ο παρθενικός».

Μπορούμε να πούμε ότι, όσο ήταν συγγραφέας, αναζητούσε γράφοντας μια διέξοδο από τους κόλπους του ύπνου, ένα καταφύγιο σε μια κωματώδη κατάσταση όπου ο θάνατος θα ήταν ένα τίποτα σε ένα κενό το οποίο, πολύ περισσότερο και από τον θάνατο, θα εξασφάλιζε το τέλος της ζωής. «Τι είναι το δικό μου κενό κοντά στη νάρκωση που μας περιμένει;» Πολύ αργότερα, καταδικασμένος από δική του εκλογή σε μια εργασία «φριχτή», «παράλογη», «αποκτηνωτική», δεν έχει παρά μόνο μία έμμονη ιδέα, να ξεκουραστεί. Σ’ όλα του τα γράμματα κυριαρχεί η έκφραση της έντονης αυτής ανάγκης, η οποία σίγουρα εκδηλώνεται χωρίς διπλωματία, είναι γιατί δεν πρόκειται πια για λεπτότητα, ούτε για πονηριά. Φτάνει μέχρι το σημείο να εύχεται την ανάπαυση μέσω του γάμου, την ευτυχία ενός «εφησυχασμένου», μία θέση. Αδυναμία που του καταλογίζουν. Αλλά αυτή η αδυναμία μαρτυρεί το σημείο απελπισίας όπου τον οδηγεί η ανάγκη για ύπνο, για οποιοδήποτε ύπνο, τα «είμαι πάρα πολύ κουρασμένος», «μην κουράζεστε, είναι παραλογισμός», «πρέπει να περάσω τις υπόλοιπες μέρες μου περιπλανώμενος ανάμεσα σε στερήσεις και κούραση, με μόνη προοπτική να πεθάνω υποφέροντας».

O γιατρός Fretet του καταλογίζει τα τόσα δάκρυα όταν του κόβουν το πόδι, τις τόσες φριχτές κραυγές απελπισίας. Γιατί; O Ρεμπώ κοροϊδεύει τον στωικισμό και —πρέπει να σημειώσουμε εδώ— υπάρχει σ’ αυτόν και περίπου πάνω στα ίδια θέματα την αθλιότητα, το χρήμα, κάτι από το κραυγαλέο και το άγριο που βρίσκουμε ακριβώς στον μαρκήσιο ντε Σαντ. O Ρεμπώ είναι ένας από τους ανθρώπους που δήλωσαν με τον πιο ανοιχτό τρόπο την πλήξη τους. «Πλήττω πολύ, πάντα· δεν γνώρισα ποτέ κανέναν που να έπληττε όσο εγώ». Αυτή η ανία η οποία μπορεί να έχει την ίδια ένταση στον ώριμο άνθρωπο και στον έφηβο, δε μοιάζει σε τίποτα με μια λογοτεχνική προδιάθεση. Όσο μπορούμε να το διαπιστώσουμε, από την εποχή των ποιητικών δοκιμών, αυτό το αίσθημα έχει για εκείνον την αξία μιας εμπειρίας, είναι μια συστηματική πηγή, μια κίνηση ανάλογη με τον ύπνο που αναζητά και η οποία, μέσω του ύπνου, τον κάνει να ονειρεύεται να φτάσει σε μια χαύνωση πέρα από κάθε αναζήτηση. Όταν μέσα στην Εποχή.- γράφει: «Η πλήξη δεν είναι πια η αγάπη μου», την ταυτίζει καθαρά με τους έξαλλους θυμούς, τις κραιπάλες, την τρέλα, σε όλη αυτή την αταξία που για ένα διάστημα ήταν γι’ αυτόν συνώνυμα με την ποίηση. Όμως, σχετικά με την πλήξη γράφει το 1881 τη δύσκολη περίοδο του Harar, τις ακόλουθες γραμμές: «Αλίμονο! Εμένα δε με δένει τίποτα με τη ζωή· και εάν ζω, είμαι συνηθισμένος να ζω από κούραση, αλλά εάν υποχρεωθώ να συνεχίσω να κουράζομαι όπως τώρα και να τρέφομαι με καημούς τόσο σφοδρούς και παράλογους σ’ αυτά τα φρικτά κλίματα, φοβάμαι πως θα συντομεύσω τη ζωή μου… Να μπορούσαμε επιτέλους να απολαύσουμε μερικά χρόνια πραγματικής ανάπαυσης σ’ αυτή τη ζωή· και ευτυχώς που αυτή η ζωή είναι μοναδική, αυτό είναι προφανές, εφόσον δεν μπορούμε να φαντασθούμε κάποιαν άλλη με τόση ανία όσο αυτή».

Χωρίς να ψάξουμε πολύ μακριά, μπορούμε να παραδεχτούμε ότι τέτοιου είδους σκέψεις φανερώνουν άλλες βαθύτερες αρκετά παράδοξες- ότι δηλαδή o θάνατος δεν είναι θάνατος, ότι για να τον αποφύγουμε θα πρέπει να αναζητήσουμε έναν αληθινό θάνατο και ότι η ανία έχει μια διπλή όψη, θετική και αρνητική, είδος φρίκης συνδεδεμένο με τη δράση και ίσως ικανό να φτάσει στα άκρα της δράσης μέσω της δράσης.

Διαβάζοντας κανείς αυτή την αλληλογραφία γεμάτη εκκλήσεις για ανάπαυση, πώς να μην παρατηρήσει ότι τελικά δεν ενδιαφερόταν παρά μόνο για τον εαυτό του- με τα 8 κιλά χρυσάφι στη ζώνη του, τα οποία φύλαγε αυστηρότατα, περίμενε να ζήσει διαφορετικά; O γιατρός Fretet μιλάει για τη δίψα του Ρεμπώ. O Ρεμπώ σ’ όλες τις ηλικίες, κυρίως στα νιάτα του, κατατρωγόταν από τη δίψα: μια δίψα στυφή, άπληστη, που του ξέραινε το λαιμό στην οποία μάταια πρόσφερε το νερό, το αλκοόλ, τη φωτιά.

Και η αρωστημένη δίψα
αμαυρώνει τις φλέβες μου.

«Και να έλεγε κανείς ότι δεν φρόντισα να πίνω! Είναι μια δίψα τόσο τρελή…» Η ανάγκη για ύπνο δεν είναι συνδεδεμένη στην περίπτωσή του με μια οποιαδήποτε μαλθακή αναμονή, με μια φύση ήδη μουδιασμένη, βαριά και ευμάλακτη, αλλά με μια στυφάδα που προέρχεται από τη φωτιά, που καλεί τα φλογερά στοιχεία και που αυτά τα στοιχεία την τρελαίνουν, ξηρασία που για να κατασβεστεί δε θέλει παρά την ξηρασία, την τραχύτητα της πέτρας και της άμμου που ψάχνει τη φλόγα και το δηλητήριο. Αυτή είναι η Κόλαση. Σε όλες τις σελίδες της Εποχής στην Κόλαση «πεθαίνει από δίψα», «διψάει τόσο πολύ», έχει μια δίψα κολασμένη που απαντά την κόλαση, όχι τη δροσιά του νερού μα ένα χρυσό λικέρ που θα την κάνει να υγρανθεί: «Ζητάω, ζητάω ένα μαστίγωμα, μια σταγόνα φωτιάς».

Από τη μια, αυτός ο ύπνος χωρίς όρια, αυτό το απόλυτο της οκνηρίας και του κενού που χαρακτηρίζει ύποπτα όλα τα υποκατάστατα της ανάπαυσης, αυτοκτονία, τρέλα, κραιπάλη. Από την άλλη, αυτή η δριμύτητα χωρίς όμοιό της, αυτή (η μεταλλική) φωτιά μετάλλου που, για να δροσιστεί τρέχει πίσω από τη φλόγα, πρώτα τη φλόγα της μέθης, του πυρετού, μετά της εργασίας, έπειτα την αποκρουστική φλόγα του χρήματος. Έτσι μας μιλούν τόσες εικόνες, «ο ύπνος μέσα σε μια φωλιά από φλόγες», «ο μεθυσμένος ύπνος πάνω σε μια ακρογιαλιά με άμμο», «η θάλασσα μπλεγμένη με τον ήλιο», όπως επίσης «ήμουν άπρακτος, έρμαιο στο έλεος ενός δυνατού πυρετού». Ο Ρεμπώ δίψασε για βότσαλα, βράχους και κάρβουνο, ό,τι δηλαδή πιο ξερό στον κόσμο. Και ξεκινώντας απ’ αυτή την απόλυτη σκληρότητα, θέλησε την απόλυτη απορρόφηση από τον ύπνο, αθωότητα της κάμπιας, του ποντικού, καθαρτήριο, άπειρη υπομονή ικανή για ατέλειωτη λησμονιά.

Από αυτή τη σκοπιά τι αξίζουν τα λόγια, ακόμα και τα λόγια του ίδιου του Ρεμπώ; Θα θέλαμε τελειώνοντας να κάνουμε ακόμη αυτή την παρατήρηση: η σιωπή δε χρονολογείται από το 1873. Ο Ρεμπώ ακόμα και όταν ήθελε «να βρει μια γλώσσα», μίλαγε πάντα το λιγότερο δυνατό. Όταν είναι με κόσμο, ούτε που ανοίγει το στόμα του. Είναι λιγομίλητος, καμιά φορά βρίζει, χτυπάει. «Φαντάζομαι να τον συναντήσω μια μέρα στα βάθη της Σαχάρα, μετά από χωρισμό πολλών ετών», γράφει ένας από τους φίλους του. «Είμαστε μόνοι μας και έχουμε αντίθετη κατεύθυνση. Σταματάει μια στιγμή. — Καλημέρα, τι κάνεις; — Καλά, αντίο. Και συνεχίζει το δρόμο του. Ούτε ο παραμικρός συγχρωτισμός. Ούτε λέξη παραπάνω».

«Όχι πια λέξεις. Δεν ξέρω πια να μιλώ. Όλα του τα ποιήματα και το πιο μικρό από τα κείμενά του παραπέμπουν στην ίδια ανώτατη στειρότητα, στην ανάγκη να ειπωθούν όλα μέσα σε ένα χρόνο αστραπή, ανάγκη ξένη προς την ικανότητα του λέγειν και η οποία χρειάζεται χρόνο. «Είδα αρκετά, απέκτησα αρκετά, γνώρισα αρκετά».

Αυτό είναι το «ξεκίνημα» κάθε φορά που γράφει, ξεκίνημα που έγινε κάποια μέρα και που τελικά κατέληξε σ’ αυτές τις γραμμές: «τι θέλετε να σας γράψει κανείς… Ότι πλήττει, ότι αποβλακώνεται, ότι αποκτηνώνεται;  Ότι δεν αντέχει άλλο πια αλλά δεν μπορεί να τελειώνει μ’ όλα αυτά, κ.τ.λ., κ.τ.λ.! Να λοιπόν κατά συνέπεια ό,τι μπορεί να πει κανείς και μιας και αυτό δεν διασκεδάζει ούτε τους άλλους, πρέπει να σωπάσει».

Η αλληλογραφία από την Κύπρο μοιάζει, γενικά, στους λάτρεις της καλής λογοτεχνίας, κακογραμμένη, απογοητευτική, ανάξια ενός τόσο μεγάλου συγγραφέα. O γιατρός Fretet βλέπει μάλιστα σ’ αυτό το «πλαδαρό» και λανθασμένο μερικές φορές ύφος, την απόδειξη μιας νοημοσύνης που καταρρέει. Αυτή η απόδειξη είναι παράξενη. Πρώτα πρώτα, βρίσκουμε πως αυτό το ύφος το άκομψο, το άπληστο, το άχαρο, έχει την ίδια καταπληκτική ξηρότητα με το άλλο, αλλά στο θέμα της κοινοτυπίας από την οποία δε βλέπουμε γιατί θα έπρεπε να απέχει γράφοντας, αφού τέτοιος ήταν στο εξής o τρόπος της ζωής του. Το να γράφει στους δικούς του με τη μορφή των «Εκλάμψεων» θα ήταν εκεί που θα φαινόταν ασυνάρτητος και αυτό θα μπορούσε να εκληφθεί ως σημάδι κατάρρευσης. Και έπειτα γιατί o λόγος δε θα εγκατέλειπε τον Ρεμπώ εάν το να γράφει δε σήμαινε πλέον τίποτα γι’ αυτόν; Έτσι, αυτό που μας εκπλήσσει, δεν είναι η κακή ποιότητα των γραμμάτων του, αλλά αντίθετα ο τόνος τους, ο μέχρι τέλους πεισματικός, οργισμένος, χωρίς απόκλιση και χωρίς επιστροφή, ο οποίος μέσα από την κούραση της δουλειάς και παντός είδους χειρισμούς, μέχρι την επιθανάτια κλίνη του, συνεχίζει μέσα του να διαιωνίζει τον Ρεμπώ.

Από το αφιέρωμα του περιοδικού Διαβάζω στον Ρεμπώ (αρ. 305 17/2/1993)

tek_rimb_en_verl_-felix_r_gamey

Felix Elie Regamey, Ο Βερλαίν και ο Ρεμπώ στο Λονδίνο (1872)

* * *

Η σύντομη καριέρα του Αρθούρου Ρεμπώ

—του Ντάνιελ Μέντελσον—

Μια χειμωνιάτικη μέρα τού 1883, πάνω στο βαπόρι που επέστρεφε από τη Μασαλία στο αραβικό λιμάνι του Άντεν, ένας γάλλλος έμπορος καφέ ονόματι Αλφρέντ Μπαρντέ έπιασε συζήτηση με έναν συμπατριώτη του που μόλις πριν λίγο είχε γνωρίσει εν πλω, έναν νεαρό δημοσιογράφο με το όνομα Πωλ Μπουρντ. Ο Μπαρντέ φλυαρούσε για τη εταιρεία του που είχε ως έδρα το Άντεν και πάνω στην κουβέντα έτυχε να αναφέρει το όνομα ενός από τους υπαλλήλους του —ενός «ψηλού ευχάριστου λιγομίλητου νεαρού», όπως τον περιέγραψε. Στο άκουσμα του ονόματος ο Μπαρντέ είδε τον Μπουρντ να ταράζεται. Όχι μόνο επειδή —όπως του εξήγησε ο Μπουρντ— , από αλλόκοτη σύμπτωση, ο νεαρός υπάλληλος της περιγραφής του Μπαρντέ ήτανε κάποτε συμμαθητής του⋅ μα επειδή και εκείνος, όπως και οι περισσότεροι συμπατριώτες του που παρακολουθούσαν τα λογοτεχνικά πράγματα, ήταν πια από καιρό βέβαιος πως ο νέος άνδρας ήτανε πλέον νεκρός. Ο Μπουρντ άρχισε τότε να εξιστορεί στον ξαφνιασμένο Μπαρντέ ποιος ήταν —ή ποιος είχε υπάρξει— ο πράος υπάλληλος της εταιρείας εξαγωγών καφέ. Πώς είχε κάνει το εκρηκτικό λογοτεχνικό του ντεμπούτο στο Παρίσι, δώδεκα χρόνια νωρίτερα, όντας ακόμα έφηβος σχεδόν και πώς —με τρόπο ακόμα πιο εντυπωσιακό— εξαφανίστηκε λίγο αργότερα. Ο Μπαρντέ, που ώς εκείνη τη στιγμή το μόνο που ήξερε για τον νέο υπάλληλο του γραφείου του ήταν ότι κρατούσε τα λογιστικά του βιβλία σε απόλυτη τάξη, έμαθε κάτι που θα θυμόταν για την υπόλοιπη ζωή του: Είχε στη δούλεψή τον άνθρωπο που σήμερα πολλοί αναγνωρίζουν ως πατέρα της σύγχρονης ευρωπαϊκής ποίησης: τον Αρθούρο Ρεμπώ.

Απόσπασμα από το άρθρο: «Rebel Rebel, Arthur Rimbaud’s brief career» του Daniel Mendelsohn (29/8/2011) στο New Yorker. Μετάφραση για το dim/art: Μαρία Τσάκος.

rimbaud

* * *

Jean Arthur Rimbaud, 1854-1891

Ο Arthur Rimbaud γεννήθηκε στις 20 Οκτωβρίου 1854 στη Charleville κοντά στα βελγικά σύνορα. Από μικρός εκφράζεται με ωριμότητα σπάνια για την ηλικία του· μόλις δέκα χρονών γράφει το κείμενο «Ο ήλιος ήταν ακόμα ζεστός…». Γύρω στα δεκατέσσερα, συνθέτει τέλειους στίχους στα λατινικά που δημοσιεύονται και βραβεύονται. Το 1869 γράφει το πρώτο του ποίημα στα γαλλικά «Τα πρωτοχρονιάτικα δώρα των ορφανών», που δημοσιεύεται σε περιοδικό.

Το 1870 γράφει πολλά ποιήματα σε στίχο, που προκαλούν μεγάλο ενδιαφέρον στους γνωστούς ποιητές της εποχής. Το καλοκαίρι αυτής της χρονιάς το σκάει από το σπίτι του για το Παρίσι, ελπίζοντας να δει από κοντά την πτώση του Ναπολέοντα του τρίτου· στο τρένο συλλαμβάνεται γιατί δεν έχει να πληρώσει το εισιτήριο και φυλακίζεται. Λίγες μέρες μετά γυρίζει σπίτι του, απ’ όπου ξαναφεύγει αμέσως για το Βέλγιο με τα πόδια, θέλοντας να δουλέψει σαν δημοσιογράφος. Φτάνει μέχρι τις Βρυξέλλες, αλλά απογοητευμένος από τη δημοσιογραφία την εγκαταλείπει. Στο coverδιάστημα αυτό γράφει μερικά από τα καλύτερα ποιήματά του. Το 1871 διαβάζει βιβλία μαγείας και σοσιαλιστικά συγγράμματα. Τρίτη φυγή· στο Παρίσι όπου τριγυρίζει για δεκαπέντε μέρες. Καταστρώνει ένα σχέδιο κομμουνιστικού συντάγματος που το χειρόγραφό του χάθηκε. Την άνοιξη αυτής της χρονιάς αναπτύσσει σε δύο γράμματα σε φίλους του, τις επαναστατικές ιδέες του για την ποίηση.

Περνά μια έντονη κρίση αντιχριστιανισμού. Αρχίζει να γράφει πεζά ποιήματα. Αυτό το χρόνο (1871), γράφονται «Οι ερημιές του έρωτα» που περιέχουν τρία μόνο κομμάτια. Το Σεπτέμβριο του 1871 ο Verlaine τον καλεί να μείνει μαζί του στο Παρίσι και ο δεκαπεντάχρονος ποιητής έρχεται παίρνοτας μαζί τα ποιήματά του· μέσα σ’ αυτά είναι το «Μεθυσμένο καράβι» που μόλις έγραψε. Ένα διάστημα μένει στο σπίτι του. Οι δύο ποιητές συνδέονται στενά· ο δεσμός τους είναι πολυτάραχος. Το Μάρτιο του 1872 ο Rimbaud γυρίζει στη Charleville όπου γράφει τα τελευταία του ποιήματα σε στίχο· Τον Ιούλιο φεύγει για το Βέλγιο και ο Verlaine τον ακολουθεί, εγκαταλείποντας τη γυναίκα του. Το Δεκέμβριο ο Rimbaud γυρίζει στο πατρικό του σπίτι. Οι μελετητές διαφωνούν σχετικά με τη χρονολόγηση της συλλογής Φωτισμοί. Κατά τον Verlaine που τη δημοσίευσε πρώτος το 1886, γράφτηκε μεταξύ 1873-1875. Κατά τον Ernest Delahaye μεταξύ 1872-1873, πριν από την συλλογή Μια εποχή στην κόλαση σύμφωνα με μια τρίτη άποψη (Gustave Kahn), ένα μέρος της γράφτηκε πριν και το υπόλοιπο μετά. Ο τίτλος Φωτισμοί αποδίδεται από τον Verlaine στον Rrimbaud, αλλά στο χειρόγραφο δεν είναι γραμμένος με το χέρι του ποιητή. Τον Ιούλιο του 1873, στις Βρυξέλλες, ο Rimbaud δηλώνει στον Verlaine ότι θέλει να διακόψει το δεσμό τους, αυτός τον πυροβολεί τραυματίζοντάς τον ελαφρά και καταδικάζεται σε δύο χρόνια φυλακή. Η συλλογή Μια εποχή στην κόλαση γράφεται μεταξύ Απριλίου – Αυγούστου του 1873. Τυπώνεται στις Βρυξέλλες τον ίδιο χρόνο σε 500 αντίτυπα. Στον ποιητή έστειλαν μερικά που έδωσε σε φίλους του και επειδή δεν πλήρωσε τα έξοδα της έκδοσης, τα υπόλοιπα έμειναν στο τυπογραφείο. Βρέθηκαν το 1901 και προκάλεσαν μεγάλη αναστάτωση, γιατί κυκλοφορούσε η φήμη ότι τα είχε κάψει ο ίδιος ο ποιητής. Ο Rimbaud δε γράψει πια. Ταξιδεύει από την Κύπρο στο Άντεν και από τις Σκανδιναυϊκές χώρες στην Αβησσυνία· κάνει όλες τις δουλειές από έργα της μέχρι έμπορος όπλων. Είναι ο πρώτος ευρωπαίος που φτάνει στη Bubassa της ανατολικής Αφρικής και εξερευνά τις γύρω περιοχές της Σομαλίας.

Untitled-21_65

Το 1883 η Γαλλική Γεωγραφική Εταιρία δημοσιεύει τις ανακαλύψεις του. Διασχίζοντας την Αβησσυνία φτάνει το 1887 στο Harrar δίνοντας σημαντικά στοιχεία για τις εξερευνήσεις του. Μετά από συνεχείς περιπέτειες, κακουχίες και στερήσεις, του παρουσιάζεται ένας όγκος στο δεξί πόδι και γυρίζει στη Γαλλία, βαριά άρρωστος. Πεθαίνει στις 10 Νοεμβρίου 1891, τριάντα επτά χρονών.

Untitled-27_41

Έργα του στα ελληνικά:

(2008) Εκλάμψεις, Γαβριηλίδης
(2008) Το μεθυσμένο καράβι, Γαβριηλίδης
(2007) Γράμματα από το Χαράρ, Άγρα
(2006) Επιλογή ποιημάτων, Εκδοτική Θεσσαλονίκης
(2006) Το μεθυσμένο καράβι. Επιστολές: Οι επονομαζόμενες του Ορατικού, Ηριδανός
(2004) 20 πεζά ποιήματα, Ίκαρος
(2004) Εκλάμψεις, Ηριδανός
(2004) Μια εποχή στην κόλαση, Γαβριηλίδης
(2000) Ένα ποίημα και πέντε επιστολές, Γαβριηλίδης
(1997) Το μεθυσμένο καράβι, Ελεύθερος Τύπος
(1993) Μια εποχή στην κόλαση, Γνώση
(1984) Γράμματα του Αρθούρου Ρεμπώ, Νεφέλη

Βιογραφικό και εργογραφία από τη BiblioNet

Η Πάτι Σμιθ στον τάφο του Ρεμπώ

Η Πάτι Σμιθ στον τάφο του Ρεμπώ

* * *

* * *

* * *

* * *

* * *

* * *

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιώργος Τσακνιάς

Εδώ άλλα επετειακά αφιερώματα του dim/art

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s