Οι συγγραφείς και οι φίλοι τους

Ιστορίες ανάγνωσης #9 — μια στήλη για επίμονους αναγνώστες, γραμμένη από λάτρεις της ανάγνωσης

—της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου—

Πριν το «τυπωθήτω»: οι φίλοι ως «πίστα δοκιμών» για τους συγγραφείς

Η πρωινή μου περιπλάνηση στο internet διαβάζοντας για τον Άρνολντ Σένμπεργκ, με αφορμή την επέτειο του θανάτου του, με οδήγησε συνειρμικά στο Δόκτωρ Φάουστους του Τόμας Μαν. Λέγεται ότι ο Μαν έπλασε τον Άντριαν Λέβερκυν, τον κεντρικό ήρωα του αριστουργήματός του, έχοντας κατά νου ακριβώς τον Σένμπεργκ και τις «δαιμονικές» καινοτομίες του στη μουσική σύνθεση και θεωρία (ο ίδιος ο Μαν, βέβαια, θεωρούσε ότι η ιδιοσυγκρασία του Λέβερκυν είναι πιο κοντά στη δική του «απ’ ό,τι θα μπορούσε –ή και θα ήταν δέον– να νομίζει κανείς»). Αφήνοντας λίγο κατά μέρος τον Σένμπεργκ και διαβάζοντας πλέον για τον Μαν, έπεσα πάνω στην πληροφορία ότι, μέσα στα τρία χρόνια που του πήρε για να γράψει το Δόκτωρ Φάουστους, μάζευε συχνά τους φίλους του και τους διάβαζε αποσπάσματα του βιβλίου για να βλέπει αντιδράσεις. Κι αυτή η πληροφορία με τη σειρά της με πήγε στον Κάφκα και σε μια άλλη χαριτωμένη ιστορία που είχα διαβάσει κάποτε γι’ αυτόν και τη Δίκη, όπως τη μετέφερε ο Μαξ Μπροντ: «Εμείς οι φίλοι του γελούσαμε ασυγκράτητα όταν πρωτοακούσαμε το πρώτο κεφάλαιο της Δίκης. Αλλά κι ο ίδιος γελούσε τόσο πολύ, ώστε υπήρχαν στιγμές που δεν μπορούσε καν να συνεχίσει την ανάγνωση. Απίστευτο, αν σκεφτεί κανείς την τρομακτική σοβαρότητα αυτού του κεφαλαίου. Αλλά έτσι έγινε».

(Η εικόνα με τον Κάφκα να πνίγεται από τα νευρικά γέλια προσπαθώντας να διαβάσει την εφιαλτική Δίκη, και τους φίλους του επίσης να μην αντέχουν να συγκρατηθούν, μου φαίνεται μια από τις πιο πολύτιμες παρακαταθήκες στην ιστορία της λογοτεχνίας.)

Πέρα από τα νευρικά του Κάφκα και το γενικά ανέγγιχτο (αλλά εκπληκτικά πλούσιο) θέμα του χιούμορ του, βρέθηκα ξαφνικά μπροστά σε ένα αναδυόμενο πιθανό μοτίβο που δεν είχα σκεφτεί ποτέ αλλά τώρα φαινόταν εξαιρετικά λογικό: πόσο συχνά οι παλιότεροι συγγραφείς προέβαιναν σε παρόμοια «test drive» των έργων τους πριν αυτά αποκτήσουν την τελική μορφή τους και βγουν, ανυπεράσπιστα πια, στον κόσμο και στην κρίση του ευρέως κοινού. Το έψαξα λίγο παραπάνω.

Έτσι, βρήκα, ενδεικτικά, και την περίπτωση του Μαρκ Τουέιν και της ιστορίας που έγραψε με ήρωα τον καπεταν-Στόρμφιλντ, βασισμένο σε ένα πραγματικό πρόσωπο, τον Νεντ Ουέικμαν, που ο Τουέιν είχε γνωρίσει σε ένα ταξίδι με ατμόπλοιο από το Σαν Φρανσίσκο στη Νικαράγουα το 1866. Προφανώς, ο Ουέικμαν ήταν κανονικό περιβόλι ιστοριών από τις θάλασσες που είχε ταξιδέψει – τι καλύτερο για έναν βουλιμικό ακροατή όσο και δημιουργό αφηγήσεων όπως ο Τουέιν. Έτσι, άρχισε να γεννιέται το «Ο Καπετάν Στόρμφιλντ Επισκέπτεται τα Ουράνια» – λέμε «άρχισε να γεννιέται» γιατί ο «τοκετός» κράτησε πάνω από σαράντα χρόνια. Στην ιστορία αυτή, που έμελλε να είναι το τελευταίο βιβλιαράκι που εξέδωσε ο Τουέιν πριν πεθάνει, ο καπετάν Στόρμφιλντ κάνει βόλτες στον Παράδεισο και γνωρίζεται με μερικές σημαντικές προσωπικότητες από εκεί. Ο γενικά εικονοκλάστης, παραγωγικότατος και τέρας αυτοπεποίθησης Τουέιν είχε επί σαράντα-τόσα χρόνια τρομερές αμφιβολίες για αυτό το κείμενο. Το θεωρούσε υπερβολικά προχωρημένο για το ευρύ κοινό, κι έτσι επί δεκαετίες διάβαζε διάφορες μορφές του μόνο σε μέλη της οικογένειας και φίλους, διορθώνοντας, κόβοντας και ράβοντας, ώσπου, προφανώς, έφτασε κάποια στιγμή σε εκείνη την ηλικία που έτσι κι αλλιώς του επέτρεπε μια, ας την πούμε, πιο χαλαρή σχέση με το ευρύ κοινό και τις θρησκευτικές του ευαισθησίες.

Μανιώδης, ίσως και μια ιδέα πιεστικός, αναγνώστης των έργων του σε τρίτους, τόσο μετά όσο και πριν από την έκδοσή τους λέγεται πως ήταν και ο Ντίκενς, που έτσι κι αλλιώς έδινε βαρύτητα στην προφορικότητα των κειμένων του, στον ήχο τους. Οργάνωνε συχνά αναγνώσεις που ήταν ταυτόχρονα και «πρόβα τζενεράλε» των βιβλίων του πριν πάρουν το δρόμο για το τυπογραφείο ή για την εφημερίδα, ώστε να κάνει επιτόπου τις τελευταίες μικροδιορθώσεις.

Συχνά, βέβαια, οι αναγνώσεις ημιτελών ή αδημοσίευτων έργων δεν είχαν να κάνουν (μόνο) με το feedback που αναζητούσαν οι συγγραφείς αλλά και με μια πραγματικότητα πολύ πιο ζοφερή: τη λογοκρισία. Οι ιδιωτικές αναγνώσεις της «Ωδής στον Στάλιν» από τον Όσιπ Μάντελσταμ το 1933, για παράδειγμα, φαίνεται πως δεν έμειναν τόσο ιδιωτικές όσο θα ήθελε ο ποιητής: πολύ σύντομα, οδήγησαν στη σύλληψη και την εξορία του.

Σήμερα, βέβαια, το ρόλο του κύκλου των φίλων-ακροατών μπορεί να παίξει ώς ένα βαθμό ο κύκλος των «φίλων»-αναγνωστών στο facebook και στα blogs. Η αγωνία του καλλιτέχνη πριν από την τελική «έκθεση» ωστόσο προφανώς παραμένει και θα παραμένει πάντα ίδια.

Paul_Cézanne_-_Paul_Alexis_Lê_um_Manuscrito_a_Zola

Εικόνα εξωφύλλου: ο συγγραφέας Paul Alexis διαβάζει χειρόγραφό του στον Émile Zola (Paul Cézanne, 1869-70)

* * *

Η ανάγνωση ως φετίχ

Εδώ άλλες Ιστορίες ανάγνωσης

Το dim/art στο Facebook
Το dim/art στο Facebook

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.