Στον τοίχο με μπογιά

—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα

Στον τοίχο μιας πολυκατοικίας στην Πάτρα, στο πλαίσιο του Artwalk 3, και με τη χορηγία της Κινηματογραφικής Λέσχης Πατρών, εικονίζεται σε ένα τεράστιο και εντυπωσιακό mural ο Θανάσης Βέγγος να τρέχει. Στον τοπικό Τύπο, στα ραδιόφωνα αλλά και στις παρέες πολλά γράφτηκαν και ακούστηκαν για το συμβολισμό της εικαστικής δημιουργίας: για τον «άνθρωπο που τρέχει», για το άγχος της αστικής καθημερινότητας, για το «παλιό καλό ελληνικό σινεμά», για το νέο πολιτιστικό project του Artwalk. Λίγοι πρόσεξαν, ωστόσο, την ίδια την επιλογή των καλλιτεχνών. Πρόκειται για μια αναπαραγωγή της γνωστής αφίσας από την ταινία «Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση;» ενώ η ομάδα των καλλιτεχνών «Political Stencil» που το έφτιαξε, επιμένει ότι η δημιουργία και ειδικότερα η τεχνική της «εμπεριέχει άμεσα ή έμμεσα πολιτικό μήνυμα και σχολιασμό».[1] Στη σύγχρονη συλλογική μνήμη και στη δημόσια ιστορία του παρόντος είναι πιθανώς δύσκολο να αναγνωριστούν τα πολιτικά ίχνη της ταινίας (άρα και του stencil), αλλά μια αναδρομή στο παρελθόν μπορεί να φωτίσει την εικαστική παρέμβαση, ακόμη και ερήμην των δημιουργών της.[2]

Η ταινία, άλλωστε,  προβλήθηκε για πρώτη φορά το 1971, την περίοδο που η Χούντα προσπαθούσε να παίξει το στοίχημα της «φιλελευθεροποίησης» του καθεστώτος, χαλαρώνοντας, κατ’ επίφαση έστω, το μηχανισμό της λογοκρισίας. Όπως σημειώνει σε σχετική μελέτη του για την ταινία, ο Παρασκευάς Μουρατίδης, η πολιτική λειτουργία αυτής της κατά βάση σατιρικής ταινίας του εμπορικού κινηματογράφου ενεργοποίησε μαζικά τα αντανακλαστικά της λαϊκής μνήμης του αντιφασιστικού αγώνα (Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος), ενώ παράλληλα ασκούσε έμμεση κριτική στον καθεστωτικό λόγο του «φιλήσυχου» ατομισμού και της «συγκαταβατικής» καταπίεσης.[3] «Στις κινηματογραφικές αίθουσες» γράφει ο μελετητής, «η επιτυχία του Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση; υπήρξε ανάλογη με εκείνη του Φεστιβάλ. Ήταν η μεγάλη εμπορική επιτυχία της σεζόν (640.471 εισιτήρια σε α΄ προβολή σε Αθήνα – Πειραιά – Προάστια), σε περίοδο κατά την οποία είχε ήδη αρχίσει να εκδηλώνεται η κρίση του εμπορικού κινηματογράφου. Ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Ντ. Κατσουρίδης την αντιμετώπισε ως το σημείο τομής του Παλιού με τον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο, όπου θα μπορούσαν να συναντηθούν γνήσια λαϊκές ταινίες με τη λαϊκή (εμπορική) απήχηση». Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως ο Βέγγος, εκτός από δημοφιλής ηθοποιός ήταν παλιός «Μακρονησιώτης» και ο Ντίνος Κατσουρίδης είχε ήδη εισέλθει διακριτικά αλλά δυναμικά στο χώρο του πολιτικού σινεμά.

«Αμέσως μετά παίρνω τη μεγάλη απόφαση και προχωρώ σε μια πράξη… πολιτική. Στρωνόμαστε κάτω με τον Γιαλαμά κι ετοιμάζουμε το σενάριο του “Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση;”. Χρήμα δεν υπήρχε, κι οι τότε διανομείς πίστευαν ότι η ταινία είτε θα απαγορευόταν από τη λογοκρισία είτε δε θα “δούλευε”. Εγώ δεν έλεγα να κάνω πίσω. Προχώρησα με χίλια ζόρια, βάφτισα την ταινία “αντιπολεμική σάτιρα” (δε γινόταν να την πω αντιφασιστική-αντιδικτατορική)», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Κατσουρίδης, πληροφορώντας μας για τους πολύπλοκους δρόμους της αντίστασης απέναντι στο καθεστώς. Και συνεχίζει:  «Τέλη Σεπτεμβρίου (1971), ανεβήκαμε στη Θεσσαλονίκη. Έγινε χαλασμός… Άσε πια στις αίθουσες… Όλοι τρίβαμε τα μάτια μας. Αυτό δεν ήταν ταινία – ήταν διαδήλωση! Οι κύριοι του Υπουργείου Τύπου ενοχλήθηκαν αγρίως (σίγουρα κάποιος θα τους έκανε «νταντά»), αλλά ήταν πολύ αργά για ν’ αντιδράσουν. Απλώς, διέδιδαν ψιθυριστά ότι η τεράστια επιτυχία της ταινίας οφειλόταν στον… παράνομο μηχανισμό του ΚΚΕ (οι άνθρωποι ήταν και ηλίθιοι: 3 εκατομμύρια Έλληνες είδαν την ταινία μέσα σε έναν χρόνο)».[4]

Κάθε χρόνο τέτοια εποχή, η σκληρή μνήμη της Χούντας και η φωτεινή εγκαθίδρυση της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας μας γιορτάζεται, μέσα από καθιερωμένες επετειακές εκδηλώσεις. Στο επίπεδο της ιστορικής έρευνας, ωστόσο, η μελέτη της περιόδου περιορίζεται συνήθως στην προβεβλημένη αντιστασιακή δράση της φοιτητικής νεολαίας, του πολιτικού κόσμου και της διανόησης. Λείπουν ακόμη πολλά στοιχεία από τη «μακρά δεκαετία του 60», που θα συμπληρώσουν τις ψηφίδες για να κατανοήσουμε το σύνθετο τοπίο της πολιτισμικής αντίστασης, της συμβολικής αποδοκιμασίας του καθεστώτος, της έμμεσης υπονόμευσης της λογοκρισίας. Με άλλα λόγια, μένει ακόμα να εξετάσουμε όλες εκείνες τις μικρές ή τις μεγάλες ρωγμές στο «γύψο»∙ ρωγμές που συχνά περνάνε και μέσα από τη «δημοφιλή κουλτούρα» — αίφνης, μέσα από τον κινηματογραφικό Βέγγο που τρέχει για να γλυτώσει «ενώ τον σημαδεύει με όπλο ένας στρατιώτης που βρίσκεται σε φυλάκιο».[5] Μερικές φορές, τα ερωτήματα και η αφετηρία αυτής της έρευνας μπορεί να μην κρύβονται στα σκονισμένα κουτιά ενός αρχείου αλλά στη διπλανή πολυκατοικία και σε ένα τοίχο βαμμένο με μπογιά.

ti ekanes

[1] http://www.thetoc.gr/new-life/creatives/article/thanasis-beggos-o-kosmagapitos-se-ena-terastio-mural-sti-patra

[2] https://www.politicalstencil.com/

[3] https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/mnimon/article/viewFile/7717/7422.pdf

[4] https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/mnimon/article/viewFile/7717/7422.pdf

[5] http://www.tainiothiki.gr/v2/poster/view/89/

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ανώμαλα ρήματα

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 

Advertisements

Με φόντο τη λίμνη

—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα

«Zoran, do you know the region of Prespes?» Το καινούργιο προπαγανδιστικό βιντεάκι από το μέγαρο Μαξίμου για την «ιστορική συμφωνία των Πρεσπών»[1] είναι μια μείξη  βαλκανικού μελό και πολιτικής προσωπολατρίας, με επίκεντρο τους πρωθυπουργούς της Ελλάδας και της ΠΓΔΜ. Στο βίντεο, ο Έλληνας πρωθυπουργός κάνει λόγο για την ιστορία που θα τους δικαιώσει ενώ ο πρωθυπουργός της ΠΓΔΜ απαντά: «είναι ιστορία, είμαι πολύ χαρούμενος, φίλε μου». Έως εδώ, κανένα πρόβλημα. Καθένας έχει το δικαίωμα να φαντάζεται ότι «γράφει ιστορία», ακόμα και όταν η επίσημη πρεμιέρα της «συμφωνίας» στο ΝΑΤΟ εξελίσσεται σε φάρσα από την πλευρά της Ελλάδας. Το σχετικό στιγμιότυπο άλλωστε ήταν αρκετά χαρακτηριστικό: ο Έλληνας πρωθυπουργός, στο όνομα της ειρήνης και της ασφάλειας, πανηγύριζε για την πρόσκλησή της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, ενώ, από την ίδια την έδρα του ΝΑΤΟ, ο Υπουργός Άμυνας κ. Καμμένος διαβεβαίωνε τους δημοσιογράφους ότι η ΠΓΔΜ δεν θα ενταχθεί ποτέ στο ΝΑΤΟ, γιατί δεν θα ισχύσει ποτέ η «συμφωνία των Πρεσπών». Δεν πρόκειται απλώς για αποκλίνουσες απόψεις στο πλαίσιο ενός δικομματικού κυβερνητικού συνασπισμού ∙ πρόκειται για τον εξευτελισμό της εξωτερικής πολιτικής μιας χώρας, που μεταφέρει στους διεθνείς θεσμούς την πολιτική σχιζοφρένεια μιας παράταιρης (και αλληλο-εκβιαζόμενης) συγκυβέρνησης.

Ενταγμένη στον διακριτό αλλά συμπληρωματικό εκλογικό τακτικισμό του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ,  η «συμφωνία των Πρεσπών», την ίδια ώρα που στη διεθνή σκηνή διαμορφώνει νομικά τετελεσμένα και μη αναστρέψιμες πλέον υπογραφές, συνεχίζει να αναμοχλεύει το εσωτερικό πολιτικό (βλ. μικροκομματικό) σκηνικό. Ως πρώτη μάλιστα «παράλληλη απώλεια» αρχίσει να διαμορφώνεται ένας καινούργιος διχαστικός λόγος ανάμεσα σε «εθνοσωτήρες» και «εθνοπροδότες», ο οποίος, απ’ ότι φαίνεται, θα κυριαρχήσει στο καινούργιο «μνημόνιο της ταυτότητας»,[2] ενόψει των επόμενων εκλογών. Ο λόγος αυτός, ευκαιριακά «εκσυγχρονιστικός» από την πλευρά της ριζοσπαστικής αριστεράς και εργαλειακά «εθνοπρεπής» από την πλευρά της νέο-δεξιάς, όχι μόνο θα δημιουργήσει μια νέα πόλωση αλλά, απ’ ό,τι φαίνεται, θα μετατοπίσει το πεδίο του εθνολαϊκισμού σε μια νέα εκδοχή νατιβισμού, που θα αναζητάει την πολιτική της έκφραση. Ο συνδυασμός εθνικισμού, τοπικισμού, συνωμοσιολογίας και ξενοφοβίας, καθώς και η επίκληση «του κράτους των αυτοχθόνων» έναντι των φαντασιακών εχθρών της πατρίδας δημιουργεί ήδη ένα επικίνδυνο κοκτέιλ, που μοιάζει να αρέσει στη λαϊκή ριζοσπαστική δεξιά. Αν αυτό το κοκτέιλ μάλιστα σερβιριστεί επίσημα από τη ΝΔ, τότε η επόμενη κυβέρνηση δεν θα έχει απλώς να αντιμετωπίσει κάποιες εννοιολογικές αντιφάσεις ως προς το φιλελευθερισμό της αλλά ένα ανεξέλεγκτο πολιτικό υποκείμενο, που θα υπονομεύει το δημοκρατικό συνταγματικό πατριωτισμό. Αν, δηλαδή, είναι εύκολο οι Πρέσπες να γίνουν το Καστελόριζο του ΣΥΡΙΖΑ, εξίσου εύκολο είναι οι «μακεδονομάχοι» να γίνουν οι νέοι «αγανακτισμένοι» της ΝΔ. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, μπορεί να αποδειχτεί καταλυτικός ο ρόλος της κεντροαριστεράς, που δεν ψαρεύει ψηφοφόρους στα θολά νερά των συλλαλητηρίων και επιδιώκει σταθερά την εξεύρεση λύσης με τη γείτονα χώρα.

Όπως σωστά έχει υποστηρίξει ο Ευ. Βενιζέλος, το πρόβλημα με τη συμφωνία δεν είναι η όντως θετική αξιοποίηση της συγκυρίας αλλά «ότι δεν υπάρχει η ορθή και λειτουργική λύση για την ιθαγένεια και για τη γλώσσα, και δεν υπάρχει σωστός συγχρονισμός σε σχέση με την ένταξη στο ΝΑΤΟ».[3] Το πρώτο σκέλος του προβλήματος το χρεώνεται αποκλειστικά η κυβέρνηση, που δεν κατάφερε να εξασφαλίσει το erga omnes αυτονόητο: «ότι η γλώσσα αυτή είναι σλαβομακεδονική όπως τη λέγαμε πάντα, ή μακεδονοσλαβική όπως την έλεγαν οι παλιές απογραφές πριν τον B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ότι η ιθαγένεια είναι βορειομακεδονική, όπως είναι και το λογικό»,[4] σύμφωνα με την ονοματολογία. Το δεύτερο σκέλος του προβλήματος θα κληθούν να το αντιμετωπίσουν πλέον όλες οι πολιτικές δυνάμεις, καθώς η «συμφωνία των Πρεσπών» κρύβει στο εσωτερικό της μια «υφέρπουσα ενδιάμεση συμφωνία», που οδηγεί σε τετελεσμένα. Η «προενέργεια της σύμβασης», είτε τελικά κυρωθεί είτε όχι, είναι ήδη γεγονός. Αν υπάρχει ένα πεδίο παρέμβασης αυτό θα είναι πλέον το πεδίο των μακρών προενταξιακών διαπραγματεύσεων, οι οποίες θα πρέπει να διεξαχθούν χωρίς νέες διπλωματικές γκάφες, χωρίς fake υπογραφές[5] και προπαγανδιστικά βιντεάκια. Και κυρίως, χωρίς την Πάολα να τραγουδάει το «Μακεδονία ξακουστή», στο λουλουδοπόλεμο της μακεδονικής πίστας.

 

[1] http://www.iefimerida.gr/news/430606/zoran-do-you-know-prespes-apisteyto-vinteo-toy-tsipra-me-ton-zaef

[2] Ανδρέας Παναταζόπουλος, «Το μνημόνιο της ταυτότητας και το έλλειμμα του δημοκρατικού έθνους», The Books’ Journal 89 (2018) 18-23.

[3] https://www.evenizelos.gr/mme/interviews/420-interviews2018/5816-synentefksi-evaggelou-venizelou-sto-r-f-tou-skai.html

[4] https://www.evenizelos.gr/mme/interviews/420-interviews2018/5816-synentefksi-evaggelou-venizelou-sto-r-f-tou-skai.html

[5] https://thecaller.gr/callers-choice/ipografi-siriza-salos-me-dithen-ipografes-gia-simfonia-prespon/

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ανώμαλα ρήματα

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Άγρια σκέψη

—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα

Η πρόσφατη εκλογική νίκη του Ερντογάν μονοπώλησε την επικαιρότητα, επισκιάζοντας τις υπόλοιπες ειδήσεις από τη γείτονα χώρα. Στα «ψιλά» πάντως της έντυπης, ηλεκτρονικής και διαδικτυακής δημοσιογραφίας, υπήρχε και μια άλλη είδηση που μάλλον συμπυκνώνει το ύφος της νέας εξουσίας στην Τουρκία. Το ανώτατο Συμβούλιο Ραδιοφωνίας της Τουρκίας (RTÜK) επέβαλε πρόστιμο σε δυο μουσικούς σταθμούς «επειδή θεώρησε προκλητικό το περιεχόμενο των στίχων του γνωστού τραγουδιού «Wild Thoughts» της Rihanna και του Αμερικανού Dj Khaled, καθώς και του τραγουδιού «Sex, Love & Water» του Ολλανδού Dj Armin van Buuren. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Χουριέτ, το RTÜK εξέδωσε πρόστιμο ύψους 17.065 ευρώ στους μουσικούς σταθμούς NR1 και Dream TV, λόγω των στίχων του «Wild Thoughts», ενώ το ίδιο πρόστιμο επιβλήθηκε και στην Power TV για τους στίχους του τραγουδιού «Sex, Love and Water».[1]

Οι στίχοι του τραγουδιού της Rihanna δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια παρερμηνείας: «Ξέρω πως θέλεις να με δεις γυμνή» λέει το τραγούδι, ενώ οι «άγριες σκέψεις» συνοδεύονται από ένα βίντεο, στο οποίο η Riri τονίζει τις καμπύλες του σώματός της και τις ακάλυπτες θηλές του στήθους της.  Αντιδρώντας άλλωστε, εδώ και καιρό στο νέο-πουριτανικό και αντιδραστικό στυλ του Ντόναλντ Τραμπ, η τραγουδίστρια ποτέ δεν έκρυψε πως οι εμφανίσεις της έχουν αποκτήσει ένα συμβολικό πλέον φορτίο απέναντι στις αυταρχικές λογοκρισίες σε Δύση και Ανατολή. Καθώς μάλιστα κατέχει μια σημαίνουσα θέση στη λίστα με τις πιο επιδραστικές προσωπικότητες στα κοινωνικά δίκτυα της ψηφιακής εποχής, η Riri έχει επανειλημμένως αποδείξει πως η εμβέλεια της παρέμβασής της είναι καταλυτική, ιδιαίτερα για τον γυναικείο πληθυσμό που την «ακολουθεί» στο Διαδίκτυο.

Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, κάθε φορά που εκθέτει το σώμα της στο βίντεο κλιπ ή στη συναυλία, η Rihanna δημιουργεί ένα κάλεσμα αποενοχοποίησης και κριτικής απέναντι στις καθιερωμένες «πρακτικές ομορφιάς», συνδέοντας μάλιστα τη σεξουαλικότητα με μεταφεμινιστικά πρότυπα γυναικείας χειραφέτησης στη δημοφιλή κουλτούρα. Στο πλαίσιο αυτό, το γυναικείο σώμα ως προϊόν μιας ατομικής και ταυτόχρονα συλλογικής αυτοπεποίθησης, προβάλλεται ως η κατεξοχήν αναπαράσταση του «πραγματικού εαυτού», στη φυσική ή ακόμη και στη γυμνή εκδοχή του. Η Riri πρωταγωνιστεί σε αυτή την υπέρβαση των ταμπού, μέσα από τη διαρκή μετατροπή της ηδονοβλεψίας σε αυτό-αποκάλυψη∙ ή και αντιστρόφως.[2] Στο βίντεο-κλιπ για τις «άγριες σκέψεις», το απελευθερωμένο στήθος εκτίθεται προκειμένου να επιβεβαιώσει την «αληθινή» απεικόνιση του. Όπως παρατηρεί στη μελέτη της για την ιστορία του γυναικείου στήθους η Marylin Yalom, ένα μεγάλο τμήμα της σχετικής πολιτισμικής εικονογραφίας, στον ύστερο 20ό αιώνα, προωθεί την ιδέα ότι «τα στήθη δεν μπορούν να απελευθερωθούν μέχρι το κοινό να αποκτήσει σαφέστερη άποψη σχετικά με το πώς είναι πράγματι τα περισσότερα στήθη».[3] Προφανώς, και ανεξάρτητα από τις προθέσεις της Rihanna, το στήθος της έχει γίνει το αμφίσημο σύμβολο αυτής της αυτοψίας.

Από μια άποψη, η τουρκική λογοκρισία υιοθέτησε την ακριβώς αντίστροφη λογική. Η απαγόρευση του τραγουδιού συμβάλλει στην «πορνογραφικοποίηση»[4] της σεξουαλικότητας, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο γυναικείο στήθος και αναπαράγοντας παλαιότερα στερεότυπα για αυτό που μπορεί να «φαίνεται» και εκείνο που πρέπει να «μην φαίνεται». Σε μια χώρα που υπάρχει προνομιακή, αν όχι αποκλειστική, ταύτιση του γυναικείου φύλου με το ρόλο της μητρότητας, τα πράγματα γίνονται όμως ακόμη πιο περίπλοκα. Ο Ερντογάν έχει ταχθεί δημοσίως απέναντι στις καισαρικές τομές αλλά και απέναντι στη διακοπή της κύησης, εξισώνοντας τις αμβλώσεις με γενοκτονία. Μόλις δύο χρόνια πριν το 2016, στην τελετή έναρξης της Συνέλευσης της Ένωσης  Γυναικών και Δημοκρατίας, ο Ερντογάν δήλωνε τα εξής: «Μια γυναίκα που απέχει από τη μητρότητα λέγοντας “δουλεύω” σημαίνει ότι στην πραγματικότητα αρνείται τη θηλυκότητά της. Αυτή είναι η ειλικρινής μου σκέψη».[5] Εκτός όμως από το δικαίωμα στην εργασία, τίθεται σε αμφισβήτηση ακόμη και το δικαίωμα στο χαμόγελο. Το 2014, ο αναπληρωτής πρωθυπουργός Μπουλέντ Αρίντς «ισχυρίστηκε ότι οι γυναίκες δεν έπρεπε να γελούν δημοσίως επειδή αυτό ήταν άσεμνο».[6] Ακολούθησε ένα διαδικτυακό κύμα παρωδίας από γυναίκες που έβγαζαν selfies και χαμογελούσαν στο σπίτι τους, σε χώρους εργασίας αλλά και στο δρόμο. Ευτυχώς οι Τουρκάλες δεν έχασαν το χιούμορ τους και κυρίως το χαμόγελο τους.

turkey3

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως ο Ερντογάν δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στις γυναίκες ψηφοφόρους, όπως έδειξαν άλλωστε και τα αποτελέσματα των εκλογών. Σύμφωνα με τη γερμανική Handelsblatt, από τη μια μεριά ο Ερντογάν έδωσε ώθηση σε εκατομμύρια φτωχών Τούρκων και από την άλλη στήριξε τα μεσαία στρώματα της κοινωνίας στον τομέα της επαγγελματικής ανόδου και στον κρίσιμο τομέα της εκπαίδευσης. Ένα κεντρικό τμήμα της επικοινωνιακής εκστρατείας του αφορούσε την πρόσβαση στην εκπαίδευση ειδικά για τις γυναίκες που φορούν μαντίλα. «Εκατομμύρια γυναίκες στην Τουρκία θα είναι αιώνια ευγνώμονες σ’ αυτόν, για το ότι δεν ντρέπονται να φορούν μαντίλα και μπορούν να σπουδάζουν στα τουρκικά πανεπιστήμια με τα μαλλιά καλυμμένα».[7]

Από το ακάλυπτο στήθος της Rihanna μέχρι τη μαντίλα της Τουρκάλας φοιτήτριας, η πολιτισμική απόσταση ανάμεσα στις έμφυλες αναπαραστάσεις γίνεται ολοένα και πιο μεγάλη, ολοένα και πιο αντιφατική, ολοένα και πιο περίπλοκη. Προφανώς η απόσταση αυτή δεν καθορίζεται από την περίφημη «σύγκρουση των πολιτισμών» ανάμεσα στη Δύση και στην Ανατολή αλλά από τον τρόπο που συγκεκριμένες πολιτισμικές αξίες και πεποιθήσεις διαμορφώνουν νόμιμες προσδοκίες όχι μόνο για τη σταθεροποίηση αλλά και για την επέκταση των δικαιωμάτων των γυναικών. Αυτή είναι άλλωστε η βασική αρχή του δημοκρατικού πλουραλισμού. Στην Τουρκία όμως η δημοκρατία έχει αρχίσει και κλυδωνίζεται. Ο αυταρχισμός του καθεστώτος και η καταπάτηση των δικαιωμάτων είναι πλέον καθημερινή είδηση. Μπορεί εντέλει η δημόσια ηθική να μην απειλείται από τις «άγριες σκέψεις» της Rihanna αλλά σίγουρα η δημοκρατία απειλείται από την «άγρια σκέψη» της λογοκρισίας.

957241262

 

[1] http://www.sigmalive.com/news/international/513514/tourkiaprostimo-gia-tragoudia-rihanna-kai-armin-van-buuren

[2] https://www.youtube.com/watch?v=CMhqETWkJ0M

[3] Marilyn Yalom, Η ιστορία του γυναικείου στήθους, μτφρ. Εύη Καλδούχου, Άγρα, 2006, σ. 403.

[4] Βλ. Ευάγγελος Λιότζης, Πορνογραφικοποίηση. Ιχνηλατώντας τη σύγχρονη σεξουαλικότητα, Futura, Αθήνα, 2017,

[5] https://kedisa.gr/%CE%B7-%CE%B8%CE%AD%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B3%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CE%BA%CE%B1%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%AF%CE%B1-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC-%CF%84/

[6] http://www.athensvoice.gr/world/352281_oi-gynaikes-pethainoyn-stin-toyrkia

[7] http://www.tanea.gr/news/world/article/5581163/handelsblatt-giati-oi-toyrkoi-pshfizoyn-epi-16-xronia-ton-erntogan/

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ανώμαλα ρήματα

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 

Η μυθολογία μιας γραβάτας

—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα

Σε μία από τις πιο γνωστές παλαιότερες δηλώσεις του για τις αποφάσεις  του Eurogroup του 2012, ο κ. Τσίπρας έλεγε ότι επιμήκυνση του ελληνικού χρέους είναι απλώς ένα «μακρύτερο σκοινί για να κρεμαστούμε».[1] Ήταν ο καιρός που ο ΣΥΡΙΖΑ μίλαγε για «μονομερή διαγραφή του επονείδιστου χρέους», ενώ διάφοροι «μπαρουφάκηδες» —αλλά και ο ίδιος ο πρωθυπουργός— περιφέρονταν στην Ευρώπη δίνοντας διαλέξεις για την «πολιτική διαπραγμάτευση» της «πρώτη φορά» Αριστεράς. Πριν από λίγες μέρες, στη φιέστα των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, ωστόσο, ο πρωθυπουργός επέλεξε να μετατρέψει εκείνο το παλιό σκοινί σε γραβάτα για να εξαγγείλει τον «εθνικό θρίαμβο» της επιμήκυνσης. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που ο πρωθυπουργός προσχωρεί με επιδεικτικό πολιτικό κυνισμό στο επόμενο σενάριο της κυβερνητικής επιβίωσης. Είναι ωστόσο η πρώτη φορά που, σε επίσημη ομιλία, έβαλε και έβγαλε τη γραβάτα, τονίζοντας εμφατικά το διπλό της σημειολογικό συμβολισμό.

Αρχικά την έβαλε ως επίσημη και εορταστική ένδειξη ενός κυβερνητικού κατορθώματος και μετά την έβγαλε για να σηματοδοτήσει την επιστροφή στη «στολή εργασίας». «Σε μια συμβολική κίνηση», γράφει σχετικά η κυβερνητική Αυγή «ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας στο τέλος της ομιλίας του έβγαλε τη γραβάτα που φορούσε κατά τη διάρκεια της ομιλίας του στο Ζάππειο εκπληρώνοντας την υπόσχεση που είχε δώσει ότι θα φορούσε γραβάτα, μόνο όταν έπαιρνε μια καλή συμφωνία για το χρέος Ο Αλέξης Τσίπρας κλείνοντας είπε χαρακτηριστικά: “Εκπλήρωσα το στοίχημα, φόρεσα τη γραβάτα, αλλά τις μάχες όλα αυτά τα χρόνια τις έδινα με τη στολή εργασίας, χωρίς τη γραβάτα. Όπως την έδινα τη μάχη χωρίς τη γραβάτα και στα επίσημα και στα ανεπίσημα, έτσι θα συνεχίσω και τώρα, να τη δίνω”, και την έβγαλε τονίζοντας ότι είναι πολλές οι μάχες που πρέπει να δώσει ακόμα στη συνέχεια για τη βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών».[2] Κάπως έτσι, για τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, η γραβάτα έγινε ένα ακόμη αντικείμενο λατρείας∙ ένα αντικείμενο με μαγικές ιδιότητες που καλεί το εκλογικό ακροατήριο να αποδεχτεί τις αποφάσεις του Eurogroup με τους όρους και τους τρόπους μιας μυστικιστικής ύπνωσης για τις επιτυχίες της κυβέρνησης.

Η «γραβάτα – φετίχ», ένα εξ ορισμού «ξένο σώμα» πάνω στο σώμα του πρωθυπουργού έγινε το σύμβολο μιας μετατοπισμένης ευχαρίστησης. Το φετιχιστικό αντικείμενο άλλωστε δεν προκαλεί ευχαρίστηση για αυτό που είναι αλλά για την ευχαρίστηση που υποκαθιστά. Η αισθητικοποίηση της πολιτικής μέσω της ενδυματολογικής λεπτομέρειας —εν προκειμένω, της γραβάτας—, δεν είναι μόνο ένα θέμα μόδας. Ήδη από τη δεκαετία του ’60, άλλωστε, ο Ρολάν Μπαρτ μελετώντας το «σύστημα της μόδας», υποστήριζε πως «κάθε σωματικό κάλυμμα […] εντάσσεται σε ένα οργανωμένο, κανονιστικό, κοινωνικά καταξιωμένο μορφικό σύστημα. Ο άνθρωπος ντύνεται για να ασκήσει τη σημαίνουσα λειτουργία» αυτού του συστήματος, ενεργοποιώντας τη γλώσσα των συμβόλων.[3] Σύμφωνα με αυτή την ανάλυση, η γραβάτα του κ. Τσίπρα θα μπορούσε να θεωρηθεί μια επιμέρους «γλώσσα» που αναδεικνύει τη φετιχιστική λεπτομέρεια της εξουσίας: μέσω αυτής ενεργοποιείται ένα σύστημα σημείων που μεταδίδει νοήματα όχι μόνο για τον ενδυματολογικό κώδικα αλλά για να τον τρόπο που ένα πρόσωπο εκθέτει δημόσια το «φαίνεσθαι» της εξουσίας, με όρους λαϊκής λατρείας.

Για τον πρωθυπουργό, λοιπόν, η γραβάτα ταυτίστηκε με τις εθνικές προσδοκίες, με την έξοδο από τα Μνημόνια, με την «περήφανη διαπραγμάτευση» κ.λπ. Το γεγονός άλλωστε ότι ο κ. Τσίπρας φόρεσε μια γραβάτα αρκετά όμοια με αυτή που του χάρισε πρόσφατα ο κ. Ζάεφ έχει και αυτό τη δική του ξεχωριστή σημασία. Από τη «συμφωνία για το Μακεδονικό» έως την επιμήκυνση του ελληνικού χρέους δημιουργείται, έτσι, μια αλυσίδα «επιτυχιών», που μέσα στον πυκνό χρόνο της συγκυρίας εμφανίζεται ως επιστροφή στην κανονικότητα. Ταυτόχρονα, το λευκό πουκάμισο χωρίς γραβάτα εκλαμβάνεται ως «στολή εργασίας» και μάλιστα συνοδευμένη από τις μπαρουτοκαπνισμένες προκλήσεις του πολέμου «εκεί έξω». Με τα λόγια του πρωθυπουργού: «Κερδίσαμε μια μάχη, όχι όμως τον πόλεμο. Ο πόλεμος είναι εκεί έξω. Υπάρχουν συμπολίτες μας που ακόμα χρειάζονται συμπαράσταση, αγώνα, μάχη. Υπάρχουν αδικίες εκεί έξω που χρειάζεται να τις αποκαταστήσουμε και θα δώσουμε τη μάχη για να τις αποκαταστήσουμε και κάθε φορά που θα πετυχαίνουμε νίκες, θα φοράμε και γραβάτες».[4]

Ας κρατήσουμε αυτή την τελευταία φράση: «κάθε φορά που θα πετυχαίνουμε νίκες, θα φοράμε και γραβάτες». Η γραβάτα, από απλή ενδυματολογική επιλογή της καθημερινότητας μετατρέπεται σε αισθητική ικανοποίηση νίκης, στη βάση μιας προκατασκευασμένης συγκίνησης, πολιτικά στρατευμένης βέβαια στον «δίκαιο» αγώνα της κυβέρνησης. Σε αυτό όμως το κρίσιμο σημείο της ρητορικής του πρωθυπουργού κρύβεται και το επικοινωνιακό λάθος του. Όπως σωστά σημείωνε, ήδη από το 1967, ο Ουμπέρτο Έκο, «αυτό το φαινόμενο, να νιώθουμε μια συγκίνηση προκατασκευασμένη και κωδικοποιημένη, ονομάζεται kitsch».[5] Το «κιτς», η συναισθηματική επίδραση, δηλαδή, μιας επιλογής που δεν οφείλεται στη χρηστική αξία ενός ενδύματος ή στην κοινωνική γοητεία του αλλά στη συμβολική του λατρεία δεν επιδεικνύει μόνο την «πλαστότητα των περιστάσεων» του θαυμασμού του αλλά παγιδεύει το ίδιο το σύμβολο σε αυτό που υποτίθεται πως αρνείται. Η χρήση της γραβάτας, αμήχανη, αλλοιωμένη και προσημειωμένη εξ αρχής, συνδέθηκε με το επιβεβλημένο κύρος μιας «μάχης», που υπερβαίνει την ενδυματολογική επιλογή για να καταναλωθεί από το λαό ως υπεροχή και επίδειξη. Ο δραματοποιημένος μύθος της γραβάτας (η σύνδεσή της, δηλαδή, με το χρέος) έγινε σταδιακά μια εξουσιαστική εκκεντρικότητα που μετέτρεψε την προπαγάνδα σε πρόκληση και την πρόκληση σε κιτς. Για αυτό και δεν άργησε το Ζάππειο των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ να γίνει αντικείμενο σάτιρας και χλεύης.

Πέρα όμως από τη «σημειολογία της γραβάτας», υπάρχει και το πραγματικό περιεχόμενο του Eurogroup: η λιτότητα διαρκείας, η οριακή στήριξη στις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας, τα εμπόδια στην επίτευξη της ανάπτυξης, τα ασφυκτικά πρωτογενή πλεονάσματα, η εκτίναξη της άνισης σχέσης χρέους και ΑΕΠ.[6] Προφανώς δεν πρόκειται ούτε για θρίαμβο ούτε για θρήνο. Πρόκειται απλώς για το αποτέλεσμα μιας τυχοδιωκτικής πολιτικής μιας κυβέρνησης που ποτέ δεν κατάλαβε πως στο Eurogroup δεν ασχολούνται με τη μυθολογία μιας γραβάτας.

820b5b3f261941da0c54a0358a15e858_XL

[1] https://thecaller.gr/callers-choice/otan-tsipras-elege-epimikinsi-makritero-skini-na-kremastoume/

[2] http://www.avgi.gr/article/10811/8990465/al-tsipras-tis-maches-tis-edina-ola-auta-ta-chronia-me-te-stole-ergasias-ochi-me-grabbata-

[3] Βλ. http://booksjournal.gr/slideshow/item/2505-h-moda-tou-barthes

[4] http://www.avgi.gr/article/10811/8990465/al-tsipras-tis-maches-tis-edina-ola-auta-ta-chronia-me-te-stole-ergasias-ochi-me-grabbata-

[5] Umberto Eco, Η σημειολογία στην καθημερινή ζωή, μτφρ. Αντώνης Τσοπάνογλου, Μαλλιάρης-Παιδεία Α. Ε., Αθήνα, 1999 (α’ έκδοση, 1982), σ. 110.

[6] Βλ. αναλυτικά : https://kinimaallagis.gr/enimerotiko-simeioma-tou-tomea-epikoinonias-gia-tis-apofaseis-tou-eurogroup/

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ανώμαλα ρήματα

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 

Ταχύπλοα

—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα

Η περίφημη «συμφωνία για το Μακεδονικό» που συζητήθηκε τις μέρες αυτές στη Βουλή, ανέδειξε, για άλλη μια φορά, τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει την εξωτερική πολιτική η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Ας ξεκινήσουμε από το ίδιο το «επίτευγμα». Στην πραγματικότητα, για την ώρα, δεν υπάρχει καμία «συμφωνία». Το μόνο που υπάρχει είναι ένας διπλωματικός «οδικός χάρτης» ενταξιακών διαπραγματεύσεων της FYROM σε διεθνή fora∙ ένας χάρτης που ενδέχεται να καταλήξει μελλοντικά σε μια «συμφωνία», εάν και εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις όλων των επιμέρους σταδίων. Αυτό που έφερε στη Βουλή προς συζήτηση η κυβέρνηση είναι επομένως μια «υποσχετική» επιταγή, με τμηματική επισφράγιση και μακρόχρονη ολοκλήρωση, που ωστόσο παράγει νομικά αποτελέσματα ήδη από τη χτεσινή συνάντηση στις Πρέσπες. Το επόμενο βήμα θα είναι η κύρωση της ένταξης της FYROM στο NATO, για την οποία το ελληνικό Κοινοβούλιο θα πρέπει προφανώς να ψηφίσει χωρίς αστερίσκους αλλά με βάση τα τετελεσμένα, στους αμέσως επόμενους μήνες. Εγκαινιάζεται, έτσι, μια πρωθύστερη διαδικασία με ασαφή ανταλλάγματα, η οποία ακυρώνει το αίτημα για μια συνολική «συμφωνία-πακέτο» και, πάντως, αγνοεί επιδεικτικά την ελάχιστη ίσως εθνική συνεννόηση γύρω από το θέμα∙ τουλάχιστον με τα εκείνα τα κόμματα που επιθυμούν τη λύση του προβλήματος, μακριά από τη βουή των συλλαλητηρίων και τις εθνικιστικές εξάρσεις.

Η σχετική πρωτοβουλία του ΣΥΡΙΖΑ εμπεριέχει μάλιστα και το παράδοξο της αναγνώρισης του «έντιμου εταίρου» των ΑΝΕΛ, την ώρα όμως που οι ΑΝΕΛ διαφωνούν με τη «συμφωνία» και δηλώνουν ότι θα αποχωρήσουν από την κυβέρνηση, όταν (και αν) έρθει προς ψήφιση στο Κοινοβούλιο. Δεν είναι μόνο το μείζον το θέμα της πολιτικής νομιμοποίησης της κυβέρνησης, που μας ενδιαφέρει. Είναι κυρίως ότι η εξάμηνη διαπραγμάτευση έγινε μέσα σε ένα διχαστικό κλίμα μικροκομματικών συμφερόντων χωρίς ενημέρωση των θεσμών, χωρίς σύγκληση του εθνικού συμβούλιου των πολιτικών αρχηγών, χωρίς σύγκληση του υπουργικού συμβουλίου, χωρίς διαβούλευση με τα κόμματα, για όσα θα πρέπει η χώρα να γνωρίζει για την παρούσα αλλά και για την επόμενη μέρα. Η διαπραγμάτευση έγινε εντέλει «με τον τρόπο του ΣΥΡΙΖΑ».

Ο πρόεδρος της Βουλής έσπευσε άλλωστε από νωρίς να φανερώσει τις ιδιοτελείς στοχεύσεις της κυβέρνησης: το «Μακεδονικό» θα προκαλούσε, έλεγε ο κ. Βούτσης, την πλήρη «αναδιάταξη» του πολιτικού σκηνικού. Κατά κάποιο τρόπο την προκάλεσε. Αλλά όχι όπως υπολόγιζε ο κ. Βούτσης και η παρέα των σοφών «σκακιστών» του ΣΥΡΙΖΑ. Από το Σάββατο, ο ΣΥΡΙΖΑ ζει σε μια απόλυτη πολιτική απομόνωση. Όλα τα κόμματα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης είναι απέναντί του, και οι ΑΝΕΛ μετράνε απώλειες που υποχρεώνουν τον πρωθυπουργό να βλέπει πλέον την διακυβέρνηση των επόμενων μηνών ως μετέωρη επιβίωση. Προφανώς, και για τα κόμματα της αντιπολίτευσης, υπερίσχυσε το «κομματικό ταμείο» μέσα σε μια συγκυρία που ένα «εθνικό θέμα» έγινε η νέα πίστα του πατριωτισμού.  Θα ήταν αστείο όμως να ισχυριστούμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ που κάποτε έστελνε την κ. Σωτηρίου στην Ευρωβουλή και έβαζε στο πρόγραμμά του την διάλυση του ΝΑΤΟ, τώρα μπορεί να παραδίδει μαθήματα διπλωματίας και «εξωτερικής πολιτικής» στα κόμματα που βάλανε την Ελλάδα στην ΕΟΚ και την ΟΝΕ.

Πράγματι, οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ σύρθηκαν μάλλον απρόθυμα στο «Μακεδονικό» μετά από διεθνείς πιέσεις. Στην πορεία, και για τους δικούς του λόγους, ο καθένας ξεχωριστά από τους εταίρους της κυβέρνησης, θεώρησε πως το «Μακεδονικό» είναι ένα χαρτί μπλόφας απέναντι στους αντιπάλους. Δυστυχώς τα μικροκομματικά κίνητρα μαζί με το ναρκισσισμό της θετικής αποδοχής από τους διεθνείς παράγοντες έκαναν τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ να πιστέψουν ότι η υποβάθμιση της εθνικής συνεννόησης μπορεί να συμπίπτει με την αύξηση του διπλωματικού κεφαλαίου της κυβέρνησης. Εδώ και καιρό, άλλοτε με φόντο το λιμάνι στο Καστελόριζο και άλλοτε με φόντο τη λίμνη στις Πρέσπες, άλλοτε για την «καθαρή έξοδο» και άλλοτε για τη «συμφωνία στο Μακεδονικό», ο πρωθυπουργός προσπαθεί να πείσει τους πολίτες για ανύπαρκτες ή θολές επιτυχίες. Αν τα σύμβολα διατηρούν ακόμα τη σημασία τους, οι Πρέσπες θα έπρεπε να ήταν η τελετουργική λήξη μιας γιορτής συμφιλίωσης και όχι η αμήχανη σκηνοθεσία μιας αβέβαιης αρχής. Ενδεχομένως όσοι μελλοντικά ασχοληθούν με το πολιτικό ναυάγιο της κυβέρνησης, να πρέπει να ξεκινήσουν από αυτή τη λίμνη στις Πρέσπες.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ανώμαλα ρήματα

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 

 

Μαλαματένια λόγια

—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα

Μετά τα «αγιασμένα στυλό» και τις ειδικές εκκλησιαστικές «παρακλήσεις» για τους μαθητές των Πανελλαδικών εξετάσεων, βρεθήκαμε, για άλλη μια φορά, να συζητάμε για το περίφημο θέμα της «Έκθεσης ιδεών», ή αλλιώς για το νοηματικό μπέρδεμα που έγινε ανάμεσα στην «παιδεία» και την «εκπαίδευση». Οι διαγωνιζόμενοι έπρεπε (υποτίθεται) να γράψουν ένα άρθρο σε μια μαθητική εφημερίδα προκειμένου να υποστηρίξουν την άποψη του Δ. Ν. Μαρωνίτη για την εκπαιδευτική και την παράλληλη παιδευτική λειτουργία του σχολείου. Σύμφωνα με την έγκυρη ανάλυση ενός μεγάλου φροντιστηρίου, το θέμα ήταν «βατό», αν και με ορισμένες δυσκολίες: «Στην προκειμένη περίπτωση, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στην αποκωδικοποίηση του πρώτου ζητουμένου, καθώς το ρήμα «οφείλει» που υπάρχει, μας υποδηλώνει ότι ο παιδευτικός ρόλος του σχολείου δεν υφίσταται ή δεν υφίσταται στο βαθμό που θα επιθυμούσαμε ως κοινωνία και, ως εκ τούτου, η ανάλυση του πρώτου ζητουμένου προϋποθέτει την αιτιολόγηση της ύπαρξης αυτού του ρόλου. Κατά τ’ άλλα, τα θέματα του κριτηρίου αξιολόγησης κινήθηκαν στο ίδιο εξεταστικό «μοτίβο» των τελευταίων ετών, με την άσκηση των συνωνύμων να απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή από την πλευρά των μαθητών. Τέλος, να σημειώσουμε ότι το άρθρο του Δ. Ν. Μαρωνίτη αποτελεί ένα κείμενο με πυκνά νοήματα και χρειάζεται ανεπτυγμένη αφαιρετική ικανότητα για ν’ αποδοθεί με επάρκεια η περίληψή του».[1]

Κάπως έτσι θυμηθήκαμε την απόσταση που χωρίζει την πραγματικότητα (της εκπαίδευσης) από την επιθυμία (της παιδείας) και την ενδεχόμενη αδυναμία να βρεθούν τα συνώνυμα για να περιγράψουν την περίληψη του κειμένου. (Σα να μην πέρασε ούτε μια μέρα από τότε που βλέπαμε τους τρομαγμένους διαγωνιζόμενους να γυρίζουν σπίτι και να ψάχνουν στα λεξικά για να δουν τι σημαίνουν οι λέξεις «αρωγή» και «ευδοκίμηση»). Εντωμεταξύ, ειδικά για το φετινό θέμα, μένει να λυθούν και ορισμένες άλλες πραγματολογικές εκκρεμότητες. Σε πόσα σχολεία εκδίδονται, άραγε, μαθητικές εφημερίδες; Πόσες φορές οι μαθητές έχουν κληθεί να γράψουν ένα δημοσιογραφικό άρθρο και πόσες φορές έχουν διαβάσει εφημερίδες μέσα στην τάξη; Και κυρίως σε πόσα σχολεία έχει καλλιεργηθεί η ιδέα για μια παράλληλη εγκύκλια παιδεία, πέρα από τη μερικευμένη γνώση που προκύπτει από το σχολικό ωράριο και την εξειδικευμένη φροντιστηριακή άσκηση;

Ας μη γελιόμαστε. Σε κάθε περίπτωση, οι υποψήφιοι για τα ελληνικά Πανεπιστήμια έπρεπε, για άλλη μια φορά, απλώς να γράψουν αυτά που είχαν μάθει στο φροντιστήριο∙ ένα μείγμα από κοινότοπα επιχειρήματα για μια ιδανική εκπαίδευση και για μια συνολική παιδεία σε μια φαντασιακή κοινωνία, στην οποία δεν έχουν ζήσει ποτέ. Στη μόνη κοινωνία που ζουν άλλωστε είναι αυτή που τους καλεί να είναι ασκημένα μέλη μιας «εικονικής» κοινότητας, απομνημονεύοντας διαρκώς «ενδεικτικά θέματα» και «ενδεικτικές απαντήσεις». Εδώ και καιρό, η «Έκθεση ιδεών» έχει γίνει μια δεξαμενή από άχρηστα υλικά μιας εξεταστικής γραφειοκρατίας, που παραπαίει, με την ίδια ευκολία, ανάμεσα στον Παπανούτσο και τον Μαρωνίτη, ανάμεσα στη συντήρηση και στον προοδευτισμό, ανάμεσα στη νοσταλγία και την ουτοπία. Ακόμα και η υψηλή τέχνη της Ρητορικής, η τέχνη της πειθούς και της επιχειρηματολογίας, βουλιάζει κάτω από τα στερεότυπα μιας προβλεπόμενης καλλιέπειας, που βολεύεται με μερικά «μαλαματένια λόγια» στο χαρτί.

Νομίζω όμως πως ένα κεντρικό πρόβλημα σε όλη αυτή την επικράτεια των στερεοτύπων είναι η υποβάθμιση της λογοτεχνίας και του δοκιμίου και η μετατροπή τους σε συμπληρωματικό φορέα της σχολικής «γλωσσικής αγωγής». Δεν χρειάζεται να υπενθυμίσω ότι η αυτή η αντίληψη εξυπηρέτησε ποικίλες ιδεολογικές χρήσεις μέσα στην ιστορία της εκπαίδευσης∙ βολικές χρήσεις για τις εργαλειακές ανάγκες του περίφημου «γλωσσικού ζητήματος» όσο και για τους θολούς στόχους των νεότερων «επιστημών της αγωγής». Η λογοτεχνία όμως δεν δίνει πιστοποιητικά γλωσσικής επάρκειας. Συμμετέχει κι αυτή με τη δική της τροπικότητα σε μια ορισμένη αίσθηση της γλώσσας, που υπερβαίνει κατά πολύ τη γραμματική και συντακτική ορθότητα ή τη χρηστική εκδοχή της γλωσσικής επικοινωνίας, έτσι όπως αυτή εξειδικεύεται στο μάθημα της «Έκφρασης – Έκθεσης».

Στόχος της διδασκαλίας της λογοτεχνίας, λοιπόν, δεν είναι η εκμάθηση ενός τυποποιημένου γλωσσικού οργάνου αλλά η ανάδειξη της ποικιλίας του, η επαφή του μαθητή με τον δημιουργικό λόγο: το αισθητικό και ιστορικό φορτίο του γραμματειακού πολιτισμού. Με άλλα λόγια, η μελέτη της λογοτεχνίας ανταποκρίνεται σε μια ευρύτερη πολιτισμική διαδικασία, που δεν ταυτίζεται αποκλειστικά με τη γλώσσα αλλά με τον τρόπο κατανόησης του σύνθετου, αντιφατικού και πολύπλοκου κόσμου. Γιατί η λογοτεχνία δε μιλά μόνο για τη γλώσσα∙ μιλά μέσω της γλώσσας για τον κοινωνικό κόσμο γύρω της, για τις αναπαραστάσεις της ανθρώπινης εμπειρίας, για τις αισθητικές επενδύσεις της γραφής, τις υπαρκτές αλλά και τις φαντασιακές σχέσεις των ανθρώπων, για τις περιπέτειες των ιδεών· η λογοτεχνία ήταν το μάθημα που κατεξοχήν υπερέβαινε τον εκπαιδευτικό ρόλο της για να διασταυρωθεί με την εγκύκλια παιδεία των μαθητών.

Η συρρίκνωσή της παρουσίας της σε ένα συμπληρωματικό μάθημα και η τυχαία επαφή των μαθητών με τα ονόματα μερικών νεοελλήνων συγγραφέων, φοβάμαι πως δεν υποβαθμίζει απλώς ένα μάθημα (λογοτεχνία) «ρευστοποιώντας» το μέσα σε ένα άλλο (γλώσσα). Ακυρώνει την ίδια τη μορφωτική αξία της λογοτεχνίας και του δοκιμίου. Αναρωτιέμαι λοιπόν: Πώς μπορεί κανείς να ασκηθεί στο δοκίμιο αν δεν έχει διαβάσει το νεοελληνικό δοκιμιακό λόγο του Γ. Σεφέρη, του Δ. Ν. Μαρωνίτη, του Σ. Ζουμπουλάκη, του Δ. Καψάλη, του Π. Μπουκάλα; Πώς μπορεί κανείς να κατανοήσει τη διαφήμιση αν δεν έχει υπόψη του την κριτική του Ρολάν Μπαρτ και του Ουμπέρτο Έκο; Πώς θα αντιληφθεί την πολυσημία της ίδιας της γλώσσας, αν δεν δει τις ποικίλες λογοτεχνικές εκδοχές της; Πώς θα κατανοήσει τη σημασία της ιστορίας, αν δεν μάθει ότι η λογοτεχνία εντάσσεται «σε καιρό και σε τόπο»; Με άλλα λόγια, πώς μπορεί ένας μαθητής / μια μαθήτρια να αντεπεξέλθει στην πειθαρχία της εκπαίδευσης, αν δεν έχει κατανοήσει τις προκλήσεις της ευρύτερης παιδείας; Κατά τα άλλα, τα θέματα ήταν και φέτος «βατά» αλλά με «παγίδες». Ελπίζω τα «αγιασμένα στυλό» να κάνουν το θαύμα τους.

[1] http://www.thetoc.gr/images/articles/5/article_174178/apant_glossa_ggel_08-06-2018_-_3.pdf

* * *

dd1c8f68aa151177c67a00a253bc9c73--reading-books-book-art

Εικόνα εξωφύλλου: Francesco Chiacchio

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ανώμαλα ρήματα

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Κόκκινο χαλί

—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα

Στο τελευταίο σποτάκι του Μαξίμου, το «κόκκινο χαλί» που στρώνεται στο πρωθυπουργικό μέγαρο σηματοδοτεί μια ορισμένη εκδοχή της «κανονικότητας».  Προφανώς είναι αστείο ακόμα και να αναφέρεται η λέξη «κανονικότητα» από ένα κόμμα που έκλεισε τις τράπεζες το καλοκαίρι του 2015 αλλά, για λόγους ευκολίας της συζήτησης, ας δεχτούμε πως ο κυβερνητικός ΣΥΡΙΖΑ «εξημερώθηκε» μέσω της μνημονιακής ωρίμανσης του. Πολλοί άλλωστε, τον τελευταίο καιρό, διαβλέπουν μια νέα πιθανή φάση της ηγεμονίας του στο χώρο της κεντροαριστεράς, εξαιτίας αυτής της μετάλλαξης. Μερικοί από αυτούς απλώς μπερδεύουν την επιθυμία με την πραγματικότητα, ενώ κάποιοι άλλοι κλίνουν βαρετά σε όλες τις πτώσεις τη λέξη «σοσιαλδημοκρατία», μπας και σωθεί το λήμμα στο λεξικό μιας ριζοσπαστικής αριστεράς που, εδώ και καιρό, έχει επιλέξει άλλους δρόμους. Ωστόσο, ο πυρήνας του επιχειρήματος είναι σωστός: πράγματι, η εξουσία άλλαξε τον ΣΥΡΙΖΑ και ο ΣΥΡΙΖΑ, βέβαια, προσαρμόστηκε στα δεδομένα της εξουσίας. Με μια διαφορά όμως: η εξουσία κατέστρεψε το παλιό «πολιτικό DNA» του ΣΥΡΙΖΑ, αφήνοντας τον σε κενό στρατηγικής και σε πλήρη πολιτική απομόνωση από όλους τους ενδεχόμενους συμμάχους του. Καλό θα ήταν, λοιπόν, η συζήτηση να ξεκινήσει από αυτό το σημείο και όχι από κάποια φανταστικά σενάρια για τη μετεξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα άλλο κόμμα.

Ας δούμε όμως τι συμβαίνει στο χώρο των ενδεχόμενων συμμάχων. Από τη στιγμή που το ΚΙΝΑΛ ζήτησε πλέον άμεσα εκλογές και έθεσε ως κεντρικό στόχο τη «στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ», το σενάριο είναι μάλλον απλό: η «στρατηγική ήττα» του ΣΥΡΙΖΑ δεν σημαίνει απλώς αποχώρηση του κυβερνώντος κόμματος από την εξουσία αλλά και την αδυναμία του να ελέγξει αποφασιστικά τις εξελίξεις για το σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης, για τη νέα επικείμενη εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, για την αλλαγή του εκλογικού νόμου, για τη μεταμνημονιακή σταθερότητα της χώρας. Με άλλα λόγια, η «στρατηγική ήττα» του ΣΥΡΙΖΑ είναι ένας στόχος για την πλήρη αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών. Από αυτή την άποψη, η πραγματική μετεξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ θα γίνει όταν το κυβερνητικό κόμμα βρεθεί ξανά στην αντιπολίτευση προσπαθώντας να σκεφτεί ξανά ότι η λύση δεν είναι η αφελής επιστροφή σε μια αόριστη «κανονικότητα» αλλά ο υγιής κομματικός ανταγωνισμός για τις προοδευτικές μεταρρυθμίσεις. Το αν θα το κάνει ή όχι είναι δικό του θέμα, και πάντως δεν θα γίνει με ασκήσεις επί χάρτου.

Για πολλά χρόνια, ο χώρος της Κεντροαριστεράς στην Ελλάδα είχε ένα φυσικό πρωταγωνιστή, ενώ η «άλλη» αριστερά αναζητούσε αντιφατικά τον ταυτοτικό της ρόλο ανάμεσα στη Γένοβα και την «αντι-μνημονιακή» αγανάκτηση. Στην τελευταία εκδοχή του, ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε το αφήγημα μιας βολικής «αυταπάτης», που συνόψισε αμήχανα το αδιέξοδο βήμα προς τον κυβερνητισμό. Η «αυταπάτη» φαίνεται να ολοκληρώνεται μέσα από μια αλληλένδετη σειρά μύθων, που σφράγισαν την επιμέρους πορεία του ΣΥΡΙΖΑ: «σκίσιμο του Μνημονίου», «άμεση διαγραφή του χρέους», «παράλληλο πρόγραμμα Θεσσαλονίκης», «καθαρή έξοδος», «ολιστικό σχέδιο ανάπτυξης» κλπ. Το πρόβλημα δεν είναι βέβαια η διακηρυκτική κενότητα αυτών των μύθων. Το πρόβλημα είναι, η πραγματική κατάσταση της κοινωνίας και της οικονομίας αλλά και το συνολικό πολιτικό κλίμα που συνόδευσε τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Από αυτή την άποψη, ίσως το πιο σημαντικό διακύβευμα της «στρατηγικής ήττας» του ΣΥΡΙΖΑ είναι  η οριστική απαλλαγή από μια συγκεκριμένη πολιτική κουλτούρα (τον «Συριζανελισμό»), που ταλαιπώρησε τη χώρα, στα χρόνια της κρίσης. Ο πρωθυπουργός επέλεξε πρόσφατα να εγκαινιάσει ένα νέο πολωτικό αφήγημα, μιλώντας για την αναμέτρηση του κόμματος του με το «μαύρο μέτωπο» των αντιπάλων του. Προφανώς το «κόκκινο χαλί» της κανονικότητας με το «μαύρο μέτωπο» της πόλωσης απέχουν πολύ. Για αυτό και είναι μάλλον έωλη η προσδοκία για μια «κεντροαριστερή» στροφή του «κανονικοποιημένου» ΣΥΡΙΖΑ. Δεν μπορεί πλέον να υπάρξει καμιά συμμαχία με τον ΣΥΡΙΖΑ που να αφορά τους προοδευτικούς πολίτες, τους μεταρρυθμιστές, τους εκσυγχρονιστές, και κυρίως όσους κατάλαβαν πως η επόμενη μέρα του 2018 είναι σχεδόν η προηγούμενη μέρα του 2014.

Ολοένα και περισσότερο γίνεται φανερό πως η βαθιά τομή ανάμεσα στους ευρωπαϊστές και στους λαϊκιστές θα κρίνει το μέλλον της Ευρώπης, μέσα από ένα νέο προοδευτικό σχέδιο για τη δικαιοσύνη, την εργασία και την ανάπτυξη. Αυτό το σχέδιο δεν μπορούν να το υπηρετήσουν αυτοί που στέλνανε τον Βαρουφάκη στο Eurogroup, αυτοί που διοργάνωσαν το δημοψήφισμα του Grexit, αυτοί που απειλούσαν πως θα στείλουνε στην Ευρώπη τους τζιχαντιστές.  Μέσα στο επόμενο χρόνο, η Ελλάδα έχει μπροστά της κρίσιμες εθνικές εκλογές. Η  Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επίσης μπροστά της την πολύ κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση των ευρωεκλογών του Μαΐου του 2019. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό, σε αυτές τις διπλές εκλογές, να γίνει η Κεντροαριστερά ο νέος πρωταγωνιστής των πολιτικών εξελίξεων. Και το «κόκκινο χαλί» να μείνει στη μνήμη των πολιτών ως το τελευταίο σενάριο κομματικής σωτηρίας μιας κυβέρνησης σε αποδρομή.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ανώμαλα ρήματα

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x