Δε σου κάνω τον άγιο — μέρος 15ο

Ένα συλλογικό νουάρ μυθιστόρημα σε συνέχειες, αποκλειστικά στο dim/art

[Μέρος 15ο: Γιώργος Τσακνιάς]

Περίληψη προηγουμένων:  Ο Τζορτζ Καρύδης, Ελληνο-αμερικανός δεύτερης γενιάς, 48 ετών, μηχανικός, υπάλληλος μιας εταιρίας αμερικανικών συμφερόντων, της Gas Probe SA., βρίσκεται δολοφονημένος κοντά στη Μανωλάδα. Του έχουν αφαιρέσει την καρδιά. Τα τοπικά ΜΜΕ (Ilis FM και εφημερίδα «Πρώτη») αλλά και τα αθηναϊκά (ο ρεπόρτερ Νίκος Παναγόπουλος καταφθάνει αυθημερόν στην περιοχή) μυρίζονται εγκαίρως ότι η υπόθεση έχει ψωμί, έρχονται σε επαφή με τις άκρες τους στην αστυνομία και ανταγωνίζονται για να βγάλουν λαβράκι. Από τα κεντρικά στέλνουν τη δαιμόνια αστυνομικίνα Γωγώ Δασκαλάκη να βοηθήσει τα τοπικά όργανα της τάξεως στην εξιχνίαση του στυγερού εγκλήματος, κάτι που δεν βλέπουν με καλό μάτι οι αστυνομικοί της περιοχής, όπως αποδεικνύεται και κατά τη συνάντηση γνωριμίας της με τον αστυνόμο Λάμπρου. Το βράδυ στο ξενοδοχείο «Μάρε Νόστρουμ», η Γωγώ αδυνατεί να συγκεντρωθεί στην υπόθεση, καθώς από το διπλανό δωμάτιο άγνωστο ζευγάρι επιδίδεται σε αχαλίνωτο, θορυβώδες και χρονοβόρο  σεξ. Καταφεύγει στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, όπου όμως, αντί για την ησυχία της, θα βρει τον Νίκο Παναγόπουλο που της προτείνει ανταλλαγή πληροφοριών για το έγκλημα — και σεξ. Νωρίς το επόμενο πρωί, ο διευθυντής του Ilis FM καλεί στον σπίτι του τον δημοσιογράφο της «Πρώτης» Παύλο Νασόπουλο, τον οποίο θεωρεί υπεύθυνο για ρεπορτάζ της εφημερίδας για το έγκλημα, που αφήνει υπόνοιες για ντόπιο επιχειρηματία. Ο Νασόπουλος αρνείται την πατρότητα του εν λόγω άρθρου. Καθώς φεύγει από του Βελόπουλου, συναντά τον αστυνόμο Λάμπρου, ο οποίον επίσης αφήνει να εννοηθεί πως τον θεωρεί υπεύθυνο για το ρεπορτάζ. Μήπως στην πραγματικότητα όμως η υπογραφή «Π.Ν.» δεν σημαίνει Παύλος Νασόπουλος αλλά Παναγόπουλος Νίκος; Την ίδια ώρα, η Γωγώ παραλαμβάνει ένα μακάβριο πακέτο, την καρδιά του θύματος, και πηγαίνει στην Πάτρα όπου μαθαίνει τα αποτελέσματα της ιατροδικαστικής και της βαλλιστικής εξέτασεις. Λαμβάνει μήνυμα από τη Μαρίνα Δανέζη, που τη βρήκε μέσω Παναγόπουλου, να συναντηθούν: η νεαρή δημοσιογράφος ισχυρίζεται ότι τον Καρύδη τον σκότωσε ένας άνθρωπος της νύχτας, κατ’ εντολήν του Βελόπουλου. Αργότερα, στο ξενοδοχείο, η Γωγώ μαθαίνει από τον Παναγόπουλο της ύπαρξη συνεργάτιδας του Καρύδη, ονόματι Ντάρια Σίγκελ. Από την Ντάρια μαθαίνει τον αριθμό του κινητού του νεκρού: τηλεφωνεί και ζητά τον Τζορτζ Καρύδη. Μια φωνή της απαντά: «Ο ίδιος». Μέχρι να συνέλθει από το σοκ, η Γωγώ χάνει τη μοναδική ευκαιρία να μιλήσει με το ίδιο το θύμα του φόνου που προσπαθεί να εξιχνιάσει. Όσο συμβαίνουν αυτά ο αστυνόμος Λάμπρου κάνει ένα μυστηριώδες τηλεφώνημα και κατόπιν αναχωρεί για τη Σκαφιδιά. Εντωμεταξύ, στο Μάρε Νόστρουμ, την ηρεμία των παραθεριστών και του Παναγόπουλου —καθώς και ενός μυστηριώδους ενοίκου— ταράζει η μακάβρια ανακάλυψη ενός πτώματος πνιγμένου σε φραουλόζουμο: πρόκειται για τον Μάκη, ιδιοκτήτη σκυλάδικου στον Πύργο, τον οποίον η Μαρίνα Δανέζη έχει κατονομάσει ως δολοφόνο του Καρύδη. Ο «Μεγάλος» —ο μυστηριώδης άγνωστος που κινεί τα νήματα;— τηλεφωνεί στον αστυνομικό διευθυντή Λάμπρου και τον ξεχέζει, απειλώντας ταυτόχρονα τον Βελόπουλο και τον Νασόπουλο, ενώ παράλληλα η Ντάρια Σίγκελ, πιστή βοηθός επί χρόνια του Καρύδη, ετοιμάζεται να εγκαταλείψει τη χώρα, όταν ένα αυτοκίνητο φρενάρει έξω από το σπίτι της…

* * *

Η Γωγώ Δασκαλάκη ανασήκωσε την αστυνομική κορδέλα (επιτέλους, κάποιο από όλα τα σαΐνια που ήρθαν για ενίσχυση βρήκε μια γαμωκορδέλα σε ένα από τα άπειρα περιπολικά), πέρασε από κάτω και διέσχισε τους δημοσιογράφους και τους τεχνικούς των τηλεοπτικών συνεργείων, που κάπνιζαν και συζητούσαν για μπάλα. Ευτυχώς, ουδείς την ενόχλησε· τον άχαρο ρόλο να αρνηθεί να κάνει δηλώσεις και να περιοριστεί στα κλασικά «η υπόθεση διερευνάται εις βάθος» την είχε αναλάβει ο Λάμπρου. Φυσικά, οι δημοσιογράφοι είχανε κάνει τη σύνδεση και είχαν ρωτήσει επίμονα αν το νέο έγκλημα σχετίζεται με το πτώμα που βρέθηκε χωρίς καρδιά. «Ουδέν σχόλιον» — το γεγονός πάντως ήταν ότι πλέον η υπόθεση είχε ξεφύγει από τα τοπικά μέσα. Ήδη, τα βανάκια των συνεργείων με αυτή την τεράστια κεραία, σαν ανάποδο τιρμπουσόν, το περίφημο «λινκ», τσαλαπατούσαν το γκαζόν του Μάρε Νόστρουμ και έστελναν ρεπορτάζ για τα «στυγερά εγκλήματα της Ηλείας» στα δελτία των 8 στην Αθήνα.

Εδώ και δυο ώρες, ο συντονισμός της σήμανσης και του λοιπού συρφετού από Πύργο και Πάτρα ήταν μια κόλαση. Οι περισσότεροι ήταν άσχετοι ηλίθιοι που έψαχναν υποτίθεται στοιχεία και, παράλληλα, έσβηναν τα τσιγάρα τους στη σκηνή του εγκλήματος. Ο φωτογράφος από την Ασφάλεια της Πάτρας βιαζόταν να τελειώσει για να πάει να ξεκουραστεί, γιατί το βράδυ, λέει, είχε δεύτερο μεροκάματο σε σκυλάδικο. «Ξέρεις τι κωλοδουλειά είναι;» γκρίνιαζε σε έναν ειδικό φρουρό, που τον είχανε κουβαλήσει για να εμποδίζει τους δημοσιογράφους να μπουκάρουν. «Χορεύει το ξέκωλο πάνω στο τραπέζι, σειέται και λυγιέται, το μίνι μέχρι τον αφαλό, το τακούνι δωδεκάποντο, το στρινγκάκι φόρα παρτίδα. Τραβάς τη φωτογραφία κι έρχεται αμέσως ο γκόμενός της και σου την πέφτει, τι κάνεις εκεί ρε, θα σε γαμήσω κλπ. Και δεν σε αφήνουνε και να τον δείρεις, είναι πελάτης. Πρέπει με το μαλακό. Μια ώρα μετά, ο ίδιος μαλάκας τα σκάει για να αγοράσει τη φωτογραφία για την γκόμενά του, που του κωλοτρίβεται, και δε θέλει και ρέστα, να την εντυπωσιάσει, μπας και γαμήσει απόψε. Αν του σηκωθεί βέβαια, με τόσες μπόμπες που έχει κατεβάσει. Και μετά να βάλει και τη φωτογραφία στο φέις μπουκ, να πουλήσει μούρη — κοίτα τι μωρό κυκλοφοράω, τα σπάει, κι έτσι. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, μετά κι από τον πατσά, κοιμάμαι 2-3 ώρες και πάω κατευθείαν στη δουλειά. Το περιβόλι στο εξοχικό, στο Κατάκολο, μόνο σαββατοκύριακο. Τις άλλες μέρες έχει αναλάβει τα ποτίσματα η πεθερά που, φυσικά, με βρίζει. Τις ελιές τις παράτησα όταν κόψανε τις αποζημιώσεις. Εκατόν εξήντα ρίζες, επιδότηση για εκατόν εξήντα στρέμματα. Κάθε χρόνο χιόνιζε τρεις μήνες, μεγάλη καταστροφή σου λέω, χα χα χα… Ωραία χρόνια. Που λες, θα το έκοβα το σκυλάδικο, αλλά πώς να ζήσεις με το μισθό του μπάτσου, γαμώ τα μνημόνιά τους γαμώ;»

Η Γωγώ κάθισε σε ένα τραπέζι στην άλλη άκρη του κήπου για να μείνει λίγο μόνη της, ήσυχη. Ευτυχώς, είχε σχεδόν νυχτώσει πια. Ο Λάμπρου είχε ζητήσει από το ξενοδοχείο να μην ανάψουν τα φώτα του κήπου — η σκηνή του εγκλήματος φωτισμένη από μανιταράκια κρυμμένα στην πρασιά θα γινόταν σίγουρα πρωτοσέλιδο παντού και ο Αστυνομικός Διευθυντής Πύργου τα πρόσεχε πολύ κάτι τέτοια. Έτσι, τώρα η Γωγώ είχε στη διάθεσή της μια ήσυχη, σκοτεινή γωνιά να ηρεμήσει και να ανασυντάξει τις σκέψεις της. Ή έτσι νόμιζε. Γιατί, με το που κάθισε, είδε μια γνώριμη ένστολη μορφή να πλησιάζει, να στρογγυλοκάθεται απρόσκλητη, να ακουμπάει στο τραπέζι ένα φραπόγαλο και να τη ρωτάει, με έναν τόνο χαιρεκακίας:

«Λοιπόν, κοπελιά, πώς πάει; Το έλυσες το μυστήριο;»

Η Γωγώ έμεινε για λίγο αμίλητη. Έπειτα χαμογέλασε αδιόρατα και απάντησε, με δύο τόνους χαιρεκακίας:

«Τι να πω, δεν έχω ξαναδεί πνιγμένο σε φραουλόζουμο. Πώς το βάλανε τόσο πράμα στα πνευμόνια του; Με το που τον ακούμπησε στο στέρνο ο ιατροδικαστής, πετάχτηκε συντριβάνι το ζουμί από το στόμα. Πού να σου τα λέω, υπερθέαμα…»

Ο υπαστυνόμος γύρισε στο πλάι και ξέρασε στο περιποιημένο γκαζόν του Μάρε Νόστρουμ δύο πιτόγυρα, μια μπύρα, τρία κρουασάν περιπτέρου και έξι φραπέδες.

* * *

Ο Παναγόπουλος δεν είχε κανένα λόγο να παραμείνει άλλο στο ξενοδοχείο, μέσα στον κακό χαμό από τζιμάνια μπάτσους και wannabe αστυνομικούς ρεπόρτερ. Ξεγλίστρησε ήσυχα, μπήκε στο αμάξι του και άναψε τσιγάρο. Μέχρι το Κατάκολο ήθελε ένα τεταρτάκι σκάρτο. Προλάβαινε να πάρει τηλέφωνο στην εφημερίδα να δώσει το ρεπορτάζ του — έτσι κι αλλιώς, θα ήταν λακωνικό: τα βασικά για το νέο έγκλημα. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από αυτά που θα έλεγαν και οι άλλοι. Τα περισσότερα που ήξερε δεν ήταν ακόμη η στιγμή να τα αποκαλύψει· τα λιγότερα ήταν τα κομμάτια που του έλειπαν για να συμπληρώσει το παζλ. Και είχε την αίσθηση πως του έλειπαν σημαντικά κομμάτια, αλλά όχι πολλά. Ένα από αυτά, υπήρχε η αμυδρή ελπίδα να το βρει απόψε. Με ρίσκο, βέβαια. Αλλά τίποτα δεν είναι δωρεάν.

* * *

Χωρίς να πάρει τα μάτια του από τον Παναγόπουλο που απομακρυνόταν αθόρυβα, ο Παύλος Νασόπουλος έβγαλε το κινητό του. «Φεύγει», είπε λακωνικά. Και, ύστερα από λίγο: «έγινε». Έβαλε το κινητό στην τσέπη και ακολούθησε τον Παναγόπουλο στο πάρκινγκ του ξενοδοχείου. Πήρε κι αυτός το αυτοκίνητο και ακολούθησε τον Παναγόπουλο από μακριά. Όταν τον είδε να στρίβει προς Κατάκολο χαμογέλασε και έβγαλε πάλι το κινητό.

* * *

Ήτο νυξ σκοτεινή και ασέληνος… Ποιο βιβλίο ήταν που ξεκινούσε έτσι; Βιζυηνός; Ή μήπως δεν ήταν αρχή βιβλίου; Ο Παναγόπουλος προσπάθησε να θυμηθεί. Σίγουρα η φράση υπήρχε, αν και όχι έτσι ακριβώς, στο τροπάριο της Κασσιανής· κάθε χρόνο, Μεγάλη Τρίτη η γιαγιά τον τραβολογούσε στην εκκλησία. Το θυμόταν σχεδόν απέξω. Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας, ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας. Μπράβο, ζοφώδης, όχι σκοτεινή.  Επίσης, κάτι παρόμοιο, με αυτές τις λέξεις πάντως, υπήρχε και στη Φόνισσα. Και η Δέλτα ξεκινά κάπως έτσι ένα βιβλίο, αλλά βέβαια στη δημοτική. Πάντως, οι φιλολογικές ανησυχίες του έγκριτου δημοσιογράφου δεν ήταν παρά απλός αντιπερισπασμός. Άλλα είχε στο μυαλό του. Άλλη αγωνία τον έτρωγε. Συγκεκριμένα, αναρωτιόταν αν θα γυρίσει στη στεριά ζωντανός. Αν θα γυρίσει στη στεριά — τελεία.

Όπως και να ’χε, ευτυχώς που ή νυξ ήτο σκοτεινή και ασέληνος, αλλιώς δεν θα αποτολμούσε να πάρει τη βάρκα του μπάρμπα του του Κώστα —τι παράξενο; Κασσιανή τη λέγανε και τη βάρκα! Ε, ρε, κόλλημα η οικογένεια…— από το λιμάνι του Κατάκολου και να ξανοιχτεί με τα κουπιά. Όχι γιατί δεν έβλεπε τον δρόμο, ούτε γιατί φοβόταν μην περάσει κάνα βαπόρι και δεν τον δει στα σκοτεινά· αυτοί που δεν ήθελε να τον δουν ήταν οι μπράβοι, που φύλαγαν σκοπιά στο κατάστρωμα της θαλαμηγού, αυτού το σκοτεινού όγκου που λικνιζόταν αργά στο ελαφρύ κυματάκι, στην απόγειο αύρα, στα ανοιχτά του Κατάκολου, του σκοτεινού όγκου και που όλο και μεγάλωνε απειλητικά, καθώς ο Παναγόπουλος έκανε κουπί, σιγομουρμουρίζοντας από μέσα του το τροπάρι της Κασσιανής. Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων, ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ· κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας…

[ Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι  την επόμενη Τρίτη, 29 Οκτωβρίου, αποκλειστικά στο dim/art ]

Δε σου κάνω τον άγιο — μυθιστόρημα σε συνέχειες

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.