Είχα πρόθεση να φωτογραφίσω τη «νέα» και «ζωηρή» Αθήνα γύρω από τις ιστορικές εκκλησίες της, την Αγία Ειρήνη στην Αιόλου και τον Αγιο Γεώργιο Καρύτση. Γύρω από τα γεμάτα κόσμο καφέ σε αυτές τις βαθιές, παλιές, αθηναϊκές κοιλάδες, εκεί όπου γενιές Αθηναίων έχουν λειάνει τα μάρμαρα και ψηλά δέντρα έχουν κάνει αναρίθμητους εποχικούς κύκλους, πάλλεται τώρα μια νέα ζωή.
Ήταν τόσο καταλυτικό το «τώρα», αυτό που γεννιόταν κάθε λεπτό με γέλια, ομιλίες, τριξίματα από καρέκλες και ήχους από σερβίτσια, που η ματιά μου λοξοδρόμησε και σκάλωσε σε κάτι αναπάντεχο. Ήταν τα μικρά, μαρμάρινα προσκυνητάρια έξω από τις παλιές εκκλησίες. Σαν στήλες Ερμού ή σαν ταφικά μνημεία, λεπτά, απέριττα, περίτεχνα και σεμνά μέσα σε μια γεμάτη συστολή μεγαλοπρέπεια, οι μαρμάρινες αυτές προθήκες αγίων, με τη διακριτική σχισμή για τους φιλάνθρωπους, έστεκαν βουβές, σαν λησμονημένες από καιρό.
Σκέφτηκα αμέσως μια φωτογραφική συλλογή από τις ξεθωριασμένες εικόνες, οι περισσότερες, δυτικότροπες ή ρωσικές, σαν μια πτυσσόμενη βεντάλια της «ιερής» τέχνης του δρόμου. Ξαφνικά, με κατέκλυσε το συναίσθημα της έκπληξης και της απορίας για την ύπαρξη αυτών των δημόσιων φυλακτών που σαν τάματα ζούσαν λάθρα σε μια Αθήνα που τα προσπερνούσε. Κάποιοι θα στέκονταν να τα δουν, να τα θαυμάσουν, να τα χαϊδέψουν με το βλέμμα.
Στην Αγία Ειρήνη, σε αυτήν την τόσο αθηναϊκή εκκλησία, που, όπως και ο Αγιος Γεώργιος Καρύτσης, έστεκε στην Αθήνα από την εποχή του Όθωνος, πριν δηλαδή από την ενοποίηση της Γερμανίας ή της Ιταλίας, το μαρμάρινο προσκυνητάρι ήταν εκεί. Με ξεθωριασμένη την μορφή του αγίου, σε κάποια σημεία το πρόσωπο εξαϋλώνεται και γίνεται ίχνος, υγρασία, θυμίζει σύγχρονη εικαστική εγκατάσταση, αποδρά από τη φύση του και επιστρέφει στην πόλη αλλιώς.
Όπως και να το δεις όμως, αυτές οι στήλες της Αθήνας, σταθερά σημάδια μιας άυλης ανάγνωσης μιας πόλης σε διαρκή ροή, μου θύμιζαν διαρκώς τις επάλληλες ζωές της μεγάλης πρωτεύουσας. Σαν αρχαιολόγος θραυσμάτων που δεν τα ανασύρει από τη γη αλλά απλώς τα αναγνωρίζει με τη ματιά του, ένιωθα να «νομιμοποιώ» αυτά τα λείψανα του 19ου αιώνα και απλώς και μόνο με την οπτική καταγραφή τους να τα εντάσσω στο αχανές πλανητάριο της πόλης.
Και πάλι, αιφνιδιαζόμουν από την ανεξάντλητη πηγή της Αθήνας, που σε κάθε βήμα θα έδινε έναν άλλον παραπόταμο. Το ωραίο είναι ότι ο «παραπόταμος» είναι πάντα εκεί και κυλάει, γενιές και γενιές πριν από την ύπαρξή σου, αλλά έρχεται μια στιγμή, εντελώς απροειδοποίητα, που γίνεται η «συνάντηση».
Έτσι και εγώ, σε έναν περίπατό μου για τα ζωηρά καφέ της νέας Αθήνας, που φυτρώνει στις παλιές, αρχαίες, αστικές ρεματιές της, συνάντησα με συνείδηση ενεργή αυτά τα προσκυνητάρια. Από τότε, είναι «παρόντα» και στη δική μου ανάγνωση της πόλης και κάθε φορά που τα πλησιάζω τα αναζητώ έστω και για ένα γρήγορο βλέμμα, αναγνώρισης και χαιρετισμού.
Είναι και για μένα πια αυτό που πάντα ήταν. Εναν αιώνα πριν γεννηθώ. Είναι και αυτά μια άλλη Αθήνα, εκκωφαντικά σιωπηρή αλλά αφοπλιστικά εύγλωττη. Σαν νησίδες ομορφιάς τα είδα και σαν νησίδες πραότητας τα χαιρετώ.
Πηγή: Η Καθημερινή – Φωτογραφία: Νίκος Βατόπουλος
Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Copy-paste



Σχολιάστε