Home

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ, στις 13 Ιουλίου 1894, γεννήθηκε στην Οδησσό ο Ισαάκ Μπάμπελ (Исаак Эммануилович Бабель, 1894-1940).

isaac_babel (1)

Ισαάκ Μπάμπελ, ο συγγραφέας της σιωπής

—του Γιώργου Τσακνιά—

«Μικρό παιδί ήμουνα μέγας ψεύτης. Η αιτία ήταν το διάβασμα. Η φαντασία μου ήταν συνεχώς ερεθισμένη. Διάβαζα την ώρα του μαθήματος, στα διαλείμματα, στο δρόμο, καθώς γύριζα στο σπίτι, διάβαζα τη νύχτα κάτω απ’ το τραπέζι, κρυμμένος απ’ το τραπεζομάντιλο που κρεμόταν ως το πάτωμα. Όταν βυθιζόμουν σ’ ένα βιβλίο, ξεχνούσα όλες τις σημαντικές υποθέσεις αυτού του κόσμου, όπως, ας πούμε, να το σκάσω απ’ το σχολείο και να τρέξω στο λιμάνι, ή να μάθω μπιλιάρδο στα καφενεία του ελληνικού δρόμου, ή να πάω να κολυμπήσω στο Λανζερόν. Δεν είχα φίλους. Ποιος θα ’θελε να χάνει τον καιρό του μ’ ένα αγόρι σαν εμένα;»

Isaac_Babel_1908Γεννημένος στην Οδησσό, ο Μπάμπελ διδάχτηκε το Ταλμούδ και μουσική, ενώ από πολύ μικρός αγάπησε τον Flaubert και τον Maupassant. To 1915, η οικογένεια, παρά τον νόμο που απαγόρευε στους Εβραίους να μετακινούνται, εγκαταστάθηκε στην Πετρούπολη. Εκεί, ο Μπάμπελ γνώρισε τον Μαξίμ Γκόρκι, χάρις στον οποίο δημοσίευσε τα πρώτα του διηγήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά. Έλαβε μέρος στην Οκτωβριανή Επανάσταση και στον εμφύλιο, τον οποίο περιέγραψε στο Κόκκινο Ιππικό (αρκετά από τα διηγήματα που περιλαμβάνονται στη συλλογή, πρωτοδημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Λεφ του Μαγιακόφσκι. Χρόνια αργότερα, για το βιβλίο αυτό ο Μπόρχες έγραψε: «η μουσικότητα της τεχνοτροπίας του έρχεται σε πλήρη αντίστιξη με τη σχεδόν αφόρητη ωμότητα ορισμένων σκηνών»). Ακολούθησαν οι Ιστορίες της Οδησσού, οι οποίες αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για το Ηλιοβασίλεμα, ένα θεατρικό έργο το οποίο εξύμνησαν, μεταξύ άλλων, ο Σεργκέι Αϊζενστάιν και ο Μπορίς Παστερνάκ.

Οι μπολσεβίκοι μπαίνουν στην Οδησσό (1920)

Οι μπολσεβίκοι μπαίνουν στην Οδησσό (Οκτώβριος1920)

Η δεκαετία του ’30 βρήκε τον Μπάμπελ διάσημο και αγαπητό στο κοινό (με τον τρόπο που ξέρουν οι Ρώσοι να αγαπούν τους συγγραφείς τους), χωρισμένο από τη γυναίκα του Ευγενία (που, απογοητευμένη από τις απιστίες του αλλά και από το σοβιετικό καθεστώς, πήρε την κόρη τους Ναταλία και μετανάστευσε στο Παρίσι) και πιστό στην επανάσταση αλλά σκεπτικιστή σχετικά με την πορεία που έπαιρναν τα πράγματα. Το 1930 ταξίδεψε στην Ουκρανία και είδε με τα μάτια του την καταστροφή και τον λιμό, αποτέλεσμα της βίαιης κολεκτιβοποίησης. Ήταν η εποχή που ο Στάλιν έσφιγγε τα λουριά στη ρώσικη διανόηση, η συμμόρφωση με τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό επιβαλλόταν ρητώς, κι ο Μπάμπελ αποτραβιόταν όλο και περισσότερο από τα κοινά και την κοινωνική ζωή, κι έγραφε όλο και λιγότερο. proletkult paradeΣτη διάρκεια της «εκστρατείας ενάντια στον φορμαλισμό», ο Μπάμπελ αποκηρύχτηκε δημόσια, λόγω της «χαμηλής του παραγωγικότητας». Οι συγγραφείς, πανικόβλητοι, έπιαναν και ξαναέγραφαν τα έργα τους, προσαρμόζοντάς τα στις επιταγές της Προλετκούλτ. Ο Μπάμπελ, λιγότερο ανασφαλής, διαβεβαίωνε τον Έρενμπουργκ: «σε έξι μήνες θα έχουν ξεχάσει τους φορμαλιστές και θα έχουν βρει κάτι άλλο να ασχοληθούν». Το 1934, στο πρώτο Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων, ο Μπάμπελ δήλωσε ειρωνικά πως ήταν «ο γενάρχης ενός νέου λογοτεχνικού είδους, αυτού της σιωπής». Τον επόμενο χρόνο, έγραψε το θεατρικό «Μαρία», με σαφείς και ευθείες αναφορές στις άδικες διώξεις, τη διαφθορά του καθεστώτος και τη μαύρη αγορά. Ο Μαξίμ Γκόρκι κατέκρινε δημόσια το έργο (που ποτέ δεν ανέβηκε στο θέατρο) και προειδοποίησε κατ’ ιδίαν τον φίλο του ότι θα έμπλεκε. Τον ίδιο χρόνο, ο Μπάμπελ ταξίδεψε για τελευταία φορά στο Παρίσι, για να λάβει μέρος σε λογοτεχνικό συνέδριο και να επισκεφτεί την πρώην γυναίκα και την κόρη του· τότε απέρριψε —επίσης για τελευταία φορά— την ιδέα να μείνει στη Δύση και να μην επιστρέψει στην Ε.Σ.Σ.Δ.

Στη διάρκεια μιας επίσκεψης του Μπάμπελ στο Βερολίνο, ξεκίνησε η μοιραία σχέση τού συγγραφέα με την Ευγενία Φάιγκενμπεργκ, που εργαζόταν ως διερμηνέας στη σοβιετική πρεσβεία. Η σχέση συνεχίστηκε και όταν η Ευγενία παντρεύτηκε τον Νικολάι Γιεζόφ, διευθυντή της NKVD. Όταν η σχέση αποκαλύφθηκε, ο Γιεζόφ έβαλε να παρακολουθούν τον Μπάμπελ. Καταγράφηκαν οι υποψίες του Μπάμπελ για τον περίεργο θάνατο του φίλου και μέντορά του Μαξίμ Γκόρκι, η γνώμη του για τον Τρότσκι («είναι αδύνατο να περιγραφεί η γοητεία που ασκούσε σε όσους τον συναντούσαν»), τον Κάμενεφ («ο μεγαλύτερος γνώστης της γλώσσας και της λογοτεχνίας») και άλλα παρόμοια ενοχοποιητικά στοιχεία.

BabelI2Όσο οι εκκαθαρίσεις (τροτσκιστών, αντεπαναστατών, προδοτών, κατασκόπων, συνωμοτών, σαμποτέρ κ.ο.κ.) προχωρούσαν, ο ενθουσιασμός του Γιεζόφ θορύβησε τον Στάλιν. Υπαρχηγός της NKVD ανέλαβε ο Λαβρέντι Μπέρια, ο οποίος σύντομα εκθρόνισε τον Γιεζόφ. Στις 10 Απριλίου του 1939 ο Γιεζόφ συνελήφθη και, τον Φεβρουάριο του επόμενου χρόνου δικάστηκε (εν κρυπτώ, καθώς αρνήθηκε πεισματικά να ομολογήσει συνωμοσία κατά του Στάλιν), καταδικάστηκε και εκτελέστηκε, αφού πρώτα ο Μπέρια διέταξε τους φρουρούς να τον γυμνώσουν και να τον ξυλοκοπήσουν, όπως ακριβώς είχε κάνει ο Γιεζόφ με τον δικό του προκάτοχο, τον Γιάγκοντα.

Στις 15 Μαΐου του 1939, πράκτορες της NKVD ξύπνησαν την Αντωνίνα Πιρόσκοβα (τη δεύτερη γυναίκα του Μπάμπελ, από το 1932) μέσα στη νύχτα, στο διαμέρισμά τους στη Μόσχα, και την υποχρέωσαν να τους συνοδεύσει μέχρι τη ντάτσα του Μπάμπελ στο Περεντέλκινο. Ο Μπάμπελ συνελήφθη και το προτελευταίο πράγμα που άκουσε από αυτόν η γυναίκα του ήταν η ερώτησή του προς τους πράκτορες: «Δεν κοιμάστε και πολύ, ε;» Το αυτοκίνητο στάθηκε μπροστά στην πύλη της φυλακής, η Αντωνίνα αφέθηκε ελεύθερη. Ο Μπάμπελ την αγκάλιασε και της είπε: «Κάποια μέρα θα ξανασυναντηθούμε».

Αντωνίνα Πιρόσκοβα και Ισαάκ Μπάμπελ

Αντωνίνα Πιρόσκοβα και Ισαάκ Μπάμπελ

Από την επόμενη μέρα, ο Μπάμπελ, ένας από τους πιο διάσημους συγγραφείς στην Ε.Σ.Σ.Δ. και στην Ευρώπη, έπαψε να υπάρχει. Τα έργα του εξαφανίστηκαν από τις βιβλιοθήκες, το όνομά του σβήστηκε από τα αναγνωστικά, τους καταλόγους, τα λεξικά και τις εγκυκλοπαίδειες. Όταν, τον επόμενο χρόνο, προβλήθηκε η τριλογία του Γκόρκι, γυρισμένη από τον Μαρκ Ντονσκόι, το όνομα του Μπάμπελ, που είχε συνεργαστεί στη συγγραφή του σεναρίου, δεν υπήρχε στα credits της ταινίας.

Ανακρινόμενος και βασανιζόμενος, ο Ισαάκ Μπάμπελ ομολόγησε ότι «η απροθυμία του να συγγράψει αποτελούσε συνειδητό σαμποτάζ ενάντια στη Σοβιετική Ένωση». Αυτό όμως δεν ήταν αρκετό. Στη χειρόγραφη ομολογία του, λεκιασμένη από το αίμα του, ο Μπάμπελ παραδέχεται πως υπήρξε μέλος τροτσκιστικής οργάνωσης κι ότι ο Andre Malraux τον είχε στρατολογήσει ως κατάσκοπο της Γαλλίας. Επίσης, έδωσε ονόματα: Σεργκέι Αϊζενστάιν, Ιλγιά Έρενμπουργκ, Σόλομον Μίχοελς.

Η φωτογραφία του Μπάμπελ κατά τη σύλληψη (αρχείο NKVD).

Η φωτογραφία του Μπάμπελ κατά τη σύλληψη (αρχείο NKVD).

Η δίκη έγινε στις 26 Ιανουαρίου 1940 εν κρυπτώ, στα γραφεία του Μπέρια. Ο Μπάμπελ ανακάλεσε την ομολογία του, αρνήθηκε ότι υπήρξε ποτέ κατάσκοπος ή ότι έκανε οτιδήποτε εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης και δήλωσε ότι ενοχοποίησε τον εαυτό του και άλλους βασανιζόμενος. Η όλη διαδικασία κράτησε είκοσι λεπτά και η ετυμηγορία ήταν προαποφασισμένη, καθώς και η ποινή: μέλος τροτσκιστικής ανατρεπτικής οργάνωσης, κατάσκοπος της Γαλλίας και της Αυστρίας, καταδίκη εις θάνατον από εκτελεστικό απόσπασμα, άμεσα εφαρμοστέα. Εκτελέστηκε το επόμενο πρωί και τάφηκε σε ομαδικό τάφο, κοντά στο μοναστήρι Ντονσκόι, πολύ κοντά στον τάφο της Ευγενίας, της ερωμένης του και γυναίκας του Γιεζόφ, η οποία είχε αυτοκτονήσει, ενώ ήταν έγκλειστη σε φρενοκομείο.

Τίποτε δεν ακούστηκε για τον Ισαάκ Μπάμπελ στην Ε.Σ.Σ.Δ., μέχρι τις 23 Δεκεμβρίου 1954, όταν ένα σύντομο σημείωμα, γραμμένο στη γραφομηχανή, έλυσε τη σιωπή: «η απόφαση του στρατοδικείου της 26ης Ιανουαρίου 1940 σχετικώς με τον Μπάμπελ Ισαάκ Εμμανουήλοβιτς ανακαλείται βάσει προσφάτως ανακαλυφθέντων στοιχείων και η κατηγορία εναντίον του παύει να ισχύει ελλείψει ενδείξεων τελέσεως εγκλήματος».

Οδησσός 1935

Ένα ντοκιμαντέρ 23 περίπου λεπτών για την Οδησσό, γυρισμένο το 1935, σε σενάριο του Μπάμπελ και σκηνοθεσία του Jean Lods.

* * *

Ισαάκ Μπάμπελ 1933. Φωτό: Γκεόργκι Πετρούσοφ

Ισαάκ Μπάμπελ 1933. Φωτό: Γκεόργκι Πετρούσοφ

Στο σπίτι της γιαγιάς (απόσπασμα)

—Ισαάκ Μπάμπελ—

Το Σάββατο, ύστερα από έξι ώρες μαθήματα στο γυμνάσιο, γύρναγα σπίτι αργά. Το να περπατώ στους δρόμους δεν μου ‘δινε καθόλου την εντύπωση πως χάνω το χρόνο μου. Το περπάτημα ήταν εξαίσια ευνοϊκό για τις ονειροπολήσεις μου και καθετί που συναντούσα στο δρόμο μού ήταν γνώριμο. Γνώριζα τις ταμπέλες, τις πέτρες των σπιτιών, τις βιτρίνες των μαγαζιών. Τις γνώριζα με τον τρόπο μου, αποκλειστικά για μένα, κι ήμουν απολύτως βέβαιος πως έβλεπα σ’ αυτές ό,τι πιο σημαντικό και πιο μυστικό, ό,τι εμείς οι μεγάλοι αποκαλούμε ουσία των πραγμάτων. Όλα χαράζονταν βαθιά μες στην καρδιά μου. Αν μιλούσαν μπροστά μου για κάποιο μαγαζί, ήταν σαν να ‘βλεπα ξανά την ταμπέλα του, με τα φθαρμένα χρυσά γράμματά της, ένα γδάρισμο στην αριστερή γωνία, τη δεσποινίδα του ταμίου με τα μαλλιά χτενισμένα ψηλά, κι αναθυμόμουν την ατμόσφαιρα γύρω από κείνο το μαγαζί, εκείνο ακριβώς και κανένα άλλο. Με τα μαγαζιά, τους ανθρώπους, τον αέρα, τις αφίσες των θεάτρων, έφτιαχνα μέσα μου την πόλη μου. Ακόμη και σήμερα τη θυμούμαι, την αισθάνομαι, την αγαπώ. Την αισθάνομαι όπως αισθανόμαστε το άρωμα της μητέρας μας, το άρωμα των χαδιών, των λέξεων, των χαμόγελων. Την αγαπώ γιατί εκεί μεγάλωσα, εκεί ήμουν ευτυχισμένος και θλιμμένος και, πάνω απ’ όλα, γιατί εκεί ονειρεύτηκα με πάθος, έτσι όπως δεν ξαναονειρεύτηκα.

Έπαιρνα τον κεντρικό δρόμο πάντα γιατί ήταν ο πιο πολυσύχναστος.

Το Σάββατο για το οποίο θέλω να σας μιλήσω, ήταν μια από τις πρώτες ημέρες της άνοιξης. Αυτή την εποχή, ο αέρας, σ’ εμάς εκεί κάτω, δεν έχει την ηρεμιστική πραότητα, την τόσο γλυκειά στην κεντρική Ρωσία, πάνω από ‘να ποτάμι ή μια μικρή κοιλάδα. Εμείς έχουμε δροσιά λαμπερή κι ανάλαφρη· και μια επίπλαστη θερμότητα που τη διαπερνά μια ψυχρή πνοή. Ήμουν ακόμη ένα νήπιο που δεν καταλάβαινε τίποτε, αλλά ένιωθα την άνοιξη κι ο τσουχτερός αέρας με αναζωογονούσε και μου ‘δινε ωραίο χρώμα.

Η διαδρομή με τα πόδια μου ‘παιρνε πολύ χρόνο. Παρατηρούσα πολλήν ώρα τα διαμάντια στην προθήκη ενός κοσμηματοπωλείου, διάβαζα τις θεατρικές αφίσες από την πρώτη ως την τελευταία γραμμή, και μια φορά μάλιστα σταμάτησα μπροστά στο κατάστημα της Μαντάμ Ροζαλί για να εξετάσω τους κορσέδες, σε χρώμα ροζ ανοιχτό, με τις μακριές ζαρτιέρες. Καθώς ετοιμαζόμουν να ξαναπάρω το δρόμο μου, έπεσα πάνω σ’ ένα μεγαλόσωμο φοιτητή με παχύ μαύρο μουστάκι. Χαμογέλασε και με ρώτησε: «Διδάσκεσθε;» Τα ‘χασα. Τότε με χτύπησε ελαφρά στον ώμο με ύφος σοβαρό, προσθέτοντας σε τόνο προστατευτικό: «Συνεχίστε μ’ αυτό το πνεύμα, αγαπητέ συνάδελφε. Τα συχαρητήριά μου. Καλή τύχη!» Και, μ’ ένα ξέσπασμα γέλιου, έκανε μεταβολή κι έφυγε. Ήμουν καταντροπιασμένος. Γύρισα σπίτι δύσθυμος και δεν καθυστέρησα ποτέ πια μπροστά στις βιτρίνες της Μαντάμ Ροζαλί.

Ισαάκ Μπάμπελ, Στο υπόγειο και άλλες ιστορίες, μετάφραση: Σπύρος Τσακνιάς, εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα 1988.

Οδησσός, Λεωφόρος Νικολάγιεφσκι, αρχές 20ού αιώνα

Οδησσός, Λεωφόρος Νικολάγιεφσκι, αρχές 20ού αιώνα

Διαβάζοντας Ισαάκ Μπάμπελ

Ο Αντρέι Μαλάγιεφ-Μπάμπελ μιλά για τη συγγραφική μέθοδο του παπού του:

* * *

babel and horse

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις από το dim/art

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

3 thoughts on “Ισαάκ Μπάμπελ, 1894-1940

  1. Παράθεμα: Ισαάκ Μπάμπελ, 1894-1940 | Μεταρρύθμιση

  2. Παράθεμα: Ισαάκ Μπάμπελ, 1894-1940 – Μεταρρύθμιση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s