—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα—
Οι πρόσφατες εκτιμήσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας για την έκρηξη της νέο-ναζιστικής και νέο-αναρχικής βίαιης δράσης[1], ήρθαν να επιβεβαιώσουν πως εκτός από τις επικοινωνιακές θεωρίες των «δύο άκρων», υπάρχουν και τα πραγματικά άκρα. Η νέα τρομοκρατία ριζώνει στα αστικά κέντρα με πρωταγωνιστές νέους ανθρώπους, που αποκόπτονται ολοένα και περισσότερο από τη διαμεσολάβηση της πολιτικής. «Δεν κάνουμε πολιτική, κάνουμε αντάρτικο» έγραφε άλλωστε, πριν από αρκετό καιρό, στην προκήρυξη της η τότε πρωτοεμφανιζόμενη «Σέχτα Επαναστατών», χαιρετίζοντας, παράλληλα, τη μαζική είσοδο «δεκάδων μαχητών, ανδρών και γυναικών…στην πρώτη γραμμή της ένοπλης αντεπίθεσης».
Μαζί, λοιπόν με τον «ιερό τρόμο» που επιβάλλει η δογματική της ονομασία («σέχτα»), μαζί με το επιδεικτικό της ρεπερτόριο σε όπλα και τεχνολογίες, μαζί με την κυνική ρητορική της για τους ανθρώπινους «στόχους», η οργάνωση έσπευσε τότε να μας πληροφορήσει έγκαιρα και για τα ιδεολογικά στοιχεία μιας ταυτότητας που συναντάται πλέον συχνά μέσα στη νέα (και νεανική) τρομοκρατία: άρνηση της πολιτικής, κάλεσμα σε άμεση μαζική δράση, κοινωνικό μίσος. Αν κρίνει κανείς, μάλιστα, από την παράλληλη εμφάνιση του νέο-ναζισμού δίπλα στο χώρο της εξτρεμιστικής νέο-αναρχίας, τότε μπορούμε να πούμε πως, μέσα σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα νέο φαινόμενο βίαιης αμφισβήτησης του πολιτικού συστήματος και του κράτους, που τείνει πλέον να παγιωθεί μέσα στα λογής «αντι-συστημικά» και «αντι-εξουσιαστικά» υποσύνολα της νεολαίας.
Θα άξιζε, ωστόσο, να σταθεί κανείς στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής της βίαιης αμφισβήτησης, γιατί πίσω από τις πρόσφατες δολοφονίες διαφαίνεται ήδη ο ιδεολογικός πυρήνας αυτών των εξτρεμιστικών μορφωμάτων. Αν κάτι διακρίνει τη νεο-αναρχική γλώσσα και τις πρακτικές της νέας τρομοκρατίας από τις παλαιότερες παραδόσεις εξεγερσιακής αυτονομίας και βίαιης αντιπαράθεσης με το κράτος είναι πως, σε αυτή τη φάση, η βία δεν αποτελεί απλώς «μέσο» για την κατάκτηση ενός «σκοπού» ούτε «στάδιο» με ιεραρχημένους στόχους σε μια «διαδικασία επαναστατικής μετάβασης». Κι από την άλλη μεριά, η εξτρεμιστική βία της ακροδεξιάς φαίνεται να ζητάει μεν τη νομιμοποίησή της στο ρατσισμό αλλά καταλήγει τελικά σε πληρωμένα συμβόλαια θανάτου, με μαφιόζικη δομή, οργάνωση και εκτέλεση. Στα καινούργια, δηλαδή, κοινωνικά δεδομένα, η βία είναι το ίχνος ενός μίσους που καταλύει θεαματικά όλους τους ηθικούς και πολιτισμικούς δεσμούς με το κοινωνικό σύνολο, συρρικνώνοντας την «επιθυμία για δύναμη» στα απόλυτα ατομικά κίνητρα μιας τυπικά πολιτικής σύγκρουσης αλλά ουσιαστικά τυφλής εκδίκησης.
Από αυτή την άποψη, ο «μητροπολιτικός κλεφτοπόλεμος» που φαίνεται να έχει ήδη ξεσπάσει αποτελεί τη συμπύκνωση ενός πλήθους θρυμματισμένων μικροεξουσιών που δηλώνουν την πλήρη εξωτερικότητά τους με την ίδια την πολιτική. Με μια διαφορά όμως: οι εξουσίες αυτές δεν στρέφονται πλέον κατά της κρατικής νομιμότητας ή του διεφθαρμένου συστήματος αλλά κατά του ίδιου του «πολιτικού σώματος» της κοινωνίας∙ εναντίον, δηλαδή, του κατεξοχήν υποκειμένου που έθρεψε τις παραδόσεις της δημοκρατίας. Χάνοντας την κοινωνική «αίσθηση των άλλων», ο ακροδεξιός και ακροαριστερός εξτρεμισμός βυθίζονται όλο και πιο πολύ στις αντιφάσεις της πολιτικής κρίσης, που τους έφερε στο προσκήνιο ∙ και αδυνατώντας να απαντήσουν στο πολιτικό αίτημα για μαζικές και δημοκρατικές διεκδικήσεις επιλέγουν το μεταπολιτικό δρόμο του «ιδιωτικού μίσους». Είναι σχεδόν βέβαιο ότι πολύ γρήγορα αυτός ο κλεφτοπόλεμος θα εκφυλιστεί σε ένα «α-κοινωνικό παρακράτος». Το θέμα είναι να μην παρασύρει και την ίδια τη δημοκρατία στους «μικρούς εμφύλιους» των προαστίων.
Όσοι ανησυχούν σήμερα για την επικοινωνιακή θυματοποίηση της Χρυσής Αυγής μετά τις πρόσφατες δολοφονίες μελών της καλό είναι να θυμούνται πως αποτελεί πρώτιστο και μέγιστο καθήκον της αριστεράς να θωρακίσει δημοκρατικά το πεδίο των κοινωνικών αγώνων, να ακυρώσει ιδεολογικά τον ψευδώνυμο επαναστατισμό και να δείξει το δρόμο της έλλογης πολιτικής αντιπαράθεσης με μαζική ειρηνική δράση και προγραμματικό λόγο για την έξοδο από την κρίση. Κι αυτό δεν είναι το αμφίβολο αιτούμενο μιας μετριοπαθούς πολιτικής «μεσότητας» αλλά το αδιαμφισβήτητο κεκτημένο των ίδιων των δημοκρατικών παραδόσεων μιας αριστεράς, που δεν θα συμφιλιωθεί ποτέ με τις άπονες εξουσίες.
[1] Πηγή: Απόρρητη έκθεση της ΕΛ.ΑΣ για τον ακροαριστερό και τον ακροδεξιό εξτρεμισμό [pdf] | iefimerida.gr http://www.iefimerida.gr/node/129897#ixzz2kHmKrVND. Βλ. και το σχετικό ρεπορτάζ στο «Βήμα» 10/11/2013, σ. Α12-13.
Φωτογραφία εξωφύλλου: η Yoko Ono πίσω από έργο της με τίτλο «Μια τρύπα» (2010, Gallery 360, Τόκιο).

Εδώ άλλες αναρτήσεις από τη στήλη Ανώμαλα ρήματα < Παρεμβάσεις / παρεκβάσεις


Σχολιάστε