Home

Προδημοσίευση από το βιβλίο της Μυρσίνης Ζορμπά με τίτλο: Πολιτική του πολιτισμού, Ευρώπη & Ελλάδα στο δεύτερο μισό του 20ού αι., εκδόσεις Πατάκη

9118 zormpa

Ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε την πολιτική του πολιτισμού εξαρτάται από τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον  ίδιο τον πολιτισμό και  τα όσα  αυτός σημαίνει για την κοινωνία. Ωστόσο, η σχέση πολιτισμού-κοινωνίας-πολιτικής  αποδεικνύεται  ιδιαιτέρως  σύνθετη,  γεμάτη διλήμματα, αντιφάσεις  και συγκρούσεις, που το βιβλίο αποπειράται να δείξει, αξιοποιώντας τα σύγχρονα ρεύματα ιδεών και πολιτισμικής ανάλυσης.

Το βιβλίο έχει τρία μέρη. Το πρώτο, ερευνά τις συνθήκες που οδήγησαν στη γένεση της πολιτικής του πολιτισμού στην Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, μέσα από το παράδειγμα χωρών όπως η  Αγγλία, η Γαλλία και  οι σκανδιναβικές χώρες. Το δεύτερο μέρος, αναφέρεται στο χαρακτήρα και τη δόμηση της πολιτισμικής πολιτικής ως μιας δημόσιας πολιτικής,  που απαιτεί ιδιαίτερο κυβερνητικό σχέδιο, στρατηγική και στόχους. Στο τρίτο μέρος, εξετάζεται η  δημόσια κουλτούρα και η πολιτιστική πολιτική της χώρας μας, από τη δεκαετία του ’50 ως το γύρισμα του 21ου αιώνα.

IMG_4703-001

 

Μυρσίνη Ζορμπά

* * *

Ακολουθεί η εισαγωγή στο 3ο κεφάλαιο του βιβλίου, με τίτλο: Η κουλτούρα στην Ελλάδα ως δημόσια πολιτική

Το κεφάλαιο αυτό επικεντρώνεται σε ορισμένες σημαντικές στιγμές της ελληνικής πολιτισμικής πολιτικής στη διάρκεια του δεύτερου μισού του 20ού αι. Χρησιμοποιώντας τις, κατά τη γνώμη μας, πιο παραγωγικές έννοιες-κλειδιά της κοινωνικο-πολιτισμικής ανάλυσης, αποπειρόμαστε να ερμηνεύσουμε τις κρίσιμες αλλαγές στη δημόσια κουλτούρα και την πολιτισμική πολιτική της χώρας. Έννοιες, όπως εθνική ταυτότητα, ηγεμονία, εκπολιτιστική αποστολή και εκδημοκρατισμός, νοηματοδοτούν με τρόπο αποκαλυπτικό την πορεία της δημόσιας κουλτούρας κατά τη διάρκεια των πέντε αυτών δεκαετιών.

Σε αυτό το χρονικό διάστημα, ωστόσο, παρά τις ποικίλες απόπειρες αλλαγών, ο πολιτισμικός προσανατολισμός της χώρας δεν χαρακτηρίστηκε από εκπλήξεις αλλά περισσότερο από μια «εξαρτημένη πορεία» (“path dependent”), αρθρωμένη γύρω από την αρχαία κληρονομιά και τις τέχνες. Διατηρήθηκε, με μια λέξη, η συνέχεια και η αφοσίωση στις αξίες και τις προσλαμβάνουσες του πρώτου μισού του αιώνα ή/και του προηγούμενου σε μεγάλο βαθμό, χωρίς ριζική μεταβολή του ηγεμονικού Λόγου και του βασικού στρατηγικού πλαισίου.

Τόσο η κοινωνία όσο και η πολιτισμική και πολιτιστική πολιτική που ασκήθηκε από το κράτος, στάθηκαν σταθερά προσηλωμένες στα δύο αυτά σημεία αναφοράς, με άλλα λόγια στα ιδεώδη της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς και σε εκείνα της υψηλής αισθητικής. Στο όνομα αυτών, παραμερίστηκαν οι νέες προκλήσεις που έθετε το ευρύτερο ευρωπαϊκό περιβάλλον, καθώς και οι πιο απαιτητικές, από πολιτισμική άποψη, πτυχές της ελληνικής καθημερινής ζωής. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μείνουν παραγνωρισμένες οι δημοκρατικές διαστάσεις της κουλτούρας, όπως θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε πιο αναλυτικά στις επόμενες σελίδες. Η πολιτιστική πολιτική (policy) της χώρας ακολούθησε ένα στενό παραδοσιακό μοντέλο στην υπηρεσία του εθνικού παρελθόντος και των τεχνών, παραμελώντας και σπαταλώντας σημαντικούς πολιτισμικούς πόρους που προέρχονταν από την κουλτούρα της καθημερινής ζωής και τις αναδυόμενες μορφές της. Επικράτησε κατά κύριο λόγο αμηχανία και αμφιθυμία απέναντι σε επιλογές και αποφάσεις που όφειλαν να ληφθούν σχετικά με τη διαχείριση του εκάστοτε πολιτισμικού παρόντος.

 Η πολιτιστική πολιτική με τη στενή έννοια αγνόησε, πιο συγκεκριμένα, τα ζητήματα αναγέννησης των αστικών κέντρων, τα διαρθρωτικά προβλήματα της περιφέρειας, τους όρους της πολιτιστικής ανάπτυξης αλλά και τις ευκαιρίες ανανέωσης των πολιτιστικών θεσμών ώστε να προσφέρουν τη δυνατότητα στους δημιουργούς και το κοινό να συναντηθούν σε έναν παραγωγικό διάλογο. Τέτοιες ανάγκες και, μαζί, ευκαιρίες εμφανίστηκαν κατά καιρούς πολλές αλλά χάθηκαν αναξιοποίητες. Έμειναν επιμελώς αποκλεισμένα ή περιθωριοποιημένα, από πολιτική επιλογή ή παράλειψη, κρίσιμα ζητήματα, όπως ήταν τα πολιτισμικά δικαιώματα που αφορούσαν εθνοτικές, γλωσσικές, θρησκευτικές, φυλετικές και άλλες μειονότητες, ζητήματα που σχετίζονταν με τις ανισότητες πρόσβασης και συμμετοχής, αποκέντρωσης, σχεδιασμού και εφαρμογής ισόρροπης πολιτιστικής ανάπτυξης στις περιφέρειες, καθώς και η ανάπτυξη της πολιτιστικής βιομηχανίας. Πολύ περισσότερο, δεν βρήκε έδαφος να αναπτυχθεί μια με την ευρεία έννοια πολιτισμική πολιτική, ικανή να αξιοποιήσει τους διαθέσιμους πόρους και, παράλληλα, να εντάξει τη χώρα στο τραπέζι του διαλόγου των σύγχρονων στρατηγικών ανάπτυξης που ακολουθούν άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Όλα τα παραπάνω θέτουν στο επίκεντρο, με πολλούς τρόπους, την ευαίσθητη σχέση κουλτούρας και δημοκρατίας, όπως θα δούμε στις σελίδες που ακολουθούν. Ας σημειωθεί εδώ, ότι οι αναφορές μας στη σχέση αυτή γίνονται μέσα από τέσσερις διαφορετικές έννοιες, προκειμένου να αποδοθούν, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη κάθε φορά ακρίβεια, οι αποχρώσεις της. Η πρώτη έννοια είναι ο «διαφωτισμός», ως γενικός λόγος μιας από τα πάνω δημοκρατικής διάδοσης της κουλτούρας που υπακούει στους κανόνες του ελιτισμού. Η δεύτερη είναι η «εκπολιτιστική αποστολή», ως επιχειρησιακή έννοια που ενσωματώνει τον αποικιακό συμβολικό Λόγο αλλά και ανάλογες πρακτικές στο εσωτερικό μιας κοινωνίας σε διαδικασία από τα έξω αξιακής αναμόρφωσης. Η τρίτη είναι ο «εκδημοκρατισμός», ως πολιτική διάδοσης της υψηλής κουλτούρας στους πολίτες με δημοκρατικά μέσα, σε συνδυασμό συνήθως με εκπαιδευτικά προγράμματα ενίσχυσης της «ανόδου του πολιτιστικού επιπέδου του λαού», εκλαϊκευσης και ευκαιριών πρόσβασης. Τέλος, η τέταρτη είναι η «πολιτισμική δημοκρατία», ως αποδοχής της πολιτισμικής ισοτιμίας, της διαφορετικότητας και του πλουραλισμού. Αυτή η τελευταία, απαιτεί ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο η με την ευρεία έννοια πολιτισμική πολιτική κατανέμει με δημοκρατικό τρόπο, διαδικασίες και διαφάνεια τους δημόσιους πόρους και έχει ως στόχο να μειώσει τις ανισότητες και διακρίσεις, αποδομώντας προοδευτικά τις κατασκευές και του Λόγους που τις υποστηρίζουν.

Αφετηριακό σημείο της ελληνικής πολιτισμικής πολιτικής αποτέλεσε η δημοκρατική της θεσμοποίηση το 1974, που ήρθε μαζί με τη γενικότερη «καμπή στη συνταγματική και πολιτική ιστορία της χώρας». Το υπουργείο Πολιτισμού, που η δικτατορία των συνταγματαρχών είχε ιδρύσει το 1971 ως προπαγανδιστικό μηχανισμό, άρχισε μετά τη Μεταπολίτευση να ασκεί δημόσια πολιτισμική πολιτική σε καθεστώς κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Μια ματιά στο παρελθόν αποκαλύπτει τρεις περίπου συνεχείς δεκαετίες εντάσεων στο χώρο της δημόσιας κουλτούρας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στις οποίες θα πρέπει να προστεθεί η ένταση της δικτατορίας του Μεταξά που είχε προηγηθεί. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου από το 1936 ως το 1974, η δημόσια κουλτούρα δοκιμάστηκε σκληρά: το καθεστώς της 4ης Αυγούστου (1936-‘40), ο πόλεμος και η Αντίσταση στο φασισμό (1940-’44), ο Εμφύλιος Πόλεμος (1946-’49), δεν επέτρεψαν την ομαλή εξέλιξη της πολιτιστικής ζωής. Ακολούθησε ένα διάστημα κοινοβουλευτικής διακυβέρνησης (1950-’66) αλλά κι αυτή η δεκαπενταετία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ανέφελη, αφού σφραγίστηκε από τη μετεμφυλιακή ένταση, με κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις, εκλογικά πραξικοπήματα και την παρέμβαση της Βασιλείας στους δημοκρατικούς θεσμούς. Τέλος, όταν το καθεστώς αυταρχικού κοινοβουλευτισμού και «καχεκτικής» δημοκρατίας διαδέχθηκε η επτάχρονη (1967 – 1974) δικτατορία των Συνταγματαρχών, ο πολιτισμός μπήκε στο γύψο μαζί με τη δημοκρατία.

Εξαιτίας αυτής της πορείας, σε αντιδιαστολή με άλλες ευρωπαϊκές χώρες που είχαν ομαλή μετάβαση στη δημοκρατική ζωή αμέσως μετά το τέλος του πολέμου, η πολιτισμική ζωή στην Ελλάδα έφερε πάνω της έντονα τα αποτυπώματα του ελλείμματος ελευθερίας και δημοκρατίας και της αυταρχικής επιβολής της επίσημης εθνικής κουλτούρας. Απέναντι στην επιβολή αυτή δημιουργήθηκε ένα ρεύμα αντίστασης από τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα και τους προοδευτικούς διανοούμενους και καλλιτέχνες, που δημιουργούσε άλλοτε εμφανή και άλλοτε υπόγεια ρεύματα. Στην αναζήτηση ελεύθερης έκφρασης και τη διεκδίκηση ρόλου, η διελκυστίνδα μεταξύ επιβολής και αντίστασης οδηγούσε στην ιδεολογική πόλωση και σε συνεχείς ρήξεις στο χώρο της δημόσιας κουλτούρας, με χαρακτηριστικά παρατεταμένης κρίσης. Η όλη διαδικασία αναμέτρησης παγίωσε στις εσώτερες δομές της ελληνικής κοινωνίας ένα σοβαρό έλλειμμα διαλόγου και κουλτούρας διαπραγμάτευσης. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν υπήρχε πρόσφορο έδαφος, ώστε να συγκροτηθεί αυτόνομα και δημοκρατικά η πολιτιστική πολιτική ως τέτοια.

Mια εγγύτερη ματιά στις ιστορικές εξελίξεις δείχνει το μέγεθος των προβλημάτων. Καθώς το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου δεν σήμαινε και το τέλος της εμπόλεμης κατάστασης για τη χώρα, η μεταπολεμική αισιοδοξία και οι προσδοκίες μιας ειρηνικής ζωής δεν πρόλαβαν να σταθεροποιηθούν, υποχωρώντας γρήγορα μπροστά στον επικείμενο εμφύλιο σπαραγμό. Στη διάρκειά του η χώρα μπήκε στη δίνη ενός εθνικού διχασμού, που πόλωσε ιδεολογικά και συναισθηματικά τον πληθυσμό, οδηγώντας σε βαθιά κρίση την πολιτισμική συνοχή που είχαν θέσει ως πρωταρχικό στόχο την ίδια εποχή οι άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες. Το ανήκειν που είχε καλλιεργηθεί στα χρόνια της Αντίστασης κατά της γερμανική Κατοχής όχι μόνο δεν επενδύθηκε σε ένα όραμα πολιτισμού για τη χώρα και τον πληθυσμό αλλά, το αντίθετο, πυροδότησε ανταγωνισμό και εντάσεις. Ο στόχος για μια κοινωνία της ευημερίας και για «πολιτισμένη» ζωή βρέθηκε πιεσμένος ανάμεσα στις δύο ριζικά αντίπαλες πολιτικο-ιδεολογικές κοσμοθεωρίες που δίχασαν την εποχή εκείνη την Ευρώπη.

Μετά τη λήξη της ένοπλης αναμέτρησης το 1949, οι νικητές του Εμφυλίου ακολούθησαν ένα μοντέλο καταστολής και αποκλεισμού των αντιπάλων. Δεν βρέθηκε έδαφος συμφιλίωσης με τους ηττημένους. Η χώρα διαιρέθηκε σε πατριώτες και προδότες, σε εθνικόφρονες και κομμουνιστές. Το μπλοκ εξουσίας που συνέθεταν το Παλάτι, η Εκκλησία, οι συντηρητικές κυβερνήσεις και ελίτ επένδυσε περισσότερο στην ταπείνωση του αντιπάλου και λιγότερο στο διάλογο και την επιδίωξη ηγεμονίας. Εξαιτίας αυτής της επιλογής, ο κρατικός μηχανισμός και οι διανοούμενοι που συνεργάστηκαν μαζί του χρησιμοποίησαν την κουλτούρα με ακραία εργαλειακό τρόπο στη διάρκεια της δεκαετίας του ‘50. Η δημόσια κουλτούρα περιχαρακώθηκε και μεταβλήθηκε σε πεδίο άμυνας, προκειμένου να φέρει σε πέρας ένα πρόγραμμα προπαγάνδας και πολιτικής πειθάρχησης. Μέσα από το ιδεολογικό σχήμα της «εθνικής παράταξης», οι κυβερνήσεις της Δεξιάς επεδίωκαν να διαχειριστούν μονοπωλιακά τη μνήμη και τη διαμόρφωση ταυτοτήτων, επιβάλλοντας το «νόμο και την τάξη» με αυστηρούς περιορισμούς στην ελεύθερη έκφραση της ευρύτερης προοδευτικής διανόησης, μάλιστα ενοχοποιώντας κάθε φιλελεύθερη φωνή. Αυτή η στάση οδήγησε σε αντιπαράθεση της επίσημης εθνικής κουλτούρας με την προοδευτική λαϊκή έκφραση.

Αυτό ήταν το ελάχιστα παραγωγικό υπόστρωμα, που πάνω του οικοδομήθηκαν οι μεταπολεμικές κρατικές πολιτιστικές δομές, θεσμοί και οργανισμοί και, το κυριότερο, αντιλήψεις. Παράλληλα, το οικονομικό μοντέλο ανάπτυξης της χώρας που επέλεξαν οι κυβερνώντες στηριζόταν στην χρησιμοποίηση της αρχαίας πολιτιστικής κληρονομιάς και στην εκμετάλλευση του φυσικού περιβάλλοντος με βασικό στόχο τη γρήγορη και εύκολη προσέλκυση τουρισμού. Στο μεταξύ, η χώρα επιβίωνε χάρη στην ξένη βοήθεια (Σχέδιο Μάρσαλ), που οι κυβερνώντες διαχειρίζονταν σε μεγάλο βαθμό με πελατειακή λογική.

Υποταγμένη σ’ αυτές τις πολιτικές ορίζουσες, η δημόσια διαχείριση της κουλτούρας παρέμεινε δέσμια στενών πολιτικών σκοπιμοτήτων μέχρι το τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα. Χρειάστηκε η Μεταπολίτευση για να αυτονομηθεί ως πεδίο δημόσιας πολιτικής, να αποκτήσει δημοκρατικές κρατικές δομές και θεσμούς και την αναγκαία εξωστρέφεια, προκειμένου να αρχίσει να συνδιαλέγεται και να συγκλίνει με τις σύγχρονες αντιλήψεις που κυκλοφορούσαν στον ευρωπαϊκό χώρο. Το πέρασμα από τη δικτατορία στη δημοκρατία λειτούργησε, κατά κάποιο τρόπο, ως «παράθυρο ευκαιρίας» σε μια βεβαρημένη διαδρομή, εξαρτημένη από το αντιδημοκρατικό κλίμα ενός μακροχρόνιου γκρίζου παρελθόντος που διαχεόταν σε ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό και τη δημόσια διοίκηση. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο σχεδιασμός του υπουργείου Πολιτισμού το 1971, μεσούσης της δικτατορίας, είχε ως ιδεότυπο το παρεμβατικό πρότυπο του προπολεμικού δικτατορικού καθεστώτος Μεταξά, παρά τις δεκαετίες που είχαν μεσολαβήσει. Ήταν στραμμένο να υπηρετεί κυρίως τον τομέα των τεχνών και της εθνικής ταυτότητας, ενώ ο μηχανισμός και η στελέχωση του υπουργείου ήταν προσανατολισμένα να ασκούν πολιτικές ελέγχου και προπαγάνδας. Κάτι ανάλογο συνέβαινε με το κρατικό δίκτυο ραδιοφώνου, που το αποτελούσαν το Εθνικό ΄Ιδρυμα Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ) και ο Σταθμός των Ενόπλων Δυνάμεων (ΥΕΝΕΔ). Το δίκτυο αυτό διέθετε ήδη προπολεμική μονοπωλιακή παράδοση, την οποία εξακολουθούσε να διατηρεί αδιατάρακτα ως τη δεκαετία του ‘60, μετατρέποντας την ανάγκη για επικοινωνία και ενημέρωση σε χειραγώγηση της κοινής γνώμης. Αξίζει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι στη δεκαετία του ’60, μια πλημμυρίδα νεανικών ερασιτεχνικών σταθμών τοπικής εμβέλειας κατάφερε ισχυρό πλήγμα στο κρατικό μονοπώλιο. Επρόκειτο για μια αναδυόμενη, άμεση, αντικομφορμιστική μορφή επικοινωνίας της νεολαίας, η κουλτούρα της οποίας βρισκόταν επί χρόνια αποκλεισμένη (Πασχαλίδης, Ραδιοπειρατές της δεκαετίας ’80, Λεξικό).

Αλλά με την έλευση της δικτατορίας το 1967, ο προπαγανδιστικός ρόλος του ραδιοφώνου, στον οποίο ήρθε να προστεθεί το ’70 ο ασυγκρίτως μεγαλύτερος της κρατικής τηλεόρασης, παρέμενε σημαντικός. Το κρατικό μονοπώλιο επικοινωνίας μετατρεπόταν τώρα σε σιδηρά πειθαρχία. Ο στρατιωτικός νόμος απαγόρευε αυστηρά τις ερασιτεχνικές μεταδόσεις, έστελνε στο στρατοδικείο τους ραδιοερασιτέχνες και τους κατάσχε τα μηχανήματα. Τιμωρούσε με ποινή φυλάκισης τους πολίτες ακόμη και για την ακρόαση ξένων ραδιοσταθμών, οι οποίοι εξέπεμπαν στα ελληνικά ειδήσεις των αντιστασιακών οργανώσεων κατά των Συνταγματαρχών (BBC, Deutsche Welle, Φωνή της Αλήθειας).

Με τη Μεταπολίτευση μπήκαν για πρώτη φορά σταδιακά στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα οι βάσεις του εκδημοκρατισμού. Η εργαλειοποίηση της κουλτούρας, που είχε συστηματικά οικοδομηθεί επί τόσες δεκαετίες, άρχισε να χάνει τα προπύργιά της μέσα στο γενικό κλίμα φιλελευθεροποίησης και εκδημοκρατισμού που επικράτησε. Βαθμιαία και επίπονα υιοθετήθηκαν δημοκρατικές διαδικασίες, τοποθετήθηκαν νέα διοικητικά και διευθυντικά όργανα και η εφαρμογή κανόνων πλουραλισμού και σεβασμού της διαφορετικότητας.

Ωστόσο, αυτή η υποχώρηση της γκρίζας παράδοσης, αφενός, και η προσπάθεια συγκρότησης μιας δημοκρατικής σύγχρονης δημόσιας κουλτούρας, αφετέρου, έφεραν στο φως μεγάλα κύματα συγκρούσεων για την ηγεμονία. Η σελίδα είχε αλλάξει αλλά η μάχη για την αναδιανομή του πολιτισμικού κεφαλαίου κάτω από τις νέες συνθήκες μόλις άρχιζε. Αυτό φάνηκε περισσότερο στο επίπεδο των ευρύτερων πολιτισμικών ζητημάτων (politics). Θέματα που αφορούσαν την ελληνική ταυτότητα ή που ανάγονταν σε αυτήν προκάλεσαν συγκρούσεις, φανατισμό και πολιτισμικούς πολέμους μικρότερης ή μεγαλύτερης έκτασης: η καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στην εκπαίδευση και τη δημόσια διοίκηση, η καθιέρωση του μονοτονικού κατά τα πρώτα Μεταπολιτευτικά χρόνια, οι αλλεπάλληλες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις που ακολούθησαν, η ισότητα των γυναικών, η έκτρωση, η καθιέρωση του πολιτικού γάμου στη δεκαετία του ’80, τα μεταναστευτικά ρεύματα με κορυφαίο συμβολισμό την αμφισβήτηση του δικαιώματος των αριστούχων Αλβανών μαθητών να σηκώνουν την ελληνική σημαία στις παρελάσεις στα τέλη της δεκαετίας του ‘90, η κατάργηση της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες, τα σχολικά βιβλία ιστορίας και άλλα παρόμοια ζητήματα στην εκπνοή του 20ού αι, προκάλεσαν μικρότερης ή μεγαλύτερης έκτασης διχαστικές δημόσιες αντιπαραθέσεις.

Από την άλλη μεριά, στο επίπεδο της στενής πολιτιστικής πολιτικής που ασκούσε τα ίδια χρόνια το υπουργείο Πολιτισμού (policy), οι διενέξεις είχαν να κάνουν περισσότερο με τη διαχείριση της αρχαίας πολιτιστικής κληρονομιάς και την κρατική υποστήριξη των τεχνών και των γραμμάτων: την ελλιπή συντήρηση και αξιοποίηση των μνημείων, τις επιχορηγήσεις, τις επιλογές προσώπων και προγραμμάτων στα κρατικά φεστιβάλ και οργανισμούς, τις οικονομικές διεκδικήσεις για τις τομεακές πολιτικές (βιβλίο, σινεμά, εικαστικά, μουσική), την κριτική των συνδικαλιστικών ενώσεων απέναντι στις πολιτικές των αυτόνομων κρατικών οργανισμών (Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, Εθνικό Κέντρο Βιβλίου), τις χρηματοδοτήσεις Μουσείων και Οργανισμών, τη λειτουργία και διαφάνεια των επιτροπών του υπουργείου Πολιτισμού, την ίδρυση και επέκταση μουσείων, την έλλειψη δικτύου βιβλιοθηκών, την αξιοποίηση των κοινοτικών κονδυλίων από το ΥΠΠΟ, την ανανέωση των ίδιων των οργανωτικών δομών του υπουργείου Πολιτισμού ή των σχέσεων με άλλα υπουργεία και περιφερειακές δομές. Όλα τα παραπάνω κατέληγαν, ωστόσο, κάθε φορά στην επίκληση μίας και μοναδικής αιτίας κακού: στο ανεπαρκές ύψος του κρατικού Προϋπολογισμού.

Συγκυριακά, πλάι στα παραπάνω, άνοιγαν επίσης ευρύτερα ζητήματα της ελληνικής ταυτότητας, όπως λχ το αίτημα για μέτρα απέναντι στα ξενόφερτα, ιδιαιτέρως τα αμερικανικά πολιτιστικά πρότυπα, η φτώχεια της γλώσσας, η σημασία της καλλιτεχνικής παιδείας, η πολιτιστική διπλωματία, η ανάγκη βελτίωσης της ποιότητας των ΜΜΕ. Αλλά όλα αυτά έχαναν γρήγορα τη σημασία τους μέσα σε μια γενικόλογη ιδεολογική συζήτηση, καθώς δεν έβρισκαν ανταπόκριση στην ακαδημαϊκή κοινότητα, στην κοινωνιολογική έρευνα ή σε άλλους πολιτιστικούς δρώντες του ευρύτερου χώρου της κουλτούρας και της διανόησης.

Είναι χαρακτηριστικά τα δύο ζητήματα που συγκέντρωσαν το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα: η διεκδίκηση των Μαρμάρων του Παρθενώνα από το Βρετανικό Μουσείο και οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004. Μέσα στις συνθήκες της πορείας που περιγράψαμε, σφράγισαν και τα δύο τον αιώνα λειτουργώντας στη λογική της «Μεγάλης Ιδέας». Η διεκδίκηση των Μαρμάρων ήταν μια ιδέα της Μελίνας Μερκούρη που διατυπώθηκε για πρώτη φορά στη Διεθνή Διάσκεψη της Ουνέσκο στο Μεξικό το 1982 και έκτοτε αποτέλεσε βασική πολιτική ρητορική της ίδιας και μονόδρομο για τους επόμενους υπουργούς Πολιτισμού. Ήταν ένα συμβολικό αίτημα ισοτιμίας και εκπλήρωσης του αισθήματος εθνικού κύρους. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες, πάλι, προκάλεσαν έντονους ρυθμούς στην ολοκλήρωση των αναγκαίων δημοσίων έργων (στάδια, δρόμοι, ανακαίνιση και εκσυγχρονισμός μουσείων, ανασκαφές Μετρό), δημιούργησαν πολλές προσδοκίες στην οικονομία του τουρισμού και στην πολιτιστική επικοινωνιακή ακτινοβολία της χώρας και ένα πρωτοφανές κλίμα εθελοντικής συμμετοχής, ιδιαίτερα των νέων. Η διάψευση δεν άργησε να έρθει, όπως θα δούμε στο τελευταίο κεφάλαιο αυτής της ενότητας.

* * *

Στις 5/12/2013 η Μυρσίνη Ζορμπά μίλησε στην εκδήλωση του Τομέα Πολιτισμού της Δημοκρατικής Αριστεράς με θέμα: «Ποιος πολιτισμός — Θεσμοί και πολιτιστική πολιτική σε δύσκολους καιρούς», Ακολουθεί το βίντεο με την τοποθέτησή της:

* * *

Το βιβλίο της Μυσρίνης Ζορμπά Πολιτική του πολιτισμού, Ευρώπη & Ελλάδα στο δεύτερο μισό του 20ού αι. παρουσιάζεται τη Δευτέρα 17/3 στο Θέατρο Εξαρχείων (Θεμιστοκλέους 69) σε συζήτηση που διοργανώνουν οι εκδόσεις Πατάκη με θέμα: Ποια πολιτική για τον πολιτισμό της κρίσης; Στο πάνελ συμμετέχουν: Αυγουστίνος Ζενάκος, Μάρθα Μιχαηλίδου, Γιάννης Παπαθεοδώρου, Γιώργος Τζιρτζιλάκης, Βασίλης Χαραλαμπίδης, Μυρσίνη Ζορμπά. Συντονίζει η Μικέλα Χαρτουλάρη.

image001

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Πριν από το βιβιλιοπωλείο

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Πολιτισμός και πολιτική

3 thoughts on “Η κουλτούρα στην Ελλάδα ως δημόσια πολιτική

  1. Παράθεμα: ΕΞΟΔΟΣ στις τέχνες 15.3.2014 | dimart

  2. Παράθεμα: «Ποιος πολιτισμός-Θεσμοί και πολιτιστική πολιτική σε δύσκολους καιρούς»-Τομέας Πολιτισμού της Δημοκρατικής Αριστεράς | Μυρσίνη Ζορμπά

  3. Παράθεμα: Η μεταρρύθμιση της πολιτιστικής πολιτικής | dimart

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s