Το κόκκινο μελάνι

—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα ρήματα

Η δημοκρατία συζητάει με όλους, ακόμη και με τους εχθρούς της. Δεν έχει άλλο δρόμο. Είναι η δύναμη και η αδυναμία της, βασισμένη πάντα στον ευάλωτο πλουραλιστικό χαρακτήρα της και στην ανθεκτική τέχνη της πειθούς. Από αυτή την άποψη, η πρόσφατη συζήτηση για το βιβλίο του τρομοκράτη Δημήτρη Κουφοντίνα με τον κοινότυπο τίτλο Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη τέθηκε εξαρχής σε λάθος βάση. Το θέμα δεν είναι αν έχει το δικαίωμα ο assets_LARGE_t_942_43708180Κουφοντίνας να δημοσιεύει το βιβλίο του σε γνωστό εκδοτικό οίκο αλλά αν οι απόψεις και οι αντιλήψεις που εκφράζονται σε αυτό, επαναλαμβάνουν τις γνωστές, τετριμμένες θέσεις μιας εξτρεμιστικής αριστεράς που έβαψε τα χέρια της με αίμα. Γιατί αν είναι έτσι, τότε το βιβλίο δεν πρέπει να κριθεί από τη σκοπιά της ελευθερίας της γνώμης αλλά από το ηθικοπολιτικό και δικαιοκρατικό πλαίσιο καθώς και από το πολιτικό σώμα που εξασφαλίζει αυτή τη δυνατότητα έκφρασης: από την ίδια, δηλαδή, τη δημοκρατική κοινωνία και τους πολίτες της.

Αναμφισβήτητα, ο Κουφοντίνας ως πολιτικό υποκείμενο έχει προκύψει από το «λογισμικό της μεταπολίτευσης». Ήταν η εποχή που ένα μεγάλο κομμάτι της αριστεράς συμφιλιωνόταν αργά αλλά αποφασιστικά με τους θεσμούς του κοινοβουλευτισμού, εγκαταλείποντας ακόμη και τις παλαιότερες θεωρήσεις για την επανάσταση και τον περίφημο «μαρασμό του κράτους». Και ήταν η εποχή που ένα άλλο περιθωριακό κομμάτι της εξτρεμιστικής αριστεράς συνέχιζε να παίζει το ρόλο του εκδικητή με τα κουμπούρια στο όνομα μιας αδικημένης κοινωνίας, που πάντως ουδέποτε ρωτήθηκε για το αν συμφωνεί να εκπροσωπείται από αυτόκλητους τιμωρούς και μανιακούς δολοφόνους. Κάπως έτσι η εγκληματική βία μπήκε δυναμικά στη ζωή της νεοελληνικής κοινωνίας, ενισχυμένη από το αλλόκοτο μωσαϊκό μιας άκρας αριστεράς που ταύτιζε το νόμο με το «δίκιο του εργάτη».

Η έκρηξη της βίας συνεχίστηκε στις επόμενες δεκαετίες, ίσως και επειδή αποτελούσε το επικίνδυνο συμπλήρωμα ενός ευρύτερου λαϊκιστικού φαντασιακού που συντηρούσε μια μεταλλαγμένη «παράδοση ανταρσίας», αντίστοιχη, σε ένα βαθμό, με τη μανιχαϊστικά δομημένη πολιτική ανάλυση των τρομοκρατών: τους «από πάνω» και τους «από κάτω», τους «φραγκάτους» και τα «φτωχαδάκια» — για να θυμηθούμε τη γραφική ορολογία του Ξηρού. Ο κύκλος αυτός έκλεισε όταν η ελληνική πολιτεία με πρωτοφανή βούληση και συναίνεση εμπιστεύτηκε το θεσμικό δυναμικό της για να αντιμετωπίσει τους εχθρούς της δημοκρατίας. Η 17 Νοέμβρη εξαρθρώθηκε, δικάστηκε και οδηγήθηκε στη φυλακή, λογοδοτώντας για τα εγκλήματά της.

Σήμερα που ο κύκλος του αίματος έχει ανοίξει ξανά με νέους τρομοκρατικούς πυρήνες, οι εχθροί της δημοκρατίας αποκτούν και πάλι λόγο, διεκδικώντας ένα δικαιωτικό αφήγημα για τη δράση τους. Έτσι, παρατηρούμε την πρόσφατη άνοδο ενός νέου κύματος προβολής της αντιπολιτικής βίας, που καλλιεργεί την απατηλή προσδοκία και την εύλογη αγανάκτηση απέναντι στην κοινωνική αδικία. Το γεγονός της έκδοσης του βιβλίου (μαζί με τον άκριτο πρόλογο του επιμελητή) συντείνει σε αυτή την απόπειρα δικαίωσης. Το πρόβλημα δεν είναι, ωστόσο, η πολιτισμική νομιμοποίηση που παρέχει ο εν λόγω εκδοτικός οίκος στο εγχείρημα ∙ το πρόβλημα είναι η ίδια η μυθοποίηση της βίας.

Το βιβλίο επιστρέφει στα ίχνη της τρομοκρατικής οργάνωσης, παρουσιάζοντας την εργαλειακότητα των στόχων της και των επιλογών της. Προφανώς δεν περιμένει κανείς να βρει στοιχεία μεταμέλειας σε έναν άνθρωπο που αρνήθηκε να συνομιλήσει, συγκρουσιακά έστω, με τους αντιπάλους του αλλά επέλεξε να τους σκοτώσει. Αλλά κανείς δεν μπορεί να μένει βουβός απέναντι σε αυτή τη δικαιολόγηση της βίας. «Η βία», γράφει η στοχαστική φιλόσοφος Χάννα Άρεντ, «δεν προάγει σκοπούς, ούτε την ιστορία ούτε την επανάσταση, ούτε την πρόοδο ή την αντίδραση∙ αλλά μπορεί να χρησιμεύσει στη δραματοποίηση αδικιών και στην προσέλκυση της προσοχής του κοινού σ’ αυτές». Από αυτή την άποψη, η βία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο συμβολικός φορέας της μαζικής χειραγώγησης στην ανορθολογική σκέψη και πολιτική.[1] Σε αυτή τη διαδικασία, ήρθε να προστεθεί τώρα ένα βιβλίο που διεκδικεί να γίνει ευπώλητο. Η αντίσταση των αναγνωστών απέναντι σε τέτοια «βιβλία της βιτρίνας» θα είναι ένα υγιές δείγμα των δημοκρατικών συνειδήσεων απέναντι στο κόκκινο μελάνι του αίματος.


[1] Hannah Arendt, Περί βίας, εισαγ. -επιμ. Βάνα Νικολαίδου- Κυριανίδου, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2000, σ. 140.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ανώμαλα ρήματα

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.