Home

 Είναι αφάνταστο πώς κατέχουμε την τέχνη να κυλιόμαστε στο βούρκο και να περιπλανιόμαστε στ’ αστέρια. Σαράντα αιώνες αυτό το βιολί — Μ.Κ.

Ο Μ. Καραγάτσης (κατά κόσμον Δημήτρης Ροδόπουλος) γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 23 Ιουνίου του 1908. Το αφιέρωμα του dim/art στον αγαπημένο πεζογράφο περιλαμβάνει ένα κείμενο της Μάρως Δούκα από τη Νέα Εστία καθώς και αποσπάσματα από την αλληλογραφία του συγγραφέα με τον καλό του φίλο Νίκο Καββαδία.

* * *

Επ’ ευκαιρία των 40 χρόνων από τον θάνατο του Μ. Καραγάτση, το λογοτεχνικό περιοδικό Νέα Εστία τού αφιέρωσε το τεύχος του Δεκεμβρίου του 2000 (τόμος 148, τχ. 1729). Παραθέτουμε ολόκληρο το κείμενο της πεζογράφου Μάρως Δούκα για τον Καραγάτση που φιλοξενήθηκε στο τεύχος εκείνο.

Ένας αντι-σχολικός συγγραφέας!

─της Μάρως Δούκα─

nea estiaΤο έχω πει πολλές φορές. Τρεις ήταν οι συγγραφείς της εφηβείας μου, τότε που δεν ήξερα τι σημαίνουν γενιές, σχολές και τάσεις στη λογοτεχνία: Ξενόπουλος, Καζαντζάκης, Καραγάτσης. Είχα τον Ξενόπουλο κατασταλαγμένο, σαφή και ήρεμο, για να μου δείχνει τον κόσμο ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Είχα τον Καζαντζάκη για να με εμψυχώνει δείχνοντάς μου τον άνθρωπο που δεν ησυχάζει. Και τον νεότερο της τριάδας, τον πληθωρικό, εκρηκτικό Μ. Καραγάτση για να σηκώνει την αυλαία και να αναδεικνύει σε τραγικά πρόσωπα ανθρώπους που βασανίστηκαν από τη λίμπιντό τους!

Θα ήμουν γύρω στα δεκαπέντε όταν άρχισα να διαβάζω το δίτομο μυθιστόρημα του Μ. Καραγάτση Ο Γιούγκερμαν και τα στερνά του. Θυμάμαι ότι με είχε κερδίσει από τις πρώτες σελίδες η γλώσσα του. Μια γλώσσα όμοια, επιφανειακά τουλάχιστον, με τη γλώσσα του Ηλία Βενέζη, που εκείνα τα χρόνια βαριόμουν! Και όμως, εντελώς διαφορετική στη δομή της. Προκλητικά έως και «πεζολογικά» περιγραφική η δημοτική του αφηγητή-συγγραφέα αλλά και πυκνή και λιτή, άλλοτε πάλι ψυχρή και άλλοτε σαν αδιάφορη, απογυμνωμένη από περίτεχνα καλολογικά στοιχεία, διεκπεραιωτική, ένας γραπτός λόγος στρωτός, λόγος χρονογραφήματος σε εφημερίδα, ενσωματωμένος χωρίς εξάρσεις και χωρίς φιλοδοξίες στην προφορική, καθημερινή ομιλία.

Οφείλω βέβαια να διευκρινίσω ότι αυτές τις εκτιμήσεις για τη γλώσσα του Καραγάτση δεν τις έκανα τότε. Τις κάνω σήμερα, και αυτό που επίσης οφείλω να σημειώσω είναι ότι τις κάνω αρνούμενη να ξαναδιαβάσω έστω και ένα βιβλίο του από φόβο μήπως διαλύσω τη μαγεία των πρώτων αναγνώσεων, εφόσον επ’ ουδενί δεν θα ήθελα να αλλοιώσω τις καθοριστικές, πριν από είκοσι πέντε χρόνια και βάλε, εντυπώσεις μου για έναν μυθιστοριογράφο που έμελλε να θαυμάσω απεριόριστα χωρίς ποτέ να θελήσω να «οικειοποιηθώ».

Διάβαζα, λοιπόν, συνεπαρμένη. Τι ήταν αυτό που με είχε γοητεύσει στον Καραγάτση; Η πλοκή; Το θέμα του; Οι χαρακτήρες; Για πρώτη φορά μάθαινα ότι το σεξ (έρωτα το λέγαμε τότε) μπορεί να πάρει τόσες και τέτοιες διαστάσεις στη ζωή ενός ανθρώπου. Για πρώτη φορά επίσης καταλάβαινα τι μπορεί να σημαίνει υπέρβαση της διαχωριστικής γραμμής ανάμεσα στο καλό και στο κακό, διαχρονικά. Προχωρούσα στην ανάγνωση με αντιφατικά συναισθήματα απέναντι στο κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος και με την υποψία ότι αυτό το πρόσωπο, ο Γιούγκερμαν, θα έμενε για πάντα στη μνήμη μου ως διαφθορέας. Χωρίς να υιοθετώ τη ματιά του στα πράγματα ούτε την ηθική του στις σχέσεις με τους άλλους, αφηνόμουν γοητευμένη στις περιπέτειες, στις απατεωνιές και στα μεθύσια του.

Ήταν έπειτα οι γυναικείοι χαρακτήρες, απόλυτα ευθυγραμμισμένοι στις σεξιστικές πεποιθήσεις των ανδρών! Ανάμεσα στη Βούλα και στην Ντάινα το Μαρικάκι. Τρεις γυναίκες, η φθισικιά, φτωχή, καστανή σγουρομάλλα Βούλα για τον αληθινό, τον μοναδικό, τον άυλο, τον πλατωνικό έρωτα, η ξανθιά, άπληστη και μυστήρια, πλούσια Ντάινα για τη δοκιμασία του σώματος, και η μικροαστή, ζουμερή, παντρεμένη, το Μαρικάκι, για τις μικρές, στιγμιαίες, ανούσιες απολαύσεις! Τρεις γυναικείοι τύπου που αποτυπώθηκαν σαν αρχέτυπα μέσα μου χαλώντας (ή μήπως διευρύνοντας) την εικόνα του κόσμου. Ήταν και ένας ποιητής απελπισμένος και αδιέξοδος σαν τον Καρυωτάκη. Ήταν και οι υπάλληλοι, με κοιλίτσα και με φαλάκρα, μουλωστά ανήθικοι, στυλοβάτες ωστόσο της κοινωνίας, παραδομένοι στις απαιτήσεις της γυναίκας τους για μια πλούσια ζωή, οι αδίσταχτοι και συνάμα άβουλοι εργοστασιάρχες, ο χρεωκοπημένος πατέρας της Βούλας και ο νεαρός απαγωγέας της Γιώργος Μάζης, αυτός που θα μεθούσε τυχαία, έπειτα από χρόνια, με τον ακούσιο ωτακουστή και εκούσιο ηδονοβλεψία Γιούγκερμαν στη Βιέννη! Ένας κόσμος άλλος, γοητευτικός και ταυτόχρονα βαθιά απωθητικός.

Ο Καραγάτσης δεν είχε τίποτα το ηθικοπλαστικό! Προσπαθούσα να φανταστώ τον δαιμόνιο Φινλανδό που αλώνιζε σε Αθήνα και Πειραιά, εποχή όπου περίσσευε η προσφυγιά και η φτώχεια. Αν και μιλούσε για χαμένες πατρίδες και για φρικτούς πολέμους, δεν υπήρχε εδώ καμιά νεότητα που να αναζητά, καμιά συμπόνια που να συγκρατεί, κανείς σκοπός που να καθορίζει την πορεία τω ηρώων, μόνο το ενστικτο της επιβίωσης, ο ηδονισμός, το εύκολο κέρδος, το παιχνίδι της εξουσίας, ο αμοραλισμός, η γελοιοποίηση του αγαθού, η καπατσοσύνη στη θέση της εξυπνάδας, ο ήττα του ποιητή, ο διασυρμός του αποτυχημένου, η δολοπλοκία, η αποθέωση της ζούγκλας σε μία Ελλάδα «υπό ανάπτυξιν».

∼∼∼

est177.jpgΚαι περνούσαν τα χρόνια. Ο Καραγάτσης παρέμενε ο κατ’ εξοχήν αντι-σχολικός, αντι-διδακτικός συγγραφέας μου. Ίσως και να μην είχα διαβάσει όλα τα βιβλία του, είχα όμως διαβάσει τα περισσότερα και τα σημαντικότερα. Επίμονος, χλευαστικός πάντα, προκλητικός, οξυδερκής, ξετύλιγε ανηλεής τα κουβάρια του σαν να μην είχε πονέσει ποτέ στη ζωή του ο ίδιος, σαν να μην είχε δοκιμάσει να υψώσει τη φωνή του για έναν άλλο, κοινό ή ξένο, σκοπό.

Και όταν αργότερα άρχισα να χώνομαι στα μυστικά της γραφής και να αναζητώ του δικούς μου τρόπους, από όλους τους «πρωτοκλασάτους» πεζογράφους αυτής της γενιάς, ο Καραγάτσης άντεχε στην αλαζονική κρίση μου, όχι επειδή είχα αποφασίσει να ξαναδιαβάσω τα βιβλία του και να επανεκτιμήσω, αλλά επειδή ήταν ο μόνος με τον οποίο αισθανόμουν ότι έχω ανοίξει από τα νεανικά μου χρόνια διάλογο ικανό να ενεργοποιήσει μέσα μου αμφίδρομα το σαρκασμό και την ειρωνεία.

Την ίδια στιγμή που είχα τη διάθεση να ειρωνευτώ ή και να σαρκάσω τον Καραγάτση-συγγραφέα για την εμμονή του στις φροϋδο-ερωτικές παρορμήσεις και διαστροφές των ηρώων του, αισθανόμουν και βαθιά διαποτισμένη από την περιγελαστική ματιά του απέναντι στα ζητούμενα όχι μόνο της γενιάς αλλά και της τάξης του. Το επίθετο «καραγατσικός» όριζε και τότε, και ορίζει πάντα για μένα, χωρίς περιττές αναλύσεις, μια συγκεκριμένη θώρηση ζωής, έναν συγκεκριμένο άνθρωπο. Η σκηνή όπου ο Γιούγκερμαν παρακολουθεί και απολαμβάνει από μια τρύπα που άνοιξε ο ίδιος στην καμπίνα του τις πρώτες σεξουαλικές εμπειρίες της ανήλικης Βούλας απόκτησε με τα χρόνια μέσα μου συμβολική σημασία. Ο εμπνευσμένος και ο ευρηματικός, ο διεισδυτικός και ο παντεπόπτης της νεοελληνικής κοινωνίας Καραγάτσης θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπήρξε και ο εισηγητής της “κλειδαρότρυπας” των ημερών μας;

Για τον Μ. Καραγάτση όμως, σαράντα χρόνια από το θάνατό του, πέρα και ανεξάρτητα από αναλύσεις ή από προσωπικές απόψεις σαν τη δική μου, έχει αποφασίσει ο χρόνος. Παραμένει πάντα ο γοητευτικός πρωτομάστορας της μυθοπλασίας, ο δημοφιλέστερος της γενιάς του. Μιας γενιάς κυρίων ως επί το πλείστον, με ψευδώνυμα, που έριξε για δεκαετίες βαρύ τον ίσκιο της στην πνευματική ζωή του τόπου. Αλλά δεν είναι της ώρας, ούτε νομίζω ότι ενδιαφέρει κανέναν η δική μου γνώμη για την περίφημη αυτή γενιά του ’30, γενιά που τη φέρνω μπροστά μου γραβατωμένη πάντα, στις παρυφές ή και στα άδυτα της εξουσίας, γενιά δικαίως ή αδίκως περιτυλιγμένη με ακαδημαϊκές τηβέννους και αστικό καθωσπρεπισμό, αν και θα ήμουν η τελευταία που θα μπορούσε να αμφισβητήσει τον ανανεωτικό παλμό της, τους ορίζοντες που διεύρυνε και τη φιλοδοξία της να ενσωματώσει δημιουργικά την ελληνική παράδοση στο χώρο της σύγχρονης ερυωπαϊκής λογοτεχνίας. Ωστόσο αν προσπαθούσε κανείς να ορίσες τις γενιές αναζητώντας έναν βαθύτερο και ουσιαστικότερο δεσμό, θα διαπίστωνε ότι ο μυθιστοριογράφος Μ. Καραγάτσης ελάχιστη σχέση έχει με τον ψυχισμό των «επισήμων» της γενιάς του. Κι εδώ ακριβώς, χωρίς καμία πρόθεση αξιολόγησης, εντοπίζεται, κατά τη γνώμη μου, ένας από τους λόγους της γοητείας και της διαχρονικότητας του μυθιστοριογραφικού έργου του.

imagesΟ Καραγάτσης, παρά τους κοινωνικούς, πολιτικούς ή άλλους δεσμούς του με τους τυπικούς εκπροσώπους της γενιάς του ’30, χτίζει τον συγγραφικό του κόσμο ακολουθώντας τη δική του πορεία. Δεν είναι ο «πνευματικός» άνθρωπος που θα βασανιστεί αναζητώντας το στίγμα και τον προορισμό του νέου ελληνισμού, αυτός που θα «καταγγείλει», ούτε αυτός που θα «περιοριστεί» από τραυματικές εμπειρίες και βιώματα. Είναι απλώς ο μυθιστοριογράφος που θα αφομοιώσει τη δυναμική της κοινωνίας του και θα την ανασυνθέσει, δημιουργώντας με ρεαλισμό και με τόλμη μνημειώδεις τοιχογραφίες ενός κόσμου που δεν αναζητά παρά τους τρόπους που θα τον οδηγήσουν στον εξατομικευμένο ευδαιμονισμό. Ο Καραγάτσης αποδέχεται ψύχραιμος τα τετελεσμένα και τα αναπλάθει με εξαιρετική μαστοριά αλλά και με διαβρωτικό υποδόριο «σαρκασμό». Για να αναπαραστήσει «θετικά», ως αναπόφευκτη, την ηθική αλλοίωση ενός κόσμου που κανένα πνευματικό μανιφέστο δεν θα μπορούσε να ανακόψει.

Τι κοινό θα μπορούσε να έχει η καθαρότητα και η πνευματικότητα των ανθρώπων του Θεοτοκά είτε η κοινωνική και πολιτισμική αγωνία των βασανισμένων του Τερζάκη με τους ανιτηρωικούς, χλευαστές ήρωες του Καραγάτση; Τι κοινό θα μπορούσαν να έχουν οι ποιητικοί κρύσταλλοι του Κοσμά Πολίτη, οι γλωσσικές και οι ιδεολογικές εμμονές του Μυριβήλη ή ο υμνηστής και νοσταλγός των χαμένων πατρίδων, βιωματικός Ηλίας Βενέζης με τον κοσμοπολίτη, φροϋδιστή συγγραφέα της Μεγάλης Χίμαιρας;

Δεν χωρεί αμφιβολία ότι ο τύπος του κυνικού πραγματιστή που αποσυνδέει ανάλαφρα την πρακτική του από τις συνέπειέες της, τη γενετήσια ορμή από την ερωτική απόλαυση και τη λογική από το συναίσθημα, συνειδητά ή όχι, αποτελεί πλέον το κυρίαρχο πρότυπο της κοινωνικής μας ζωής. Επομένως ο «χαρακτήρας» με τον οπλισμό των μυθιστορηματικών ηρώων του Καραγάτση θα μπορούσε να ενσαρκώσει σήμερα την ηθική της προόδου και να αναδειχθεί ως ο κατ’ εξοχήν ικανός και επιδέξιος να συλλάβει το πνεύμα των καιρών και να δράσει «κοινωφελώς» αποβλέποντας αποκλειστικά στο ατομικό του συμφέρον. «Πνευματικός» πατέρας, άρα, ο Καραγάτσης του «ήρωα» που με τη μια μορφή ή την άλλη τείνει να κατακυριεύσει τις σελίδες της όψιμης ελληνικής πεζογραφίας, συναγωνιζόμενος επάξια τον προβληματισμό και την αισθητική των περιοδικών ποικίλης ύλης; Μόνο που ο Καραγάτσης δεν περιορίστηκε υπερφίαλα σε ομφαλοσκοπικές εκτονώσεις. Περπάτησε υποστηριζόμενος από τη μυθοπλαστική του ικανότητα και την αποκαλυπτική ματιά του και ανέδειξε σε καθολικό βιολογικό ερωτισμό τις σεξουαλικές αναζητήσεις που εδρεύουν στο κέντρο της δράσης και της ψυχολογίας των ηρώων του.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να επαναλάβω ότι οι σκέψεις μου αυτές δεν έχουν πρόθεση αξιολόγησης. Πηγάζουν απλώς από τη διάθεσή μου να προσδιορίσω, έστω και σχηματικά, τους λόγους για τους οποίους ο Μ. Καραγάτση θα μπορούσε να θεωρηθεί σήμερα ο πιο σύγχρονος και ο πιο ερεθιστικός από τους καθιερωμένους μυθιστοριογράφους της γενιάς του. Ο μυθιστοριογράφος που, όπως είπε κάποτε και ο Γ. Π. Σαββίδης, θα μπορούσες να διαβάζεις και να ξαναδιαβάζεις με αδιάπτωτο πάντα ενδιαφέρον. Κάτι που εγώ, για δικούς μου λόγους, όπως δήλωσα και στην αρχή, δεν αποτόλμησα!

 

* * *

2011031802157_111683315_type12713Ο Μ. Καραγάτσης και ο Νίκος Καββαδίας ήταν καλοί φίλοι και διατηρούσαν αλληλογραφία επί πολλά χρόνια, από το 1939 και ώς το 1955. Το 2010, επ’ ευκαιρία της συμπλήρωσης των εκατό χρόνων από τη γέννηση του Νίκου Καββαδία και των πενήντα από το θάνατο του Μ. Καραγάτση, οι εκδόσεις «Άγρα» συγκέντρωσαν και κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά την αλληλογραφία τους, με επιμέλεια και σχολιασμό της Μαίρης Μικέ. Τα γράμματά τους έχουν ξεχωριστό ενδιαφέρον και είναι αποκαλυπτικά της αντισυμβατικότητας που, με διαφορετικό και ωστόσο συναφή τρόπο, τους χαρακτήριζε ως προσωπικότητες. Γράφουν μεταξύ τους με γλώσσα ελεύθερη και τολμηρή, ακόμα και όταν σχολιάζουν ο ένας το λογοτεχνικό έργο του άλλου, και η ανάγνωση των γραμμάτων τους είναι μια εμπειρία σχεδόν ηδονοβλεπτική, ακριβώς επειδή η μεταξύ τους επικοινωνία είναι απαλλαγμένη από κάθε έννοια τυπικότητας. Διαβάζοντας έστω και λίγα από τα γράμματά τους, γίνεται επίσης σαφές πως η σχέση τους ήταν άνιση: αν και σχεδόν συνομήλικοι, τα γράμματα του Καββαδία προς τον Καραγάτση κρύβουν θαυμασμό στα όρια του δέους και αγωνία για την συνέχιση της επικοινωνίας τους, η οποία φανερώνεται μέσα από τις συνεχείς προτροπές ή τα παράπονά του για τη συχνότητα της αλληλογραφίας τους (στην  οποία ο Καραγάτσης ανταποκρίνεται πιο αραιά απ’ ότι θα ήθελε ο φίλος του).

Από τα τριανταπέντε γράμματα (ή καρτ-ποστάλ) που περιέχει το βιβλίο, τα εικοσιπέντε ανήκουν στον Καββαδία, ο οποίος υπογράφει ως «Καββαδίας», «Κόλιας» ή «Μαραμπού» και ταχυδρομούνται αρχικά από την Ξάνθη και το αλβανικό μέτωπο ─όπου υπηρετούσε με σχετική απροθυμία─ και, από το 1949 και μετά, από διάφορα λιμάνια του κόσμου. Ο Καραγάτσης, πάλι, απαντά σχεδόν πάντοτε από την Αθήνα και υπογράφει τις περισσότερες φορές «Μ. Καραγάτσης» και σπανιότερα  «Δημήτρης»  ή «Μίτια».

Ξεχωρίσαμε και σας παρουσιάζουμε μερικά γράμματα, χωρίς απαραίτητα να παραθέτουμε για κάθε γράμμα την απάντηση. Περισσότερο θελήσαμε να δώσουμε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του ύφους, της σχέσης ανάμεσα στους δύο λογοτέχνες ─όπως αυτή σκιαγραφείται από το περιεχόμενό των επιστολών─, του χιούμορ αλλά και της πανταχού παρούσας συγγραφικής τους δεινότητας (λες και ο καθένας από τους δύο ένιωθε χρέος του να γράψει με τρόπο αντάξιο της ιδιότητας του παραλήπτη της επιστολής του).

letter2

Ξάνθη 8.10.39

Αγαπητέ μου Φίλε,

Πολλές φορές προσπάθησα να σου γράψω μα δεν το κατόρθωσα. Δεν είχα τίποτα το ενδιαφέρον να σου πω, εσέ που ό,τι έχεις πει πάντα έχει μεγάλη βαρύτητα και σημασία. Συγχώρεσέ με αν βρεις το γράμμα μου ανούσιο και κοινό. Ίσως να μη φταίω. Πάντα θυμάμαι κάτι δικό σου και τότε μοναχά έρχομαι σ’ επαφή με την ποίηση.

Θα ΄θελα πολύ να βρισκόμουνα ένα μεσημέρι στο γραφείο σου καθισμένος στη βαθιά πολυθρόνα να ξανακούσω το θάνατο του Καραμάνου είτε του Γιούγκερμαν. Ό,τι έχω περισσότερο αγαπήσει είναι το έργο σου.

Η θάλασσα, η ποίηση, τα λιμάνια είναι για μένα ─προς το παρόν ίσως─ υπόθεση άσχημα τελειωμένη. «Ιστορία που φέρνει νύστα».

Πιστεύω να θελήσεις να μου γράψεις δυο λέξεις.

Στην κυρία τα σέβη μου και στη Μαρίνα ένα φιλί από τον θείο Μαραμπού.

Πάντα φίλος Σας

Μαραμπού

letter3

17.10.1939

Θυμάσαι, Κόλια, ένα κοριτσάκι, που μια συννεφιασμένη μέρα του περσινού χειμώνα το κοροϊδέψαμε, σ’ εκείνο το δρομάκι πίσω απ’ τον «Ευαγγελισμό»; Παρουσιάστηκες συ για Καραγάτσης και ΄γω για Μαραμπούς. Ούτε χάσαμε ούτε κερδίσαμε κι οι δύο στην αλλαγή. Δυο παλιάνθρωποι που σκαντζάρουν τα πασαπόρτια τους, πάντα παλιάνθρωποι μένουν.

Δεν ξέρω πώς, μου ήρθε, εδώ και λίγες μέρες, κέφι να ξαναδώ το κοριτσάκι, έτσι, για να του πω πως λυπάμαι για την ανόητη φάρσα που του έκανα. Το φώναξα. Ήρθε. Και πήγαμε κάπου μακριά και μιλήσαμε.

Με ρώτησε πώς και τη θυμήθηκα, μετά τόσον καιρό. Δεν ήξερα τι ν’ αποκριθώ. Αναμάσησα τα αιώνια βρομερά λογοτεχνικά ψέματα, γιατί δεν είχε την απαιτούμενη φιλοσοφική προδιάθεση να δεχτεί την ομολογία της κυνικής αλήθειας. Άκουσε τις υποκριτικές δικαιολογίες μου με αγγελική αφέλεια, και μου είπε: «Δίχως άλλο δεν θα ΄χετε φίλους».

Τότε η πηγή της ψευτιάς στείρεψ’ εντός μου, και αποκρίθηκα: «Φίλους; Έχω έναν, μα δεν είναι δω. Λείπει ταξίδι». Κι έτσι ήρθε η κουβέντα για σένα. Και κράτησε πολύ.

Σήμερα κοιτούσα στο χάρτη πού βρίσκεται η πολιτεία της διαμονής σου. Κι είδα πως η θάλασσα δεν είναι κοντά. Κι ένιωσα πόσο θα υποφέρεις. Η φυγή; Ο στρατιωτικός ποινικός νόμος την ονομάζει λιποταξία και τρεις στρατοδίκες την τιμωρούν με θάνατο. Ο θάνατος μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα δεν αξίζει πολλά πράματα. Αν ήσουνα μέσα στο “Royal Oak” την ώρα που βυθίστηκε περήφανα, ίσως να ΄βρισκες τη Μοίρα σου στο βούρκο των μπάνκων του Dogger Bank. Έχεις βρει, καλότυχε, τον «ωραίο θάνατό» σου, και θα τον πετύχεις. Μα εγώ, πώς πρέπει να πεθάνω, για να πεθάνω «ωραία»;

Στο τέλος αυτής της βδομάδας, ή αρχές της ερχόμενης, θα συναντηθούμε. Έχω δουλειά στην Καβάλα. Και δεν θα λείψω να πεταχτώ ώς αυτού, να σε ιδώ, να τα πούμε, να τα μιλήσουμε.

Γεια χαρά,

Μ. Καραγάτσης

Μη λησμονείς να μου γράφεις

letter4

1.12.39

Σεβάχ Θαλασσινέ,

Δεν υπάρχει λόγος πως πρέπει να μπαρκάρεις. Όχι τόσο για τις 40 μηνιάτικες στερλίνες, όσο γιατί η θάλασσα είναι θάλασσα και συ Μαραμπούς. Τα λιμάνια πάντοτε απομένουν λιμάνια, κι οι πόρνες τους δεν επλάσθησαν απ’ τον Γιεχωβά για να γιάνουν τις αρρώστιες, μα για να τις δίνουν. Μη θαρρείς πως ένας πόλεμος μπορεί να έχει την παραμικρότερη επιρροή στις μεγάλες γραμμές της ζωής. Ένα, μόνο, κατορθώνει ο πόλεμος: Φέρνοντας τον θάνατο στο προσκήνιο, κάνει τη ζωή πιο έντονη, πιο ξεφρενιασμένη.

Τρύγα την ηδονή όπου κι όπως τη βρεις, κάτω απ’ οποιαδήποτε μορφή της. Το κορμί μας, που τόσους πόνους μας στοιχίζει, έχει την υποχρέωση, σε αντιστάθμισμα της οδύνης να μας χαρίζει την ηδονή. Αυτή είναι η μεγάλη σαρκική δικαιοσύνη.

Ο Γιούγκερμαν γύρισε στη Φινλανδία να πεθάνει καβαλώντας την Ντάινα. Μα σήμερα πήρα τηλεγράφημά του. Ξαναφόρεσε τη στολή του εσσαούλ των κοζάκων και πολεμάει για τη λευτεριά της πατρίδας του, στα έλη της Καρελίας. Ίσως να πεθάνει από σφαίρα μπολσεβίκου πριν προφτάσει να πάει τη στερνή, υπέροχη και θανάσιμη ιππασία του.

Στον Πυρσό έβγαλα την τρίτη έκδοση του Λιάπκιν. Στον Γκοβόστη τυπώνω διηγήματα. Το s/s «Tynebdidge» προσέκρουσε σε μαγνητική νάρκη στ’ ανοιχτά του Κορνγουώλ, και το α/π «Χίμαιρα» ετορπιλήσθηκε από γερμανικό υποβρύχιο 200 μίλια δυτικά της Ιρλανδίας. Δεν έχω υλικό ούτε κουράγιο να σκαρώσω καινούργια βαπόρια. Ο κατά θάλασσαν πόλεμος με νέταρε. Το κουφάρι του Μακ Γκρέγκορ πλέει στους ωκεανούς έχοντας πανί το κιμονό της Γιαπωνέζας δεμένο στο υπερφίαλο πέος του. Τα σκυλόψαρα σε περιμένουν.

Γεια χαρά

Μ. Καραγάτσης

letter1

 Τ.Τ. 912, 19.3.41

Φίλε Καραγάτση,

Τελευταία σ’ έχω πάρα πολύ σκεφτεί και πεθυμήσει. Έτσι να ‘ρθω μια μέρα από το Γραφείο ν’ ανεβούμε μαζί στην Αθήνα ή ένα μεσημέρι στο σπίτι να πιούμε καφέ και λικέρ κοιτάζοντας το λεύκωμα με τις ζωγραφιές του παράξενου Φλαμαντέζου ή του Λωτρέκ. Κατόπι να μου διαβάσεις το τελευταίο σου διήγημα κι εγώ να χαίρομαι, να συγκινούμαι, να ξαναταξιδεύω καθώς σ’ ακούω και να καπνίζω.  Να σωθούν να τσιγάρα μου και να βάλω χέρι στα δικά σου. Κατόπι να κατεβούμε στο Παλιό Φάληρο. Να ΄ναι χειμώνας και ήλιος. Έπειτα να χωρίσουμε εκεί στη στροφή της οδού Βουκουρεστίου προς το Σύνταγμα, αφού πρώτα πειράζαμε τον Χρυσόστομο ή μάλλον μας πείραζε, να τραβήξεις για το King George κι εγώ για τις άσκοπες νυχτερινές περιπλανήσεις. Βγάλε από τα γράμματά σου αυτό το αυστηρό ύφος που δεν ταιριάζει στη φιλία μας, τη μεγάλη φιλία μας. Γράφε μου όπως τότε στην Ξάνθη. Βρίζε με αλλά δίχως γάντι. Έμαθα πως βγάνεις βιβλίο τώρα γρήγορα. Μεγάλη η επιθυμία μου και η περιέργειά μου. Θα σου είναι δύσκολο να τις ικανοποιήσεις;

Γράφε μου. Γράφε μου συχνά. Όσο μπορείς. Αν άργησα να σου απαντήσω δε φταίω. Του Βαγγελάκη έγραψα χθες ευχαριστώντας.

Στην κυρία τα σέβη μου και στη Μαρίνα ένα φιλί.

Σε φιλώ

Καββαδίας

* * *

Αθήνα 27.9.49

Αδελφέ

‘Ησουνα μακριά. Πού ήσουνα; Πού ταξίδευες, τόσα χρόνια; Σε ποιες θάλασσες έπλεγες, ποιους ουρανούς αντίκριζες; Τι σε δίδαξαν τα πορφυρά κύματα, τα ματωμένα σύννεφα; Βρήκες τον κόσμο που ονειρευόσουνα; Κατάφερες να λησμονήσεις τον γαμημένο κόσμο που παράτησες; Και που εμείς ─οι άλλοι─ τον αγαπούμε, ακριβώς επειδή είναι ξεκωλιάρης;

Χρόνια σιωπής. Θυμόμουνα εκείνο που κάποτε είπε ο αδελφός σου: «Σκοπός είναι να έχεις ταλέντο ανθρώπου». Κι απορούσα: Πώς γίνεται, ο άνθρωπος που ξεστόμισε αυτόν τον πάνσοφο λόγο, να χάσει το ανθρώπινο ταλέντο του; Χρόνια σιωπής. Κι έξαφνα, γράμμα από το Πόρτο-Φίνο, από το Κολόμπο, από την Αουστράλια. Οι θάλασσες ξαναπήραν το βαθυκύανο χρώμα τους; Ο ουρανός ξανάγινε γαλάζιος; Από ποιο μακρινό ταξίδι γυρίζει πάλι, κοντά μας, ο χαμένος αδελφός;

Εσύ συναπάντησες παράξενους καιρούς στο  μεταφυσικό ταξίδι σου. Εμένα, εφέτο μ’ έδειραν τα μελτέμια του Αιγαίου. Στη Μύκονο, στην Άντρο. Κλεισμένος σε μια κάμαρα, πλάι στο κύμα, έγραφα την ιστορία της φυλής των Ελλήνων. Γαμημένη ιστορία ξεκωλιάρας φυλής. Είναι αφάνταστο πώς κατέχουμε την τέχνη να κυλιόμαστε στο βούρκο και να περιπλανιόμαστε στ’ αστέρια. Σαράντα αιώνες αυτό το βιολί. Περισσότεροι ναι, λιγότεροι όχι. Πώς να τους ξεγράψεις, τους αφιλότιμους; Περί το δειλινό, στοχαζόμουν ξαπλωμένος, σε κάποια αμμουδιά.  Δίπλα μου, μια γυναίκα που έλεγε στίχους του χαμένου αδελφού.  Στίχους γαμημένους. Α! την έσκισε, ο μπινές, τη θολή γραμμή των οριζόντων! Βούλιαξε στη θολούρα της μεταφυσικής, σαν ψαράκι στο νερό. Μαστούρωσε, ντερβίσης γίνηκε. Την ανθρωπότητα βάλθηκε να σιάξει κι αυτός. Τσιμέντο να χύσει στο μουνί της πουτάνας. Μπετό στην κωλοτρυπίδα της Γεωργίας της κουτσής. Δεν του έφταναν τα ποιήματα που έγραψε ─ο κίναιδος─ όταν ήταν λεύτερος να κάνει τέχνη την ανθρωπιά του. Αλλά πριν φύγει, μας τ’ άφησε να τα χαιρόμαστε. Τον ευχαριστούμε, για τη χαρά. Ατίμητα πετράδια, για εμάς, τα ποιήματά του. Στολίζουν υπέροχα τον άδικο κόσμο μας. Τον κάνουν να φαίνεται ωραίος. Τον κάνουν ωραίο. Στον άλλο ─τον δίκαιο─ δεν έχει ποιήματα του αδελφού μου. Δεν έχει παρά ελπίδα δικαιοσύνης. Και ντερβισάδικα τροπάρια που υμνούν δυο μεγαλοφυή μουστάκια, απ’ όπου κρέμεται το αβέβαιο όραμα ενός μελλοντικού κόσμου, όπου όλοι οι άνθρωποι θα τρων ─και θα χέζουν─ τις ίδιες ακριβώς ποσότητες τροφίμων και ποιότητες σκατών.

Μέτρησε τις ρίζες της ψυχής σου, να ιδείς πόσο μακριά πηγαίνουν…

Ο αδελφός σου

Δημήτρης

karagatsis neos

Πρόλογοι και επιμέλεια αφιερώματος: Μαρία Τσάκος

* * *

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις του dim/art

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

One thought on “Μ. Καραγάτσης, 1908-1960

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s