Home

Αυτό δεν είναι τραγούδι #61
Dj της ημέρας: Γιώργος Τσακνιάς

Το πρωτοάκουσα από τον θείο μου — όχι όλο, βέβαια, μόνο τους δύο πρώτους στίχους, διότι ο θείος λέει πολλά τραγούδια αλλά από το καθένα ξέρει μόνο τους δύο πρώτους στίχους, κι έτσι όταν πάμε για ψάρεμα π.χ. και δεν τσιμπάει τίποτα και βαριέται, πιάνει να τραγουδάει το παπάκι που πάει στην ποταμιά, αλλά αν περίμενα από τον θείο ποτέ δεν θα μάθαινα γιατί πάει το παπάκι στην ποταμιά και τι του συμβαίνει εκεί.

Στο θέμα μας όμως: ο θείος τραγουδούσε μόνο τους δύο πρώτους στίχους: Το βλέπεις κείνο το βουνό, ειν’ πιο ψηλό από τ’ άλλα / έχει πύργο γυάλινο με κρουσταλένια τζάμια. Η μελωδία με μάγευε, αλλά έμενα πάντοτε με την απορία για το βουνό και τον πύργο και γιατί τα τραγουδάμε ρε παιδιά —χώρια που μου έμπαινε η παρανοϊκή ιδέα ότι επρόκειτο για διαφήμιση του Μπάμπη Βωβού—, μέχρι που πριν από κάνα δυο χρόνια βρέθηκα, πάλι με τον θείο μου, στην παρέα την επιλεγόμενη «των Αρκουδιαρέων», όπου ο Μπουλουκούτας κι ο γιατρός και ο Γιαγκούλας και οι λοιποί τρώνε πίνουν και τραγουδάνε — και ξέρουν όλους τους στίχους. Εκεί, επιτέλους, άκουσα ολόκληρη την Αναστασά. 

Το βλέπεις κείνο το βουνό πουν’ πιο ψηλό από τ’ άλλα,
εκεί ‘ναι πύργος γυάλινος με κρουσταλλένια τζάμια,
μέσα κοιμάται μια ξανθιά μια χήρας θυγατέρα
και πως να την ξυπνήσουμε και πως να της το πούμε;
Ξύπνα καημένη Αναστασά, ξύπνα καημένη κόρη,
ξύπνα ν’ ανάψεις τη φωτιά και σβήσε το καντήλι,
γιατί μας πήρε η χαραυγή, το δόλιο μεσημέρι.

Μόλις την άκουσα (την Αναστασά), κατ’ αρχάς επιβεβαιώθηκε η αίσθηση που μου δημιουργούσε παιδιόθεν (ναι, τους δύο στίχους που ήξερε ο θείος τους άκουγα από πολύ μικρός) η εικόνα του γυάλινου πύργου: κάτι σε δημώδες Big Brother. Περί αυτού πρόκειται όντως, διότι η ιστορία του τραγουδιού, που δεν λέγεται παρά δηλώνεται μόνο απόξω απόξω, με υπαινιγμούς πολύ πλάγιους και προσεκτικούς, πλην όμως σαφείς, είναι ότι η Αναστασά επιδόθηκε σε τρελό ολονύχτιο σεξ και τώρα που ξημέρωσε πρέπει να σηκωθεί και να κάνει ότι δεν τρέχει τίποτα και να καταπιαστεί με τις καθημερινές δουλειές ώστε να μην τη μυριστεί η γειτονιά. Εικάζεται προφανώς ότι πρόκειται περί παράνομου σεξ, εξ ου και η πρεμούρα της συγκάλυψης.

Αδύνατον εδώ να μην θυμηθώ μια παλιά φίλη από ένα χωριό σε κάποιο νησί, που μου εξηγούσε πώς η μάνα της την ξυπνούσε στις 7 πάντα, ακόμα και στις διακοπές, μόνο και μόνο για να βγει λιγάκι στην αυλή να την δει η γειτόνισσα, γιατί αλλιώς θα έλεγε (η γειτόνισσα) ότι «τι έκανε αυτή όλο το βράδυ και τώρα δεν μπορεί να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι, εεεεεε;» Κάπως έτσι λοιπόν και με την Αναστασά… Ο γυάλινος πύργος με τα κρουσταλένια τζάμια μπορεί να είναι πάνω στο πιο ψηλό βουνό, αλλά —ακριβώς γι’ αυτό— όλοι βλέπουν μέσα. Ο Μεγάλος Αδερφός είναι όλοι οι άλλοι.

Έχει ενδιαφέρον το ερώτημα: ποιος είναι ο αφηγητής; Ποιοι είμαστε εμείς που «θα την ξυπνήσουμε και θα της το πούμε»; Δεν είμαστε προφανώς η «κοινωνία», αφού αντιμετωπίζουμε την Αναστασά μάλλον προστατευτικά έναντι της προαναφερθείσας κοινωνίας, μόνο όμως με συμπάθεια απέναντι στην παράβαση (ή ίσως, στην αυτουργό), όχι αμφισβητώντας τους περιορισμούς και τους κανόνες του Συστήματος και της Κοινωνίας.

Η πληροφορία ότι η ηρωίδα, εκείνη που κοιμάται μέσα στον γυάλινο πύργο, είναι «χήρας θυγατέρα», γιατί δίνεται; Τι μας ενδιαφέρει; Δεν μπορώ να βρω άλλη απάντηση παρά ότι, απόντος του πατρός, τα ήθη της κόρης αμβλύνθηκαν. Στο κάτω κάτω, είναι και ξανθιά. Να τα λέμε κι αυτά.

Μια παραλλαγή του τραγουδιού έχει έναν δεύτερο στίχο πριν τον γυάλινο πύργο:

Το βλέπεις κείνο το βουνό, είν’ πιο ψηλό από τ’ άλλα
έχει ανταρίτσα στην κορφή και καταχνιά στη ρίζα
εκεί ‘ναι πύργος γυάλινος…

Τρελαίνομαι με το υποκοριστικό «ανταρίτσα». Μου θυμίζει τη φίλη μου που απειλεί τον γιο της με τον «αστυνομικούλη». Τη ρωτάω, «γιατί «αστυνομικούλης» και όχι «αστυνομικός;»» «Ε, μωρέ, μην τρομάξει και πολύ το παιδί», μου απαντά.

Σε μια παραλλαγή από την Αράχωβα, ο λόγος που η Αναστασά κοιμόταν δηλώνεται ευθέως, αφού η Αναστασά απαντά:

Πώς να σκωθώ, λεβέντη μου, πώς να σκωθώ, παιδί μου,
μπλεχτήκαν τα μαλλάκια μου με τα δικά σου αντάμα.

‘Οπως και να ‘χει, η Αναστασά (Το βλέπεις κείνο το βουνό) έχει όντως ερωτική ατμόσφαιρα και μια περίεργη μελαγχολία, τόσο στους στίχους όσο και στη μουσική, που τη διαφοροποιεί από την άχαρη χαριτωμενιά αρκετών άλλων καλαματιανών. Την ακούμε εδώ, κάπως εξευγενισμένη, από την υπέροχη Μαρίκα Παπαγκίκα, στην οποία οφείλουμε πολλές μοναδικές ηχογραφήσεις σπάνιων δημοτικών και σμυρναίικων.

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. 

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο Facebook

Το dim/art στο Facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s