Δε σου κάνω τον άγιο — μέρος 18ο

Ένα συλλογικό νουάρ μυθιστόρημα σε συνέχειες, αποκλειστικά στο dim/art

[Μέρος 18ο: Μαρία Τσάκος]

Περίληψη προηγουμένων:  Ο Τζορτζ Καρύδης, Ελληνο-αμερικανός δεύτερης γενιάς, 48 ετών, μηχανικός, υπάλληλος μιας εταιρίας αμερικανικών συμφερόντων, της Gas Probe SA., βρίσκεται δολοφονημένος κοντά στη Μανωλάδα. Του έχουν αφαιρέσει την καρδιά. Τα τοπικά ΜΜΕ (Ilis FM και εφημερίδα «Πρώτη») αλλά και τα αθηναϊκά (ο ρεπόρτερ Νίκος Παναγόπουλος καταφθάνει αυθημερόν στην περιοχή) μυρίζονται εγκαίρως ότι η υπόθεση έχει ψωμί, έρχονται σε επαφή με τις άκρες τους στην αστυνομία και ανταγωνίζονται για να βγάλουν λαβράκι. Από τα κεντρικά στέλνουν τη δαιμόνια αστυνομικίνα Γωγώ Δασκαλάκη να βοηθήσει τα τοπικά όργανα της τάξεως στην εξιχνίαση του στυγερού εγκλήματος, κάτι που δεν βλέπουν με καλό μάτι οι αστυνομικοί της περιοχής, όπως αποδεικνύεται και κατά τη συνάντηση γνωριμίας της με τον αστυνόμο Λάμπρου. Το βράδυ στο ξενοδοχείο «Μάρε Νόστρουμ», η Γωγώ αδυνατεί να συγκεντρωθεί στην υπόθεση, καθώς από το διπλανό δωμάτιο άγνωστο ζευγάρι επιδίδεται σε αχαλίνωτο, θορυβώδες και χρονοβόρο  σεξ. Καταφεύγει στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, όπου όμως, αντί για την ησυχία της, θα βρει τον Νίκο Παναγόπουλο που της προτείνει ανταλλαγή πληροφοριών για το έγκλημα — και σεξ. Νωρίς το επόμενο πρωί, ο διευθυντής του Ilis FM καλεί στον σπίτι του τον δημοσιογράφο της «Πρώτης» Παύλο Νασόπουλο, τον οποίο θεωρεί υπεύθυνο για ρεπορτάζ της εφημερίδας για το έγκλημα, που αφήνει υπόνοιες για ντόπιο επιχειρηματία. Ο Νασόπουλος αρνείται την πατρότητα του εν λόγω άρθρου. Καθώς φεύγει από του Βελόπουλου, συναντά τον αστυνόμο Λάμπρου, ο οποίον επίσης αφήνει να εννοηθεί πως τον θεωρεί υπεύθυνο για το ρεπορτάζ. Μήπως στην πραγματικότητα όμως η υπογραφή «Π.Ν.» δεν σημαίνει Παύλος Νασόπουλος αλλά Παναγόπουλος Νίκος; Την ίδια ώρα, η Γωγώ παραλαμβάνει ένα μακάβριο πακέτο, την καρδιά του θύματος, και πηγαίνει στην Πάτρα όπου μαθαίνει τα αποτελέσματα της ιατροδικαστικής και της βαλλιστικής εξέτασεις. Λαμβάνει μήνυμα από τη Μαρίνα Δανέζη, που τη βρήκε μέσω Παναγόπουλου, να συναντηθούν: η νεαρή δημοσιογράφος ισχυρίζεται ότι τον Καρύδη τον σκότωσε ένας άνθρωπος της νύχτας, κατ’ εντολήν του Βελόπουλου. Αργότερα, στο ξενοδοχείο, η Γωγώ μαθαίνει από τον Παναγόπουλο της ύπαρξη συνεργάτιδας του Καρύδη, ονόματι Ντάρια Σίγκελ. Από την Ντάρια μαθαίνει τον αριθμό του κινητού του νεκρού: τηλεφωνεί και ζητά τον Τζορτζ Καρύδη. Μια φωνή της απαντά: «Ο ίδιος». Μέχρι να συνέλθει από το σοκ, η Γωγώ χάνει τη μοναδική ευκαιρία να μιλήσει με το ίδιο το θύμα του φόνου που προσπαθεί να εξιχνιάσει. Όσο συμβαίνουν αυτά ο αστυνόμος Λάμπρου κάνει ένα μυστηριώδες τηλεφώνημα και κατόπιν αναχωρεί για τη Σκαφιδιά. Εντωμεταξύ, στο Μάρε Νόστρουμ, την ηρεμία των παραθεριστών και του Παναγόπουλου —καθώς και ενός μυστηριώδους ενοίκου— ταράζει η μακάβρια ανακάλυψη ενός πτώματος πνιγμένου σε φραουλόζουμο: πρόκειται για τον Μάκη, ιδιοκτήτη σκυλάδικου στον Πύργο, τον οποίον η Μαρίνα Δανέζη έχει κατονομάσει ως δολοφόνο του Καρύδη. Ο «Μεγάλος» —ο μυστηριώδης άγνωστος που κινεί τα νήματα;— τηλεφωνεί στον αστυνομικό διευθυντή Λάμπρου και τον ξεχέζει, απειλώντας ταυτόχρονα τον Βελόπουλο και τον Νασόπουλο, ενώ παράλληλα η Ντάρια Σίγκερ, πιστή βοηθός επί χρόνια του Καρύδη, ετοιμάζεται να εγκαταλείψει τη χώρα, όταν ένα αυτοκίνητο φρενάρει έξω από το σπίτι της… Ο Νασόπουλος παρακολουθεί τον Παναγόπουλο να φεύγει από το ξενοδοχείο προς το Κατάκολο και τηλεφωνεί σε κάποιον να δώσει λογαριασμό. Ο Παναγόπουλος φτάνει στη μαρίνα, παίρνει μια βάρκα και κατευθύνεται προς ένα γιοτ, αραγμένο στα ανοιχτά αρόδο όπου και φτάνει την κατάλληλη στιγμή για να περισυλλέξει από το νερό την αναίσθητη —αλλά ζωντανήΝτάρια Σίγκελ που αποκαλύπτει πως οι επίδοξοι δολοφόνοι της ήταν όργανα της τάξης. Όσο συμβαίνουν αυτά, η Γωγώ Δασκαλάκη επισκέπτεται το σκυλάδικο του δολοφονημένου Μάκη, αφού πρώτα στέλνει μήνυμα στον Παναγόπουλο να την συναντήσει εκεί. Λίγη ώρα αργότερα, ξυπνά στο σκοτάδι και συνειδητοποιεί πως κάποιος τη χτύπησε και είναι αιχμάλωτη και χωρίς κινητό…

* * *

«Ώπα, ώπα, τι έχουμε εδώ;» μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του ο Παναγόπουλος, δύο δευτερόλεπτα αφότου το αυτοκίνητό του έφτασε σε απόσταση οπτικής επαφής με την πόρτα του σκυλάδικου.

Η Ντάρια Σίγκελ γύρισε και τον κοίταξε προσπαθώντας να καταλάβει τι εννοούσε και, βλέποντας τα μάτια του καρφωμένα πάνω στους τρεις άντρες που περνούσαν το κατώφλι της ανοικτής πόρτας του «Μωρού», έστρεψε και το δικό της βλέμμα και κεφάλι προς την ίδια κατεύθυνση.

«Όκι εκεί, φίγκουμε, πάμε», του είπε με τον πανικό να χρωματίζει τη φωνή της. Ο Παναγόπουλος δε χρειαζότανε, φυσικά, παρακάλια. «Είπαμε, ωραία γκόμενα η Δασκαλάκη αλλά δε θα πάμε και άκλαφτοι για την πάρτη της», σκέφτηκε. Το πόδι του πάτησε σταθερά το γκάζι και συνέχισε την πορεία του στον κεντρικό δρόμο του Πύργου δίχως να κόψει ταχύτητα ούτε δευτερόλεπτο όταν περνούσε μπροστά από το μαγαζί αλλά και δίχως να επιταχύνει αισθητά. Το παν σε αυτή τη φάση ήταν να μην τους τραβήξει την προσοχή. Περνώντας έριξε μια τελευταία ματιά στους άντρες που είχαν κοντοσταθεί μπροστά στην πόρτα. Πρόλαβε να δει το προφίλ τού προπορευομένου —το οποίο δεν του θύμισε τίποτα— αλλά οι φάτσες των άλλων φωτίζονταν καλά από τα φώτα τής εισόδου και τους αναγνώρισε μονομιάς: «Ο βρωμιάρης ο Λάμπρου και ο Νασόπουλος». Ο τελευταίος, προφανώς, είχε καταφέρει να βγει από το χαντάκι —όπου είχε πέσει λίγο νωρίτερα όταν παρίστανε τον Μάγκνουμ— σώος και αβλαβής. Γύρισε και κοίταξε την Σίγκελ. Ήταν που ήταν ημιθανής από τη βουτιά και το τρακάρισμα με τη βάρκα, τώρα είχε πανιάσει ακόμα περισσότερο. Το μυαλό του σκάλωσε για λίγο στη σκέψη πως η Σίγκελ ήξερε περισσότερα από όσα του είχε πει, αλλά το ανάγκασε να ξεκολλήσει γιατί εδώ υπήρχαν πιο επείγοντα θέματα προς επίλυση. Όπως ας πούμε το πού θα πήγαινε τώρα για να είναι ασφαλείς οι δυο τους και το τι θα έκανε για το μήνυμα που του είχε στείλει η Δασκαλάκη, ζητώντας του να την αναζητήσει στο «Μωρό». Τρεις κλήσεις της είχε κάνει μέχρι τώρα και είχαν μείνει όλες αναπάντητες.

Στο επόμενο φανάρι που συνάντησε έκανε αναστροφή. «Ψύχραιμα και ωραία, Νίκο, ψύχραιμα κι ωραία», είπε στον εαυτό του γιατί ένιωθε έναν κόμπο κρύου ιδρώτα να κυλάει από το μέτωπο προς τον κρόταφό του. Ακολούθησε τον δρόμο που οδηγούσε έξω από τον Πύργο, δεν είχε ιδέα προς τα πού ακριβώς, ήξερε όμως πως έπρεπε να γίνει αόρατος. Ειδικά δεδομένου τού ότι είχε μαζί του το «πτώμα» της Ντάριας Σίγκελ. Να σκεφτεί, να πάει κάπου να σκεφτεί ήρεμα, έστω για δύο λεπτά. Οπουδήποτε.

Κοίταζε πυρετωδώς δεξιά και αριστερά κατά μήκος του δρόμου. Πού και πού τα φώτα και οι ταμπέλες από ψησταριές. Πού να βρει να παρκάρει τη Σίγκελ και να δει μετά τι θα κάνει με τη Γωγώ; Είχαν την απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας από τον Πύργο; Δύσκολο να προβλέψεις αν θα έπεφτες πάνω σε τίποτα παληκάρια τού Βελόπουλου ή του Λάμπρου. Από την άλλη, ήξερε πως δεν έπρεπε —πως δεν μπορούσε— να απομακρυνθεί και πολύ από τον Πύργο. Η ώρα περνούσε. Η Γωγώ είχε πάει μόνη της στο «Μωρό». Ήταν φανερό από το μήνυμα. «Την μαλακισμένη την Δασκαλάκη, γαμώ την πουτάνα μου μέσα».

Τελικά αποφάσισε πως δεν ήταν δυνατόν να συνεχίσει να οδηγεί και να της κάνει αναπάντητες· έτσι όπως το πήγαινε θα έφτανε στην Πάτρα. Με μια απότομη κίνηση, η οποία του βγήκε πιο κινηματογραφική από ό,τι λογάριαζε, οδήγησε το αμάξι στην άκρη του δρόμου, στο πρώτο πλάτωμα που αντιλήφθηκε. «Στο πουθενά. Καλύτερα στη μέση τού πουθενά», αποφάσισε.

Η Σίγκελ γύρισε και τον κοίταξε με απορία.

«Why d’ you stop; This isn’t safe. Κίντυνος εντώ. Όκι, όκι, πάμε, we need to get the hell out of here. Πάμε, πάμε, let’s go!» Έγνεψε με το χέρι προς τον δρόμο για να τον παροτρύνει να βάλει πάλι μπροστά το αμάξι.

«Δεν γίνεται να φύγουμε. Ούτε να πάμε πολύ μακριά», της απάντησε ο Παναγόπουλος. Το πρόσωπο της συσπάστηκε ξαφνικά και τον κοίταξε με μάτια που πρόδιδαν την οργή —και τον φόβο της.

«What the fuck are you talking about; Πήγαν να με kill and you λέει “ντεν γκινετέι να φιγκουμεϊ”; Are you fucking nuts?» Η Σίγκελ χτύπησε τη γροθιά στην πόρτα του συνοδηγού με βία. Η αντίδρασή της έκανε τον Παναγόπουλο να συνειδητοποίησει κάτι ξαφνικά.

«Τόσην ώρα ξέρεις πολύ καλά ότι ερχόμαστε στον Πύργο και γνώριζες επίσης πολύ καλά, σου το είπα από την αρχή, πως θα πηγαίναμε στο κωλομάγαζο αυτό, αλλά ακολούθησες αδιαμαρτύρητα. Και προηγουμένως είχαν “μόλις προσπαθήσει να σε σκοτώσουν” αλλά δεν χτυπιόσουν έτσι να φύγεις μακριά. Άρα; What is it you’re not telling me, Darya;»

«Didn’t you see Labrou; Ντεν είντες το Λάμπρου; His people ήτελε kill me. Cops. Μπάτσος, ήτανε όλοϊ μπάτσος!»

Ο Παναγόπουλος αποφάσισε να εκμεταλλευτεί την ταραχή της και να την αρμέξει για πληροφορίες.

«Πρώτον δεν είναι βέβαιο πως ο Λάμπρου τους έβαλε, μπορεί να δουλεύαν για άλλον. Σε πήγαν στο σκάφος του Βελόπουλου. Ο Βελόπουλος ήταν εκεί;»

«No».

«Τότε ποιός;», την ρώτησε.

«Noone. Κανένας. Just those punks. Στο είπα κεϊ πριν. Ντεν ρωτήσουν τίποτε, μόνο they gave me a shot… Πώς λες… Όπως γκιατρός… Ένεση, μου κάνεϊ ένεση… everything went black, next thing I know I’m sitting in your car, μούσκεμα κάι με καρούμπαλος στο κεφάλι μόυ».

Το νευρολογικό, το ορμονικό και όλα τα άλλα συστήματα στο κορμί τού Παναγόπουλου άρχισαν να δουλεύουν υπερωρίες. Την κοίταξε εξεταστικά. Τα χαρακτηριστικά τού προσώπου της ήταν σχετικά ήρεμα πάλι αλλά ο Παναγόπουλος αισθανόταν πως κατέβαλλε τρομακτική προσπάθεια για να επιτύχει —ή μάλλον για να ανακτήσει—  αυτή την φαινομενική ψυχραιμία.

«Σίγκελ, λες ψέματα. You’ re lying».

«Όκι. No I’m not. Σταμάτα το βλακέιες and let’s get out of here».

«Σίγκελ, πες μου έναν καλό λόγο γιατί δε σου κάνανε την ένεση ή δε σε πυροβολήσανε ή δεν ξέρω τι στο σπίτι σου αλλά σε κουβαλήσανε διά της βίας —λες— στο κότερο του Βελόπουλου. Κάποιος ήταν εκεί. Κάποιος που σε ήθελε ζωντανή και σε ήθελε εκεί για να σε ρωτήσει ή για να δει τι ξέρεις. Αυτοί οι άνθρωποι δεν μπαίνουν στον κόπο να κρύψουν τα πτώματα που αφήνουν πίσω τους. Μίλα. Ήταν αυτός που μπήκε πριν από τον Λάμπρου και τον Νασόπουλο στο σκυλάδικο; Τον γνωρίζεις; Γι’ αυτό κάνεις έτσι;»

«I don’t know what you’re talking about. Just start the car κάι πάμε, επιτέλοϋς».

Την κοίταξε εξεταστικά. Το πρόσωπό της πάλι συσπάστηκε, τα μάτια της πάσχιζαν να κρύψουν τον πανικό της. Ίσως κάποια άλλη στιγμή, στο σαλόνι τού σπιτιού της, στεγνή, χαλαρή, χωρίς να έχει μεσολαβήσει μια απόπειρα δολοφονιάς εις βάρος της να τα κατάφερνε. Ήταν παλιά καραβάνα η Σίγκελ και ήταν χωμένη σε όλες τις δουλειές του Καρύδη, δεν ήταν καμία αγία, αυτό το γνώριζε καλά. Αλλά απόψε, στριμωγμένη στο κάθισμα του συνοδηγού, με νερό στα πνευμόνια και ελαφρά διάσειση, ήταν ευάλωτη. Ήταν η ευκαιρία του. Το μωρό στο «Μωρό» θα έπρεπε να περιμένει λίγα λεπτά ακόμη. Μακάρι μόνο να μην αποδεικνύονταν μοιραία.

Χωρίς να χάσει την Σίγκελ από τα μάτια του, ο Παναγόπουλος άπλωσε το αριστερό του χέρι, ψαχούλεψε στην πόρτα του οδηγού και έκλεισε από εκεί την κεντρική ασφάλεια. Ακούστηκε το χαρακτηριστικό «κλατς» που έκαναν οι πόρτες του αυτοκινήτου την ώρα που κλείδωναν και η Σίγκελ τον κοίταξε με κάτι ανάμεσα σε θυμό και βουβή ικεσία.

«Ακούω», της είπε εκείνος με σταθερή φωνή.

Στο πίσω μέρος τού μυαλού του σχηματίστηκε αμυδρά η μορφή τής ωραίας αστυνομικίνας και ένιωσε ένα κρύο χέρι να του σφίγγει την καρδιά. Άπλωσε μηχανικά το χέρι του, πήρε το κινητό και πάτησε επανάκληση. Αυτή τη φορά, όμως, μια αντρική φωνή ακούστηκε στην άλλη άκρη της γραμμής:

«Παναγόπουλε; Έχω εδώ κάποια που θες».

Εκείνος κράτησε την ανάσα του. Με την άκρη του ματιού του κοίταξε τη Ντάρια Σίγκελ — έντρομη, μουσκεμένη, βουβή στη θέση του συνοδηγού.

«Κι εγώ το ίδιο», είπε ο δημοσιογράφος.

* * *

[ Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι  την επόμενη Τρίτη, 19 Νοεμβρίου, αποκλειστικά στο dim/art ]

Δε σου κάνω τον άγιο — μυθιστόρημα σε συνέχειες

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.