Home

Στις 19 Ιουλίου 1969 πέθανε ο Στράτης Μυριβήλης. Επιλέξαμε από το αφιέρωμα του τεύχους 1033 (Ιούλος 1970) του λογοτεχνικού περιοδικού Νέα Εστία ένα σύντομο αυτοβιογραφικό κείμενο του ίδιου του Μυριβήλη για την Αθήνα, καθώς και ένα απόσπασμα από το ανέκδοτο τελευταίο (χειρόγραφο) έργο του «Το χτήμα με τις ροδιές» ή «Ο Μαέστρος».

Η Αθήνα μου

(Αυτοβιογραφικές σελίδες)

Η γνωριμία μου με την Αθήνα δε στάθηκε κάτι το πολύ ευχάριστο. Σαν ήρθα από τη Λέσβο για να εγγραφώ στο Πανεπιστήμιο, πολύ γρήγορα κατάλαβα πως η φοιτητική ζωή για μένα δεν επρόκειτο να ΄ναι ρομαντική περίοδο, όπως την έβλεπα με τη φαντασία μου. Έπρεπε να δουλέψω για να βγάλω τα έξοδά μου. Πραγματικά βρήκα, με αρκετή βέβαια δυσκολία, δουλειά στην «Πατρίδα του Σίμου», που με πλήρωνε εικοσιπέντε χρυσά φράγκα το μήνα.

Σαν πήρα το πρώτο μηνιάτικο είχα την αίσθηση του νικητή. Κατέβαινα τη λεωφόρο Πανεπιστημίου με το κεφάλι ψηλά, χαϊδεύοντας μέσα στην τσέπη του πανταλονιού το γαλλικό εικοσόφραγκο και το ασημένιο ελληνικό τάληρο, που θα ‘πρεπε να με συντηρήσουν για ένα μήνα. Χαζεύοντας στο πεζοδρόμιο στάθηκα μπροστά σ’ ένα ανθοπωλείο της μόδας. Είχε μεγάλη βιτρίνα και πίσω απ’ το λαμπερό κρύσταλλο ήταν εκτεθειμένα τα πιο ωραία του λουλούδια. Ανάμεσά τους ήταν κι ένα θαυμάσιο τριαντάφυλλο εκατόφυλλο,  πάνω σ’ ένα τσουνί μισό μπόϊ, στολισμένο με καταπράσινα φύλλα και δυο σφιχτά μπουμπούκια.  Ήταν ένα ωραίο και δυνατό σύμβολο νιότης, ομορφιάς και ρώμης.

Απόμεινα να το βλέπω γοητευμένος. Έτσι σαν υπνωτισμένος από θαυμασμό, για να το δω από πιο κοντά, έσπρωξα την πόρτα και μπήκα μέσα. Ήταν ένας παράδεισος λουλουδιών και ανάμεσό τους μια κοπέλλα σαν βασίλισσα του άνθιμου εκείνου κόσμου. Με κοίταξε με τα μεγάλα της καστανά μάτια, μου χαμογέλασε, ήρθε κοντά μου και με ρώτησε τι ήθελα. Της είπα «αχ  μόνο για να ιδώ αυτό το λουλούδι, δεσποινίς… Μα δεν είναι θαύμα!». Και πραγματικά είχα έμπει μόνο για να το θαυμάσω από κοντά. Το κορίτσι πήρε στο χέρι το τριαντάφυλλο, είπε: «έχετε δίκιο, είναι το πιο ωραίο μας άνθος!» Τύλιξε το τσουνί του σ’ ένα χρυσόχαρτο και μου το πρόσφερε. Ολοένα χαμογελούσε και ολοένα με κοίταζε με τα μεγάλα γλυκά της μάτια. Το πήρα σαν αυτό να γινόταν μέσα σ’ ένα όνειρο, και το πλήρωσα δέκα φράγκα. Σχεδόν το μισό μου μηνιάτικο.

Έτσι βγήκα στο δρόμο κρατώντας το πελώριο τριαντάφυλλο, απελπισμένος, χωρίς να ξαίρω τι να το κάνω. Ντρεπόμουνα να γυρίζουν όλοι και να με κοιτάζουν στο δρόμο, να κοιτάζουν δηλαδή το τριαντάφυλλο, και είχα το συναίσθημα ενός ανθοδοχείου. Όμως μέσα μου η καρδιά μου έκλαιγε για τα λεφτά που μου ‘φύγαν, και ήταν λεφτά που χρωστούσα στο γαλατάδικο της γειτονιάς και στη νοικοκυρά της σοφίτας όπου πλάγιαζα.

Έτσι κατάλαβα πως ήταν ανάγκη να πιάσω κι αλλού δουλειά για να τα βγάζω πέρα, και μπήκα επιμελητής σ’ ένα ιδιωτικό λύκειο για φαΐ και κρεββάτι. Ήταν μια πολύ σκληρή δουλειά όλα αυτά και μαζί το Πανεπιστήμιο.

Πέρασα δύσκολα τα φοιτητικά μου χρόνια, κι η πρωτεύουσα στάθηκε αφιλόξενη μαζί μου. Με κράτησε μακριά απ’ τις χαρές της όλ’ αυτά τα χρόνια. Γι’ αυτό σαν γύρισα στο νησί μου κι άρχισα να δημοσιογραφώ και να γράφω τα πρώτα μου βιβλία, τα αισθήματά μου για την Αθήνα δεν ήταν καθόλου φιλικά. Και τα εξέφραζα αυτά τα αισθήματά μου στα άρθρα που έγραφα και στην πολιτική της εφημερίδας μου αντίκρυ στην πρωτεύουσα. Γιατί η επαρχία στην Ελλάδα κρατά στην Αθήνα μια στάση καθαρά εχθρική, αφού η πρωτεύουσα έχει όλα τα καλά και η επαρχία τα στερείται, ενώ έχει την συναίσθηση πως με τη δουλειά της θρέφει την παρασιτική πολιτεία. Είναι δηλαδή ένα αίσθημα φθόνου στο βάθος, που ενισχύεται κι απ’ τον έντονο ελληνικό τοπικισμό, που εκδηλώνεται ακόμα κι από τις επαρχιακές εφημερίδες και τους διανοούμενους της επαρχίας.

Το αίσθημα αυτό το αντιαθηναϊκό το ένιωθα κι εγώ. Η αντίθεσή μου προς την πρωτεύουσα δυνάμωνε επίσης και με το τοπικιστικό αίσθημα για το νησί μου, που έχει πνευματικές παραδόσεις αιώνων. Χωρίς λοιπόν να το καταλάβω πώς, δημιούργησα σιγά – σιγά μέσα μου μια προσωπική εχθρότητα απέναντι στην πρωτεύουσα. Αποφάσισα μάλιστα να μην γυρίσω στην Αθήνα, αν δε μου ζητούσε εκείνη η ίδια να το κάνω. Τ’ όνειρό μου ήταν νεανικό κι ωραίο. Έλεγα πως για να γύριζα στην Αθήνα, θα ‘πρεπε πρώτα να την έχω κατακτήσει απ’ το νησιώτικο οχυρό μου.

Η τύχη θέλησε λίγα χρόνια αργότερα το νεανικό μου όνειρο να πραγματοποιηθεί, όταν πια εγώ το ‘χα σχεδόν ξεχάσει. Το 1924 το πρώτο μου μυθιστόρημα «Η Ζωή εν τάφω», έκανε τον αρραβώνα μου με την Αθήνα. Οι κριτικές που έφταναν στο νησί απ’ την πρωτεύουσα, ξανάφεραν στο μυαλό μου εκείνο το τρελλό νεανικό όνειρο.

Τις πρώτες εκδόσεις τις τύπωσα στη Λέσβο, ακόμα κι αυτές που εξαντλούντο μέσα στην Αθήνα. Αυτό ήταν μια πρόκληση. Έβγαζα το άχτι μου έτσι. Εννοείται η Αθήνα ούτε που υποπτεύθηκε καν το επαρχιώτικο πείσμα μου. Απεναντίας μου άνοιξε την αγκαλιά της και με δέχτηκε με όλες τις τιμές του νικητή. Το 1930 με κάλεσε να διευθύνω μιαν εφημερίδα της. Η συνθηκολόγηση είχε γίνει. Μετά κατάλαβα πως είχα κατακτηθεί τελείως απ’ την πρωτεύουσα.

Αυτό γίνηκε σιγά – σιγά, και αυτό γίνεται με όλους όσους ζήσουν ένα διάστημα μέσα σε τούτη την πολιτεία. Τόσο με τους δικούς μας όσο και με τους ξένους. Όσο την γνωρίζει κανείς τόσο δένεται μαζί της. Στο τέλος γίνεται φανατικός Αθηναίος, όπως είμαι σήμερα κι εγώ.

Η μαγεία που αναδίδεται από τούτη την πόλη δεν προέρχεται μοναχά απ’ την υποβολή της αρχαίας της ζωής, των μνημείων και της ιστορίας της, που είναι μοναδική μέσα στην ιστορία όλων των πόλεων της υδρογείου. Είναι και η ατμόσφαιρά της. Μια ατμόσφαρα διάφανη, ανάλαφρη, μεταρσιωτική. Οι διαβάτες και περισσότερο οι κοπέλλες της Αθήνας, όταν περπατάνε πάντα αισιόδοξοι και ευκίνητοι μέσα στους δρόμους, θυμίζουν το στίχο του αρχαίου δραματικού που έβλεπε τους Αθηναίους να «διαβαίνουν άβρως δι’ αιθέρος».

Ο ουρανός, η θάλασσα, οι γλυπτικές γραμμές των βουνών, τα ανάλαφρα χρώματα που αδιάκοπα αλλάζουν πάνω στο τοπίο και στα νερά, είναι κάτι που σιγά – σιγά σε διαπερνά με την ευγένεια των τόνων του και σε κρατά σε μιαν αισιόδοξη ψυχική ένταση.

Μου αρέσει να ανεβαίνω στην Ακρόπολη στις μεσημεριάτικες ώρες. Πρώτο γιατί δεν έχει πολλούς τουρίστες, και κυρίως γιατί πιστεύω πως αυτή είναι η κατάλληλη ώρα που της ταιριάζει. Όταν ο ήλιος πλημμυράει τους ναούς και κάνει τις κολώνες διάφανες και επίχρυσες, σαν να τις διαπερνάει το φως και να κυκλοφορεί «θείος ιχώρ», μέσα στα μάρμαρα, σαν μέσα σε ζωντανά μέλη, τότε η Ακρόπολη είναι στις ώρες της. Και έτσι θα το ‘νιωθαν και κείνοι που σήκωσαν κατά πρόσωπο της αιωνιότητας αυτόν τον ύμνο προς το κάλλος και τον νουν, προς την Αθηνά. Ο Παρθενώνας είναι ένα έργο ηρωϊκού πολιτισμού, σκληρού κατά βάθος. Δεν του αρέσουν οι ρομάντσες οι τουριστικές, τα σεληνόφωτα των αστών, και οι ανόητοι ηλεκτροφωτισμοί, που εμφανίζουν τη νύχτα το θείο μνημείο σαν ξεκρέμαστο μέσα στο κενό και χωρίς βάση που ν’ ακουμπάει απάνω…

Μιαν τέτοιαν ηλιόφωτη μέρα, που γύριζα εκεί πάνω ολομόναχος ανάμεσα στα μάρμαρα, άκουσα λυγμούς. Ήταν μια νέα ξανθιά γυναίκα, που καθόταν στη βάση μιας κολώνας, κι έκλαιγε. Πλησίασα να ιδώ μήπως έχει ανάγκη από κάποια βοήθεια, και τη ρώτησα γι’ αυτό.

Ήταν μια αμερικανιδούλα που βρισκόταν στην Αθήνα με υπηρεσία εδώ και έναν, ενάμισυ χρόνο. Με ευχαρίστησε για το ενδιαφέρον, σκούπισε τα μάτια της και μου ‘πε πως ανακαλείται πίσω στην Αμερική και ανέβηκε να αποχαιρετήσει την Αθήνα. Τέτοια ολοκληρωτική είναι η καταχτητική δύναμη που εξασκεί η Αθήνα πάνω στην ψυχή του ανθρώπου. Και αυτή είναι και η δική μου περίπτωση.

Η σχέση μου με το τοπίο της είναι ιερή ερωτική σχέση.

Από αριστερά: Θράσος Καστανάκης, Στράτης Μυριβήλης, Άγγελος Τερζάκης, Ηλίας Βενέζης

Από αριστερά: Θράσος Καστανάκης, Στράτης Μυριβήλης, Άγγελος Τερζάκης, Ηλίας Βενέζης

Από τον «Μαέστρο»

Ανέκδοτα κείμενα (ευγενική παραχώρηση της οικογένειας Μυριβίλη προς τη «Νέα Εστία»).

Ένα ανηφοράκι περνούσε μέσ’ από τον ελιώνα. Είταν μεσημέρι αυγουστιάτικο και οι ελιές, πράσινες ακόμα αλλά γεμάτες φρεσκάδα, έκαναν τα βαρυφορτωμένα λεπτά κλωνάρια του ωραίου δέντρου να γέρνουν από τον πλούτο της ευφορίας που προετοίμαζαν.Τα ευγενικά δέντρα με το πρασινόγλαυκο φύλλωμα, φαινόταν ευτυχισμένα μέσα στον ήλιο. Σάλευαν αργά τα λιγερά κλωνάρια, και γιόμιζαν με την ανθηρότητα και την ήρεμη γαλήνη που σκορπάει ο ελληνικός ελιώνας μιαν ατμόσφαιρα σχεδόν θρησκευτική μέσα στο σεμνό δάσος από εκατομμύρια δέντρα της Αθηνάς.

Η Νεφέλη πρώτη φορά αντίκριζε τόσο άφθονα και τόσο ακμαία αυτά τα δέντρα. Μελετούσε τα σχήματα των κορμών, βασανισμένα και τόσο εκφραστικά, που πολλές φορές εμφάνιζαν σχήματα από πονομένες καταστάσεις ανθρωπίνων όντων. Είταν τις πιο πολλές φορές παλιά δέντρα εκατοντάδων χρονών. Μερικά απ’ αυτά είχαν προσφέρει επί αιώνες το γλυκό λάδι που είταν η απαντοχή 150 χιλιάδων αγροτών και των φτωχών αγίων που τα εκκλησάκια τους είταν σπαρμένα σ’ όλη την έχταση του νησιού, και περίμεναν τη νέα σοδειά για νανάψουν χαρμόσυνα τα καντηλάκια τους. Οι κορμοί τους είτανε βασανισμένοι από τα χρόνια, είχαν φαρδιές κουφάλες, και από τα παλιά, τα σκεβρωμένα αλλά δυνατά κορμιά τους, ξεκόρμιζαν τα νέα κλωνάρια, όλο δροσιά και παρθενική φρεσκάδα, για να παρατείνουν την ευλογημένη ζωή τους και στους καινούργιους αιώνες. Ο Αλέξης σχεδίασε μερικούς απ’ αυτούς τους κορμούς που έδιναν πραγματικά την εντύπωση μιας προσπάθειας ζωντανού πλάσματος. Μερικά έμοιαζαν με βασανισμένους κορμούς γυναικών, που προσπαθούσαν ναπλώσουν τα μπράτσα τους σαν νάθελαν να απολυτρωθούν από ένα βάρος που τους καταπίεζε την ψυχή. Άλλα είταν σαν λιγερά κοριτσόπουλα που άπλωναν λεπτά μπράτσα προς μιαν υπόσχεση, και άλλα είταν τόσο βασανιστικά στρεβλωμένα τα μέλη τους, και είταν τόση προσπάθεια στην κίνησή τους, που ένοιωθες σχεδόν ανακούφιση να βλέπεις πως όλος αυτός ο αγώνας του δέντρου κατέληγε σε μια πλούσια εκτίναξη ορμητικής και γεμάτης ευγένεια φυλλωσιάς, που έγερνε ευτυχισμένη από τον καρπό που ωρίμαζε αργά μέσα στη φλογερή ηλιοβολή του μεσογειακού μεσημεριού. Η ησυχία που απλωνότανε μέσα στον ελιώνα, γινότανε πιο έντονη, σχεδόν παλμώδης από το ομαδικό συμφωνητικό όργιο των τζιτζικιών. Που ερρύθμιζαν με τη μονότονη χορωδία τους το μυστικό έργο της γονιμοποιημένης γης, που κυκλοφορούσε το λάδι της ζωής μέσα στις αόρατες φλέβες των δέντρων. Στο πλάϊ του δρόμου τίναζαν το συντριβάνι των λιγερών κλωναριών τους οι λυγαριές, φορτωμένες γαλάζια μπουκέτα λουλουδιών και φυλλωσιά που μοσχοβολούσε μόλις την άγγιζε κανείς.

Όποιος περάσει λυγαριά και δεν κόψει κλωνάρι
Να χάσει την αγάπη του κι άλλος να του την
πάρει.

Και ξαφνικά η Παναγιά η Τρουλωτή. Είταν μια παλαιότατη βυζαντινή εκκλησίτσα χτισμένη από την Ειρήνη την Αθηναία πριν από 1300 χρόνια ανάμεσα σε τούτη την ανθισμένη πλαγιά. Είχε όλη την περίκομψη χάρη των βυζαντινών ξωκλησιών, και όλη την ευγένεια των αιώνων που πέρασαν από πάνω της. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, αδελφή του παπά που τη λειτουργούσε κάθε Κυριακή, κατοικούσε σ’ ένα σπιτάκι εκεί στο πλάϊ. Της ζήτησαν να τους ξεκλειδώσει την πόρτα, που είταν στέρεη, σιδερομένη, όπως και τα χαμηλά παράθυρα. Ήρθε με ένα πελώριο, σιδερένιο κλειδί, τους καλωσόρισε και τους έμπασε μέσα. Είταν πολύ φροντισμένη εσωτερικά, με κατηφέδες και βασιλικούς στολισμένα τα εικονίσματα, και μεταξωτές ποδιές υφασμένες στην κρεβατή μπροστά στις μεγάλες εικόνες του τέμπλου. Το τέμπλο αριστουργηματικά δουλεμένο ξυλόγλυπτο, από σκούρο σκληρό ξύλο, που έμοιαζε μαύρο σαν από έβενο. Είταν μια δουλειά αξιοθαύμαστη, μια περίπλοκη εργασία από λουλούδια, σταφύλια και παγώνια, ακόμα και φανταστικά ζώα με μακρυές λεπιδωτές ουρές που τυλίγονται γύρω στα εικονίσματα του τέμπλου. Ανάμεσα στις εικόνες είταν μερικές παλαιότατες, από τα μικρά εκείνα εικονίσματα της βυζαντινής αγιογραφίας, που ο σκόρος είχε σαρακοφαγωμένα τα χοντρά σανίδια πάνω στα οποία είταν ζωγραφισμένες ψηλά στον θόλο του τρούλου, αρχαίες αγιογραφίες αποστόλων και αγίων· έβγαιναν μέσα από την ομίχλη του χρόνου, με θαμπά πρόσωπα πολύ συλλογισμένα, που μόλις τα φώτιζαν τα καντήλια που κρεμότανε στην οροφή.

Πάνω από μια πύλη είταν το Βυζαντινό αυτοκρατορικό σήμα ανάγλυφο. Ο δικέφαλος αετός που κυττάζει την Ανατολή και τη Δύση.

Ο Αλέξης έκαμε το σταυρό του, ανεσπάστηκε το αρχαίο εικόνισμα και άναψε δυο κεράκια.

─ Για μένα είναι το δεύτερο; Έκανε η Νεφέλη. Μα ξαίρεις πως εγώ δεν πιστεύω παρά στον εαυτό μου και στην Τέχνη.
─ Δεν πειράζει. Κάποτε σαν θα μεγαλώσεις θα καταλάβεις πως ο εαυτός μας είναι μια στιγμιαία μορφή μέσα στο χρόνο, και η Τέχνη δεν είναι παρά μια προσπάθεια να εκφράσουμε το Θεό σε μια από τις άπειρες μορφές του.

Κάθησαν σ’ ένα βράχο στον ίσκιο μιας κρεββατίνας, που τα σταφύλια της, χοντρά και δυνατά, κρέμονταν πάνω από τα κεφάλια τους και μόλις άρχιζαν να ροδίζουν.

Πέρασε από μπροστά τους μια χωρική αγρότισσα, με τρία κορίτσια της κ’ ένα αγοράκι. Καλησπέρισαν. Μπήκαν στο ναό, προσκύνησαν και άναψαν κεράκια. Και οι πέντε τους είτανε ντυμένοι στα μαύρα.

─Είναι πολύ παλιά η εκκλησίτσα; Ρώτησε η Νεφέλη.
─Ούουου! Έκανε η χωρική. Πολλώ χρονώ. Την έχτισε μια βασίλισσα από την Πόλη. Η αγία Ειρήνη.
─Γιατί φοράτε μαύρα; Έχετε οικογενειακό πένθος;
─Όχι, κόρη μου, δόξα σοι ο Θεός. Ο κύρης μας είναι καλά και δουλεύει στο ψάρεμα. Τα μαύρα τα φοράμε από τάμα στην Παναγία. Αύριο είναι η γιορτή της ─ μεγάλη η χάρη της─ και τελειώνουν δεκαπέντε μέρες που τα φοράμε. Αύριο απολείτουργα θα τα βγάλουμε.

Έμειναν κάμποση ώρα χωρίς να μιλούνε. Τα τζιτζίκια γιόμιζαν τον αέρα με τις φωνές τους, που συχνά έμοιαζαν με κραυγές που καταλάγιαζαν και πάλι σηκωνόντανε στα μεσούρανα. Είταν πιασμένα στους κορμούς των δέντρων, και είχαν το ίδιο μουντό χρώμα του κορμού της ελιάς. Δεν μπορούσες να τα ξεχωρίσεις από τη σκασμένη φλούδα τους.

─Η πίστη. Είπε ο Αλέξης, εντυπωσιασμένος ακόμα από το προσκύνημα της μαυροντυμένης οικογένειας.
─Ποια πίστη όμως; ρώτησε η Νεφέλη.
─ Οποιαδήποτε. Αν είναι αληθινή είναι απολυτρωτική. Και οι κομμουνιστές που έσφαξαν και έκαψαν πιο πολλούς Έλληνες παρά οι Ιταλογερμανοί, και έκαψαν περισσότερα σκολειά και εκκλησίες από τους οχτρούς, πίστευαν πως έτσι πρέπει για να γίνει ο κόσμος πιο δίκαιος και πιο ευτυχισμένος. Είναι δικαιωμένοι στο κακούργημά τους. Και ο Μαέστρος ο δικός μας πιστεύει στη μεγαλοφυΐα του και είναι ευτυχισμένος. Ξαίρεις τον Μαέστρο που μένει στις Ρωδιές;
─ Τι είν΄αυτός;
─ Θα σου τον γνωρίσω κάποτε, αν ξανασμίξουμε στο νησί. Αυτός είναι ο πιο μεγάλος μουσικοσυνθέτης της εποχής. Παίζει βιολί σαν τον Παγανέλη. Παγανέλης είναι ο Παγκανίνι. Και είναι απόλυτα ευτυχής. Γιατί πιστεύει. Υποπτεύομαι κιόλας πως λατρεύει την αδελφή μου, χωρίς να τολμά να το ομολογήσει προς τον εαυτό του. Και η γυναικούλα αυτή με τα μαυροφορεμένα παιδιά την είδες, πιστεύει. Τα χίλια διακόσια χρόνια της βασίλισσας του Βυζαντίου είναι ένα πελώριο χρονικό κοίτασμα μέσα της που το ζει και το γιορτάζει μαζί με την Παναγία. Σ’ αυτή την πίστη άναψα τα κεράκια και αυτήν ανεσπάστηκα κάτω από το αυτοκρατορικό σύμβολο της Πόλης.
─ Δηλαδή το «ζωντανό ψέμα» που λέει ο Ίψεν. Αν το βγάλεις από τον κομμουνισμό, από τον Μαέστρο, από τη γυναικούλα, θα καταρρεύσει εξουθενωμένο.
─ Ίσως. Όπως και αν ανακαλύψουμε πως η Τέχνη και το ταλέντο μας είναι σκιές αδειανές…
─ Μα εγώ πιστεύω και στον έρωτα.
─ Όχι ακριβώς. Πιστεύεις στον (δυσανάγνωστη λέξη) έρωτα.  Μετά από λίγα χρόνια θα είσαι εξόριστη κι απ’ αυτή την πίστη.
─ Δε θέλω να σκέφτουμαι πως μια μέρα οι άντρες θα με κυττάζουν με οίκτο.

Σταμάτησαν σε μια δροσερή ισκιάδα κάτω από μια υπερύψηλη κουκουναριά. Το νερό της πηγής έτρεχε αδέσμευτο μέσα σε μία φαρδυά ποτίστρα, και είταν και ο ήχος και το θέαμα κάτι που ξεκούραζε την ψυχή, σαν νάτρεχε μέσα στα διψασμένα στήθεια το δροσερό ρέμα. Ο Αλέξης ήπιε, κατόπι πότισε μέσα στη φούχτα του και τη Νεφέλη. Έβαζε μέσα στο φούχτα του το πρόσωπο ολόκληρο και έπινε, και η κίνησή της είταν όλη χάϊδι και φίλημα. Ο Αλέξης ανέβηκε σ’ ένα βράχι και κοίταξε ένα γύρω. Κατόπι κατέβηκε, άπλωσε στα χόρτα το σακάκι του και της είπε ανυπόμονα.

Κι αυτή, υπάκουη, σαν να περίμενε χρόνια τούτο το κάλεσμα, ξάπλωσε πάνω στο απλωμένο ρούχο του και του δόθηκε βογγώντας.

Την άλλη μέρα που την ξαναείδε, εκεί που μιλούσαν για τη νέα μορφή της ζωγραφικής, του είπε ξαφνικά.
─ Είταν υπέροχο.
Έκανε πως δεν κατάλαβε.
─ Ποιο;
─ Είσαι ο πρώτος άντρας που πεθύμησα.
Γέλασε πλατειά.
─ Σα να λέμε, τους άλλους τους πήρες χωρίς να τους επιθυμείς;
─ Ναι. Από περιέργεια. Ήθελα να ιδώ την έκφραση τους σε μιαν ορισμένη στιγμή. Γιαυτό και κρατιόμουνα, για να μπορέσω να τη δω αυτή τη στιγμή εν ψυχρώ.
─ Και την είδες;
─ Ναι. Είναι κάτι μάλλον τραγικό και άσχημο, όπως τον σεληνιασμό. Συλλογίζομαι αν και το πρόσωπο του Θεού την ώρα της δημιουργίας είναι τόσο φριχτά συσπασμένο…

Μυριβήλης

* * *

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις από το dim/art

Το dim/art στο Facebook

Το dim/art στο Facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s