Rebecca

—του Charles L.P. Silet. Μετάφραση για το dim/art: Μαρία Τσάκος—

«Χθες βράδυ ονειρεύτηκα πως επέστρεφα στο Μάντερλεϊ»

Η πρώτη γραμμή του πιο διάσημου μυθιστορήματος της Δάφνης ντι Μωριέ, είναι και μια από τις πιο αναγνωρίσιμες πρώτες γραμμές βιβλίου της αγγλικής λογοτεχνίας. Με μια επιδέξια πινελιά, η ντι Μωριέ μάς συστήνει τη φωνή που εξιστορεί, την τοποθεσία, αλλά και την ονειρώδη ατμόσφαιρα στην οποία κινείται η ιστορία. Δεν είναι, συνεπώς, τυχαίο το γεγονός ότι ο Άλφρεντ Χίτσκοκ διάλεξε αυτήν την ατάκα για να ξεκινήσει την περίφημη κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου —η οποία, σύμφωνα με πολλούς κριτικούς, αποτελεί μία από τις πιο μεστές ταινίες του. Παρότι η Δάφνη ντι Μωριέ ήταν μια από τις δημοφιλέστερες συγγραφείς της εποχής της και έγραψε ή επιμελήθηκε δεκάδες βιβλία —βιογραφίες, θεατρικά, συλλογές από επιστολές ή λογοτεχνία—, σήμερα τη θυμόμαστε κυρίως για ορισμένα από τα πιο διάσημα μυθιστορήματά της που μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο και, κυρίως, για τη Ρεβέκκα.

daphne7Η Δάφνη ντι Μωριέ γεννήθηκε στις 13 Μαΐου του 1907 στο Λονδίνο και ήταν παιδί της Μιούριελ Μπώμοντ και του Τζέραλντ ντι Μωριέ, ηθοποιού και θιασάρχη. Ο παππούς της και πατέρας του Τζέραλντ ήταν διάσημος εικονογράφος, ιδιαίτερα γνωστός για τη δουλειά του στο βρετανικό χιουμοριστικό περιοδικό Punch.  Ήταν επίσης και συγγραφέας τριών επιτυχημένων βιβλίων. Οι ντι Μωριέ, συνεπώς, ήταν μια οικογένεια εδραιωμένη στον καλλιτεχνικό κόσμο και η Δάφνη —η μεσαία από τρεις κόρες— μεγάλωσε σε ένα προνομιούχο και ελαφρώς μποέμικο περιβάλλον, γεγονός που τις επέτρεψε να συναναστραφεί από μικρή ηθοποιούς αλλά και δημοφιλείς συγγραφείς της εποχής.

daphne1Η εκπαίδευσή της —όπως και όλων των κοριτσιών της τάξης της εκείνο τον καιρό— ήταν αποσπασματική, αλλά η ίδια διάβαζε με βουλιμία τους κλασικούς βρετανούς συγγραφείς. Αφότου τελείωσε το σχολείο κοντά στο Παρίσι, επέστρεψε στο οικογενειακό σπίτι στην πολίχνη Fowey, στην ακτή της Κορνουάλης. Αργότερα νοίκιασε ένα κοντινό αρχοντικό με την ονομασία Μενάμπιλι, το οποίο υπήρξε και η έμπνευση για το Μάντερλεϊ της Ρεβέκκας. Έζησε σχεδόν όλη τη ζωή της κάπου στη γύρω περιοχη (εκτός από τα διαστήματα όταν ταξίδευε με τον συζυγό της, Μπόι Μπράουνινγκ, ο οποίος ήταν στρατιωτικός), εξ ου και αρκετά από τα μυθιστορήματά της, συμπεριλαμβανομένης και της Ρεβέκκας, εκτυλίσσονται εκεί.

Η ντι Μωριέ ήταν προικισμένη με μια ζωηρή φαντασία και από μικρή σκαρφιζόταν ιστορίες που μαζί με τις αδελφές της μετέτρεπαν σε αυτοσχέδια θεατρικά. Συχνά βασίζονταν σε λογοτεχνικά έργα που είχε διαβάσει και κινούνταν στο είδος της ροματικής περιπέτειας, όπως, αργότερα, και τα πιο ευπώλητα από τα βιβλία της.

daphne6

Άρχισε να γράφει διηγήματα στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Το πρώτο που εκδόθηκε ήταν το And Now to God the Father το οποίο εμφανίστηκε στο περιοδικό The Bystander με επιμέλεια του θείου της Γουίλιαμ Μπώμοντ, αδελφού της μητέρας της. Όπως έγραψε αργότερα στην αυτοβιογραφία της με τίτλο Myself When Young (1971):«Πήγα συνειδητά στο βιβλιοπωλείο W.H. SMITH του Fowey και αγόρασα ένα αντίγραφο, ελπίζοντας ότι το κορίτσι στο ταμείο δε θα ψιλιαζόταν γιατί το έπαιρνα». Η ειρωνία με την οποία αντιμετώπισε την πρώτη εκείνη δημοσίευση έργου της αντανακλά και την όλη στάση της απέναντι στη φήμη που απέκτησε αργότερα. Συνέχισε καθ’ όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής της ζωής να απεχθάνεται την αυτοπροβολή και τη δημοσιότητα.

Παρότι πούλησε κάμποσα διηγήματα στο Bystander, γρήγορα συνειδητοποίησε πως για να επιτύχει την οικονομική ανεξαρτησία ως συγγραφέας, θα έπρεπε να στραφεί στο μυθιστόρημα. Το φθινόπωρο του 1929 ξεκίνησε να γράφει το βιβλίο με τίτλο The Loving Spirit, το πρώτο από πολλά μυθιστορήματα που βασίζονταν στη ζωή της στην Κορνουάλη. Στο Loving Spirit η Ντι Μωριέ παρουσιάζει για πρώτη φορά τον επιτυχημένο συνδυασμό ρομαντισμού, αστυνομικής και ιστορικής περιπέτειας και μια ατμόσφαιρα η οποία θα χαρακτήριζε και όλα τα μεταγενέστερα βιβλία της. Κατά τη διάρκεια των επομένων πενήντα χρόνων έγραψε περίπου 25 βιβλία, τα μισά από τα οποία —που είναι και τα πιο γνωστά— είχαν ως σκηνικό την Κορνουάλη. Ένα από τα πλέον διάσημα, την Ταβέρνα της Τζαμάικας, το εμπνεύστηκε εν μέρει από την παραμονή της σ’ ένα παλιό πανδοχείο γνωστό για την εμπλοκή του στο τοπικό λαθρεμπόριο.

Jamaica_Inn_novelΤα πρώτα της βιβλία μέχρι και την Ταβέρνα της Τζαμάικας είχαν ικανοποιητικές πωλήσεις και την έκαναν γνωστή στη Μεγάλη Βρετανία ως συγγραφέα, αλλά εκείνο που της εξασφάλισε την διεθνή αναγνώριση ήταν η Ρεβέκκα, το 1938. Ίσως σήμερα η ιστορία της Ρεβέκκας να είναι περισσότερο γνωστή από την ταινία του Άλφρεντ Χίτσκοκ (το 1940, με πρωταγωνιστές τους Λώρενς Ολίβιε, στο ρόλο του Μαξ ντε Γουίντερ, και Τζόαν Φοντέιν, στο ρόλο της δεύτερης γυναίκας του) παρά από το ίδιο το μυθιστόρημα της ντι Μωριέ. Την εποχή που βγήκε η ταινία, όμως, η επιτυχία της βασίστηκε κυρίως στη φήμη του μπεστ-σέλερ της ντι Μωριέ, ενός βιβλίου που συνεχίζει να ανατυπώνεται 75 χρόνια μετά από την πρώτη κυκλοφορία του. Και δεν ήταν η μόνη συνεργασία ανάμεσα στον Χίτσκοκ και την ντι Μωριέ: ο μεγάλος σκηνοθέτης γύρισε την Ταβέρνα της Τζαμάικας, το 1939, με τον Τσαρλς Λώτον και την Μωρίν Ο’ Χάρα και, πολλά χρόνια αργότερα, το 1963, Τα Πουλιά, το οποίο επίσης βασίζεται σε διήγημα της Δάφνης ντι Μωριέ.

rebecca

Το μυθιστόρημα Ρεβέκκα είναι ένα παράξενο υβρίδιο — ένα μίγμα ιστορίας αγάπης, αστυνομικού μυστηρίου και μυθιστορήματος γκόθικ. Η ιστορία αγάπης, φυσικά, αναδείχθηκε ιδιαιτέρως από την οπτική γωνία του Χόλιγουντ και του Χίτσκοκ, βρίσκεται παρ’ όλα αυτά και στον πυρήνα του βιβλίου. Μια αφελής νεαρή κοπέλα (να σημειωθεί πως δεν αποκτά ποτέ όνομα είτε στο βιβλίο, είτε στην ταινία) χωρίς συγγενείς δουλεύει ως βοηθός μια μεγαλύτερης, στριμμένης κοσμικής κυρίας ώσπου, μια μέρα, συναντάει έναν γοητευτικό, πλούσιο και πρόσφατα χηρευάμενο άνδρα, με το όνομα Μάξιμ ντε Γουίντερ, ο οποίος υπήρξε παντρεμένος —μαθαίνουμε από πολύ νωρίς— με την πανέμορφη και αριστοκρατική Ρεβέκκα. Η Ρεβέκκα είχε πνιγεί με το ιστιοπλοϊκό ανοιχτά των ακτών της Κορνουάλης, κοντά στο κτήμα των ντε Γουίντερ, το Μάντερλεϊ. Έτσι, ο μεγαλύτερης ηλικίας και σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση ντε Γούιντερ συναντάει την νεαρή, άβγαλτη και φτωχή κοπέλα και αποφασίζει να την παντρευτεί για να ξαναβρεί την ψυχική του υγεία —ένα μοτίβο που συναντάται συχνά σε παραδοσιακά αγγλικά ρομαντικά μυθιστορήματα, με προεξάρχον το Τζέιν Έυρ.

Τα μυστήριο εκτυλίσσεται αργά και έχει στο επίκεντρό του τον θάνατο της Ρεβέκκας, γύρω από τον οποίο η ντι Μωριέ πλέκει με δεξιοτεχνία μια ανατροπή στην πλοκή. Ώς τη στιγμή της τυχαίας ανακάλυψης του πτώματος της Ρεβέκκας, τόσον ο αναγνώστης όσο και η ηρωίδα διατελούν υπό την ψευδαίσθηση πως ο Μάξιμ είναι ακόμα ερωτευμένος με την πρώτη γυναίκα του. Σε αυτό το σημείο του βιβλίου, όμως, ο Μάξιμ αποκαλύπτει πως δεν την αγάπησε ποτέ, πως στην πραγματικότητα την απεχθανόταν και πως είχε αρχίσει να αναπτύσσει ένα τόσο δυνατό μίσος για εκείνην ώστε το μίσος αυτό να τον οδηγήσει στη δολοφονία της. Στην κινηματογραφική εκδοχή ο θάνατός της αποδίδεται σε ατύχημα.

daphne4Τα γκόθικ στοιχεία περιστρέφονται γύρω από το ίδιο το σπίτι —το Μάντερλεϊ— και την απειλητική φιγούρα της οικονόμου του, της κυρίας Ντάνβερς —ενός από τους πιο δυσοίωνους λογοτεχνικούς χαρακτήρες που έχουν υπάρξει ποτέ—, η οποία με τον δικό της ιδιότυπο τρόπο τρομοκρατεί την καινούργια πυργοδέσποινα. Παρότι η ντι Μωριέ αποφεύγει τις συνήθεις παγίδες του γκόθικ είδους —κρυφές σκάλες, φαντάσματα που αιωρούνται και τα συναφή— η ατμόσφαιρα του σπιτιού είναι τόσο εμποτισμένη με τη μνήμη της Ρεβέκκας ώστε ο γάμος του ερωτευμένου ζευγαριού να κινδυνεύει να καταρρεύσει και η νεαρή απογοητευμένη νύφη να φτάνει σχεδόν στην αυτοκτονία —με την ενθάρρυνση, φυσικά, της κυρίας Ντάνβερς. Η ίδια η κυρία Ντάνβερς, άλλωστε, θα είναι τελικώς υπαίτεια και για την καταστροφή του Μάντερλεϊ, στο οποίο βάζει φωτιά πριν εξαφανιστεί προς άγνωστη κατεύθυνση. Άλλη μια διαφοροποίηση ανάμεσα στο βιβλίο και την ταινία εδώ: στην εκδοχή του Χόλιγουντ, η κυρία Ντάνβερς χάνει τη ζωή της στη φωτιά που η ίδια ξεκίνησε.

fireΠαρότι η ταινία παραμένει σε γενικές γραμμές αρκετά πιστή στο βιβλίο της ντι Μωριέ, υπάρχουν και άλλες σημαντικές διαφορές, οι οποίες επηρεάζουν και το ύφος, όπως, παραδείγματος χάριν, η διαφορά ανάμεσα στις τελευταίες σκηνές τους. Στο τέλος της ταινίας, ο Μάξιμ και η γυναίκα του συναντιούνται την ώρα που καίγεται το Μάντερλεϊ και αγκαλιάζονται μπροστά από το φλεγόμενο σπίτι· ένα τυπικό χολιγουντιανό χάπι-εντ, με άλλα λόγια. Στο μυθιστόρημα, όμως, η ιστορία συνεχίζεται μετά την καταστροφή του Μάντερλεϊ, και ξαναβρίσκουμε τον Μάξιμ και τη γυναίκα του αυτεξόριστους σε κάποια ευρωπαϊκή πόλη. Εκεί κάνουν μια ήσυχη, συγκαταβατική ζωή και περνάνε τις ώρες τους αποφεύγοντας προσεκτικά να μην αναφερθούν σε θέματα που μπορεί να ξυπνήσουν μνήμες της Ρεβέκκας και του Μάντερλεϊ μέσα σε ένα «αίσθημα φόβου και ανομολόγητης ταραχής». Το τέλος του βιβλίου, συνεπώς, είναι πολύ πιο δυσοίωνο από εκείνο της ταινίας. Φτάνοντας προς το τέλος του το μυθιστόρημα, εκείνη την ονειρώδη αίσθηση, με την οποία ανοίγει, έχει αντικαταστήσει ο εφιάλτης του παρελθόντος που στοιχειώνει τις ζωές του Μάξιμ και της δεύτερης γυναίκας του.

roegΤα βιβλία της ντι Μωριέ αποδείχθηκαν πλούσια πηγή σεναρίων για ταινίες του Χόλιγουντ. Εκτός από τη Ρεβέκκα (και τις άλλες ταινίες του Χίτσκοκ στις οποίες αναφερθήκαμε), ξεχωρίζει η περίπτωση της ταινίας Η εξαδέλφη μου Ραχήλ (1952), σε σκηνοθεσία Χένρυ Κόστερ με πρωταγωνιστές την Ολίβια ντε Χάβιλαντ και έναν νεαρό Ρίτσαρτν Μπέρτον στο αμερικανικό ντεμπούτο του, η οποία αποδείχτηκε μια πολύ επιτυχημένη μεταφορά του ομώνυμου βιβλίου. Το 1959, το Scapegoat έγινε ταινία με τον Άλεκ Γκίνες και την Μπέτυ Ντέηβις. Αλλά και το Μην κοιτάζεις τώρα του Νίκολας Ρεγκ (1971), με την Τζούλι Κρίστι και τον Ντόναλντ Σάδερλαντ, απέδωσε με συνέπεια την ατμόσφαιρα του μεταφυσικού της διηγήματος στο σελιλόιντ. Με έντονη ψυχολογική πλοκή και έμφαση στην ατμόσφαιρα, οι ιστορίες της ντι Μωριέ προσφέρονταν για κινηματογραφική μεταφορά και οι ταινίες που βασίστηκαν στα βιβλία της έκαναν τη δουλειά της πιο δημοφιλή και την ίδια διάσημη.

daphne5Η Δάφνη ντι Μωριέ συνέχισε να γράφει βιβλία για περίπου 40 χρόνια μετά τη Ρεβέκκα και πολλά από αυτά εκδόθηκαν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1969 της δόθηκε ο τιμητικός τίτλος της Λαίδης και την ίδια χρονιά έφυγε για πάντα από το αγαπημένο της Μενάμπιλυ. Το 1977 της απονεμήθηκε το βραβείο Grand Master από την Εταιρεία Αμερικανών Συγγραφέων βιβλίων Μυστηρίου και το 1982 εξέδωσε τα τελευταία της βιβλία: το The Rendezvous and Other Stories και το The Rebecca Notebook and Other Memories.

Πέθανε στις 19 Απριλίου του 1989, στην αγαπημένη της Κορνουάλη, σε ηλικία 82 ετών.

Πηγή: Strand

* * *

* * *

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις του dim/art

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.