Τα πορφυρά πανιά

Προδημοσίευση από Τα πορφυρά πανιά του Αλεξάντρ Γκριν, που κυκλοφορεί σε λίγες μέρες σε μετάφραση της Ιοκάστης Καμμένου και με επίμετρο της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου από τις εκδόσεις «Κίχλη».

Layout 1

Τοποθετημένη στὴν ἐπινοημένη ἀπὸ τὸν συγγραφέα, φανταστικὴ χώρα ποὺ κάποιοι ὀνόμασαν «Γκρινλάντια», ἡ νουβέλα τοῦ Ἀλεξὰντρ Γκρὶν υἱοθετεῖ τὴν τεχνικὴ τῆς παραβολῆς καὶ τὴν ἀτμόσφαιρα τοῦ παραμυθιοῦ γιὰ νὰ ἀφηγηθεῖ μιὰ μυθικὴ ἱστορία ἀγάπης. Ἡ ἐρωτικὴ ἀφύπνιση τῶν δύο νεαρῶν ἡρώων, τῆς Ἀσσὸλ καὶ τοῦ Γκρέυ, καὶ ἡ πορεία πρὸς τὴν ἐκπλήρωση τοῦ ἔρωτά τους δίνονται μέσα ἀπὸ λαμπρὲς περιγραφὲς τῆς φύσης καὶ ἀρχετυπικοὺς συμβολισμούς. Ὡστόσο, σὲ ἕνα δεύτερο ἐπίπεδο, ὡς βασικὸ θέμα τοῦ κειμένου προβάλλει ἡ ἀντίθεση ἀνάμεσα στὴν πεζή, ἐχθρικὴ πραγματικότητα καὶ τὴν ἀληθινὴ ζωή: τὸν κόσμο τοῦ ὀνείρου καὶ τῆς ἐπιθυμίας.

Γραμμένα σὲ ἰδιαίτερα αἰσθαντικὴ γλώσσα, τὰ Πορφυρὰ πανιὰ (1923) θεωρήθηκαν δεῖγμα ἑνὸς ἰδιότυπου αἰσθητισμοῦ, ὅταν, λίγα χρόνια μετὰ τὴ Ρωσικὴ Ἐπανάσταση, σιγοῦσαν ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλον οἱ Ρῶσοι μοντερνιστές, γιὰ νὰ παραχωρήσουν τὴ θέση τους σὲ ἀμφιβόλου ταλέντου «προλετάριους» συγγραφεῖς. Τὸ κλίμα ὡστόσο ἄλλαξε ἄρδην ἀπὸ τὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ’50, ὁπότε ἐγκαινιάζεται μία περίοδος ἐνθουσιώδους ὑποδοχῆς τοῦ ἔργου τοῦ Γκρίν, ποὺ διαρκεῖ μέχρι σήμερα, καθιστώντας τὰ Πορφυρὰ πανιὰ μιὰν ἀπὸ τὶς πιὸ δημοφιλεῖς νουβέλες τῆς ρωσικῆς λογοτεχνίας.

262919107

Κεφάλαιο Β´

Γκρέυ

[…]

Ἔτσι, ὁ Γκρέυ ζοῦσε σ’ ἕναν δικό του κόσμο. Ἔπαιζε μόνος του, συνήθως στοὺς πίσω κήπους τοῦ πύργου, οἱ ὁποῖοι παλιὰ εἶχαν στρατηγικὴ σημασία. Αὐτὲς οἱ ἀχανεῖς ἔρημες ἐκτάσεις, μὲ τὰ ἀπομεινάρια ἀπὸ τὰ βαθιὰ χαντάκια καὶ τὰ μουχλιασμένα πέτρινα κελάρια, ἦταν γεμάτες μὲ ἀγριόχορτα, τσουκνίδες, ρείκια, τσαπουρνιὲς καὶ ζωηρόχρωμα ἀγριολούλουδα. Ὁ Γκρέυ περνοῦσε ἐδῶ ὧρες ἀτελείωτες, ἐξερευνώντας τὶς τρύπες ποὺ ἄνοιγαν οἱ τυφλοπόντικες, παλεύοντας μὲ τὰ ἀγριόχορτα, παραμονεύοντας τὶς πεταλοῦδες καὶ χτίζοντας μὲ θρύμματα ἀπὸ πλίνθους φρούρια, τὰ ὁποῖα βομβάρδιζε μὲ βέργες καὶ χαλίκια.

Ἦταν ἤδη δώδεκα χρονῶν, ὅταν ὅλα τὰ κινήματα τῆς ψυχῆς του, ὅλα τὰ ξεχωριστὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ πνεύματός του καὶ οἱ ἀποχρώσεις τῶν μυστικῶν του παρορμήσεων ἑνώθηκαν σ’ ἕνα ὁρμητικὸ κύμα καί, ἀποκτώντας ἁρμονία, μετατράπηκαν σὲ μιὰν ἀδάμαστη ἐπιθυμία. Ὣς τότε ἦταν σὰν νὰ ἔβρισκε μόνο διάσπαρτα σὲ πολλοὺς ἄλλους κήπους κομμάτια τοῦ δικοῦ του κήπου – ἕνα ξέφωτο, μιὰ σκιά, ἕνα λουλούδι, ἕναν πλούσιο καὶ μεγαλοπρεπὴ κορμό· καὶ ξαφνικὰ τὰ εἶδε ξεκάθαρα ὅλα, σὲ μιὰν ἐξαίσια καὶ ἐκπληκτικὴ συμφωνία.

Αὐτὸ συνέβη στὴ βιβλιοθήκη. Ἡ ψηλή της πόρτα, μὲ τὸ θαμπὸ γυαλὶ στὸ πάνω μέρος, ἦταν συνήθως κλειδωμένη, ὅμως ὁ σύρτης μόλις ποὺ κρατιόταν ἀπὸ τὴν ἐσοχὴ τοῦ θυρόφυλλου. Πιέζοντας μὲ τὸ χέρι, ἡ πόρτα ὑποχωροῦσε κι ἄνοιγε. Ὅταν, παρακινημένος ἀπὸ τὸ ἐρευνητικό του πνεῦμα, ὁ Γκρέυ μπῆκε στὴ βιβλιοθήκη, ἐντυπωσιάστηκε ἀπὸ τὸ σκονισμένο φῶς, ἡ δύναμη καὶ ἡ ἰδιαιτερότητα τοῦ ὁποίου ὀφείλονταν στὸ χρωματιστὸ σχέδιο ποὺ ὑπῆρχε στὸ ἐπάνω μέρος τοῦ τζαμιοῦ τῶν παραθύρων. Ἐπικρατοῦσε μιὰ ἡσυχία ἐγκατάλειψης ἐδῶ, ποὺ θύμιζε νερὸ λίμνης. Σκοτεινὲς σειρὲς ἀπὸ ράφια βιβλιοθήκης ἔφταναν σὲ μερικὰ σημεῖα μέχρι τὰ παράθυρα, ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀνοίξουν τελείως. Ἀνάμεσα στὶς βιβλιοθῆκες ὑπῆρχαν διάδρομοι μὲ στοῖβες βιβλίων. Ἐδῶ κι ἐκεῖ βρίσκονταν διάσπαρτα ἕνα ἀνοιχτὸ λεύκωμα μὲ σκισμένα τὰ μεσαῖα φύλλα, κύλινδροι δεμένοι μὲ χρυσὰ κορδόνια, σωροὶ ἀπὸ θλιβερὰ στὴν ὄψη βιβλία, παχιὰ στρώματα ἀπὸ χειρόγραφα, ἕνα βουναλάκι ἀπὸ τόμους-μινιατοῦρες πού, ὅταν τοὺς ἄνοιγες, ἔτριζαν σὰν φλοιός, σχέδια καὶ πίνακες, σειρὲς νέων ἐκδόσεων, χάρτες, κάθε εἴδους ἐξώφυλλα, χοντροκομμένα, κομψά, μαῦρα, παρδαλά, μπλέ, γκρίζα, χοντρά, λεπτά, τραχιὰ καὶ λεῖα. Οἱ βιβλιοθῆκες ἦταν παραφορτωμένες μὲ βιβλία. Ἔμοιαζαν μὲ τοίχους ποὺ πίσω ἀπὸ τὸν ὄγκο τους εἶχαν φυλακίσει τὴ ζωή. Στὴν ἀντανάκλαση τοῦ γυαλιοῦ τῆς βιβλιοθήκης διαγράφονταν ἄλλες βιβλιοθῆκες, σκεπασμένες μὲ ἄχρωμες, ἀστραφτερὲς κηλίδες. Πάνω στὸ στρογγυλὸ τραπέζι ἔστεκε μιὰ τεράστια ὑδρόγειος σφαίρα, κλεισμένη στὸν μπακιρένιο σφαιρικὸ σταυρὸ ποὺ σχημάτιζαν ὁ ἰσημερινὸς καὶ ὁ μεσημβρινός.

Γυρνώντας πρὸς τὴν ἔξοδο, ὁ Γκρέυ εἶδε πάνω ἀπὸ τὴν πόρτα ἕναν πελώριο πίνακα, τὸ περιεχόμενο τοῦ ὁποίου πλημμύρισε ἀμέσως τὴν καταθλιπτικὴ σιωπὴ τοῦ δωματίου. Ὁ πίνακας ἀπεικόνιζε ἕνα καράβι σκαρφαλωμένο στὴν κορυφὴ ἑνὸς κύματος. Ἀφροὶ κυλοῦσαν στὰ πλευρά του. Τὸ εἶχαν ζωγραφίσει μία στιγμὴ προτοῦ «πετάξει». Τὸ καράβι ἔπλεε στραμμένο κατευθείαν πρὸς τὸν θεατή. Ὁ πρόβολος, ποὺ εἶχε σηκωθεῖ ψηλά, ἔριχνε τὴ σκιά του στὴ βάση τῶν καταρτιῶν. Ἡ κορυφὴ τοῦ κύματος, ποὺ ἔσκαγε στὴν καρίνα τοῦ πλοίου, θύμιζε φτερὰ γιγάντιου πουλιοῦ. Οἱ ἀφροὶ τινάζονταν στὸν ἄνεμο. Τὰ πανιά, ποὺ ἐλάχιστα διακρίνονταν πίσω ἀπὸ τὴν ἀριστερὴ πλευρὰ τοῦ καταστρώματος καὶ πάνω ἀπὸ τὸν πρόβολο, φουσκωμένα ἀπὸ τὴ λυσσώδη δύναμη τῆς καταιγίδας, ἔγερναν πρὸς τὰ πίσω μ᾽ ὅλο τους τὸν ὄγκο, ἔτσι ὥστε φτάνοντας στὴν κορυφὴ τοῦ κύματος εὐθυγραμμίζονταν κι ἔπειτα, κλίνοντας πρὸς τὴν ἄβυσσο, ἔριχναν τὸ πλοῖο σὲ νέα θηριώδη κύματα. Ράκη ἀπὸ σύννεφα σκιρτοῦσαν χαμηλὰ πάνω ἀπὸ τὸν ὠκεανό. Τὸ θαμπὸ φῶς μάταια πάλευε ἐνάντια στὸ σκοτάδι τῆς νύχτας ποὺ πλησίαζε. Ὅμως τὸ πιὸ ἐντυπωσιακὸ σ’ αὐτὸν τὸν πίνακα ἦταν ἡ μορφὴ ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ στεκόταν ὄρθιος στὸ κατάστρωμα τῆς πλώρης μὲ τὴν πλάτη στὸν θεατή. Ἡ μορφὴ αὐτὴ ἐξέφραζε πλήρως τὴν κατάσταση ἀλλὰ καὶ τὴ στιγμή. Ἡ στάση τοῦ ἀνθρώπου –εἶχε τὰ πόδια ἀνοιχτὰ καὶ τὰ χέρια ψηλὰ τεντωμένα– δὲν ἔδινε κανένα ἰδιαίτερο στοιχεῖο γιὰ τὸ τί ἔκανε, ὅμως μποροῦσε κανεὶς νὰ ὑποθέσει πὼς ἦταν ἀπολύτως προσηλωμένος σὲ κάτι ποὺ ὑπῆρχε στὸ κατάστρωμα ἀλλὰ ἦταν ἀόρατο στὸν θεατή. Τὸ κάτω μέρος τοῦ πανωφοριοῦ του γυρισμένο ἀνάποδα παράδερνε στὸν ἀέρα. Ἡ λευκὴ κοτσίδα καὶ τὸ μαῦρο ξίφος του παρασύρονταν ἀπὸ τὸν ἄνεμο. Ἡ πολυτελὴς ἀμφίεσή του ἔδειχνε πὼς ἦταν ὁ καπετάνιος, ἐνῶ ἡ χορευτικὴ στάση τοῦ κορμιοῦ του παρακολουθοῦσε τὴν ἁπαλὴ καμπύλη τοῦ κύματος. Δὲν φοροῦσε καπέλο. Αὐτὸ ποὺ συνέβαινε τὴν κρίσιμη αὐτὴ στιγμὴ τὸν εἶχε συνεπάρει καὶ κάτι φώναζε – τί ὅμως; Εἶχε ἄραγε δεῖ κάποιον νὰ πέφτει ἀπὸ τὸ κατάστρωμα, διέταζε ἀλλαγὴ πορείας ἢ μήπως, μὲ πνιγμένη ἀπὸ τὸν ἄνεμο φωνή, καλοῦσε τὸν ναύκληρο; Οἱ σκιὲς αὐτῶν τῶν σκέψεων, κι ὄχι οἱ ἴδιες οἱ σκέψεις, φούντωσαν στὴν ψυχὴ τοῦ Γκρέυ, καθὼς κοιτοῦσε τὸν πίνακα. Ξαφνικὰ τοῦ φάνηκε πὼς ἀπὸ τὰ ἀριστερὰ τὸν πλησίασε κάποιος ἄγνωστος, ἀόρατος ἄνθρωπος καὶ στάθηκε πίσω του. Ἀρκεῖ νὰ ἔστρεφε τὸ κεφάλι του κι αὐτὴ ἡ παράξενη αἴσθηση θὰ ἐξαφανιζόταν χωρὶς ν᾽ ἀφήσει ἴχνη. Ὁ Γκρέυ τὸ ἤξερε. Ὡστόσο, δὲν ἀπώθησε τὸ φάντασμα καὶ ἀφουγκράστηκε. Μιὰ φωνὴ χωρὶς ἦχο φώναζε κοφτὲς φράσεις, ἀκατάληπτες σὰν τὴ γλώσσα ποὺ μιλᾶνε οἱ Μαλαῖοι. Ἀκούστηκε ἕνας θόρυβος σὰν ἀπὸ συνεχεῖς κατολισθήσεις. Ἡ ἠχὼ κι ὁ ζοφερὸς ἄνεμος πλημμύρισαν τὸ δωμάτιο τῆς βιβλιοθήκης. Ὅλα αὐτὰ ὁ Γκρέυ τὰ ἄκουγε νοερά. Κοίταξε γύρω του: ἡ ἡσυχία ποὺ ἐπικράτησε ξανὰ διέλυσε τὸ ἠχηρὸ δίχτυ τῆς φαντασίας του· ὁ δεσμὸς μὲ τὴν καταιγίδα κόπηκε.

Ὁ Γκρέυ ἐπέστρεψε πολλὲς φορὲς νὰ δεῖ τὸν πίνακα. Ἔγινε γι’ αὐτὸν ἐκείνη ἡ λέξη, ἡ ἀπαραίτητη γιὰ τὴ συνομιλία τῆς ψυχῆς μὲ τὴ ζωή, χωρὶς τὴν ὁποία εἶναι δύσκολο κανεὶς νὰ καταλάβει τὸν ἑαυτό του. Ἡ πελώρια θάλασσα ἔπαιρνε σιγὰ σιγὰ τὴ θέση της μέσα στὸ μικρὸ ἀγόρι. Ἄρχισε νὰ ἐξοικειώνεται μαζί της σκαλίζοντας τὴ βιβλιοθήκη, ἀναζητώντας καὶ διαβάζοντας λαίμαργα τὰ βιβλία ἐκεῖνα πίσω ἀπὸ τὴ χρυσὴ θύρα τῶν ὁποίων πρόβαλλε ἡ γαλάζια λάμψη τοῦ ὠκεανοῦ. Ἐκεῖ ἦταν ποὺ ἀρμένιζαν τὰ πλοῖα, σπέρνοντας ἀφροὺς πίσω ἀπὸ τὴν πρύμνη. Κάποια ἀπὸ αὐτὰ ἔχαναν τὰ πανιὰ καὶ τὰ κατάρτια τους, ἐνῶ, καταβροχθισμένα ἀπὸ τὰ κύματα, βυθίζονταν στὸ σκοτάδι τῆς ἀβύσσου, ὅπου φωσφόριζαν τὰ μάτια τῶν ψαριῶν. Ἄλλα, γραπωμένα ἀπὸ μεγάλα κύματα, χτυποῦσαν στοὺς ὑφάλους. Ἡ θαλασσοταραχή, καθὼς κόπαζε, κλόνιζε ἀπειλητικὰ τὸ κουφάρι τοῦ ἐρημωμένου πλοίου, πού, μὲ σκισμένα τὰ ξάρτια του, ψυχορραγοῦσε, ἕως ὅτου μιὰ νέα καταιγίδα διαλύσει τὰ μέλη του. Κάποια ἄλλα, πάλι, φόρτωναν αἰσίως σ’ ἕνα λιμάνι γιὰ νὰ ξεφορτώσουν σ’ ἕνα ἄλλο. Γύρω ἀπὸ τὰ τραπέζια μιᾶς ταβέρνας τὸ πλήρωμα τραγουδοῦσε τὴ θαλασσινὴ ζωὴ κι ἔπινε βότκα μὲ νοσταλγικὴ διάθεση. Ὑπῆρχαν καὶ πειρατικὰ καράβια μὲ μαῦρες σημαῖες καὶ ναῦτες ὁπλισμένους μὲ μαχαίρια ποὺ τὰ ἔσειαν ἀπειλητικά· πλοῖα-φαντάσματα ποὺ ἀκτινοβολοῦσαν μὲ θανάσιμες λάμψεις κυανοῦ φωτός· πολεμικὰ πλοῖα μὲ στρατιῶτες, κανόνια καὶ μπάντες· πλοῖα ἐρευνητικῶν ἀποστολῶν ποὺ μελετοῦσαν τὰ ἡφαίστεια, τὴ χλωρίδα καὶ τὴν πανίδα· πλοῖα μὲ σκοτεινὰ μυστικὰ καὶ ἀνταρσίες· πλοῖα ἀνακαλύψεων καὶ πλοῖα περιπέτειας.

Σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἐννοεῖται, ὑψωνόταν πάνω ἀπ’ ὅλα ἡ μορφὴ τοῦ καπετάνιου. Ἦταν ἡ μοίρα, ἡ ψυχὴ κι ὁ νοῦς τοῦ καραβιοῦ. Ὁ χαρακτήρας του καθόριζε τὴ σχόλη καὶ τὴν ἐργασία τοῦ πληρώματος. Ὁ ἴδιος ἐπέλεγε τὸ προσωπικό, τὸ ὁποῖο, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἀνταποκρινόταν στὶς διαθέσεις του. Γνώριζε τὶς συνήθειες καὶ τὴν οἰκογενειακὴ κατάσταση κάθε ἄντρα. Στὰ μάτια τῶν ὑποτακτικῶν του κατεῖχε τὴ μαγικὴ γνώση, χάρη στὴν ὁποία ὁδηγοῦσε μὲ αὐτοπεποίθηση τὸ πλοῖο, ἂς ποῦμε, ἀπὸ τὴ Λισσαβώνα στὴ Σαγκάη μέσα ἀπὸ ἀπέραντες θάλασσες. Ἀντιμαχόταν τὴν καταιγίδα ἀντιτάσσοντάς της ἕνα σύστημα πολύπλευρων προσπαθειῶν, ἀντιμετωπίζοντας τὸν πανικὸ μὲ κοφτὲς διαταγές. Σάλπαρε καὶ ἄραζε ὅπου ἤθελε. Αὐτὸς ἔδινε τὶς διαταγὲς γιὰ τὸν ἀπόπλου καὶ τὸ φόρτωμα, τὶς ἐπισκευὲς καὶ τὴν ἀνάπαυλα. Εἶναι δύσκολο νὰ φανταστεῖ κανεὶς πιὸ ἰσχυρὴ καὶ συνετὴ ἐξουσία σὲ δράση, γεμάτη ἀκατάπαυστη κίνηση. Μιὰ ἐξουσία ἡ ὁποία, μὲς στὴ μοναξιὰ καὶ τὴν πληρότητά της, ἰσοδυναμοῦσε μὲ αὐτὴν τοῦ Ὀρφέα.

Αὐτὴ ἡ ἐντύπωση γιὰ τὸν καπετάνιο, αὐτὴ ἡ εἰκόνα κι αὐτὴ ἡ ἁπτὴ πραγματικότητα τῆς θέσης του κατεῖχαν, μὲ τὸ δικαίωμα ποὺ διεκδικοῦν τὰ γεγονότα τῆς ψυχῆς, κυρίαρχη θέση στὴ λαμπρὴ φαντασία τοῦ Γκρέυ. Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτό, κανένα ἄλλο ἐπάγγελμα δὲν θὰ μποροῦσε νὰ συγχωνεύσει τόσο ἐπιτυχημένα καὶ ὁλοκληρωτικὰ ὅλους τοὺς θησαυροὺς τῆς ζωῆς, διατηρώντας ἀνέγγιχτο καὶ ἀκριβὲς τὸ περίγραμμα κάθε εὐτυχισμένης στιγμῆς: τὸν κίνδυνο, τὸ ρίσκο, τὴν ἐξουσία τῆς φύσης, τὸ φῶς τῆς μακρινῆς χώρας, τὴ θαυμαστή, ἄγνωστη, φλογερὴ ἀγάπη ποὺ ἀνθίζει μέσα ἀπὸ τὰ ἀνταμώματα καὶ τοὺς ἀποχωρισμούς· τὴ συναρπαστικὴ ἀναστάτωση τῶν συναντήσεων, τῶν προσώπων καὶ τῶν γεγονότων· τὴν ἀτελείωτη ποικιλία τῆς ζωῆς, καθὼς ψηλὰ στὸν οὐρανὸ ἐμφανίζεται πότε ὁ Σταυρὸς τοῦ Νότου, πότε ἡ Μεγάλη Ἄρκτος καὶ στὴν ἐρευνητικὴ ματιά σου ὅλες οἱ ἤπειροι, ἐνῶ τὴν ἴδια ὥρα ἡ καμπίνα σου εἶναι γεμάτη μὲ τὴν πατρίδα ποὺ δὲν ἐγκατέλειψες ποτέ, μὲ τὰ βιβλία της, τοὺς χάρτες, τὰ γράμματα καὶ τὰ ἀποξηραμένα λουλούδια, τυλιγμένα μὲ μεταξένιες μποῦκλες μέσα στὸ καστόρινο μενταγιὸν ποὺ κρέμεται στὸ ἀρρενωπό σου στῆθος.

Τὸ φθινόπωρο τοῦ δέκατου πέμπτου ἔτους τῆς ζωῆς του ὁ Ἀρθοῦρος Γκρέυ τὸ ἔσκασε κρυφὰ ἀπὸ τὸ σπίτι του καὶ διάβηκε τὶς χρυσὲς πύλες τῆς θάλασσας. Σύντομα ἡ σκούνα «Ἄνσελμ» σάλπαρε ἀπὸ τὸ λιμάνι τοῦ Ντοῦμπελτ μὲ κατεύθυνση τὴ Μασσαλία, παίρνοντας μαζί της ἕναν μοῦτσο μὲ μικροκαμωμένα χέρια καὶ παρουσιαστικὸ μεταμφιεσμένου κοριτσιοῦ. Αὐτὸς ὁ μοῦτσος ἦταν ὁ Γκρέυ, ποὺ εἶχε στὴν κατοχή του ἕναν κομψὸ σάκο, λεπτὲς σὰν γάντια, βερνικωμένες μπότες καὶ ἀσπρόρουχα ἀπὸ βατίστα, στολισμένα μὲ κεντημένα στέμματα.

* * *

Μιχαήλ Μπιτσκόφ
Μιχαήλ Μπιτσκόφ
Μιχαήλ Μπιτσκόφ
Μιχαήλ Μπιτσκόφ

* * *

Χρονολόγιο Αλεξάντρ Γκριν

871842

1880   Γέννηση τοῦ Ἀλεξὰντρ Στεπάνοβιτς Γκρινέφσκι (Ἀ. Σ. Γκρίν) στὴν πόλη Σλομπόντσκι τοῦ κυβερνείου τῆς Βιάτκα στὶς 11 (23) Αὐγούστου. Πατέρας του ἦταν ὁ Πολωνὸς εὐγενὴς Στεπὰν Γεφσέγεφσκι Γκρινέφσκι, ποὺ ἔλαβε μέρος στὴν ἐθνικοαπελευθερωτικὴ ἐξέγερση τοῦ 1864 καὶ ἐξορίστηκε· μητέρα του ἡ Ρωσίδα Ἄννα Στεπάνοβνα Γκρινέφσκαγια (τὸ γένος Λεπκόβαγια).

1892   Τὸν ἀποβάλλουν ἀπὸ τὸ σχολεῖο γιὰ ἀσέβεια πρὸς τοὺς καθηγητές του, ἐξαιτίας τῶν σατιρικῶν ποιημάτων ποὺ ἔγραψε γιὰ ὁρισμένους ἀπὸ αὐτούς. Ἀπὸ μικρὸς διάβαζε βιβλία ποὺ ἀναφέρονταν στὴ θάλασσα καὶ τὰ ταξίδια. Τὸ ὄνειρό του ἦταν νὰ γίνει ναυτικός.

1895   Πεθαίνει ἡ μητέρα του ἀπὸ φυματίωση. Ὁ πατέρας του παντρεύεται τὴ χήρα Λίντια Μπορέφσκαγια.

1896   Τελειώνει τὸ σχολεῖο στὴ Βιάτκα καὶ ἀναχωρεῖ γιὰ τὴν Ὀδησσό, προκειμένου νὰ φοιτήσει στὴ Ναυτικὴ Ἀκαδημία. Προσλαμβάνεται ὡς μαθητευόμενος ναύτης στὸ ἀτμόπλοιο «Πλάτων», ἀπ’ ὅπου ἀπολύεται σύντομα, καὶ ἀκολούθως στὴ σκούνα «Ἅγιος Νικόλαος».

1897   Ἀρχίζει νὰ ἐργάζεται ὡς ναύτης σὲ ἀτμόπλοιο καὶ κάνει τὸ πρῶτο καὶ τελευταῖο του ταξίδι στὸ ἐξωτερικό – στὴν Ἀλεξάνδρεια. Ἐπιστρέφει μέσω τῆς Ὀδησσοῦ στὴ Βιάτκα, ὅπου ὑπηρετεῖ στὸ δημαρχεῖο τοῦ κυβερνείου, ἐνῶ συγχρόνως κερδίζει χρήματα ὡς ἀντιγραφέας θεατρικῶν κειμένων. Ἑρμηνεύει ἐπίσης διάφορους μικροὺς ρόλους.

1898   Φεύγει ἀπὸ τὴ Βιάτκα γιὰ τὸ Μπακού, ὅπου κατὰ διαστήματα δουλεύει ὡς ψαράς, ὑπηρετεῖ στὸ ἀτμόπλοιο «Ἀτριὸκ» ἢ περιφέρεται ἄνεργος.

1899   Ἐπιστρέφει ἀπὸ τὸ Μπακοὺ στὴ Βιάτκα καὶ ἐργάζεται σὲ σιδηρουργεῖο. Γράφει σατιρικὲς ἱστορίες γιὰ τὴν πόλη.

1900   Ναύτης σὲ ἀτμόπλοιο.

1901   Φεύγει μὲ τὰ πόδια γιὰ τὰ Οὐράλια, ὅπου κάνει διάφορες δουλειές. Ἐπιστρέφει στὴ Βιάτκα. Διαπράττει τὸ ὀλίσθημα νὰ πουλήσει, ὕστερα ἀπὸ παράκληση φίλου του, ἕνα κλεμμένο ρολόι. Προφυλακίζεται μὲ τὴν κατηγορία τῆς κλεπταποδοχῆς.

1902   Ἀθωώνεται. Τὸν καλοῦν στὸ στρατό, ἀλλὰ λιποτακτεῖ. Τὸν συλλαμβάνουν στὸ Καμίσιν. Λιποτακτεῖ καὶ πάλι, μὲ τὴ βοήθεια ἑνὸς μέλους τοῦ κόμματος τῶν Ἐσέρων, καὶ φεύγει γιὰ τὸ Σιμπίρκ. Ἐργάζεται ὡς ξυλοκόπος.

1903   Γίνεται μέλος τοῦ κόμματος τῶν Ἐσέρων. Ἀρνεῖται ὡστόσο νὰ συμμετάσχει σὲ τρομοκρατικὴ ἐνέργεια. Τὸν στέλνουν στὸ Σαράτοφ ὡς διαφωτιστή. Μετακομίζει στὸ Ἐκατερινοσλὰβ καὶ μετὰ στὸ Κίεβο. Στὴ Σεβαστούπολη, ὅπου στὴ συνέχεια πηγαίνει, ἀναλαμβάνει τὴν πολιτικὴ διαφώτιση τῶν ναυτῶν τοῦ στόλου τῆς Μαύρης Θάλασσας. Συλλαμβάνεται γιὰ ἐπαναστατικὴ δράση καὶ κλείνεται στὴ φυλακή.

1905   Καταδικάζεται σὲ δέκα χρόνια ἐξορία στὴ Σιβηρία. Ἀπελευθερώνεται ἐπωφελούμενος ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴ γενικῆς ἀμνηστίας. Ταξιδεύει στὴν Πετρούπολη.

7978341906   Συλλαμβάνεται καὶ φυλακίζεται στὴν Πετρούπολη, λόγω χρήσης πλαστοῦ διαβατηρίου. Γνωρίζει τὴν πρώτη του γυναίκα, τὴ Βέρα Ἀμπράμοβα, ἡ ὁποία, μὲ τὸ πρόσχημα πὼς εἶναι ἀρραβωνιασμένη μαζί του, τὸν ἐπισκέπτεται ὡς πολιτικὸ κρατούμενο. Τὸν στέλνουν ἐξορία στὸ Τομπόλκ, ἀπ’ ὅπου δραπετεύει.

Ὕστερα ἀπὸ σύντομη παραμονὴ στὴ Βιάτκα, πηγαίνει στὴ Μόσχα, ὅπου γράφει τὸ πρῶτο του διήγημα μὲ πολιτικὸ περιεχόμενο, μὲ τὸ ὁποῖο ἀσκεῖ κριτικὴ στὸ στρατό. Ὑπογεγραμμένο μὲ ἄλλο ὄνομα, τὸ διήγημα κατάσχεται στὸ τυπογραφεῖο καὶ καίγεται. Στὸ τέλος τοῦ ἴδιου χρόνου ἀρχίζει νὰ συζεῖ μὲ τὴ Βέρα Ἀμπράμοβα.

1907   Ὑπογράφει γιὰ πρώτη φορὰ μὲ τὸ ψευδώνυμο «Ἀλεξὰντρ Γκρὶν» τὸ διήγημά του «Ἕνα ἐπεισόδιο».

1908   Δημοσιεύει τὴν πρώτη του συλλογὴ διηγημάτων Τ όρατο καπέλο. Διηγήματα γι παναστάτες.

1909   Ἐκδίδει τὴν πρώτη του ρομαντικὴ νουβέλα Τὸ νησὶ Ρενό, μὲ τὴν ὁποία ὁ ἴδιος θεωρεῖ ὅτι ἐγκαινιάζεται ἡ λογοτεχνική του δραστηριότητα.

1910   Συλλαμβάνεται γιὰ χρήση ξένου διαβατηρίου. Παντρεύεται τὴ Βέρα Ἀμπράμοβα καὶ φεύγει μαζί της γιὰ τὸν τόπο τῆς ἐξορίας του, τὴν πόλη Πίνεγκα τοῦ κυβερνείου τοῦ Ἀρχάγγελου.

1912   Μεταφέρεται στὸν Ἀρχάγγελο, ὅπου παραμένει μέχρι νὰ λήξει ἡ ἐξορία του. Ἐπιστρέφει στὴν Πετρούπολη. Δημοσιεύει σειρὰ νέων διηγημάτων καὶ γνωρίζεται μὲ τοὺς λογοτέχνες Ἀ. Κουπρὶν καὶ Μ. Κουζμίν.

1913   Πρώτη συγκεντρωτικὴ ἔκδοση τῶν διηγημάτων του σὲ τρεῖς τόμους. Παίρνει διαζύγιο ἀπὸ τὴν Ἀμπράμοβα. Ζεῖ μποέμικη ζωή.

1914   Γίνεται συνεργάτης τοῦ περιοδικοῦ Νέον Σατυρικόν (ἀρχισυντάκτης τοῦ ὁποίου εἶναι ὁ Ἀ. Ἀβερτσένκο). Νοσηλεύεται σὲ ψυχιατρικὴ κλινική. Πεθαίνει ὁ πατέρας του. Δὲν παρίσταται στὴν κηδεία, λόγω τῆς ἀσθένειάς του.

1915   Ἐκδίδει μιὰ σειρὰ ἀπὸ καινούργια διηγήματα. Στὸ Περιοδικ τν περιοδικν, ὁ κριτικὸς Μ. Λεβίντοφ τὸν ἀποκαλεῖ «ἀλλοδαπὸ τῆς ρωσικῆς λογοτεχνίας».

1916   Λόγω ἀσεβοῦς ἀναφορᾶς στὸν τσάρο, ὁ Γκρὶν ἐξορίζεται ἀπὸ τὴν Πετρούπολη.

1917   Ἐπιστρέφει μὲ τὰ πόδια στὴν Πετρούπολη. Ἐκδίδει σειρὰ διηγημάτων.

grin_alexander_011918   Γνωρίζει τὴ Νίνα Κοροτκόβαγια, μέλλουσα γυναίκα του. Συνεργάζεται μὲ πολλὰ καὶ διάφορα περιοδικά. Γράφει γιὰ τὴν ἐφημερίδα Λόγω Τιμς, ὅπου μάλιστα καλεῖ σὲ συνεργασία τὸν Ἀλεξὰντρ Μπλόκ. Παντρεύεται τὴ Μ. Β. Ντολίτζε, ἀπὸ τὴν ὁποία χωρίζει στὸ τέλος τῆς ἴδιας χρονιᾶς.

1919   Γίνεται μέλος τῆς Ἑταιρείας Λογοτεχνῶν.

1920   Ὑπηρετεῖ στὸν Κόκκινο Στρατό. Μόλις ἐπιστρέφει στὴν Πετρούπολη, ἀρρωσταίνει ἀπὸ τύφο. Γράφει στὸν Γκόρκι, κάνοντας ἔκκληση γιὰ βοήθεια. Μετὰ τὴν ἀνάρρωσή του ἀκολουθεῖ μιὰ μακρὰ περίοδος περιπλάνησης ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι, μέχρις ὅτου ὁ Γκόρκι τοῦ ἐξασφαλίζει στέγη στὸ «Σπίτι τῶν Καλλιτεχνῶν», ὅπου ἀρχίζει νὰ γράφει τὰ Πορφυρὰ πανιά.

1921   Ξανασυναντᾶ τὴ Νίνα Κοροτκόβαγια καὶ τὴν παντρεύεται στὶς 7 Μαρτίου.

Ἐξαιτίας τῶν διαφωνιῶν του μὲ τὴ διεύθυνση τοῦ «Σπιτιοῦ τῶν Καλλιτεχνῶν», ὁ Γκρὶν καὶ ἡ γυναίκα του μετακομίζουν ἀλλοῦ.

1922   Ἐκδίδεται τὸ πρῶτο του βιβλίο μετὰ τὴν ἐπανάσταση, μὲ τὸν τίτλο σπρη φωτιά.

1923   Δημοσιεύεται σὲ συνέχειες σὲ περιοδικὸ τὸ μυθιστόρημά του στραφτερς κόσμος. Ἐκδίδονται τὰ Πορφυρ πανι μὲ ἀφιέρωση στὴ Νίνα Γκρίν, καθὼς καὶ ἡ συλλογὴ διηγημάτων Ἡ καρδι τς ρήμου ἀπὸ τὸν ἐπίσημο, κρατικὸ ἐκδοτικὸ οἶκο, στὴν ὁποία περιλαμβάνεται καὶ ὁ «Κυνηγὸς τῶν ἀρουραίων» (ἑλληνικὴ μετάφραση: Γιῶργος Τσακνιᾶς, Στιγμή, Ἀθήνα 1995).

1924   Ἀρρωσταίνει ἡ Ν. Γκρίν. Ἀποφασίζουν νὰ μετακομίσουν στὴν Κριμαία. Ἐγκαθίστανται στὴ Θεοδοσία. Ἐκδίδεται τὸ μυθιστόρημά του ἀστραφτερὸς κόσμος.

Ἐργάζεται πάνω στὸ μυθιστόρημα χρυσ λυσίδα.

1925   Μέσα στὸ ἔτος ἐκδίδονται σὲ διάφορους ἐκδοτικοὺς οἴκους ἑπτὰ βιβλία του. Ἐργάζεται πάνω στὸ μυθιστόρημά του δρομέας τν κυμάτων. Θετικὴ κριτικὴ τοῦ Γκόρκι γιὰ τὸ βιβλίο του Ο μονομάχοι.

1926   Ἄρνηση τῶν περιοδικῶν νὰ δημοσιεύσουν τὸ μυθιστόρημα δρομέας τν κυμάτων. Ἐκδίδονται πέντε τόμοι διηγημάτων. Γνωριμία μὲ τὸν Σ. Μπουλγκάκοφ.

1927   Συμφωνία μὲ τὸν ἐκδότη Βόλφσον γιὰ ἔκδοση τῶν Ἁπάντων του σὲ δεκαπέντε τόμους. Μὲ τὴν προκαταβολὴ ποὺ παίρνει ταξιδεύει στὴ Γιάλτα, στὸ Λένινγκραντ, στὸ Κισλοβόντσκ.

1928   Ἐκδίδεται τὸ μυθιστόρημα δρομέας τν κυμάτων, καθὼς καὶ μεμονωμένοι τόμοι τῶν πάντων. Ἀρχίζει ἡ δικαστικὴ διαμάχη μὲ τὸν ἐκδότη Βόλφσον. Ἀντιμετωπίζει ὀξὺ πρόβλημα ἀλκοολισμοῦ.

1929   Συνέχιση τῆς δικαστικῆς διαμάχης μὲ τὸν Βόλφσον. Ἀντιμετωπίζει οἰκονομικὰ προβλήματα. Ἔκδοση τοῦ μυθιστορήματος Τζέσυ κα Μοργκιάνα.

1930   Ἔκδοση τοῦ μυθιστορήματος δρόμος γι τ πουθενά. Αἴσια ἔκβαση τῆς δικαστικῆς διαμάχης μὲ τὸν Βόλφσον. Τοῦ καταβάλλονται ἑπτὰ χιλιάδες ρούβλια.

Ἐγκαθίσταται στὴν Παλαιὰ Κριμαία. Ἐργάζεται πάνω στὸ Αὐτοβιογραφικὸ μυθιστόρημα.

1931   Ἐκδηλώνεται ἡ ἀσθένεια ποὺ εὐθύνεται γιὰ τὸ θάνατό του.

Οἱ ἐκδότες τῆς Μόσχας καὶ τῆς Πετρούπολης ἀρνοῦνται νὰ δημοσιεύσουν ἔργα του. Ὁ Γκρὶν καὶ ἡ γυναίκα του ζοῦν σὲ συνθῆκες φτώχειας. Τὸ καλοκαίρι ἐπιχειρεῖ τὸ τελευταῖο ταξίδι στὴ Μόσχα, μὲ σκοπὸ τὴν ἐξεύρεση χρημάτων. Ἡ ἀσθένεια ἐπιδεινώνεται. Ἀλλεπάλληλες ἐπιστολὲς τοῦ Γκρὶν πρὸς τὴν «Ἕνωση Σοβιετικῶν Συγγραφέων» γιὰ βοήθεια.

1932   Αἰφνίδια ἐπιδείνωση τῆς ὑγείας του. Ἡ γυναίκα του λαμβάνει συλλυπητήριο τηλεγράφημα γιὰ τὸ θάνατο τοῦ Γκρὶν ἀπὸ τὴν «Ἕνωση Σοβιετικῶν Συγγραφέων». Μετακομίζουν σ’ ἕνα μικρὸ ἰδιόκτητο σπιτάκι. Ὁριστικὴ διάγνωση τοῦ καρκίνου ἀπὸ συμβούλιο γιατρῶν. Ἐκδίδεται τὸ Αὐτοβιογραφικὸ μυθιστόρημα. Στὶς 8 Ἰουλίου ὁ Ἀλεξὰντρ Γκρὶν πεθαίνει.

9199s

* * *

Τα Πορφυρά πανιά εικονογραφημένα από τη Νατάλια Μιχάλτσουκ

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

* * *

OB-OJ641_2scarl_G_20110618121730

Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι κάτοικοι του Λένινγκραντ —όσοι επιβίωσαν της μακρόχρονης και βάρβαρης πολιορκίας της πόλης— άρχισαν να μαζεύονται στην όχθη του ποταμού Νέβα και να γιορτάζουν τον ερχομό του καλοκαιριού, ιδιαίτερα οι μαθητές, το τέλος της σχολικής χρονιάς. Η γιορτή ξεκίνησε ως φόρος τιμής σε μαθητές και μαθήτριες που έδωσαν τη ζωή τους στον αγώνα κατά των ναζί και επικεντρώνεται, με τρόπο νοσταλγικό και ιδιαίτερα ρομαντικό, στα Πορφυρά πανιά του Αλεξάντρ Γκριν, το αγαπημένο βιβλίο των Ρώσων εφήβων πριν από τον πόλεμο. Η πόλη πλέον ονομάζεται (ξανά) Αγία Πετρούπολη και η γιορτή έχει μετατραπεί σε μια φαντασμαγορική υπερπαραγωγή, εξακολουθεί ωστόσο να βρίσκεται στον πυρήνα της ένα από τα πιο ιδιαίτερα και αγαπημένα βιβλία της —χρυσής για τη ρωσική λογοτεχνία— εποχής του Μεσοπολέμου.

* * *

Ἡ ὑποδοχὴ τοῦ ἔργου τοῦ Γκρὶν

—της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου (από το επίμετρο της έκδοσης)—

Ἡ ἀπορριπτικὴ αὐτὴ ἄποψη γιὰ τὸ πλῆθος –ποὺ διαπιστώνεται στὰ περισσότερα ἔργα τοῦ Γκρίν– δὲν συμβάδιζε, βεβαίως, μὲ τὴν ἐξιδανικευτικὴ εἰκόνα τοῦ λαοῦ ποὺ καλλιεργοῦσε ἡ σοβιετικὴ λογοτεχνία. Εἶναι χαρακτηριστικὸ τὸ λῆμμα γιὰ τὸν Γκρὶν τῆς Μεγάλης Σοβιετικς γκυκλοπαίδειας, τὸ 1952: «Ὑμνώντας ἕναν ὑπεράνθρωπο νιτσεϊκοῦ τύπου, ὁ Γκρὶν ἔχει τὴν τάση νὰ ἀντιπαραβάλλει τοὺς ἥρωές του –τοὺς ἀριστοκράτες τοῦ πνεύματος– μὲ τὸ λαό, ὁ ὁποῖος στὰ ἔργα του ξεχωρίζει ὡς ἕνα σκοτεινό, πληκτικὸ καὶ κακὸ πλῆθος».

Βεβαίως, ἡ ὑποδοχὴ τοῦ Γκρὶν στὴν πατρίδα του δὲν ἦταν συνεχῶς καὶ σταθερὰ ἀπορριπτική. Ἡ εἰκόνα του, τόσο κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του ὅσο καὶ ἀργότερα, γνώρισε πολλὲς καὶ διάφορες διακυμάνσεις, ἀνάλογες, θὰ 1961_alye_parusaμποροῦσε κανεὶς νὰ πεῖ, μὲ τὸ βαθμὸ ἀνεκτικότητας τῆς κάθε ἐποχῆς ἀπέναντι στὴ σαφὴ καὶ δεδηλωμένη ἀπόκλιση ἀπὸ τὸ ἐπίσημο δόγμα τοῦ σοσιαλιστικοῦ ρεαλισμοῦ ἢ καὶ μὲ τὴν προθυμία τῶν ἑκάστοτε κριτικῶν νὰ ἀνακαλύψουν (μᾶλλον αὐθαίρετα) σημεῖα συμφωνίας μὲ τὴ σοσιαλιστικὴ κοσμοθεωρία.

Σὲ μιὰ προσπάθεια νὰ συνοψίσει κανεὶς τὶς πολλαπλὲς ἀντιδράσεις ἀπέναντι στὸ ἔργο τοῦ συγγραφέα,7 δέον νὰ σημειωθοῦν τὰ ἑξῆς: Τὴν ἐποχὴ τῶν πρώτων λογοτεχνικῶν του ἐμφανίσεων καὶ μέχρι τὸ 1925 περίπου, ὁ Γκρὶν γίνεται ἀποδεκτὸς ἀπὸ σημαντικοὺς καὶ μὲ βαρύνουσα γνώμη ὁμοτέχνους του. Πρῶτος καὶ καλύτερος ἀναγνωρίζει τὴν ἀξία του ὁ Μαξὶμ Γκόρκι, ὁ ὁποῖος τὰ πρῶτα ἐκεῖνα χρόνια τὸν βοηθάει νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν ἀναγκαστικὴ ζωὴ τοῦ πλάνητος συγγραφέα-φυγόδικου καὶ ἐκφράζεται θετικὰ γιὰ τὸ ἔργο του. Σύμφωνα μὲ τὶς ἀναμνήσεις τοῦ Βίκτορ Σκλόφσκι, ὁ Γκόρκι εἶχε ἐνθουσιαστεῖ μὲ τὰ Πορφυρ πανιά, ἐνῶ συνήθιζε νὰ διαβάζει στοὺς ἐπισκέπτες του τὸ χωρίο τῆς ὑποδοχῆς τοῦ πλοίου στὴν Καπέρνα. Ὁ Γκόρκι, πρὶν ἀπὸ τὴ δεύτερη ἀναχώρησή του ἀπὸ τὴ Ρωσία γιὰ τὸ Κάπρι τὸ 1921 (ἀπ᾽ ὅπου θὰ ἐπανέλθει τὸ 1929 μὲ προτροπὴ τοῦ Στάλιν), στήριξε ἐπαγγελματικὰ τὸν Γκρὶν παραγγέλνοντάς του διηγήματα γιὰ παιδιὰ καὶ ἐφήβους, μὲ θέμα ταξίδια στὴν Ἀφρικὴ καὶ στὸν Βόρειο Πόλο. Ἀνάμεσα στοὺς διανοούμενους ποὺ τὸν θαύμαζαν καὶ τὸν ἀγαποῦσαν ἦταν ὁ συγγραφέας Ἀ. Κουπρὶν καὶ ὁ κριτικὸς Ἀ. Γκόρνφελτ.

Ὡστόσο, στὶς πρῶτες κριτικὲς παρουσιάσεις τῶν Πορφυρν πανιν διακρίνονται ἤδη μερικὲς ἀπὸ τὶς ἐπικρατέστερες προκαταλήψεις τόσο γιὰ τὴν ἴδια τὴ νουβέλα, ὅσο καὶ γιὰ τὴ θέση τοῦ Γκρὶν στὴ ρωσικὴ λογοτεχνία. Ἔτσι, λίγο καιρὸ μετὰ τὴν ἔκδοση τῆς νουβέλας γίνεται λόγος γιὰ ἕνα «γλυκὸ παραμύθι, βαθὺ καὶ γαλαζοπράσινο σὰν τὴ θάλασσα, κατάλληλο γιὰ ψυχαγωγία»,8 ἐνῶ ἕνας ἄλλος κριτικός, τὴν ἴδια ἐποχή, κάνει λόγο γιὰ τὸν «ἰδιαίτερο ρομαντισμὸ τοῦ Γκρίν».9

Στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1920, στὴ λογοτεχνικὴ σκηνὴ ἐπικρατεῖ ἡ Ρωσικὴ Ἕνωση Προλετάριων Συγγραφέων (RAPP),10 ποὺ μὲ τὸν καιρὸ ἀναλαμβάνει τὸ ρόλο μιᾶς ἰδιότυπης λογοτεχνικῆς Ἱερᾶς Ἐξέτασης, καταδικάζοντας στὸ πῦρ τὸ ἐξώτερον ὅποιον δὲν συντάσσεται πλήρως μὲ τὶς θέσεις της. Ἡ RAPP εἶναι αὐτὴ ποὺ τελικῶς ἐπέρριψε στὸν Γκρὶν τὴν κατηγορία τῆς «ἀστικῆς συνείδησης», τῆς «ἔλλειψης αἰσιοδοξίας» καὶ «τῆς μὴ συμμετοχῆς τῶν ἡρώων του στὴν ταξικὴ πάλη».11 Ἡ κατάσταση ἐπιδεινώθηκε μὲ τὴν πάροδο τῶν χρόνων, μέχρι τοῦ σημείου νὰ φτάσει ὁ Γκρὶν στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1930, λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατό του, τὸ 1932, νὰ δυσκολεύεται νὰ βρεῖ χρήματα γιὰ στέγη, φαγητὸ καὶ φάρμακα. Τὸ 1933, βέβαια, μιὰ ὁμάδα σημαντικῶν Σοβιετικῶν συγγραφέων ζήτησαν μὲ ἐπιστολή τους ἀπὸ τὸν κρατικὸ ἐκδοτικὸ οἶκο «Σοβιετικὴ Λογοτεχνία» νὰ ἐκδοθεῖ μία συλλογὴ διηγημάτων τοῦ Γκρίν. Τὸ αἴτημά τους ἔγινε δεκτὸ καὶ τὸ 1934 κυκλοφόρησε ὁ τόμος Φανταστικς νουβέλες (Fantastičeskie novelly).

Sergey Knyazev
Sergey Knyazev

Οἱ δεκαετίες τοῦ 1930 καὶ 1940, μέχρι τὸ θάνατο τοῦ Στάλιν καὶ τὴν ἀρχὴ τῆς ἐποχῆς τοῦ «λιωσίματος τῶν πάγων», ὑπῆρξαν αὐστηρὰ ἀπορριπτικὲς γιὰ τὸ ἔργο τοῦ Γκρίν.12 Ἡ ἔμπρακτη ἄρνησή του νὰ τοποθετήσει τοὺς ἥρωές του σὲ ἕνα διακριτὸ σύγχρονο περιβάλλον ταξικῆς πάλης, νὰ ἐξάρει τὸν θετικὸ ἥρωα, νὰ ὑμνήσει τὸν σοβιετικὸ λαὸ στάθηκαν οἱ αἰτίες γιὰ τὴν ἀποσιώπησή του. Ὁ ὁριστικός του ἀποκλεισμὸς ἀπὸ τὶς σοβιετικὲς ἐκδόσεις πραγματοποιήθηκε τὸ 1939, χρονολογία κατὰ τὴν ὁποία ἄρχισε ἐπίσημα, μὲ ἐκτοπίσεις καὶ καταδίκες, ὁ διωγμὸς ὅλων ὅσοι παλαιότερα εἶχαν ὑπάρξει μέλη τοῦ προεπαναστατικοῦ κόμματος τῶν Ἐσέρων. Θεωρεῖται πὼς τὸ ἀργότερο τότε ὁ Γκρὶν θὰ κατέληγε σὲ στρατόπεδο συγκέντρωσης τοῦ Στάλιν, ὅπως ἄλλωστε συνέβη καὶ στὴν τρίτη γυναίκα του, τὴ Νίνα Γκρίν (ἀπὸ τὸ 1946 ἕως τὸ 1955).13

Χαρακτηριστικὴ ἦταν ἡ κριτικὴ ποὺ δημοσιεύτηκε τὸ 1941 στὴν πολὺ σημαντικὴ γιὰ τὴ ρωσικὴ λογοτεχνικὴ ζωή, ἤδη ἀπὸ τὸν ΙΘ´ αἰώνα ἀλλὰ μέχρι καὶ σήμερα, Λογοτεχνικ φημερίδα (Literaturnaja Gazeta) μὲ τίτλο «Τὸ καράβι χωρὶς σημαία», ὅπου οὔτε λίγο οὔτε πολὺ γράφτηκε πώς, ἐνῶ στὰ σοβιετικὰ πλοῖα οἱ ναῦτες κρατοῦσαν ὅπλα, τὸ 2940012824769_p0_v1_s260x420καράβι τοῦ Γκρὶν ἔπλεε χωρὶς σημαία καὶ μαζὶ μὲ τὸ «πλήρωμά του τῶν ἀπόκληρων» ἀπομακρυνόταν ὅλο καὶ περισσότερο ἀπὸ τὴν πατρίδα του, ἔχοντας βάλει ρότα πρὸς τὸ «πουθενά»!14 Πάντως, μὲ τὴν πολιορκία τοῦ Λένινγκραντ ἡ καμπάνια κατὰ τοῦ Γκρὶν μοιάζει νὰ διακόπτεται γιὰ λίγο: Τότε ἦταν ποὺ μεταδόθηκε ἀνάγνωση τῶν Πορφυρν πανιν ἀπὸ τὸ ραδιόφωνο, ἐνῶ τὰ μπαλέτα Μπολσόι ἀνέβασαν μιὰ παράσταση βασισμένη στὴν ὑπόθεση τῆς νουβέλας. Τὸ 1944 ἐκδόθηκε μιὰ συλλογὴ διηγημάτων τοῦ Γκρὶν μὲ τὸν τίτλο Πορφυρ πανιά. Στὸν πρόλογό του, ὁ συγγραφέας Κ. Παουστόφσκι μίλησε γιὰ βιβλίο ποὺ «ἀπὸ τὴ φύση του ἐντάσσεται στὴν ἀμυντικὴ-πολεμικὴ λογοτεχνία»!15

Ἡ πλήρης ἀποσιώπηση τοῦ Γκρὶν ποὺ ἀκολούθησε, ἀπὸ τὸ 1946 καὶ γιὰ μία ὁλόκληρη δεκαετία, ἀποδίδεται στὴ γνωστὴ ἀπόφαση τοῦ Ἀ. Ζντάνοφ γιὰ τὰ περιοδικὰ Ζβεζντὰ καὶ Λένινγκραντ, στὴν ὁποία ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ἄ. Ἀχμάτοβα καὶ τὸν Μ. Ζόστσενκο γινόταν λόγος καὶ γιὰ «ἄλλους παρόμοιους» συγγραφεῖς – ἕνας κύκλος ὅπου προφανῶς συμπεριλαμβανόταν, χωρὶς νὰ ἀναφέρεται ρητῶς, καὶ ὁ Γκρίν. Πράγματι, μέχρι τὸ 1956 τὰ βιβλία τοῦ Γκρὶν ἐξαφανίστηκαν ἀπὸ τὰ ράφια τῶν βιβλιοπωλείων καὶ τῶν βιβλιοθηκῶν. Τὸ 1950, προκειμένου νὰ ὑποστηριχτεῖ ἡ ἐκστρατεία κατὰ τοῦ λεγόμενου «κοσμοπολιτισμοῦ» στὴ λογοτεχνία, ὁ Γκρὶν ἀποτέλεσε τὸ καλύτερο παράδειγμα «κοσμοπολίτη» συγγραφέα, «ἀρχιαντιδραστικοῦ», ποὺ «ὄχι μόνο μισεῖ καθετὶ τὸ ρωσικό, ἀλλὰ νιώθει καὶ πραγματικὴ ἀπέχθεια γιὰ τὸ λαό του».16

Ὅσο ἀπόλυτη ἦταν ἡ ἀπόρριψη τοῦ ἔργου τοῦ Γκρὶν τὶς δεκαετίες 1930-1940, τόσο ἐνθουσιώδης ἦταν ἡ λατρεία του ποὺ ἄρχισε μετὰ τὸ «λιώσιμο τῶν πάγων», στὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1950. Τὸ 1960, μὲ ἀφορμὴ τὰ ὀγδόντα χρόνια ἀπὸ τὴ γέννησή του, ὁ ρωσικὸς Τύπος κατακλύστηκε ἀπὸ ἀφιερώματα στὸ ἔργο του, ποὺ βεβαίως ἐμπεριεῖχαν καὶ τὶς σχετικὲς παρανοήσεις, τὸ γνωστὸ «ρετουσάρισμα» τῶν ἰδεῶν τοῦ Γκρίν. Τὸ ἀποκορύφωμα ἦταν τὸ 1965, στὴν ἐπέτειο τῶν ὀγδόντα πέντε χρόνων του, ὅταν ἱδρύθηκε μέχρι καὶ σύλλογος φίλων τοῦ Γκρὶν μὲ τὴν ἐπωνυμία «Σύλλογος τῶν ἁπανταχοῦ ρομαντικῶν τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης». Ἐννοεῖται πὼς ὁ ὅρος «ρομαντικὸς» γινόταν ἀντιληπτὸς μὲ κάθε ἄλλο παρὰ λογοτεχνικὰ κριτήρια, καὶ πάντως μὲ τρόπο ποὺ σίγουρα δὲν θὰ ἐνέκρινε ὁ Γκρίν. Τὴν ἴδια χρονιὰ ἐκδόθηκαν τὰ Ἅπαντα τοῦ Γκρὶν σὲ ἕξι τόμους, καὶ τὰ 500.000 ἀντίτυπα τοῦ τιρὰζ ἐξαντλήθηκαν μέσα σὲ μερικὲς μέρες. Ἡ ἐφημερίδα λήθεια τς Κομσομόλ (Komsomol’skaja Pravda) ἐπὶ χρόνια ὀνόμαζε τὴ νεανική της στήλη «Πορφυρὰ πανιά», ἐνῶ ἀπὸ τὸ 1967 καθιερώθηκε τὴν ἡμέρα τῶν γενεθλίων τοῦ Γκρὶν νὰ σηκώνουν ἕνα κόκκινο πανὶ στὸν τεχνητὸ λοφίσκο ποὺ εἶχαν φτιάξει δίπλα στὸν τάφο του στὴν Παλαιὰ Κριμαία. Δύο χρόνια ἀργότερα, τὸ 1969, ἐκδόθηκε ἡ πρώτη, καὶ γιὰ πολλὲς δεκαετίες ἡ καλύτερη βιογραφία τοῦ συγγραφέα.17 Μὲ τὸν καιρό, οἱ συγκεντρώσεις πολιτῶν τὴ συγκεκριμένη ἡμερομηνία κάθε χρόνο ἦταν τόσο ἀθρόες, ὥστε ἡ Κὰ-Γκὲ-Μπὲ ἀνησύχησε σοβαρὰ καὶ τὸ 1980 διέταξε τὴ μεταφορὰ τοῦ πανιοῦ σὲ ἄλλο σημεῖο τῆς πόλης καὶ τὴν καταστροφὴ τοῦ λοφίσκου.18 Ἐπὶ χρόνια, στὸ Λένινγκραντ ὀργανωνόταν ἕνα φεστιβὰλ μὲ τὴν ὀνομασία «Πορφυρὰ πανιὰ» γιὰ τοὺς ἀποφοίτους τῶν σχολείων, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὁποίου ἕνα καραβάκι μὲ κόκκινα πανιὰ συνόδευε στὸν Νέβα τὸν ἀπόπλου μιᾶς σειρᾶς πλοιαρίων. Ἀκόμη καὶ σήμερα, ἑστιατόρια, κλάμπ, παιδικὲς κατασκηνώσεις, τουριστικὲς ἐπιχειρήσεις ὀνομάζονται «Πορφυρὰ πανιά». Τὸ 2004, μάλιστα, ὁ πολὺ ἐπιτυχημένος ρωσικὸς ἐκδοτικὸς οἶκος Vagrius προκήρυξε διαγωνισμὸ γιὰ τὸν καλύτερο γνώστη τοῦ ἔργου τοῦ Γκρίν.

Nastya Kask
Nastya Kask

Ὅπως ἦταν ἀναμενόμενο, ὅλη αὐτὴ ἡ λατρεία τοῦ Γκρίν, καὶ εἰδικότερα τῶν Πορφυρν πανιν, δὲν μποροῦσε νὰ μὴν ὁδηγήσει σὲ παρανοήσεις. Οἱ κυριότερες ἀπὸ αὐτὲς ἦταν ὅτι ὁ Γκρὶν ὑποστήριζε μὲ τὸ ἔργο του τὴν ἐπανάσταση καὶ ὅτι στὴν πραγματικότητα ἐπρόκειτο γιὰ συγγραφέα παιδικῶν, ἐφηβικῶν τὸ πολύ, ἀναγνωσμάτων.

Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν πρώτη παρανόηση, ποὺ ἐνδεχομένως ἀξιοποιήθηκε ὡς ἰδεολογικὸ ἔρεισμα ἀπὸ τοὺς λάτρεις τοῦ συγγραφέα γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ στηρίξουν τὴ διάδοση τοῦ ἔργου του, εἶναι πλέον γνωστὸ πὼς δὲν ἰσχύει. Ὁ Γκρίν, πράγματι, πολὺ πρὶν ἀπὸ τὴν ἐπανάσταση (τὸ 1903 περίπου) εἶχε ἐνταχθεῖ στὸ κόμμα τῶν Ἐσέρων (δηλαδὴ τῶν σοσιαλιστῶν ἐπαναστατῶν), δραστηριοποιήθηκε μάλιστα γιὰ ἕνα διάστημα καὶ ὡς πολιτικὸς διαφωτιστής. Ἀπομακρύνθηκε ὅμως ἀπὸ τὸ κόμμα σύντομα καὶ ἔκτοτε δὲν ὑποστήριξε ποτὲ τὸ νέο καθεστώς. Ἀπὸ τὴν πολιτικὴ ἐμπειρία του ὡς ἐπαναστάτη μνημόνευε πάντα τὴ συνάντησή του μὲ τὸν σοσιαλεπαναστάτη Ναοὺμ Μπιχόφσκι, ὁ ὁποῖος, παρατηρώντας τὸ ὕφος του σὲ κάποιες προκηρύξεις ποὺ τοῦ εἶχαν ἀναθέσει νὰ συντάξει, τοῦ εἶπε πὼς ἴσως κάποτε νὰ γινόταν πολὺ καλὸς συγγραφέας. Ἡ παρατήρηση αὐτὴ ὤθησε τὸν Γκρίν, λίγο μετά, νὰ γράψει τὸ πρῶτο του διήγημα στὴ φυλακὴ τῆς Σεβαστούπολης, ὅπου παρέμεινε ἔγκλειστος ἐπὶ δύο χρόνια.

Πόσο λίγο πολιτικοποιημένος ἦταν ὁ Γκρὶν καταφαίνεται καὶ ἀπὸ διάφορα ἐπεισόδια τῆς ζωῆς του. Ὅταν τὸ 1927 τοῦ ζήτησαν νὰ γράψει κάτι γιὰ τὴ δέκατη ἐπέτειο τῆς ἐπανάστασης, ἐκεῖνος παρέδωσε μία παράγραφο μὲ τίτλο «Μιὰ ἡμέρα», ὅπου δὲν ὑπῆρχε οὔτε μία νύξη γιὰ τὸ θέμα.19

Ἡ γυναίκα του, ἡ Νίνα Γκρίν, σημειώνει στὶς ἀναμνήσεις της τὸ ἑξῆς ἐπεισόδιο: Ἕνα χρόνο πρὶν πεθάνει καὶ ὄντας ἤδη πολὺ ἄρρωστος, ταξίδεψε ἀπὸ τὴν Κριμαία στὴ Μόσχα γιὰ νὰ ἀναζητήσει ἐκδότες ἀλλὰ καὶ στήριξη. Ὅλοι τὸν συμβούλευαν νὰ ἀπευθυνθεῖ στὸ Κόμμα, ἐπικαλούμενος τὴν προσφορά του στὴν ἐπανάσταση. Ἐκεῖνος ὅμως δὲν δέχτηκε:

Δὲν θέλω νὰ ζῶ μὲ ἐπιδόματα, νὰ χαρακτηριστῶ ἀνάπηρος, καὶ ἀκόμη περισσότερο δὲν θέλω νὰ πάρω πολιτικὴ σύνταξη. Ὅλη τὴν ἐνήλικη ζωή μου ἤμουν συγγραφέας. Αὐτὸ ἦταν τὸ μόνο ποὺ σκεφτόμουν, αὐτὸ ἦταν τὸ μόνο ποὺ μὲ κρατοῦσε στὴ ζωή. Συγγραφέας λοιπὸν θὰ παραμείνω μέχρι τέλους. Ἀπὸ τὴν πολιτικὴ ἀπομακρύνθηκα μιὰ καὶ καλὴ ὅσο ἤμουν ἀκόμη νέος, καὶ δὲν πρόκειται νὰ τραφῶ τώρα ἀπὸ αὐτὸ ποὺ μοῦ εἶναι πλέον τόσο ξένο καὶ ἄχρηστο. Στὰ νιάτα μου ἀφιερώθηκα στὴν πολιτική, τώρα ὅμως δὲν ἔχω ἄλλα πάρε δῶσε μὲ αὐτήν. Ἔχουμε πατσίσει. Τελεία καὶ παύλα.20 

Εἰδικότερα γιὰ τὸ ὅτι τὰ Πορφυρ πανι δὲν ἀποτελοῦν κανενὸς εἴδους ἀλληγορία τῆς ἐπανάστασης ὑπάρχει ἡ μαρτυρία τοῦ ἴδιου τοῦ Γκρίν, ὁ ὁποῖος στὸ ἀρχικὸ σχεδίασμα τῆς νουβέλας λέει τὰ ἑξῆς: «Ὀφείλω νὰ διαβεβαιώσω πώς, παρόλο ποὺ ἀγαπῶ τὸ κόκκινο χρῶμα, ἐξαιρῶ ἀπὸ τὶς χρωματικές μου προτιμήσεις τὴν πολιτική, ἢ μᾶλλον τὴν ἀποκλίνουσα σημασία του».21

[…]

Σημειώσεις

1. A. Grin, «Sočinitel᾽stvo vsegda bylo vnešnej moej professiej…» (Ἡ μυθοπλασία ἦταν πάντα τὸ ἐξωτερικό μου ἐπάγγελμα…)· Fandango, Kristall, Ἁγία Πετρούπολη 2001, σ. 1184, 1186.

2. Γιὰ τὸ πῶς ἐξελίχτηκε ἡ συγγραφὴ τῆς ἱστορίας ἀπὸ τὰ πρῶτα σχεδιάσματα μέχρι τὴν τελικὴ μορφή της, βλ. Julija Car’kova, «Doroga k alym parusam» (Ἡ πορεία πρὸς τὰ Πορφυρὰ πανιά), Pervogo sentjabrja 31/454 (2002), 2-3.

3. «Σύντομα τὰ ἔχασε ὅλα· ὅλα, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ σημαντικότερο: τὴν ξεχωριστὴ ψυχή του ποὺ πετοῦσε ψηλά» (σ. 64)· ἀναφέρεται στὴν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία ὁ Γκρέυ ἔκανε τὰ πρῶτα του ναυτικὰ ταξίδια. Ὅσο γιὰ τὴν Ἀσσόλ, περπατώντας μέσα στὴ φύση, στέλνει σὲ πτήση πάνω ἀπὸ τὰ κύματα τὴν πίστη της, ποὺ «βαθιὰ καὶ ἀκατανίκητη […] ἀγαλλιοῦσε καὶ ξεχείλιζε μέσα της θριαμβευτικά» (σ. 106).

4. Γιὰ τὰ ὀνόματα γενικῶς στὸ ἔργο τοῦ Γκρίν, βλ. N. Luker, «A Note on Names in Alexander Grin», New Zealand Slavonic Journal 1 (1979), 29-33.

5. Μτφρ. Ἀλ. Ἰωαννίδου.

6. Τὸ ἴδιο μοτίβο τῆς ἀσυμφωνίας μεταξὺ τοῦ ἥρωα καὶ τοῦ πλήθους ἀναδεικνύεται σὲ βασικὸ θέμα τοῦ ἡμιτελοῦς μυθιστορήματος τοῦ Γκρὶν Μή μου ἅπτου (Nedotroga, 1931). Γιὰ τὸ θέμα, βλ. A. Gusev, «O Grine, “Alych parysach” i ne tol’ko» (Γιὰ τὸν Γκρίν, τὰ Πορφυρὰ πανι καὶ ὄχι μόνον), στὴν ἱστοσελίδα: http://grinlandia.narod.ru/articles/Gusev_ O_Grine.doc. Ἕνας ἄλλος μελετητὴς τοῦ ἔργου τοῦ Γκρὶν πάλι, ὁ P. Castaing, παρουσιάζει τὴ σύγκρουση τοῦ ἥρωα μὲ τὴν κοινωνία –τὴν ὁποία ἐντοπίζει σὲ πάρα πολλὰ ἔργα τοῦ Γκρίν– ὡς ἀπόρροια τῆς ἀσυμβατότητας τοῦ χαρακτήρα ἑνὸς honnête homme μὲ μιὰ κοινωνία βίαιη, ἄδικη, χυδαία. Πιστεύει δὲ ὅτι ἡ ἀπόρριψη τῆς κοινωνίας ἀπὸ τὸν Γκρὶν εἶναι συγκρίσιμη μὲ αὐτὴν τοῦ J.-J. Rousseau. Γιὰ τὸ θέμα, βλ. P. Castaing, «Le thème du conflit chez Aleksandr Grin», Cahiers du Monde Russe et Soviétique 12/3 (1971), 217-246, ἰδιαίτερα 218 καὶ 221.

7. Ἡ πιὸ ἐμπεριστατωμένη καὶ πλήρης μελέτη γιὰ τὸ θέμα τῆς ὑποδοχῆς τοῦ Γκρίν, ἀπὸ τὴν ἔκδοση τοῦ πρώτου του ἔργου ἕως καὶ σήμερα, εἶναι ἡ ἑξῆς: Natalya Oryshchuk, Official Representation of the Works by Alexander Grin in the USSR. Constructing and Consuming Ideological Myths, διδακτορικὴ διατριβή, University of Canterbury, 2006 (στὰ ρωσικά).

8. Krasnaja Gazeta, 29-3-1923.

9. N. S. Ašukin, «Recenzija na knigu Alye parusa, Povest’. Moskva 1923» (Κριτικὴ γιὰ τὸ βιβλίο Τὰ πορφυρὰ πανιά, μυθιστόρημα, Μόσχα 1923), Rossija 5 (1923), 31.

10. Rossijskaja Associacija Proletarskich Pisatelej.

11. N. Oryshchuk, ὅ.π., σ. 38.

12. «Τὰ ἔργα τοῦ Γκρὶν ἐμπεριέχουν μιὰ κρυμμένη δυσαρέσκεια γιὰ τὴ σοβιετικὴ πραγματικότητα», ἔγραφε ἕνας κριτικὸς τὸ 1935. A. Roskin, «Sud’ba pisatelja-fabulista. Grin, A. “Fantastičeskie novelly”» (Ἡ μοίρα τοῦ συγγραφέα-παραμυθᾶ. Γκρίν, Ἀ. «Φανταστικὲς νουβέλες»), Chudožestvennaja literatura 4 (1935), 4-8.

13. Ἡ Νίνα Γκρὶν δὲν ἀποκαταστάθηκε οὔτε ἐπὶ Χρουστσόφ· τῆς ἀρνήθηκαν μάλιστα τὴν ἄδεια νὰ ὀργανώσει μουσεῖο στὴ μνήμη τοῦ Γκρὶν στὴν Παλαιὰ Κριμαία. Τὸ μουσεῖο ἱδρύθηκε μετὰ τὸ θάνατό της, τὴ δεκαετία τοῦ 1970.

14. V. Kovskij, «Nastojaščaja, vnutrennaja žizn’. Psichologičeskij romantizm Aleksandra Grina» (Μιὰ πραγματικὴ ἐσωτερικὴ ζωή. Ὁ ψυχολογικὸς ρομαντισμὸς τοῦ Ἀλεξὰντρ Γκρίν), στὸ Realisty i romantiki. Iz tvorčestvogo opyta russkoj sovetskoj klassiki: Valerij Brjusov, Vladimir Majakovskij, Aleksej Tolstoj, Aleksandr Grin, Konstantin Paustovskij, Chudožestvennaja literatura, Μόσχα 1990, σ. 323.

15. Πβ. N. Oryshchuk, ὅ.π., σ. 51.

16. A. Tarasenkov, «O nacional’nych tradicijach i buržuaznom kosmopolitizme» (Γιὰ τὶς ἐθνικὲς παραδόσεις καὶ τὸν μπουρζουάδικο κοσμοπολιτισμό), στὸ O Sovetskoj litterature (Γιὰ τὴ σοβιετικὴ λογοτεχνία), Μόσχα 1952, σ. 81-90.

17. V. Kovskij, Romantičeskij mir Aleksandra Grina (Ὁ ρομαντικὸς κόσμος τοῦ Ἀλεξὰντρ Γκρίν), Nauka, Μόσχα 1969.

18. Πρβλ. N. Oryshchuk, ὅ.π., σ. 54-56.

19. A. Verchman, J. Pervova, «Grin i ego otnošenija s ėpochoj» (Ὁ Γκρὶν καὶ οἱ σχέσεις του μὲ τὴν ἐποχή), στὸ Aleksandr Grin. Čelovek i chudožnik, Πρακτικὰ τοῦ 14ου Διεθνοῦς Συνεδρίου, 8-12 Σεπτεμβρίου 1998, Krymskij Archiv, Θεοδοσία, Κριμαία, Simferopol’ 2000, σ. 37.

20. N. N. Grin, Vospominanija ob Aleksandre Grine (Ἀναμνήσεις γιὰ τὸν Ἀλεξὰντρ Γκρίν), Izdatel’skij dom «Koktebel’», Θεοδοσία, Μόσχα 2005, σ. 133.

21. Πρβλ. A. Grin, «Sočinitel’stvo vsegda bylo vnešnej moej professiej…», ὅ.π., σ. 1182.

1071

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Πριν από το βιβλιοπωλείο

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s