William Faulkner, 1897-1962

Το 1949, η σουηδική Ακαδημία αποφάσισε πως κανένα λογοτεχνικό έργο δεν είχε ξεχωρίσει εκείνη τη χρονιά και, ως εκ τούτου, δεν απένειμε Νόμπελ λογοτεχνίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το καταστατικό δίνει στην Επιτροπή βραβείων τη διακριτική ευχέρεια  να απονείμει το βραβείο την επόμενη χρονιά. Έτσι, μαζί με τον Bertrand Russell που κέρδισε το Νόμπελ λογοτεχνίας για το 1950, βραβεύτηκε και ο μεγάλος αμερικανός πεζογράφος William Faulkner για την «δυνατή και από καλλιτεχνικής άποψης εξέχουσα προσφορά του στην αμερικανική λογοτεχνία».

Ο Faulkner εκφώνησε την ομιλία αποδοχής τού βραβείου στις 10 Δεκεμβρίου 1950. Γραμμένη λίγα χρόνια μετά την ατομική βόμβα στη Χιροσίμα, θεωρείται μια από τις πιο δυνατές (και είναι μια από τις πιο σύντομες) ομιλίες στην ιστορία του θεσμού, και είναι ευτύχημα ότι διασώζεται το σχετικό ηχητικό αρχείο (έστω και αν κόβεται λίγο πριν από το τέλος).

Ακούστε τον ίδιο τον Faulkner, με τη χαρακτηριστική βαριά αμερικανική προφορά του (και με αρκετά σαρδάμ, σα να βιάζεται να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα), και μετά διαβάστε το πλήρες κείμενο (όπως εμφανίζεται, ελαφρώς διορθωμένο από τον ίδιο, στον επίσημο ιστότοπο των βραβείων Νόμπελ), μεταφρασμένο στα ελληνικά.

Αυτό το βραβείο δεν απονέμεται σε μένα προσωπικά, αλλά στο έργο μου – ένα έργο ζωής για την αγωνία και τον ιδρώτα του ανθρώπινου πνεύματος, που δεν αποσκοπούσε στη δόξα, ούτε, φυσικά, στο κέρδος, αλλά στο να δημιουργηθεί με πρώτες ύλες από το ανθρώπινο πνεύμα κάτι που πριν δεν υπήρχε. Για το λόγο αυτό, αποδέχομαι το βραβείο μόνο ως θεματοφύλακας. Σε ό,τι αφορά τα χρήματα που συνοδεύουν το βραβείο, δεν θα είναι δύσκολο να βρω έναν σκοπό συμβατό με τη λογική και τη σπουδαιότητα της προέλευσής τους. Θέλω όμως να κάνω το ίδιο και με την αναγνώριση, αξιοποιώντας αυτή τη στιγμή ως ιδανικό βήμα απ’ όπου θα μπορέσουν να με ακούσουν όλοι οι νέοι ─άνδρες και γυναίκες─ που έχουν αφιερωθεί στον ίδιο μόχθο, ανάμεσα στους οποίους βρίσκεται σίγουρα και κάποιος που μια μέρα θα στέκεται εδώ που στέκομα τώρα εγώ.

Η τραγωδία μας σήμερα είναι αυτός ο γενικευμένος, οικουμενικός φόβος για τη ζωή μας, ένας φόβος που βιώνουμε τόσο χρόνια, ώστε πλέον έχουμε μάθει να τον ανεχόμαστε. Έπαψαν να υπάρχουν πνευματικοί προβληματισμοί. Το μόνο ερώτημα που αρθρώνεται είναι ένα: Πότε θα έρθει η ώρα που θα με ανατινάξουν; Αυτός είναι και ο λόγος που όποιος νέος άνθρωπος γράφει σήμερα έχει ξεχάσει τις δοκιμασίες της ανθρώπινης καρδιάς η οποία βρίσκεται σε διαρκή εσωτερική διαμάχη, το μόνο θέμα, δηλαδή, που μπορεί να γίνει καλό βιβλίο ─ επειδή είναι το μόνο για το οποίο αξίζει να γράψεις, το μόνο που αξίζει την οδύνη και τον ιδρώτα σου.

Πρέπει να το μάθει ξανά. Να διδαχθεί ότι δεν υπάρχει πιο χαμερπές πράγμα απ’ το να φοβάσαι· κι αφού το διδαχθεί, να το ξεχάσει για πάντα, και να μην αφήσει χώρο στο εργαστήρι του παρά μόνο για τις παντοτινές αλήθειες τής καρδιάς, για κείνες τις παλιές οικουμενικές αλήθειες χωρίς τις οποίες οποιαδήποτε αφήγηση είναι εφήμερη και καταδικασμένη ─ για την αγάπη και την τιμή και το έλεος και την περηφάνια, για την ευσπλαχνία και για την αυτοθυσία. Μέχρις ότου το κατορθώσει, θα παραμένει έρμαιο μιας κατάρας. Θα γράφει όχι για αγάπη αλλά για ηδονή, για ήττες όπου κανείς δεν χάνει κάτι πραγματικά πολύτιμο, για νίκες χωρίς ελπίδα και, το χειρότερο όλων, θα γράφει χωρίς οίκτο και χωρίς συμπόνοια. Οι λύπες του δεν θα θρηνούν οικουμενικές απώλειες και δεν θα αφήνουν σημάδι. Δεν θα γράφει από την καρδιά μα από τους αδένες του.

Μέχρι να ξαναμάθει αυτά τα πράγματα από την αρχή, θα γράφει ωσάν να στέκεται κάπου εκεί και να παρακολουθεί το τέλος του Ανθρώπου. Αρνούμαι να αποδεχτώ το τέλος του Ανθρώπου. Είναι εύκολο να λέμε πως ο άνθρωπος είναι αθάνατος απλώς και μόνον επειδή θα αντέξει. Πως ακόμα κι όταν πια θα έχει αντηχήσει και θα έχει σβήσει ο ύστατος κρότος από την ύστατη άχρηστη πέτρα που θα κείται ακίνητη μέσα στο ύστατο κόκκινο, ετοιμοθάνατο δειλινό, ακόμα και τότε θα υπάρχει πάλι ένας ήχος: η φτενή, ακατάβλητη φωνή του, να μιλάει ακόμα.

Αρνούμαι να το δεχθώ. Πιστεύω ότι ο άνθρωπος όχι μόνο θα αντέξει – θα θριαμβεύσει. Είναι αθάνατος, όχι γιατί θα είναι το μοναδικό πλάσμα του οποίου η φωνή δε θα σιγήσει, αλλά επειδή έχει ψυχή, κι επειδή από τη φύση του είναι ικανός να συμπονέσει, να θυσιαστεί και να υπομείνει. Το καθήκον του ποιητή, του συγγραφέα είναι να γράφει γι’ αυτά τα πράγματα. Είναι ένα προνόμιο που μόνο εκείνος έχει: να βοηθά τον άνθρωπο ν’ αντέξει δίνοντας φτερά στην καρδιά του, θυμίζοντάς του το κουράγιο και την τιμή και την ελπίδα και την περηφάνια και την ευσπλαχνία και τον οίκτο και τη θυσία που δόξασαν το παρελθόν του. Η φωνή τού ποιητή δεν πρέπει να είναι απλό τεκμήριο τής ανθρώπινης ύπαρξης, μπορεί να είναι ένα από τα ερείσματα, από τους στυλοβάτες, που θα βοηθήσουν τον άνθρωπο ν’ αντέξει και να θριαμβεύσει.

WILLIAM_FAULKNER_4--644x362

Μετάφραση για το dim/art: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου & Μαρία Τσάκος

* * *

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις του dim/art

Το dim/art στο Facebook
Το dim/art στο Facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.