Δε σου κάνω τον άγιο — μέρος 20ό

Ένα συλλογικό νουάρ μυθιστόρημα σε συνέχειες, αποκλειστικά στο dim/art

[Μέρος 20ό: Γιώργος Τσακνιάς]

Περίληψη προηγουμένων:  Ο Τζορτζ Καρύδης, Ελληνο-αμερικανός δεύτερης γενιάς, 48 ετών, μηχανικός, υπάλληλος μιας εταιρίας αμερικανικών συμφερόντων, της Gas Probe SA., βρίσκεται δολοφονημένος κοντά στη Μανωλάδα. Του έχουν αφαιρέσει την καρδιά. Τα τοπικά ΜΜΕ (Ilis FM και εφημερίδα «Πρώτη») αλλά και τα αθηναϊκά (ο ρεπόρτερ Νίκος Παναγόπουλος καταφθάνει αυθημερόν στην περιοχή) μυρίζονται εγκαίρως ότι η υπόθεση έχει ψωμί, έρχονται σε επαφή με τις άκρες τους στην αστυνομία και ανταγωνίζονται για να βγάλουν λαβράκι. Από τα κεντρικά στέλνουν τη δαιμόνια αστυνομικίνα Γωγώ Δασκαλάκη να βοηθήσει τα τοπικά όργανα της τάξεως στην εξιχνίαση του στυγερού εγκλήματος, κάτι που δεν βλέπουν με καλό μάτι οι αστυνομικοί της περιοχής, όπως αποδεικνύεται και κατά τη συνάντηση γνωριμίας της με τον αστυνόμο Λάμπρου. Το βράδυ στο ξενοδοχείο «Μάρε Νόστρουμ», η Γωγώ αδυνατεί να συγκεντρωθεί στην υπόθεση, καθώς από το διπλανό δωμάτιο άγνωστο ζευγάρι επιδίδεται σε αχαλίνωτο, θορυβώδες και χρονοβόρο  σεξ. Καταφεύγει στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, όπου όμως, αντί για την ησυχία της, θα βρει τον Νίκο Παναγόπουλο που της προτείνει ανταλλαγή πληροφοριών για το έγκλημα — και σεξ. Νωρίς το επόμενο πρωί, ο διευθυντής του Ilis FM καλεί στον σπίτι του τον δημοσιογράφο της «Πρώτης» Παύλο Νασόπουλο, τον οποίο θεωρεί υπεύθυνο για ρεπορτάζ της εφημερίδας για το έγκλημα, που αφήνει υπόνοιες για ντόπιο επιχειρηματία. Ο Νασόπουλος αρνείται την πατρότητα του εν λόγω άρθρου. Καθώς φεύγει από του Βελόπουλου, συναντά τον αστυνόμο Λάμπρου, ο οποίον επίσης αφήνει να εννοηθεί πως τον θεωρεί υπεύθυνο για το ρεπορτάζ. Μήπως στην πραγματικότητα όμως η υπογραφή «Π.Ν.» δεν σημαίνει Παύλος Νασόπουλος αλλά Παναγόπουλος Νίκος; Την ίδια ώρα, η Γωγώ παραλαμβάνει ένα μακάβριο πακέτο, την καρδιά του θύματος, και πηγαίνει στην Πάτρα όπου μαθαίνει τα αποτελέσματα της ιατροδικαστικής και της βαλλιστικής εξέτασεις. Λαμβάνει μήνυμα από τη Μαρίνα Δανέζη, που τη βρήκε μέσω Παναγόπουλου, να συναντηθούν: η νεαρή δημοσιογράφος ισχυρίζεται ότι τον Καρύδη τον σκότωσε ένας άνθρωπος της νύχτας, κατ’ εντολήν του Βελόπουλου. Αργότερα, στο ξενοδοχείο, η Γωγώ μαθαίνει από τον Παναγόπουλο της ύπαρξη συνεργάτιδας του Καρύδη, ονόματι Ντάρια Σίγκελ. Από την Ντάρια μαθαίνει τον αριθμό του κινητού του νεκρού: τηλεφωνεί και ζητά τον Τζορτζ Καρύδη. Μια φωνή της απαντά: «Ο ίδιος». Μέχρι να συνέλθει από το σοκ, η Γωγώ χάνει τη μοναδική ευκαιρία να μιλήσει με το ίδιο το θύμα του φόνου που προσπαθεί να εξιχνιάσει. Όσο συμβαίνουν αυτά ο αστυνόμος Λάμπρου κάνει ένα μυστηριώδες τηλεφώνημα και κατόπιν αναχωρεί για τη Σκαφιδιά. Εντωμεταξύ, στο Μάρε Νόστρουμ, την ηρεμία των παραθεριστών και του Παναγόπουλου —καθώς και ενός μυστηριώδους ενοίκου— ταράζει η μακάβρια ανακάλυψη ενός πτώματος πνιγμένου σε φραουλόζουμο: πρόκειται για τον Μάκη, ιδιοκτήτη σκυλάδικου στον Πύργο, τον οποίον η Μαρίνα Δανέζη έχει κατονομάσει ως δολοφόνο του Καρύδη. Ο «Μεγάλος» —ο μυστηριώδης άγνωστος που κινεί τα νήματα;— τηλεφωνεί στον αστυνομικό διευθυντή Λάμπρου και τον ξεχέζει, απειλώντας ταυτόχρονα τον Βελόπουλο και τον Νασόπουλο, ενώ παράλληλα η Ντάρια Σίγκερ, πιστή βοηθός επί χρόνια του Καρύδη, ετοιμάζεται να εγκαταλείψει τη χώρα, όταν ένα αυτοκίνητο φρενάρει έξω από το σπίτι της… Ο Νασόπουλος παρακολουθεί τον Παναγόπουλο να φεύγει από το ξενοδοχείο προς το Κατάκολο και τηλεφωνεί σε κάποιον να δώσει λογαριασμό. Ο Παναγόπουλος φτάνει στη μαρίνα, παίρνει μια βάρκα και κατευθύνεται προς ένα γιοτ, αραγμένο στα ανοιχτά αρόδο όπου και φτάνει την κατάλληλη στιγμή για να περισυλλέξει από το νερό την αναίσθητη —αλλά ζωντανήΝτάρια Σίγκελ που αποκαλύπτει πως οι επίδοξοι δολοφόνοι της ήταν όργανα της τάξης. Όσο συμβαίνουν αυτά, η Γωγώ Δασκαλάκη επισκέπτεται το σκυλάδικο του δολοφονημένου Μάκη, αφού πρώτα στέλνει μήνυμα στον Παναγόπουλο να την συναντήσει εκεί. Λίγη ώρα αργότερα, ξυπνά στο σκοτάδι και συνειδητοποιεί πως κάποιος τη χτύπησε και είναι αιχμάλωτη και χωρίς κινητό. Ο Παναγόπουλος έχοντας λάβει το μήνυμά της κατευθύνεται προς το Μωρό για να την συναντήσει αλλά φτάνοντας εκεί βλέπει τον Λάμπρου, τον Νασόπουλο και έναν άγνωστο άνδρα να μπαίνουν μέσα και συνειδητοποιώντας τον κίνδυνο απομακρύνεται. Η Σίγκελ, η οποία τον συνοδεύει, ταράζεται τόσο στη θέα τους ώστε ο Παναγόπουλος υποπτεύεται ότι γνωρίζει πολύ περισσότερα από εκείνα που του έχει πει και αποφασίζει να την ανακρίνει αφού πρώτα κάνει μια προσπάθεια να μιλήσει με την Δασκαλάκη. Το κινητό της όμως απαντάει ένας άνδρας συμφωνείται μεταξύ τους μια επικίνδυνη ανταλλαγή ομήρων που αναγκάζει τον Παναγόπουλο να επιστρέψει στο Μωρό μαζί με την Ντάρια Σίγκελ. Όσο ο Λάμπρου και ο Νασόπουλος απολαμβάνουν —ο καθένας με τον τρόπο του— το λαϊκό πρόγραμμα του μαγαζιού, η Δασκαλάκη δέχεται την επίσκεψη του απαγωγέα της τον οποίον όμως κατορθώνει να αφοπλίσει…

* * *

«Έκω βγκάλει μπέμπελη», διαμαρτυρήθηκε η Ντάρια, «ντεν τέλω ζακέτο».

«Και πώς θα μπούμε στο Μωρό με τις χειροπέδες, κούκλα μου; Είπαμε, να το παίξουμε κίνκι ζεύγος, αλλά υπάρχουν και όρια…» Το αυτοκίνητο του Παναγόπουλου ήταν σαν τις τσέπες του Ήτα Βήτα: αν ψαχούλευες αρκετά, έβρισκες τα πάντα. Ναι, ακόμα και ζακέτα, μες στο κατακαλόκαιρο. Τη συγκεκριμένη την είχε πλέξει η μάνα του στο χέρι. Προ Χριστού γενέσεως. Και όποτε τον έπαιρνε τηλέφωνο, όπου και να τον πετύχαινε, τον ρωτούσε αν έφαγε τίποτα και αν είναι καλά ντυμένος. Έριξε λοιπόν το ζακετάκι στους ώμους της Ντάρια Σίγκελ, την αγκάλιασε τάχα μου στοργικά και κατευθύνθηκαν προς τον κεντρικό δρόμο και προς την είσοδο του Μωρού.

Το σχέδιο ήταν να μπουν κανονικά, από την είσοδο, και να καθίσουν σε ένα τραπέζι, σαν πελάτες. Κι όποιο νταραβέρι είναι να γίνει, να γίνει εκεί, στα φώτα, μπροστά στον κόσμο. Δεν ήταν απολύτως ασφαλές σχέδιο. Ήταν το μόνο, ωστόσο.

Λίγο πριν την είσοδο κοντοστάθηκε.

«Μην τρέμεις, μωρό μου», είπε στην Ντάρια, που είχε ασπρίσει, έσφιγγε τα χείλη της και κόντευε να βάλει τα κλάματα. «Εδώ που έφτασε η κατάσταση, πρέπει να χορέψουμε. Κοίτα να μην κάνεις καμιά μαλακία εκεί μέσα. Η μόνη σου ελπίδα να βγεις ζωντανή είναι να συνεργαστείς μαζί μου. Αν τα έχω υπολογίσει σωστά, μπορεί και να τη βγάλουμε καθαρή όλοι μας. Κι εσύ κι εγώ και η μπατσίνα…» Την έσφιξε πάνω του και της χαμογέλασε — αν μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει τον μορφασμό αυτόν χαμόγελο. Κι αν δεν τα έχω υπολογίσει σωστά; Ε, τότε, γάμησέ τα.

* * *

«Σου προτείνω να μην κουνηθείς», είπε η Γωγώ, λαχανιασμένη. «Το ότι έχω το σιδερικό σου το ξέρεις. Βέβαια, έτσι όπως είμαι ξάπλα πάνω σου, δεν εγγυώμαι για το σημάδι μου, υπάρχει πάντως μεγάλη πιθανότητα, αν κουνηθείς, να μείνεις χωρίς αρχίδια».

«Γμτμπνγμ», ακούστηκε μουντή η φωνή του Μεγάλου. Με τη μούρη στο πάτωμα, με τη μύτη του να τρέχει αίμα από την ανώμαλη προσγείωση και με ένα πιστόλι να σημαδεύει τα πολύτιμα γεννητικά του όργανα, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να υβρίσει τα θεία — έστω και χωρίς φωνήεντα. Δεν ήταν χρήσιμο, ήταν το μόνο, ωστόσο.

Η Γωγώ προσπάθησε να συγκεντρωθεί και να σκεφτεί τη λύση στον γρίφο: πώς μπορεί να σηκωθεί χωρίς να πάψει να σημαδεύει —έτσι, κουλά, κρατώντας το πιστόλι πίσω από την πλάτη της— τον τύπο, και μετά να λυθεί ή να τον αναγκάσει να τη λύσει χωρίς να της βουτήξει το πιστόλι; Δύσκολο. Ήταν κι αυτή η μουσική (ο θεός να την κάνει) που έφτανε από πάνω θαμπά, όλο μπάσα. Εδώ και ώρα, η αρτίστα έλεγε μόνο μια λέξη — ή, μάλλον, μια συλλαβή: «πω». Ακουγόταν ένα συνεχές «πω πω πω πω πω», με μικρές παύσεις, πάνω από ένα ανελέητο τσιφτετέλι από ντραμς, συνθεσάιζερ της συμφοράς και υστερικό κλαρίνο. Και ενώ όλα τα «πω» ήταν, υποτίθεται, στην ίδια νότα, η αρτίστα κατάφερνε να μην λέει ένα «πω» ίδιο με το προηγούμενο. Η Γωγώ φλέρταρε επικίνδυνα με την ιδέα να  στρέψει το πιστόλι προς τον εαυτό της για να γλιτώσει το μαρτύριο, εκείνη τη στιγμή όμως σταμάτησαν όλοι οι ήχοι —ντραμς, κλαρίνο, συνθεσάιζερ και «πω»— και ακούστηκε ένας ναζιάρικος λυγμός: «θα τρε-λα-θώωωωω», ανάκατος με ζητωκραυγές και πιάτα που σπάγανε. Κι αμέσως μετά, ξανάρχισε ο ορυμαγδός.

«Μην τρελαίνεσαι», είπε ψύχραιμα ο Μεγάλος. «Μπορούμε αν θες να μείνουμε έτσι ξάπλα μέχρι το πρωί — αν και θα προτιμούσα να είμαι ανάσκελα κι εσύ μπρούμυτα… Εντάξει, το ’χεις. Τέτοιο κόλπο δεν μου έχει κάνει κανείς. Είσαι Μαγκάιβερ, σε παραδέχομαι. Πάντως, η κατάσταση τώρα δεν αλλάζει αυτό που ερχόμουν να σου πω».

«Ότι είχες όπλο ή ότι χάρηκες  που με είδες;» ρώτησε η Γωγώ, που ήταν και σινεφίλ.

«Όχι», απάντησε εκείνος. «Να σου προτείνω ένα πακέτο: λύση στο έγκλημα, με δράστες, κίνητρα, αποδείξεις και τα πάντα. Και μέσα στο πακέτο, ένα λαβράκι: έναν πουλημένο τοπικό μπάτσο. Δεν ξέρω αν θα τον συλλάβεις, βέβαια. Ο Λάμπρου λογικά θα “εξαφανιστεί…” Εσύ θα αποκαλύψεις τη δράση και τον ρόλο του. Και θα πάρεις προαγωγή. Θα γίνεις και διάσημη, αν θες. Και μένα θα με αφήσεις στην ησυχία μου και στο μαγαζί μου και στα φραουλοχώραφά μου». Έκανε μια παύση και συνέχισε: «Και βέβαια θα πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε με τον φίλο σου, τον δημοσιογράφο. Κάτι θα πρέπει να του δώσουμε. Μια χαρά θα βολευτεί με την αποκλειστικότητα. Εσύ πάντως θα λύσεις ένα διπλό έγκλημα. Ένα διεφθαρμένο όργανο της τάξεως δολοφονεί έναν ξένο επενδυτή, επειδή φοβήθηκε πως θα τον καρφώσει γιατί του τα είχε πάρει χοντρά και μετά τα σπάσανε. Και στο καπάκι δολοφονεί τον διευθυντή ενός νυχτερινού κέντρου, επειδή έτυχε να τον δει στη σκηνή του εγκλήματος. Ο καημένος ο Μάκης…», μονολόγησε. «Ένας αυτοφωράκιας ήτανε. Τον πείραξαν οι πολλές φράουλες».

Περίμενε για λίγο να χωνέψει τα λόγια του η μπατσίνα. Ρούφηξε τη ματωμένη μύτη του και συνέχισε: «Κι εδώ που τα λέμε, το έγκλημα όντως θα το εξιχνιάσεις. Μέσες-άκρες, κάπως έτσι έγινε, μωρέ. Απλώς, δεν χρειάζεται να ανακατέψεις και μένα, έναν αυτοδημιούργητο επιχειρηματία και ευυπόληπτο μέλος της τοπικής κοινωνίας. Είμαι και επίτροπος στην ενορία μου, ξέρεις», πρόσθεσε, με ειλικρινή περηφάνια.

* * *

«Τι θα πάρει η κυρία;» ρώτησε ο σερβιτόρος.

«Κάτι με καλαμάκι», απάντησε ο Παναγόπουλος. «Οτιδήποτε. Κοκτέιλ. Αναψυκτικό. Κάτι. Αρκεί να πίνεται με καλαμάκι. Κι εγώ ουίσκι. Ό,τι έχεις», πρόσθεσε.

Είχε διαλέξει ένα τραπέζι σχετικά αποτραβηγμένο, προς τα πίσω και κοντά στον τοίχο. Μια θλιβερή σαραντάρα με χρυσαφί φόρεμα, τρία νούμερα μικρότερο από το μέγεθός της, ερμήνευε πολύ γλαφυρά και αισθαντικά τη συλλαβή «πω». Έβρεχε γαρίφαλα και πιάτα, ενώ πάνω στην πίστα και στα τραπέζια στέναζαν τα πιπίνια με τα μίνια.

Ο σερβιτόρος έφερε στο τραπέζι ένα ποτήρι ουίσκι, κάτι ξηρά καρπά, κι ένα ποτήρι με κάτι ομπρελίτσες, ένα απροσδιόριστο κοκκινωπό υγρό και το απαραίτητο καλαμάκι για την Ντάρια. Ο Παναγόπουλος σήκωσε αφηρημένα το ποτήρι και το πλησίασε στο πρόσωπό του: μύριζε σαν το ντίζελ που βάζανε στα τζιπ, στον στρατό.

Σκάναρε τον χώρο και εντόπισε σχετικά εύκολα το τραπέζι που τον ενδιάφερε, αν και ήταν κοντά στην πίστα και κάπως προς τον απέναντι τοίχο. Ο Νασόπουλος, σκασμένος στα γέλια, χαλβάδιαζε ένα ροζ ξέκωλο που σειόταν και λυγιόταν. Δίπλα του, ο Λάμπρου έκλαιγε.

Στο διπλανό τραπέζι, εντόπισε επίσης γνωστές φάτσες: ήταν τρεις μπάτσοι από το τοπικό τμήμα. Οκ, ας τους λάβουμε κι αυτούς υπ’ όψιν, σκέφτηκε. Αν και είναι μάλλον ακίνδυνοι. Καπνίζανε όλοι κι έχασκαν αμίλητοι, χαζεύοντας κι αυτοί τη ροζ πανδαισία. Ο ένας τους, ένας υπαστυνόμος, έχασκε περισσότερο από τους άλλους. Κοίταζε τις μπότες του και φαινόταν σκεφτικός.

Η χρυσαφί σαραντάρα αρτίστα, τέλειωσε επιτέλους τα «πω» και το γύρισε σε μια παλιά χρυσή επιτυχία της Πέπης Τσεσμελή:

Αν θες ν’ ανοίξουν της καρδούλας μου οι πόρτες,
βγάλε όλα τα ρούχα σου κι έλα με τις μπότες.

Ξαφνικά, ένας σπασμός συντάραξε το κορμί του υπαστυνόμου: γύρισε στο πλάι και ξέρασε στο πάτωμα, ανάμεσα στα σκόρπια γαρίφαλα και στα σπασμένα πιάτα, ένα μίλκο, τρία κρουασάν περιπτέρου, δυο σουβλάκια με πίτα, δυο μπύρες και μπόλικο ντίζελ.

Ο Παναγόπουλος απέστρεψε το βλέμμα του αηδιασμένος και κοίταξε στο βάθος του μαγαζιού. Μέσα από σύννεφα καπνού και ανάμεσα στα λικνιζόμενα μίνι, το βλέμμα του συνάντησε το θολό βλέμμα του Λάμπρου· εκείνος φάνηκε να τον αναγνωρίζει. Είπε κάτι του Νασόπουλου και σηκώθηκε. Ξεκίνησε για το τραπέζι τους παραπατώντας. Μόλις ο Λάμπρου έκανε δυο-τρία βήματα, ο Νασόπουλος, χωρίς να τραβήξει το βλέμμα του από τον Παναγόπουλο, έβγαλε το κινητό. Σε μια ξαφνική έμπνευση, ο Παναγόπουλος έβγαλε κι αυτός το κινητό του και πήρε άλλη μια φορά τη Γωγώ, προσπαθώντας ταυτόχρονα να παρακολουθεί προσεκτικά και τον Νασόπουλο, με το κινητό στο χέρι, και τον Λάμπρου, που πλησίαζε αργά αργά.

Το τραγούδι τέλειωσε με μια κορύφωση των ντραμς. Ο Παναγόπουλος τη βρήκε υπερβολικά δυνατή. Σχεδόν σαν πυροβολισμό.

* * *

Η Γωγώ δεν μίλησε. Προσπαθούσε να κάνει ταυτόχρονα τρία πράγματα: να πάψει κάπως να ακούει τα σκυλάδικα από πάνω, να σκεφτεί τι σήμαινε η πρόταση που μόλις της είχε γίνει, και να βρει τρόπο να βγει από εκεί μέσα, έχοντας το πάνω χέρι. Γιατί, αν άφηνε το όπλο, ακόμη και υπό το πρόσχημα ότι συμφωνεί, δεν είχε καμία εγγύηση ότι τα πράγματα θα εξελίσσονταν ομαλά. Εντάξει, δεν σκοτώνει κανείς εύκολα μπάτσο, σκέφτηκε. Εδώ όμως είχαμε ήδη δύο φόνους. Χώρια που ο τύπος από κάτω της είχε μόλις υπαινιχθεί (τι υπαινιχθεί, δηλαδή, το είχε σχεδόν πει ο άνθρωπος) ότι χαλαρά θα μπορούσε να «εξαφανίσει» τον Λάμπρου. Δηλαδή, τρίτος φόνος. Και μάλιστα, μπάτσου. Διαφορετική περίπτωση, βέβαια…

Ήταν στιγμή για χοντρό τζόγο· μόνο που η Γωγώ δεν ήταν και στην πιο τζογαδόρικη φάση της.

Εκείνη τη στιγμή, η Γωγώ ένιωσε κάτι να δονείται: για την ακρίβεια, ένιωσε δύο κάτι. Δύο κινητά άρχισαν να χτυπάνε ταυτόχρονα. Με διαφορετικό ήχο το καθένα. Το ένα ήταν το δικό της. Και τα δύο ήταν από κάτω της. Στις τσέπες του τύπου. Όλα αυτά δεν τα συνειδητοποίησε εκείνη τη στιγμή, μόνο αργότερα. Γιατί εκείνη τη στιγμή της έντασης, η ξαφνική δόνηση και τα διαφορετικά ringtones, σε σχιζοφρενική αντίστιξη με τον μουντό βρόντο από πάνω, έκαναν και τα δύο ξαπλωμένα σώματα να τιναχτούν ενστικτωδώς. Κι ένας εκκωφαντικός κρότος κάλυψε επιτέλους τα σκυλάδικα, καθώς το όπλο που κρατούσε η Γωγώ εκπυρσοκρότησε.

* * *

Ο Παναγόπουλος άπλωσε το χέρι κάτω από το τραπέζι και έσφιξε με σημασία το γόνατο της Ντάρια Σίγκελ, που ρουφούσε το κόκκινο υγρό με το καλαμάκι, σαν να της έλεγε «πρόσεχε, μη μου διαλυθείς τώρα». Ο Λάμπρου έφτασε στο τραπέζι τους, πήρε μια καρέκλα και κάθισε. Κοίταξε την Ντάρια που είχε παγώσει, μετά στράφηκε στον Παναγόπουλο και τον ρώτησε χαμογελώντας:

«Καλά ρε μπαγάσα, πού την ψάρεψες αυτήν;»

* * *

Η Γωγώ ένιωθε σαν να έπλεε σε νερό. Από όσο μπορούσε να καταλάβει, η ίδια δεν είχε πληγωθεί. Δεν τολμούσε να κινηθεί. Είχε μουδιάσει ολόκληρη. Από το σοκ, είδε αστράκια. Ο άλλος, επίσης ακίνητος. Άραγε να την είχε αρπάξει τη σφαίρα; Ξαπλωμένη ανάσκελα, η Γωγώ έβλεπε ανάποδα το άνοιγμα της πόρτας, που λίγο λίγο ξανάρχιζε να παίρνει το σχήμα του. Προσωρινά, όμως· μια μορφή στάθηκε στην πόρτα, κρύβοντας το φως και ρίχνοντας τη σκιά της πάνω στα δύο σώματα στο πάτωμα.

«Good evening, ελπίζω να μην ήρθα σε ακατάλληλη στιγμή», είπε ο Τζορτζ Καρύδης.

* * *

[ Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι  την επόμενη Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου, αποκλειστικά στο dim/art ]

Δε σου κάνω τον άγιο — μυθιστόρημα σε συνέχειες

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.