Home

screen-shot-2014-11-13-at-9-10-19-pm

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ, στις 13 Νοεμβρίου 1974, έφυγε από τη ζωή ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Vittorio De Sica, κορυφαία μορφή του ιταλικού νεορεαλισμού. Ένα μικρό αφιέρωμα του dim/art στον σημαντικό δημιουργό: ο Γιάννης Ζουμπουλάκης γράφει για τη ζωή και το έργο του, ο Σπύρος Λυκούδης και ο Βασίλης Ραφαηλίδης για την κορυφαία ταινία του, τον Κλέφτη ποδηλάτων (1948). Ακόμα, δείτε ολόκληρη την ταινία με ελληνικούς υπότιτλους.

300x300

Βιτόριο ντε Σίκα, σκηνοθέτης (1902-1974)

—του Γιάννη Ζουμπουλάκη / Το Βήμα

Ο Βιτόριο ντε Σίκα δεν χρειάζεται συστάσεις. Ή μήπως χρειάζεται; Δυστυχώς, όσο ο καιρός περνά τόσο οι θεμελιωτές κινημάτων και τάσεων που χάραξαν τομές στην ιστορία της τέχνης ανοίγοντας —χωρίς απαραιτήτως να το καταλαβαίνουν— δρόμους στους νεότερους δημιουργούς απομακρύνονται από τη μνήμη μας. Ο Ντε Σίκα VittorioDeSicaανήκει σε αυτούς τους θεμελιωτές. Ο χαρακτηρισμός «πατέρας του νεορεαλισμού» ίσως να ακούγεται κάπως λαϊκίστικος, δεν είναι όμως. Αυτό ακριβώς υπήρξε και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο κατηγορήθηκε από τους αρκετούς επικριτές του.

«Κατηγορήθηκε» για θεματική ρηχότητα και συναισθηματική «ευκολία» στην προβληματική και στην προσέγγιση των θεμάτων του. Χωρίς αυτό φυσικά να σημαίνει ότι ο Ντε Σίκα δεν σκηνοθέτησε τέσσερα κινηματογραφικά αριστουργήματα στη σειρά, μέσω των οποίων μάθαμε για τη μεταπολεμική Ιταλία περισσότερα από όσα μας έδωσε στο σύνολό του όλος ο υπόλοιπος ιταλικός κινηματογράφος («Ο κλέφτης των ποδηλάτων», «Sciuscia», «Θαύμα στο Μιλάνο», «Ουμπέρτο Ντ.»).

Μια προσεκτική επιλογή των κορυφώσεων της καριέρας του είναι ένα μικρό κινηματογραφοφιλικό ταξίδι με αφετηρία την πρώτη ταινία του «Τα παιδιά μάς βλέπουν» («Ι bambini ci guardano», 1943). Ανάμεσα στους σταθμούς θα βρούμε τον αντιπροσωπευτικότερο τίτλο του, «Ο κλέφτης των ποδηλάτων» («Ladri di biciclette», 1948), ενώ τελευταία χρονολογικά ταινία της όψιμης φάσης του είναι ο «Κήπος των Φίντσι Κοντίνι» («Il giardino dei Finzi Contini», 1970).

Vittorio_De_SicaΟ Ντε Σίκα, ο οποίος γεννήθηκε έξω από τη Ρώμη το 1901, εισχώρησε από μικρός στον χώρο του θεάματος και η άνοδός του ήλθε σύντομα. Κατ’ αρχήν ηθοποιός και μάλιστα σταρ της προπολεμικής περιόδου, άρχισε να ασχολείται με τη σκηνοθεσία το 1940 συμμετέχοντας στη δημιουργία τεσσάρων κωμωδιών. Από την πρώτη κιόλας προσωπική ταινία του, «Τα παιδιά μάς βλέπουν» (πικρό σχόλιο επάνω στον τρόπο ζωής μιας μικροαστικής οικογένειας), φάνηκε το ρεαλιστικό ύφος που αργότερα θα γινόταν το σήμα κατατεθέν του ιταλικού κινηματογράφου. Ο ιταλικός νεορεαλισμός γεννήθηκε μέσα στο χάος. Η ιταλική κοινωνία μετά τον πόλεμο ψυχορραγούσε αλλά δεν λύγιζε στην προσπάθειά της να σταθεί και πάλι όρθια. Σκηνοθέτες όπως ο Ντε Σίκα, ο Ρομπέρτο Ροσελίνι, ο Τζιουζέπε ντε Σάντις και (πριν από αυτούς) ο Λουκίνο Βισκόντι εισχώρησαν με τον φακό τους σε φυσικούς, άθλιους χώρους και με ερασιτέχνες ηθοποιούς έδωσαν μέγεθος στην «ασημαντότητα της καθημερινότητας». Απλά γεγονότα, όπως η προσπάθεια ενός οικογενειάρχη να ξαναβρεί το κλεμμένο εργαλείο για τη δουλειά του, ένα ποδήλατο, απέκτησαν μέσω του νεορεαλισμού οικουμενικό χαρακτήρα, οξυδώνοντας το ασημί της κινηματογραφικής οθόνης.

Οταν επήλθε το τέλος του νεορεαλισμού, ο κινηματογράφος του Ντε Σίκα διαφοροποιήθηκε, έγινε περισσότερο προσιτός στο πλατύ κοινό. Υπέγραψε δράματα και κωμωδίες με δημοφιλείς σταρ, σαν την «Ατιμασμένη» που χάρισε στη Σοφία Λόρεν το Οσκαρ πρώτης γυναικείας ερμηνείας και το «Χθες σήμερα, αύριο» («Oggi, ieri, domani», 1963) το οποίο τιμήθηκε με το Οσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης παραγωγής (το ίδιο βραβείο κέρδισαν τρεις ακόμη ταινίες του Ντε Σίκα, το «Sciuscia», ο «Κλέφτης των ποδηλάτων» και ο «Κήπος των Φίντσι Κοντίνι»).

Αδιαφιλονίκητα, ο Ντε Σίκα υπήρξε ένας αφοσιωμένος μαχητής του κινηματογράφου, εκείνος που έδωσε στο ιταλικό σινεμά αίγλη και του χάρισε διεθνή αναγνώριση στην πιο απίθανη εποχή. Αν το καλοσκεφθούμε, η μόνη ήττα του ήταν απόρροια ενός πάθους που ποτέ δεν ξεπέρασε. Ο τζόγος εν τέλει τον κατέστρεψε. Ο Ντε Σίκα πέθανε καταχρεωμένος στο Παρίσι το 1974. Αφησε όμως σε όλους μας μια ανεκτίμητη κληρονομιά.

Ladri-di-biciclette

Κλέφτης ποδηλάτων

—του Σπύρου Λυκούδη

69225Ταινία του 1948, σκηνοθετημένη από τον Βιτόριο ντε Σίκα, με νεαρούς ερασιτέχνες ηθοποιούς. Σημάδεψε τη στροφή του κινηματογράφου στο ρεαλισμό, άλλαξε τον τρόπο που οι δημιουργοί φτιάχνουν τις ταινίες και οι θεατές τις βλέπουν. Ο μεγάλος Όρσον Ουέλς είπε τότε χαρακτηριστικά: «ο ντε Σίκα κατόρθωσε το ακατόρθωτο: εξαφάνισε την κάμερα». Ο Κλέφτης ποδηλάτων θεωρήθηκε αριστούργημα, κέρδισε το Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας το ΄48 και σήμερα θεωρείται ταινία σταθμός για το ευρωπαϊκό σινεμά.

Δεν είναι όμως αυτές οι αξίες, ιστορικές και καλλιτεχνικές, για τις οποίες σας προτείνω να ξαναδείτε τον Κλέφτη ποδηλάτων σήμερα. Είναι το αίσθημα που αποπνέει η ταινία, η αισιοδοξία, η μετριοπάθεια του ήθους ακόμη κι όταν όλα είναι αντίξοα, η δύναμη του ανθρώπου που δεν εκχωρεί το δικαίωμα της προσπάθειας ούτε στη μοίρα ούτε στα συναισθήματά του.

Η Ιταλία βγαίνει μόλις από τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο και το φασισμό. Η πόλη γεμάτη ερείπια, η κοινωνία 9019_4κατεστραμμένη, φτώχεια, εξαθλίωση, ήττα, πόνος και αγωνία για το αύριο. Αλλά υπάρχει και η αλληλεγγύη των γειτόνων, το ενδιαφέρον των περαστικών, η συμπόνια μιας ματιάς, η αγάπη του παιδιού, η ενηλικίωσή του μέσα από την κοινή προσπάθεια.

Αν τώρα θέλετε και μια αφήγηση για το πώς φτάσαμε από τον ιταλικό νεορεαλισμό στον ….μπερλουσκονισμό, θα δώσω τη σκυτάλη σ΄ έναν νέο άνθρωπο με καθαρή ματιά, τον ηθοποιό Νίκο Ορφανό, που ξέρει ν΄ αφηγείται καλύτερα από μένα.
Εδώ το άρθρο του.

Ολόκληρη η ταινία με ελληνικούς υπότιτλους:

Κλέφτης ποδηλάτων

—του Βασίλη Ραφαηλίδη—

normal_KLEFTIS_PODILATON_PH_25_copy«Ό, τι συμβαίνει γύρω μας, ακόμα και τα πιο κοινά πράγματα που βλέπει κανείς στο δρόμο του, έχει κάποιο νόημα, έχει μια σημασία κοινωνική, ανθρωπιστική και δραματική, και μπορεί να ανακινήσει μεγάλα προβλήματα που παίρνουν μια θέση δίπλα στα κοντινά ή μακρινά «σοβαρά» γεγονότα».

Αυτό το απόσπασμα από μια μελέτη του Τζαβατίνι/  Cesare Zavattini μπορεί να συνοψίσει θαυμάσια ολόκληρο το νόημα, τον προβληματισμό και την αισθητική του ιταλικού νεορεαλισμού του οποίου, άλλωστε, ο μόνιμος σεναρίστας του Ντε Σίκα/ Vittorio De Sica, υπήρξε ο βασικότερος θεωρητικός και απολογητής. Ο κλέφτης ποδηλάτων έμεινε στην ιστορία του κινηματογράφου σαν το «καθαρότερο» δείγμα αυτής της Σχολής, ένα δείγμα που θα είχε μια κάποια σημασία μόνο για τους ειδικούς και τους μελετητές, αν ο Ντε Σίκα δεν κατόρθωνε να ενσωματώσει οργανικά τις ασήμαντες μικρολεπτομέρειες της καθημερινής ζωής σε μια θεώρηση του κόσμου πολύ πιο πλατειά απ’ την ασημαντότητα του καθημερινού και να εκμαιεύσει απ’ αυτό το μάξιμουμ της σημασίας του, σε σημείο που να αποχτά διαστάσεις συμβόλου.

Το πρόβλημα του Ρίτσι δεν είναι αν θα ξαναβρεθεί ή όχι το κλεμμένο του ποδήλατο. Αυτό αποτελεί ένα απλό πρόσχημα. Ο Ρίτσι ψάχνει να βρει το χαμένο κουράγιο του, μέσα σ’ έναν κόσμο εχθρικό κι αφιλόξενο, μέσα στο μεταπολεμικό χάος, όπου οι πάντες προσπαθούν να επιβιώσουν με κάθε τρόπο, αγνοώντας και τα πιο απλά προσχήματα της κοινά παραδεκτής ηθικής. Προσπαθεί ν’ αποκτήσει συνείδηση της παρουσίας του μέσα σ’ αυτόν τον κυκεώνα, αναζητεί εναγώνια την χαμένη του ελπίδα που πλακώθηκε κάτω απ’ τα ερείπια που συσσώρευσε ο ladridibicicletteπόλεμος. Είναι ένας άνθρωπος που θα ’θελε πολύ να συναντήσει άλλους ανθρώπους, έτοιμους ν’ αρχίσουν μαζί του μια ζωή περισσότερο ανθρώπινη. Είναι η απλή ιστορία ενός ταπεινού που του κλέψανε την αξιοπρέπεια, που τον ρεζίλεψαν στα μάτια των συναδέλφων του, της οικογένειας του του ίδιου του εαυτού του.

Η ταινία αφηγείται το βάσανο ενός μεροκαματιάρη που αποχτά συνείδηση της ανεπάρκειας του σαν μονάδα, μιας ανεπάρκειας που τον βυθίζει ολοένα και περισσότερο στο τέλμα μιας απομόνωσης που σύντομα γίνεται μοναξιά ανυπόφορη. Αγωνίζεται όσο και όπως μπορεί για ν’ αποκαταστήσει τη χαμένη ισορροπία και να ξαναβρεί τη θέση που είχε άλλοτε. Δεν εγκαταλείπεται ποτέ στο μοιραίο και παρόλη την αδεξιότητα και την αδυναμία του, αρπάζεται με τα δόντια απ’ όποια σανίδα σωτηρίας βρεθεί τυχαία στο δρόμο του. Φτάνει ακόμα, μέχρι του σημείου να εξομοιωθεί με τους αντιπάλους του, τους αόρατους «κακούς δαίμονες» που κλέψανε το εργαλείο της δουλειάς του και γίνανε δήμιοι του. Ο άνθρωπος που ψάχνει να βρει το ποδήλατο του γίνεται, έτσι, το σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής, γεμάτης αβεβαιότητα και σύγχυση.

Μια ταινία γυρισμένη το 1948 θα είχε γεράσει ήδη προ πολλού αν το ανεκδοτολογικό και τυχαίο γεγονός δεν αναγόταν στο επίπεδο του συμβόλου, αν το δράμα της καθημερινότητας της αυστηρά προσδιορισμένης από μια ιστορική περίοδο, δεν γινόταν αλληγορία μια αξία αιώνια και παγκόσμια. Αυτό ακριβώς το γεγονός προσδιορίζει και το μέτρο της επιτυχίας του Ντε Σίκα και δικαιολογεί την απόφαση 117 κριτικών απ’ όλο τον κόσμο που σε μια συνεδρίαση, στις Βρυξέλλες, το 1958, κατάταξαν τον Κλέφτη ποδηλάτων δεύτερη στη σειρά των σημαντικότερων ταινιών, που είχαν γυριστεί μέχρι τότε.

* Δημοσιεύτηκε στο πρόγραμμα του κινηματογράφου Studio (1969)

Vittorio-De-Sica

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιώργος Τσακνιάς

* * *

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις του dim/art

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

One thought on “Βιτόριο ντε Σίκα, 1902—1974

  1. Παράθεμα: Βιτόριο ντε Σίκα, 1902—1974 | Μεταρρύθμιση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s