Home

Παύλος Σιδηρόπουλος, 27 Ιουλίου 1948-6 Δεκεμβρίου 1990

Ίσως κοινή μοίρα όλων των καλλιτεχνών είναι να υποκύπτουν, ερήμην τους ή ηθελημένα, στο μύθο που ενίοτε δημιουργείται για αυτούς — πολλώ δε μάλλον των ειδώλων της ροκ, που χάθηκαν πρόωρα, όπως ακριβώς δηλαδή ο Παύλος Σιδηρόπουλος. Ο οποίος ήταν νέος, ωραίος, έξυπνος και ταλαντούχος — ένας αμετανόητος του ροκ-εν-ρολ. Ο Σιδηρόπουλος, που πέθανε από υπερβολική δόση ηρωίνης στις 6/12/1990, ταυτίστηκε με τον «Ασυμβίβαστο» του Ανδρέα Θωμόπουλου, παρόλο που επρόκειτο για μια ταινία στην οποία ο ίδιος υπέφερε. Το dim/art, αντί άλλου αφιερώματος, καταφεύγει στην επίσημη ιστοσελίδα του «πρίγκιπα της ροκ» και παρουσιάζει τη ζωή και το έργο ενός χαρισματικού ανθρώπου που έλαμψε και κάηκε. Επίσης, παραθέτουμε ορισμένες ραδιοφωνικές συνεντεύξεις του, μεταξύ των οποίων και η τελευταία συνέντευξή του στον Rock Fm.

 Παιδική ηλικία

 

ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ 1

Ο Παύλος Σιδηρόπουλος, γιος του Κωνσταντίνου Σιδηρόπουλου και της Ιωάννας Αλεξίου, γεννήθηκε στις 27 Ιουλίου του 1948 στην Αθήνα. Οι Σιδηρόπουλοι ήταν Πόντιοι εκ Ρωσίας, αστοί, που ζούσαν από την καλλιέργεια και το εμπόριο του καπνού. Ο πατέρας του, Κωνσταντίνος, γεννήθηκε το 1918 στο Σοχούμ της Ρωσίας. Από τη Ρωσία οι Σιδηρόπουλοι έφυγαν μετά την επανάσταση του 1917 και το 1923 ήρθαν στην Ελλάδα κι εγκαταστάθηκαν στο Κιλκίς, όπου ασχολήθηκαν με το εμπόριο καπνού. To 1936 ο παππούς του Παύλου μαζί με τα έξι παιδιά του έφυγαν από το Κιλκίς κι εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Οι Αλεξίου ήταν μια μεγάλη οικογένεια διανοουμένων από το Ηράκλειο της Κρήτης. Η μητέρα του Παύλου, Ιωάννα (Τζένη), γεννήθηκε το 1924 στο Ηράκλειο της Κρήτης, πατέρας της ήταν ο Ραδάμανθυς Αλεξίου και μητέρα της η Αναστασία Αλεξίου το γένος Ζορμπά.

zorbas

Αλέξης Ζορμπάς

radamanthys

Ραδάμανθυς Αλεξίου

Ο Ραδάμανθυς ήταν αδελφός της γνωστής παιδαγωγού και πεζογράφου Έλλης Αλεξίου, της Γαλάτειας Αλεξίου-Καζαντζάκη (πρώτης συζύγου του Νίκου Καζαντζάκη) και του εκπαιδευτικού και συγγραφέα Λευτέρη Αλεξίου. Η Αναστασία, γεννημένη στην Ορμύλια της Χαλκιδικής, ήταν κόρη του Γεωργίου Ζορμπά του γνωστού ως Αλέξη Ζορμπά, όπως τον παρουσιάζει στο ομώνυμο έργο του ο Καζαντζάκης.Ο Ζορμπάς γεννήθηκε στο Ελευθεροχώρι στα 1857 και πέθανε στα Σκόπια στις 16 Σεπτεμβρίου 1941.

O Παύλος αμέσως μετά τη γέννησή του στην Αθήνα, επέστρεψε με τους γονείς του στη Θεσσαλονίκη. Έμειναν εκεί μέχρι και τα έξι πρώτα χρόνια της ζωής του, μαζί με όλη την οικογένεια του παππού του Παύλου, στο ιδιόκτητο διώροφο αρχοντόσπιτο του παππού του. Ως παιδί ήταν πολύ ζωηρός, πειραχτήρι και ριψοκίνδυνος στα παιχνίδια του. Ήταν πρόσχαρος, πάντα ευαίσθητος, καλόκαρδος και ως πολύ κοινωνικός έκανε εύκολα φίλους.

Το σιντριβάνι στην αυλή του σπιτιού του παππού του Σιδηρόπουλου

Το σιντριβάνι στην αυλή του σπιτιού του παππού του Σιδηρόπουλου

Από τα έξι χρόνια του και μετά, αφού έχει γεννηθεί και η αδελφή του Σεμέλη (Μελίνα), η τετραμελής πλέον οικογένεια, παίρνοντας μαζί και την ξαδέρφη του πατέρα του Παύλου, Παρασκευή Παραστατίδου-Λαζαρίδου, φεύγει από τη Θεσσαλονίκη, και όλοι μαζί εγκαθίστανται στην Αθήνα. Το πρώτο σπίτι της οικογένειας στην Αθήνα ήταν στην οδό Βλαβιανού 13 στα Πατήσια.

Το σπίτι στα Πατήσια

Το σπίτι στα Πατήσια

Από το 1970 και μέχρι το 1984, περίοδος που ο Παύλος γίνεται γνωστός στα μουσικά πράγματα της χώρας, η οικογένεια μένει στο σπίτι της οδού Ιωάννου Δροσοπούλου 50 στην Κυψέλη. Από το 1984 και μέχρι το θάνατό του η οικογένεια μένει στην οδό Φωσκόλου 3 στο Γαλάτσι.

Ο πατέρας του, που είχε κάνει σπουδές στο χημικό τμήμα του Πανεπιστημίου της Αθήνας, μαζί με τον αδελφό του και τον γαμπρό του δημιούργησαν μια μικρή βιομηχανία, την ΕΛΦΩΤ (απασχολούσε 12-15 εργαζόμενους), τη μοναδική ελληνική βιομηχανία η οποία παρήγαγε φωτογραφικό χαρτί.

Ο πατέρας Σιδηρόπουλος έξω από το εργοστάσιό του

Ο πατέρας Σιδηρόπουλος έξω από το εργοστάσιό του

Ο Παύλος ως μαθητής φοίτησε σε δημόσιο σχολείο, τελείωσε το 22ο Δημοτικό σχολείο Αθηνών στην οδό Νικοπόλεως στα Πατήσια και συνέχισε στο 8ο Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών, από το οποίο και αποφοίτησε το 1966.

Ο Π.Σ., δεύτερος από αριστερά, με συμμαθητές του

Ο Π.Σ., δεύτερος από αριστερά, με συμμαθητές του

Ήταν έξυπνος και καλός μαθητής χωρίς να χρειάζεται να είναι ιδιαίτερα επιμελής. Στο βιβλίο Η΄ Γυμνάσιο-Λύκειο – Εκπαιδευτήρια Μ. Κ. ΝΟΜΙΚΟΣ 1911-2000. Ιστορικό οδοιπορικό, Αθήνα 2003, γράφουν για τον Παύλο: «Σαν μαθητής, χάρη στην άμεση αντίληψή του, είχε καλές επιδόσεις». Παρ’ όλα αυτά δεν έδωσε αμέσως εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο. Το 1967, χωρίς καμία ιδιαίτερη προσπάθεια και μάλλον αδιάφορα, «πέρασε εύκολα στο Μαθηματικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης».
Τις σπουδές του στο Μαθηματικό δεν τις ολοκλήρωσε, έφτασε μέχρι το τρίτο έτος σπουδών και διέκοψε μιας και οι καλλιτεχνικές του ανησυχίες τον είχαν οριστικά κατακτήσει.spoydes

Ως παιδί, δεν σπούδασε μουσική, έστω κι αν το ταλέντο του είχε φανεί από πολύ νωρίς. Δεν το είχε θελήσει ο πατέρας του. «Κάθε μουσικό άκουσμα άγγιζε την ψυχή του μικρού Παυλάκη.Νανουριζόταν κάνοντας κούνια πάνω στο μικρό του αλογάκι που το κινούσε με απίστευτο ρυθμό πάνω στη μελωδία που σιγοτραγουδούσε μόνος του», διηγιόταν η μητέρα του. Από τα εφηβικά του χρόνια, άκουγε πολύ μουσική και του άρεσε να χορεύει. Το ροκ εν ρολ, που είχε αρχίσει τότε να ακούγεται, έγινε η μουσική που τον αντιπροσώπευε. Μουσικές σπουδές έκανε πολύ αργότερα, αφού είχε ξεκινήσει τη μουσική του σταδιοδρομία και είχε ήδη γίνει γνωστός με το ντουέτο «Δάμων και Φιντίας». Πριν από το 1975 και για μικρό σχετικά διάστημα, όσο ο ίδιος έκρινε ότι του χρειαζόταν, σπούδασε ένα χρόνο σολφέζ, αρμονία και αντίστιξη με το μουσικό και δάσκαλο Αλέξανδρο Αινειάν (1907-1983). Για περιορισμένο επίσης διάστημα, πήρε μαθήματα και από τον μουσικό Ιωάννη Ιωαννίδη, ενώ με ενθουσιασμό μιλούσε για τον συνθέτη Στέφανο Βασιλειάδη (1933-2004), στενό συνεργάτη του Γιάννη Χρήστου, τον οποίο θεωρούσε δάσκαλό του επειδή τον μύησε κάποια στιγμή στην ηλεκτροακουστική μουσική. Τη στρατιωτική του θητεία δεν την έκανε. Ο ίδιος έγραψε γι’ αυτό: «Την άνοιξη του 1976 με ενάμιση μήνα στην Τρίπολη, είκοσι μέρες 401 και τέσσερα ηλεκτροσόκ, παίρνω τρελόχαρτο».

ΤΡΕΛΟΧΑΡΤΟ

Χειροόγραφο από το αρχείο του Π. Σ.

 

Το οικογενειακό περιβάλλον

 

οικογενεια

Ο Παύλος Σιδηρόπουλος μεγάλωσε σε ένα άνετο οικονομικά περιβάλλον, με σεβασμό στις ανθρωπιστικές αξίες, με προοδευτικές πολιτικές πεποιθήσεις και πνευματική καλλιέργεια. Στο σπίτι, εκτός από τους γονείς του και την αδελφή του, ζούσε και η θεία Παρασκευή, η οποία ήταν πολύ σημαντικό στήριγμα για τον μικρό Παυλάκη αλλά και για όλη την οικογένεια. Τις Κυριακές στο πατρικό του σπίτι, συνήθιζαν να τρώνε μαζί με τη θεία, Έλλη Αλεξίου, και τον δεύτερο σύζυγο της Γαλάτειας, ποιητή, πεζογράφο, θεατρικό συγγραφέα και κριτικό λογοτεχνίας, Μάρκο Αυγέρη. Εκεί άναβαν οι συζητήσεις περί τέχνης και πολιτισμού ή περί των πολιτικών εξελίξεων της εποχής, πάντα όμως με χιούμορ και κριτική διάθεση, κάτι που διασκέδαζε κι επηρέαζε το, συνεχώς ανήσυχο πνεύμα του Παύλου.

O Π.Σ., δεξιά, με τον Μάρκο Αυγέρη και έναν φίλο του στα Νέα Στύρα Ευβοίας

O Π.Σ., δεξιά, με τον Μάρκο Αυγέρη και έναν φίλο του στα Νέα Στύρα Ευβοίας

Ο πατέρας του, Κωνσταντίνος Σιδηρόπουλος, αγαπούσε πολύ τα μαθηματικά, η λύση ασκήσεων ήταν το χόμπι του κι αυτό ήταν κάτι που προσπάθησε να εμφυσήσει στον Παύλο. Είχε ταλέντο στη μουσική και πολύ ωραία φωνή, του άρεσε να τραγουδάει, κυρίως όπερα και να παίζει πιάνο χωρίς όμως να έχουν προηγηθεί μουσικές σπουδές.

Ο Κωνσταντίνος Σιδηρόπουλος

Ο Κωνσταντίνος Σιδηρόπουλος

Παρά την αστική του καταγωγή, ο Κωνσταντίνος ήταν από τη νεαρή του ηλικία προοδευτικός. Για τις προοδευτικές του πεποιθήσεις τον απέβαλαν από όλα τα γυμνάσια της Θεσσαλονίκης. Ο θαυμασμός του Κωνσταντίνου για την προοδευτική διανόηση ήταν η αιτία της γνωριμίας του με την Έλλη Αλεξίου. Στο σπίτι της γνώρισε κι ερωτεύτηκε τη μητέρα του Παύλου, Τζένη Αλεξίου, η οποία είχε έρθει από το Ηράκλειο στην Αθήνα για να τελειώσει τις σπουδές της στο πιάνο.

Με τη μητέρα του στη Θεσσαλονίκη

Με τη μητέρα του στη Θεσσαλονίκη

Η Τζένη Αλεξίου ήταν όμορφη γυναίκα, με πνεύμα σπιρτόζο, όλο ζωντάνια και χιούμορ. Άνθρωπος ευχάριστος, που πάντοτε θα έλεγε μια ιστορία που θα προκαλούσε το γέλιο και θα πρόσφερε χαρά. Είχε αδυναμία στον Παύλο, τον καταλάβαινε, θαύμαζε την εξυπνάδα του και τον στήριξε στην καλλιτεχνική του πορεία. Από πολύ νέα αρρώστησε από μια σπάνιας μορφής ρευματοειδή αρθρίτιδα που κατέληξε να την καθηλώσει. Ήταν πολύ φιλόξε,νη, με αποτέλεσμα το σπίτι να είναι πάντα γεμάτο κόσμο . Ο Παύλος ήταν πολύ δεμένος μαζί της, τόσο ώστε να πιστεύουν αρκετοί απ’ αυτούς που τον γνώριζαν, πως αν δεν έφευγε εκείνη πρώτη, πιθανώς να μην έφευγε και αυτός. Δεν έκανε δική του οικογένεια, παρόλο που ερωτευόταν με πάθος και δινόταν ολοκληρωτικά. Χαρακτηριστικά, για τη γυναίκα και την ερωτική σχέση των δύο φύλων, ο Παύλος είχε πει: «Η γυναίκα είναι ο καθρέφτης μας. Είναι το πλάσμα που μπορούμε να αγαπάμε στο έπακρο και το μισούμε στο έπακρο ταυτόχρονα, όπως με το ίδιο σκεπτικό λέμε ότι εμπεριέχουμε το σατανά και το θεό» (συνέντευξη στον Νίκο Μποζινάκη για το περιοδικό Ποπ+Ροκ, τεύχος 88).

Τζένη Σιδηροπούλου

Τζένη Σιδηροπούλου

Μουσική σταδιοδρομία

 

stadiodromia

Χειρόγραφο από το αρχείο του Π. Σ.

Στη Θεσσαλονίκη, ο Σιδηρόπουλος, νεαρός φοιτητής και μακριά από την οικογένειά του, ξεκίνησε τη μουσική του σταδιοδρομία. Εκεί, συγκατοίκησε με τον συμφοιτητή του στο μαθηματικό τμήμα, Βαγγέλη Γερμανό.

Δάμων και Φιντίας

 

Την περίοδο εκείνη ο μουσικός Παντελής Δεληγιαννίδης έπαιζε κιθάρα με τους Olympians. Ο Παύλος τον άκουσε και ενθουσιάστηκε: «Ξεχώριζε ο άνθρωπος, δεν είχε καμία δουλειά με τον Πασχάλη και τους υπόλοιπους» έλεγε σε συνέντευξή του (Οκτώβρης 1982, περιοδικό Μουσική). Τα κοινά ακούσματά τους πολλά —blues, Eric Clapton, Cream, John Mayall κ.ά.— και έχοντας κι ο Παύλος ήδη κάποιες πρώτες συνθέσεις, του πρότεινε να συνεργαστούν. Δημιούργησαν το ντουέτο «Δάμων και Φιντίας», κατέβηκαν στην Αθήνα και άμεσα —μέσα στη διετία 1970-1971— ηχογράφησαν για τη Lyra (μέσω του label της Zodiac) τον πρώτο τους μικρό δίσκο 45 στροφών, με τα τραγούδια «Ξέσπασμα» και «Ο κόσμος τους». Συμμετείχαν επίσης —ανάμεσα σε μουσικούς και σχήματα όπως η Δέσποινα Γλέζου, «Εξαδάκτυλος», «Socrates»— στη ζωντανή ηχογράφηση «Ζωντανοί στο Κύτταρο» με τα κομμάτια τους «Απογοήτευση» και «Ο Γερο-Μαθιός». Το πρώτο περιλαμβανόταν στον κυρίως δίσκο τους, ενώ το δεύτερο αποτελούσε τη μία όψη ενός μικρού δίσκου 45 στροφώ,ν που συνόδευε τις πρώτες παρτίδες της έκδοσης (στην άλλη όψη  του δίσκου εκείνου υπήρχε η εξελληνισμένη από τον Τάσο Φαληρέα εκδοχή του «The Road Ladies» του Frank Zappa, με τον Δημήτρη Πουλικάκο και το συγκρότημα «Εξαδάκτυλος»).

ladikos

Μπουρμπούλια

 

Από εμφάνιση με τα «Μπουρμπούλια»

Από εμφάνιση με τα «Μπουρμπούλια»

Το 1972 οι «Δάμων και Φιντίας»συνεργάστηκαν με τον Νίκο Τσιλογιάννη (τύμπανα) και τον Βασίλη Ντάλλα (μπάσο, κιθάρα) από τα «Μπουρμπούλια», διατηρώντας το ίδιο όνομα στη νέα ροκ μπάντα που δημιούργησαν. Από την ετικέτα Zodiac της Lyra, κυκλοφόρησαν έναν μικρό δίσκο με τα τραγούδια «Ο Ντάμης ο ληστής» (εξαιτίας του φόβου της λογοκρισίας μετονομάστηκε ως «Ο Ντάμης ο Σκληρός») και «Απογοήτευση», σε μουσική του Δεληγιαννίδη και —στο ένα— στίχους του Σιδηρόπουλου. Στις εμφανίσεις τους έπαιζαν πέντε κομμάτια τα οποία θα κυκλοφορούσαν σε δίσκο, κάτι που όμως δεν έγινε ποτέ. Γι’ αυτό το υλικό, είχε μιλήσει ο Παύλος, τον Φλεβάρη του 1973: «Όλα τα κομμάτια στηρίζονται στη δημοτική μουσική και το κλασικό ροκ και ένα από αυτά έχει προκλασικά στοιχεία. Είναι «Το ξέρεις θα ’μαι μακριά» βασισμένο στη μακεδονίτικη μουσική, «Ο Καμπούρης», που αποτελείται από δύο μέρη, το ένα από τα οποία είναι βασισμένο σε στοιχεία της προοδευτικής τζαζ και «Ο θάνατος του Βασιλιά Σαρδόνιου», πάνω σε στοιχεία δημοτικά και προκλασικά» (συνέντευξη στην Όλγα Μπακομάρου, περιοδικό Φαντάζιο). Σύμφωνα με μεταγενέστερες μαρτυρίες του Παύλου, υπήρχαν και τα κομμάτια «Η ερημική χώρα» και το δημοτικό αφιέρωμα «Στην Ελευθερία». Το τελευταίο, μαζί με το τραγούδι «Ο Καμπούρης», είχαν κινηματογραφηθεί για τη μοναδική μουσική τηλεοπτική εκπομπή της εποχής, Δισκοθήκη για νεολαία του Νίκου Μαστοράκη, αλλά δεν προβλήθηκαν ποτέ εξαιτίας της λογοκρισίας του χουντικού καθεστώτος.

Γενικότερα ως ήχος, τα «Μπουρμπούλια», στη μετασαββοπουλική συγκεκριμένη φάση τους, εξέφραζαν μια τάση παντρέματος της ροκ με την παραδοσιακή μουσική και τον ελληνικό στίχο. Διαλύονται στις αρχές του 1974, αφού από τις τάξεις τους πέρασαν και πολλοί άλλοι μουσικοί (Άρης Τασούλης, Νίκος Πολίτης, Γιάννης Σπυρόπουλος, Γιώργος Κουβαράς).

Συνεργασία με τον Γιάννη Μαρκόπουλο

Λάκης Χαλκιάς, Λιζέττα Νικολάου, Γιάννης Μαρκόπουλος, Παύλος Σιδηρόπουλος

Λάκης Χαλκιάς, Λιζέττα Νικολάου, Γιάννης Μαρκόπουλος, Παύλος Σιδηρόπουλος

Είναι η εποχή της μεταπολίτευσης και «η ροκ σκηνή δεν έχει νόημα ύπαρξης πλέον γιατί το πολιτικό τραγούδι κυριαρχεί. Οι περισσότεροι μουσικοί ή φεύγουν έξω ή σιωπούν», όπως αφηγείται ο Σιδηρόπουλος τον Σεπτέμβριο του ’90 — στην τελευταία συνέντευξή του, στον Δημήτρη Δημητράκα και τον Rock FM. Προκειμένου να κάνει οτιδήποτε άλλο τότε, δούλεψε για κάποιους μήνες στο εργοστάσιο του πατέρα του, αλλά φαίνεται πως δεν το άντεχε. Κάπου εκεί, και μες στη δημιουργική απελπισία του, συμφωνεί να συνεργαστεί με τον συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο, ο οποίος ήρθε σε επαφή μαζί του μέσω του Π. Ζέρβα, ιδιοκτήτη των κλαμπ Κύτταρο και Ροντέο.

markopoulos-gampaΟ Σιδηρόπουλος συνεργάστηκε με τον Μαρκόπουλο από το 1974 έως το 1976, ως σατιρικός τραγουδιστής και ηθοποιός. Μετά τις πρώτες πρόβες, ο Παύλος θυμόταν πως «ο Μαρκόπουλος σχεδόν απαγόρεψε στον οποιονδήποτε φίλο του να με πλησιάσει. Με σύστηνε πάντα με χαμόγελο ως ο ροκ επικίνδυνος τρόπος ζωής, αλλά φαίνεται ότι ασκούσα κάποια έλξη απάνω του γι αυτόν ακριβώς τον τρόπο της ζωής».

Συμμετείχε σε τρεις δίσκους του Γιάννη Μαρκόπουλου:

  • «Θεσσαλικός Κύκλος» (1974, ΕΜΙ), με τα τραγούδια «Εισαγωγή – Τελάλης», «Το τηλέφωνο» (μαζί με τη Λιζέττα Νικολάου), «Η Βασίλω» και «Το Γράμμα» (μαζί με τον Λάκη Χαλκιά).

  • «Ανεξάρτητα» (1975, ΕΜΙ), με το σκωπτικό τραγούδι «Τούμπου Τούμπου Ζα» (μαζί με τον Λάκη Χαλκιά)

  •  «Οροπέδιο» (1976, ΕΜΙ), όπου ερμήνευσε το «Δεν ήρθα σαν ξένος» σε ποίηση Μιχάλη Κατσαρού (με τη συμβολή του κιθαρίστα Γιάννη Σπάθα των «Socrates»).

Δέσποινα Τομαζάνη, Παύλος Σιδηρόπουλος, από τις παραστάσεις στο «Κύτταρο»

Δέσποινα Τομαζάνη, Παύλος ΔΣιδηρόπουλος, από τις παραστάσεις στο «Κύτταρο»

Στις 4 & 6 Οκτωβρίου του 1976, ο Παύλος συμμετείχε στις συναυλίες του Μαρκόπουλου στο Ηρώδειο, οι οποίες ηχογραφούνται — αλλά θα μείνουν στο ράφι για δύο δεκατίες και πλέον, μέχρι το 1990 που κυκλοφορεί το διπλό άλμπουμ «Η Συναυλία στο Ηρώδειο». Με τις συναυλίες αυτές ολοκληρώνεται ο πρώτος κύκλος συνεργασίας του Σιδηρόπουλου με τον Μαρκόπουλο. Στα τέλη του 1986, ο Παύλος συνεργάζεται ξανά με τον συνθέτη για το δίσκο «Τολμηρή Επικοινωνία», όπου ερμηνεύει τα τραγούδια «Μάθε το Ζήτω», «Ώρα Μηδέν» (μαζί με τηΜαρία Φωτίου), «Παπαντόπ Ντοπ Ντοπ» (μαζί με τον συνθέτη), «Ηλεκτρικός Θησέας» (μαζί με τη Μαρία Φωτίου), ενώ απαγγέλλει και τα ποιήματα «Γραμμή ανοιχτή» του Δημήτρη Βάρου και «Σκηνή της αφίξεως στη Γένοβα» του Γιώργου Χρονά.

Με τον Μαρκόπουλο, το 1976.

Με τον Μαρκόπουλο, το 1976.

Για την περίοδο εκείνη και τη συνεργασία αυτή, ο Παύλος το Μάιο του 1979 εξηγούσε: «Δεν ήμουν δημιουργός. Ήταν μια εμπειρία ως εκτελεστής. (…) Στην αρχή μπήκα ασυνείδητα στο χώρο του Μαρκόπουλου, αλλά στην πορεία επάνω μπήκα συνειδητά. Ήταν μια εμπειρία αυτό που λένε σύγχρονο ελληνικό τραγούδι, που δεν μου πρόσφερε καμία συγκίνηση ή πολύ ελάχιστες» (συνέντευξη στο περιοδικό Μουσική, τεύχος 18). Η συνεργασία του με τον Γιάννη Μαρκόπουλο δεν ήταν παρά ένα διάλειμμα στις προσωπικές και καλλιτεχνικές του ανησυχίες και ενώ είχε πρόταση να συνεχίσει, μαζί με τη Βίκυ Μοσχολιού, ο Παύλος αρνήθηκε, επιστρέφοντας οριστικά και αμετάκλητα στον αυθεντικό ροκ ήχο και ουσιαστικά στον εαυτό του. Η χρονική περίοδος αυτή ταυτίζεται με το δημιουργικό διάστημα κατά το οποίο ο Σιδηρόπουλος έγραψε τους στίχους και τη μουσική του πρώτου μεγάλου δίσκου του, «Φλου».

eauto

Χειρόγραφο από το αρχείο του Π. Σ.

 

Σπυριδούλα

 

spyridoula

Στα τέλη του 1977, ο Σιδηρόπουλος, έχοντας ήδη έτοιμο το υλικό για το δίσκο «Φλου», γνωρίζεται με τα μέλη του συγκροτήματος «Σπυριδούλα», οι οποίοι τότε ήταν ένα νέο ροκ συγκρότημα —είχαν δημιουργηθεί το Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς από τους αδερφούς Σπυρόπουλους, Βασίλη και Νίκο—, αλλά χάρη στις συχνές ζωντανές εμφανίσεις τους είχαν ήδη γίνει γνωστοί στη ροκ σκηνή. Άρεσαν και στον Παύλο «γιατί δεν είχαν μεγάλη τεχνική κατάρτιση, το παίξιμό τους είχε αίσθημα, γουστάρανε που παίζανε, δηλαδή κινιότανε το πράγμα πάνω στο πάλκο» (συνέντευξή του στον Λάκη Παπαδόπουλο, περιοδικό Ποπ+Ροκ, τεύχος 6).

Το 1978, Σιδηρόπουλος και «Σπυριδούλα» δίνουν μαζί συναυλίες. Την άνοιξη του ίδιου χρόνου, ύστερα από ανακατατάξεις, το συγκρότημα καταλήγει στη σύνθεση με την οποία ξεκίνησε τα sessions του «Φλου» (ΕΜΙΑΛ, 1979): ο Παύλος στη φωνή και στα κρουστά, Βασίλης και Νίκος Σπυρόπουλος στις ηλεκτρικές και ακουστικές κιθάρες (με τον Νίκο να παίζει επίσης πλήκτρα και φλάουτο), ο Τόλης Μαστρόκαλος στο μπάσο και ο Ανδρέας Μουζακίτης πίσω από τα τύμπανα (ο οποίος κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, θα δώσει τη θέση του στον Τάσο Φωτοδήμο). Το γκρουπ υπογράφει στην ΕΜΙΑΛ (ΕΜΙ Columbia) και αρχίζει ηχογραφήσεις με παραγωγό τον Θόδωρο Σαραντή, ενώ ο Μάνος Ξυδούς αναλαμβάνει το συντονισμό. Οι ηχογραφήσεις ολοκληρώνονται το 1978, αλλά ο δίσκος θα κυκλοφορήσει τοn Μάιο του ’79. Στο δίσκο συμμετέχουν φίλοι μουσικοί (Δημήτρης Πολύτιμος, Νίκος Πολίτης, Γιώργος Μαγκλάρας κ.;a.), ενώ στην ψυχεδελική «Ώρα του Stuff» κάνει φωνητικά η Δήμητρα Γαλάνη. Αξίζει να σημειωθεί πως το «Φλου» ψηφίστηκε από τους συντάκτες του περιοδικού Ποπ+Ροκ —σε σχετικό αφιέρωμα τον Οκτώβριο του 1992— ως το καλύτερο άλμπουμ στην ιστορία της ελληνικής ροκ σκηνής.

Ύστερα από λίγους μήνες —και αρκετές συναυλίες για την προώθηση του δίσκου— η συνεργασία του Παύλου με το συγκρότημα τελειώνει. Έναν από τους λόγους που έπαιξαν ρόλο σ’ αυτό εξηγεί διακριτικά ο Σιδηρόπουλος: «Τα παιδιά στη Σπυριδούλα ήθελαν μια πιο μαρξιστική τοποθέτηση. Τα παιδιά θέλανε ένα γκρουπ με συγκεκριμένη πολιτική θέση, πράγμα στο οποίο εγώ δε συμφωνούσα και εκεί βρήκαμε ότι δεν ταιριάζουμε και σταματήσαμε να συνεργαζόμαστε» (συνέντευξη στον Ανδρέα Γιαννακουλόπουλο, περιοδικό Μουσική, Οκτώβριος 1982).

Εταιρία Καλλιτεχνών

 

etairia-kallitexnwn-arxitektoniki
Το καλοκαίρι του 1979, ο Σιδηρόπουλος έχει μείνει χωρίς συγκρότημα, αλλά δεν χάνει τον ενθουσιασμό του. Παίζει μαζί με τον Τόλη Μαστρόκαλο και τον Θόδωρο (Τέρρυ) Παπαντίνα (θρυλικός κιθαρίστας της ροκ σκηνής της Θεσσαλονίκης ήδη από τα ’70s), τζαμάροντας στο σπίτι του τελευταίου, οπότε και αποφασίζουν να δημιουργήσουν σχήμα. Στη σύνθεση προστίθενται ο  επίσης Σαλονικιός Στίλπων Νέστορας (ρυθμική κιθάρα) και ο Τζίμης Τζιμόπουλος (τύμπανα). Ο τελευταίος προτείνει να ονομαστεί το γκρουπ «Art Associations» και ο Σιδηρόπουλος συμφωνεί, αλλά με το όνομα να αναγράφεται στα ελληνικά — και έτσι εγένετο «Εταιρία Καλλιτεχνών». Έπαιζαν ροκ εν ρολ της δεκαετίας 1955-1965, αλλά και δικά τους κομμάτια, τα οποία αν και σχεδίαζαν να δισκογραφήσουν, αυτό δεν έγινε ποτέ. Οι κριτικές του μουσικού Τύπου για τις εμφανίσεις τους ήταν εντυπωσιακές — ενδεικτικά: «η Εταιρία Καλλιτεχνών έχει μια αρμονία που διαχέει μυστηριακή συγκίνηση», «ένα καταπληκτικό σύνολο με βαθιά αίσθηση του ροκ εν ρολ, που κινητοποιεί τον κόσμο και απελευθερώνει τελείως την ένταση».  Ένα χρόνο μετά, ο Παύλος θα πει για το γκρουπ: «Μπορεί όλοι να ‘μαστε από διαφορετικά μουσικά ρεύματα επηρεασμένοι, αλλά τα μουσικά αυτά ρεύματα είναι του ροκ εν ρολ και όλοι μας γουστάρουμε να παίζουμε ροκ εν ρολ». Όμως, αυτά τα διαφορετικά μουσικά ρεύματα φάνηκαν τελικά ισχυρότερα και η Εταιρεία Καλλιτεχνών διαλύθηκε έπειτα από μια βραχύβια παρουσία, αφήνοντας πίσω της όλες κι όλες τέσσερις ηχογραφήσεις, διασκευές γνωστών ροκ κομματιών, οι οποίες παρέμεναν ανέκδοτες μέχρι πρότινος, στο αρχείο του Παπαντίνα. Πρόκειται για τα τραγούδια «You really got me» των Kinks, «So you want to be a rock’n’roll star» των Byrds, «We gotta get out of this place» των Barry Mann & Cynthia Weil (γνωστό από τους Animals) και το «As I went out one morning» του Bob Dylan, ηχογραφημένα όλα ζωντανά στο αθηναϊκό club «Skylab» τον Οκτώβρη του ’79.

Ο Σιδηρόπουλος συνεχίζει τις εμφανίσεις του σε ροκ συναυλίες συνοδευόμενος για λίγο καιρό από τους ανερχόμενους «Sharp Ties». Κάπου εκεί —και πριν από τη δημιουργία των «Απροσάρμοστων»— τοποθετείται χρονικά η δημιουργία ενός βραχύβιου σχήματος που ονομαζόταν «Μουρμούρα» και το οποίο αποτελούσαν παλιοί γνώριμοι (Σιδηρόπουλος, Ντάλλας, Τζιμόπουλος), ο Πιερ Χωρέμης και ο Νίκος Γιαννάτος. Θυμάται σχετικά ο Γιαννάτος: «Η Μουρμούρα έπαιξε ένα καλοκαίρι στον Φλοίσβο στο Φάληρο κι έκανε μερικές σποραδικές εμφανίσεις εδώ κι εκεί. Απ’ ό,τι έλεγαν ο Παπαντίνας και ο Μαστρόκαλος που μας είχαν ακούσει, παίζαμε καλά. Μετά ήρθε πάλι η πρέζα, το γκρούπ διαλύθηκε και ο Παύλος έβγαλε το δίσκο Εν Λευκώ» (συνέντευξη στον Αντώνη Μποσκοΐτη, περιοδικό Οδός Πανός, Μάιος 2011).

Απροσάρμοστοι

 

aprosarmostoi

Αρχές του 1980, ο Παύλος Σιδηρόπουλος βρίσκεται και πάλι στη διαδικασία αναζήτησης μουσικών. Όλα δείχνουν ότι πλέον αναζητά μια μόνιμη μπάντα που να μπορεί να ανταποκρίνεται στο όραμά του και να αφοσιωθεί σ’ αυτό το σκοπό. «Ξέρω πολλούς κιθαρίστες που παίζουν ροκ εν ρολ, αλλά ποιοι είναι ροκεντρολίστες; Η γενιά του ’70 όσον αφορά το ροκ εν ρολ είναι τελειωμένη» έλεγε σε συνέντευξή του στον Τάσο Ψαλτάκη (περιοδικό Μουσικό Εξπρές,τεύχος 26, Δεκέμβριος 1980). Αυτός είναι και ο λόγος που επιλέγει νέα παιδιά για το συγκρότημα που φτιάχνει, «γιατί υπάρχει όρεξη… και ύστερα είναι όλοι σε καλή φυσική κατάσταση. Πολλοί από τους παλιούς μουσικούς δεν είναι σε καλή κατάσταση. Η φυσική κατάσταση παίζει πολύ μεγάλο ρόλο. Για να ‘χεις όρεξη να κάνεις κάτι, δηλαδή, κι όχι να ψάχνεις να βρεις χαμένες… παιδικές ευτυχίες…»

Ο Παύλος δοκιμάζει αρκετούς μουσικούς και σιγά-σιγά διαμορφώνεται η τελική σύνθεση της ομάδας που θα ηχογραφήσει τον επόμενο δίσκο. Λέει ο ίδιος, την άνοιξη του ’82, πως «έχοντας αλλάξει και γω δεν ξέρω πόσους μπασίστες και ντράμερ, φτιάχνω το σημερινό μου γκρουπ, τους «Απροσάρμοστους». Τώρα πια το γκρουπ είναι έτοιμο και, όπως ξέρεις, σύντομα θα κυκλοφορήσουμε ένα δίσκο, που θα λέγεται «Εν Λευκώ» και που η μουσική και οι στίχοι του είναι δικοί μου. Όπως βλέπεις δεν πολυκαθόμουνα αυτό τον καιρό, αλλά το μυαλό μου στο βάθος βάθος του ήταν πάντα εκεί» (συνέντευξη στον Άκη Λαδικό, περιοδικό Phenomenon, τεύχος 4).

Το συγκρότημα «Απροσάρμοστοι» αποτελούσαν οι: Οδυσσέας Γαλανάκης (ηλεκτρική κιθάρα), Βασίλης Πετρίδης (ηλεκτρική κιθάρα), Αλέκος Αράπης (μπάσο) και Κυριάκος Δαρίβας (τύμπανα) — αν και στο «Εν Λευκώ» τύμπανα έπαιξε ο Άκης Σημηριώτης, μιας και ο Δαρίβας υπηρετούσε τη στρατιωτική θητεία του. Το Μάρτιο του ’82, ο Σιδηρόπουλος έρχεται σε νέα συμφωνία με την ΕΜΙ και ξεκινούν οι ηχογραφήσεις του δίσκου, στο στούντιο του Σταμάτη Σπανουδάκη. Το «Εν Λευκώ» (ΕΜΙ, 1985) κυκλοφορεί τον ίδιο χρόνο, προκαλώντας αντιδράσεις — ακόμα και την παρέμβαση της λογοκρισίας.

rodeoΟι «Απροσάρμοστοι» χωρίζουν πρόσκαιρα με τον Παύλο στα τέλη του ’82, και ο Παύλος τραγουδάει τα blues που τόσο τού άρεσαν με τους BUM (Blue United Musicians), στο Ροντέο. Ο ίδιος παραδεχόταν πως ως νέος δεν είχε καμία σχέση με το βαρύ blues του Muddy Waters ή του Howlin’ Wolf «γιατί δεν είχα τραβήξει τίποτα ακόμα. Ήμουνα πιτσιρικάς. Δεν με αντιπροσώπευε καθημερινά στη ζωή μου αυτό το πράγμα, αλλά ταυτόχρονα κάτι μου ‘λεγε ότι «σ’ τα λέω γιατί μπορεί να ‘ρθουνε κι αυτά έξω από την πόρτα σου κάποτε»… […] Και με ξένιζε αυτό το μαύρο, το μουντό, το βαρύ πράγμα, αλλά ταυτόχρονα με γοήτευε αφάνταστα. Γιατί εγώ δεν είμαι ροκενtρολίστας από γεννησιμιού μου. Είχα ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. Αλλά το διάλεξα σαν τρόπο ζωής και ό,τι τράβηξα μετά, το τράβηξα επειδή το ‘θελα, όχι επειδή οδηγήθηκα προς τα’κει» (συνέντευξη στοn Νίκο Πολίτη, περιοδικό Ήχος, Μάιος 1981).

Ο Σιδηρόπουλος ψάχνει παράλληλα για συγκρότημα, μιας και οι «Απροσάρμοστοι» «αφού μάθανε όσα θέλανε και δέθηκαν, θεώρησαν τους εαυτούς τους φίρμες. Έτσι, κάποια στιγμή, με είπαν αυταρχικό, απόλυτο κλπ. Μετά απ’ αυτά, για τελείως προσωπικούς λόγους δηλαδή, διέκοψα τις επαφές μου μαζί τους. Μόνο ο Βασίλης Πετρίδης, ένας σπουδαίος κιθαρίστας και πραγματικός γνώστης της κιθάρας ήρθε μαζί μου». Τελικά, όμως, οι «Απροσάρμοστοι» τα ξαναβρίσκουν με τον Παύλο και θα παραμείνουν μαζί του μέχρι το τέλος. Αργότερα, στο συγκρότημα συμμετείχαν περιστασιακά ο κιθαρίστας Σπύρος Σούκης και  μόνιμα ο Λουκάς Γκέκας στα πλήκτρα.

Τον Απρίλιο του 1984, ξεκινούν οι ηχογραφήσεις για το άλμπουμ «Zorba the Freak» (ΕΜΙ, 1985). Ο Δημήτρης Πουλικάκος αναλαμβάνει την παραγωγή της ηχογράφησης, ενώ πολλοί φίλοι μουσικοί, συνδράμουν σε ένα παρεΐστικο κλίμα: μουσικοί όπως ο κιθαρίστας Δήμης Παπαχρήστου (1953-2008), ο πιανίστας–οργανίστας Δημήτρης Πολύτιμος, ο σαξοφωνίστας David Lynch, ο Γιάννης Γιοκαρίνης, ο Πέτρος Σκούταρης των «Sharp Ties» κ.ά. Ο δίσκος κυκλοφορεί στα μέσα του 1985 και περιέχει ορισμένα από τα πλέον δημοφιλή τραγούδια που έγραψε και ερμήνευσε ο Παύλος, όπως τα «R’Ν’R στο κρεβάτι», «Άντε και καλή τύχη μάγκες», «Μίκη Μάου(ς)», καθώς και αναθεωρημένες εκτελέσεις σε παλιότερα κομμάτια του («Απογοήτευση», «Το ΄69»), ενώ για πρώτη φορά γράφει και τραγουδάει στα αγγλικά, στο blues κομμάτι «Clown».

Το οπισθόφυλλο του δίσκου «Zorba the Freak»

Το οπισθόφυλλο του δίσκου «Zorba the Freak»

Με τους Απροσάρμοστους, ο Σιδηρόπουλος πραγματοποιεί όλα αυτά τα χρόνια πολλές συναυλίες: σε ιστορικά κλαμπ (Αν, Ροντέο,Cinema, Μετρό, Κύτταρο κ.α.), κινηματογράφους, φεστιβάλ, εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, ακόμα και στην Μπιενάλε της Βαρκελώνης. Μία από αυτές τις συναυλίες —τον Φλεβάρη του 1989 στη μουσική σκηνή Μετρό— αποτυπώνεται στη δισκογραφική κυκλοφορία «Χωρίς Μακιγιάζ» (ΜΒΙ, 1989), η οποία αποτέλεσε το τελευταίο εν ζωή άλμπουμ για τον Σιδηρόπουλο και το μοναδικό ζωντανά ηχογραφημένο. Ο δίσκος περιείχε κυρίως κομμάτια που παρότι παίζονταν συχνά στις συναυλίες, δεν είχαν δισκογραφηθεί ποτέ πριν. Παραγωγός ήταν ο στενός φίλος του Παύλου, Πάνος Ηλιόπουλος, ο οποίος μέσω της δισκογραφικής ετικέτας «Η Πόρτα που Ανοίγει», ήταν και ο μόνος που επιμελήθηκε και μετά το θάνατο του Παύλου την κυκλοφορία άλλων ηχογραφήσεων από ζωντανές εμφανίσεις του.

Ευρύτερη Καλλιτεχνική Δραστηριότητα

Ως ηθοποιός

 

ntenekedoupoli

 

Φωτογραφία της Νατάσσας Συλλιγνάκη, από το natassaki.wordpress.com

Στην τελευταία συνέντευξή του —στον Δημήτρη Δημητράκα, στο Rock FM— ο Σιδηρόπουλος με σαρκασμό ομολογεί ότι κάποια περίοδο θέλησε να ασχοληθεί με την ηθοποιία. Η συμμετοχή του στην ταινία του Ανδρέα Θωμόπουλου «Ο ασυμβίβαστος» τον είχε δελεάσει. Οι πρώτες του εμφανίσεις ως ηθοποιού έγιναν την εποχή του Μαρκόπουλου, όπου τραγουδώντας στο πάλκο, ζωντάνευε θεατρικά, ευρηματικά και με χιούμορ το περιεχόμενο των τραγουδιών. Ο Μαρκόπουλος εκείνη την εποχή είχε γράψει και τη μουσική για το παιδικό έργο «Ντενεκεδούπολη» της Ευγενίας Φακίνου, ένα πρωτότυπο κουκλοθέατρο από ντενεκεδάκια. Η Φακίνου, το 1977, όταν ανέβασε στο θέατρο Κάβα το έργο της «Στο Κουρδιστάν» σε μουσική Χρήστου Λεοντή, χρειάστηκε έναν ηθοποιό. Ο Μαρκόπουλος της πρότεινε τον Παύλο και τους έφερε σε επαφή. Έτσι συνεργάστηκαν, με τον Παύλο να υποδύεται τον «Μπουλντόζα».

fakinou

Χαρακτηριστική για το κλίμα της εποχής, αλλά και για την άτυπη αντιπαλότητα μεταξύ πολιτικού τραγουδιού και ροκ είναι η ακόλουθη μαρτυρία του συνθέτη Χρήστου Λεοντή: «Ήμουν τόσο απορροφημένος με την κατασκευή του ήχου της παράστασης, εφόσον οι τεχνικές συνθήκες ήταν άθλιες, που δυστυχώς δεν είχα το χρόνο να δουλέψω περισσότερο με τους ηθοποιούς-τραγουδιστές του έργου. Θυμάμαι ότι με ένα κασετόφωνο της κακιάς ώρας και με έναν μετρονόμο προσπαθούσα να αναδείξω τον ήχο των ρολογιών-ξυπνητηριών, που ήταν πολύ βασικός για τη δραματουργική εξέλιξη. Βέβαια, θυμάμαι και τον Σιδηρόπουλο σαν μία ευγενική φυσιογνωμία που τραγούδησε το κομμάτι που είχα γράψει για τον «Μπουλντόζα», τον κακό χαρακτήρα της παράστασης. Δεν μας δόθηκε η ευκαιρία περαιτέρω συνεργασίας, ούτε καν προσωπικής γνωριμίας. Εγώ άλλωστε ήμουν απόλυτα ταγμένος τότε στο πολιτικό τραγούδι, ενώ εκείνος στο αμερικανόφερτο είδος, το λεγόμενο ροκ. Και ροκ με πολιτικό τραγούδι δεν τα έβρισκαν ιδιαίτερα». Από τις παραστάσεις εκείνες δεν υπάρχει καμία ηχογράφηση, ούτε φωτογραφία. Ωστόσο, οι τελευταίες φράσεις του Χρήστου Λεοντή δεν θα έβρισκαν απόλυτα σύμφωνο τον Παύλο. Για εκείνον, που ήταν πολιτικοποιημένος, το ροκ εξέφραζε την επαναστατικότητά του. Γι’ αυτές του τις ιδέες, ερχόταν σε ρήξη με πολλούς στρατευμένους συνθέτες της εποχής, θεωρώντας πως η κραυγαλέα επαναστατικότητα των στίχων που χρησιμοποιούσαν κατέληγε να μην είναι γνήσια επαναστατική. Κάτι σχετικό είχε δηλώσει στον συγγραφέα-δημοσιογράφο Μισέλ Φάις, τον Σεπτέμβριο του 1990, για το περιοδικό ΗΧΟΣ & HI-FI: «Το ροκ στην Ελλάδα ακόμα είναι επαναστατικό είδος. Δεν έχει χάσει τον κοινωνικό του ρόλο. Ανεβαίνεις στο πάλκο και βλέπεις ότι ο άλλος έρχεται ανοιχτός να σε ακούσει για τα καθημερινά του προβλήματα».

Χειρόγραφο από το αρχείο του Π.Σ.
Χειρόγραφο από το αρχείο του Π. Σ.

Το 1977 ο Αντρέας Θωμόπουλος, γνωστός ήδη στους αντεργκράουντ μουσικούς και κινηματογραφικούς κύκλους της εποχής από το φιλμ «Αλδεβαράν» του 1976, γράφει το σενάριο της επόμενης ταινίας του με τελικό τίτλο «Ο Ασυμβίβαστος». Η μουσική της ταινίας είναι του Γιώργου Θεοδωράκη (γιου του Μίκη). Στην ταινία περιέχονται και τα τραγούδια «Να μ’ αγαπάς», «Μη μου μιλάς για τίποτα», «Στον Ύπνο μου», «Τι να σου πω», σε στίχους και μουσική του Αντρέα Θωμόπουλου, καθώς και το τραγούδι «Κάποτε θά ‘ρθουν» σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου. Τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν το 1977 με πρωταγωνιστή τον Σιδηρόπουλο, ο οποίος και ερμηνεύει τα τραγούδια της ταινίας (το «Τι να σου πω» ηχογραφήθηκε και με τη φωνή του Γιώργου Θεοδωράκη). Ο Σιδηρόπουλος στην τελευταία του συνέντευξη στον Δημήτρη Δημητράκα για τον ROCK FM θα πει σχετικά: «Με πήρε μια μέρα ο Αντρέας τηλέφωνο και μου λέει: Έχω γράψει ένα έργο για πάρτη σου, μοιάζει πολύ με τη ζωή σου. Το βρήκα λίγο μελό είναι η αλήθεια, αλλά ο Αντρέας μου είπε ότι στο δρόμο θα αλλάξει θα το κάνουμε πιο πειστικό και πιο ανθρώπινο, αλλά δεν έγινε. Το έκανα με μαύρη καρδιά είναι η αλήθεια».

asymvivastosΕίναι σχεδόν σίγουρο πως με την παραπάνω μαρτυρία του, ο Παύλος αναφερόταν στην αναπροσαρμογή του σεναρίου της ταινίας πάνω στον χαρακτήρα του και την ιδιοσυγκρασία του από τον σκηνοθέτη. Ο ίδιος ο Ανδρέας Θωμόπουλος σε συνέντευξη του στον Αντώνη Μποσκοΐτη για περιοδικό Δίφωνο (Δεκέμβριος 2008) θυμάται την πρώτη γνωριμία του με τον Σιδηρόπουλο, αλλά και τη μοίρα της ταινίας του, όταν βγήκε στις αίθουσες: «Το 1977 έκανα διαφημιστικές ταινίες. Ένας συνεργάτης μου, ο Τόλης Μαστρόκαλος, εκτός από καλός βοηθός σκηνοθέτη και μπασίστας (έπαιζε με τη Σπυριδούλα), ήταν και καλός φίλος του Παύλου. Ένα ζεστό βράδυ με επισκέφτηκε με τον Παύλο για καφέ και μείναμε για ώρες, στο μπαλκόνι στο Παγκράτι, με δύο κιθάρες, μία φυσαρμόνικα και κάμποσο τσίπουρο. Με τον Παύλο, ανάμεσα στα τραγούδια που του ‘παιξα και του ‘παιξα, ανταλλάξαμε μυθολογίες. Εντυπωσιάστηκα απ’ τη συγκροτημένη σκέψη, την ακρίβεια στο λόγο του, τη φωτογένεια και την ευκολία του να ακούει ένα άγνωστο τραγούδι και να το παίζει αμέσως. Όταν χωρίσαμε εκείνο το βράδυ, ήμουν σίγουρος πως με τον χαρισματικό αυτόν άνθρωπο, θα φτιάχναμε κάτι μαζί. Είχα ήδη αρχίσει να γράφω το σενάριο της επόμενης ταινίας, που είχε προσωρινό τίτλο το διφορούμενο «Εύκολος δρόμος». Στη συνέχεια έγινε «Ασυμβίβαστος». Οι κριτικές δεν ήταν καλές. Ως προς τον κόσμο, σε κάποιους άρεσε, ενώ κάποιοι άλλοι μίλησαν για ταινία αδιάφορη. Άρεσε όμως στη Γερμανία και παίχτηκε σε εφτά κανάλια εκεί και σε ένα φεστιβάλ στο Κάρλοβυ Βάρι της τότε Τσεχοσλοβακίας βρήκε οπαδούς και τρυφερούς συγγενείς. Μετά το θάνατο του Παύλου, πολλοί πια μιλούν γι’ αυτή την ταινία που απέκτησε μυθικές διαστάσεις. Τέλος, το «Να μ’ αγαπάς», το τραγούδι-ορόσημο της ταινίας, προϋπήρχε. Γράφτηκε ένα χρόνο πριν από την ταινία, για την Ηρώ, τη γυναίκα μου και μητέρα των παιδιών μου».

Η ταινία συμμετείχε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης του 1978 και ένα χρόνο μετά κυκλοφόρησε από τη Lyra ο δίσκος με τη μουσική και τα τραγούδια της ταινίας. Σε ό,τι αφορά το «Κάποτε θα ‘ρθουν», από την μόλις πέντε λεπτών συνάντηση του με τον Μίκη Θεοδωράκη, με αφορμή το τραγούδι αυτό, ο Παύλος θα εμπνευστεί το κείμενο-καταπέλτη που ηχογράφησε στο σπίτι του και κυκλοφόρησε το 1994 στο μεταθανάτιο άλμπουμ του, «Εν αρχή ην ο λόγος».

Ο Παύλος εμφανίστηκε και στην τηλεόραση ως ηθοποιός, το 1982, στο σήριαλ Οικογένεια Ζαρντή που σκηνοθέτησε για την ΕΡΤ-1 ο Κώστας Φέρρης. Ο ίδιος ο Φέρρης για τη συμμετοχή του Παύλου στο σήριαλ θα γράψει. «Σ’ έναν πολύ ωραίο ρόλο…ενός οπιομανούς γαλλοθρεμμένου αστού στις αρχές του αιώνα. Σε μία σκηνή του σήριαλ έπαιζε κιθάρα για να τραγουδήσει η Σωτηρία Λεονάρδου το «Summertime» που της δίδαξε ο Πουλικάκος! Ακόμα, τη μουσική της σειράς έγραψε ο Σταύρος Λογαρίδης. Αυτά κυρίως για να καταφανεί ο σύνδεσμος που κρατούσε αυτή τη γενιά σε διαρκή επαφή σαν μια οικογένεια με τα καλά και τα κακά».

Παρόλο που ο Παύλος δεν ήταν επαγγελματίας ηθοποιός, η τέχνη της υποκριτικής τον είχε κερδίσει τόσο ώστε, στην προσπάθειά του να την κατανοήσει, ανέλυσε τον τρόπο διδασκαλίας της:

Χειρόγραφο από το αρχείο του Π.Σ.

Χειρόγραφο από το αρχείο του Π. Σ.

Ως συγγραφέας

 

Το χαρακτηριστικό του καλλιτέχνη Παύλου Σιδηρόπουλου ήταν ότι έγραφε συνεχώς! Σε οποιοδήποτε άδειο χαρτί, απόκομμα, μπλοκ, έστω και σε μισή κενή κόλλα που μπορεί να βρισκόταν μπροστά του, θα αποτύπωνε κάποια σκέψη του, κάποιο συναίσθημά του.

συγγραφεύς

Ο Σιδηρόπουλος δεν έγραψε μόνο στίχους, αλλά και ποιήματα, ημιτελή θεατρικά έργα, καθώς και κείμενα με πολιτικές και φιλοσοφικές απόψεις. Διάβαζε, ιδιαίτερα ποίηση, αλλά και φιλοσοφία. Συχνά καταπιανόταν με τη συγγραφή διηγημάτων, τα οποία όμως δεν ολοκλήρωνε ποτέ. Καθοριστικές υπήρξαν για τον στιχουργό-ποιητή Παύλο οι επιρροές του από το κίνημα της αμερικανικής beat λογοτεχνίας (κυρίως από τον Allen Ginsberg, κατά τον ίδιο τον Παύλο), χωρίς ν’ αφήσουμε εκτός τη λεγόμενη rock subculture με βασικότερο εκφραστή της τον Lou Reed. Δεν έλειπαν ακόμη οι στιχουργικές παραπομπές του Παύλου σε σημαντικούς έλληνες ποιητές: στον Μανώλη Αναγνωστάκη, τον «Ποιητή της Ήττας», στο κομμάτι του «Οι σοβαροί κλόουν» από το Φλου. Αγαπούσε ιδιαίτερα τον Σεφέρη, τον οποίο θεωρούσε ποιητή παγκόσμιας εμβέλειας, τον Οδυσσέα Ελύτη για την ελληνικότητα της γραφής του, τον Τάκη Σινόπουλο, τον Νίκο Καρούζο, και από τη νεότερη γενιά τον Γιώργο Χρονά και τον Δημήτρη Βάρο. Επίσης ανέφερε ως συνειδητή επιρροή του τον Διονύση Σαββόπουλο και τη στιχουργική του, επειδή στην ηλικία των είκοσι ετών ήταν ο μόνος άνθρωπος που εξέφρασε τις υποψίες του για το κοινωνικό περιβάλλον στην Ελλάδα. Ώριμος πια ο Σιδηρόπουλος, τον Σεπτέμβριο του 1990 θα πει σε συνέντευξη στον Μισέλ Φάις για το περιοδικό ΗΧΟΣ & Hi-Fi: «Νιώθω περισσότερο στιχουργός παρά μουσικός».

Το τέλος

 

telos

Το φθινόπωρο του 1979, όταν ο Παύλος ήταν 31 ετών, ξεκίνησε η σχέση του με την ηρωίνη. Η καλλιτεχνική του πορεία μετρούσε ήδη εννιά χρόνια και η δημιουργικότητά του, το έργο του και η προσωπικότητά του είχαν για τα καλά αποκαλυφθεί. Στην αρχή θεωρούσε ότι δεν έχει να χάσει τίποτα και ότι θα μπορέσει να ξεμπλέξει εύκολα. Σύντομα σχετικά αντιλαμβάνεται το αδιέξοδο, κάτι που φαίνεται άλλωστε τόσο στους στίχους των κομματιών του όσο και στις συνεντεύξεις του. Πολλές φορές προσπαθεί να ξεφύγει, και κατορθώνει για κάποια χρονικά διαστήματα να είναι «καθαρός». Είναι οι περίοδοι που ο Παύλος δημιουργεί ξανά και βάζει στόχους. Δυστυχώς, όμως, παρ’ όλες αυτές τις προσπάθειες, που γίνονται κυρίως ατομικά και χωρίς ποτέ να ενταχθεί σε κάποιο πρόγραμμα αποτοξίνωσης, τελικά δεν θα τα καταφέρει. Την άνοιξη του 1990 χάνει τη μητέρα του, στην οποία είχε μεγάλη αδυναμία, γεγονός που τον καταβάλλει. Λίγους μήνες αργότερα αντιμετωπίζει ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας με το χέρι του (η διάγνωση του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών της 18ης Αυγούστου του 1990 ήταν «πάρεση βραχιόνιου αριστερού πλέγματος») και η κακή ψυχολογία του επιδεινώνεται. Παρόλο που η κατάσταση του χεριού του ήταν πολύ σοβαρή και πιθανώς μη αναστρέψιμη, ετοιμάζει με το συγκρότημά του, τους «Απροσάρμοστους», τον καινούργιο του δίσκο (πρόκειται για το μεταθανάτιο άλμπουμ «Άντε και Καλή Τύχη Μάγκες») και δίνει συναυλίες.

Σύμφωνα με τον Αλέκο Αράπη, τον μπασίστα των «Απροσάρμοστων», την προηγούμενη νύχτα του θανάτου του, στις 5 Δεκεμβρίου του 1990, ο Σιδηρόπουλος έφτασε στο στούντιο αρκετά καθυστερημένος και, σε αλλόφρονα κατάσταση, τσακώθηκε με τους μουσικούς του. Υπάρχει και η μαρτυρία του φίλου του, παραγωγού Πάνου Ηλιόπουλου, κατά την οποία εκείνο το βράδυ ο Παύλος προσπαθούσε απεγνωσμένα να επικοινωνήσει μαζί του τηλεφωνικά. Για την ακρίβεια, ο τηλεφωνητής του Ηλιόπουλου κατέγραψε δεκαπέντε αναπάντητες κλήσεις και δεκαπέντε αντίστοιχα φωνητικά μηνύματα από τον Παύλο. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1990, βρισκόταν στο σπίτι μιας γνωστής του στο Νέο Κόσμο, όπου έπεσε σε κώμα και άφησε την τελευταία του πνοή κατά τη μεταφορά του στον Ευαγγελισμό, χάνοντας τη μάχη με την ηρωίνη.

efimerides

Κηδεύτηκε στις 10 Δεκεμβρίου 1990, στο κοιμητήριο του Κόκκινου Μύλου στη Νέα Φιλαδέλφεια, παρουσία ελάχιστων επωνύμων αλλά πλήθους βαθιά θλιμμένου κόσμου που είχε κατακλύσει το χώρο για να του πει το τελευταίο αντίο. Σήμερα στον Κόκκινο Μύλο υπάρχει οικογενειακός τάφος στον οποίο βρίσκονται ο Παύλος, η μητέρα του και ο πατέρας του, με την προτομή του Παύλου φιλοτεχνημένη από τη γλύπτρια Δώρα Βουτσινά.

efimerida2

Μελίνα Σιδηροπούλου, Ιούνιος 2011
Πηγή: Επίσημη Ιστοσελίδα Παύλου Σιδηρόπουλου
* * *

Συνεντεύξεις

 

ΠΑΥΛΟΣ

Ο Παύλος Σιδηρόπουλος μιλάει για τα ναρκωτικά· η τελευταία φράση του που κόβεται είναι η εξής : «Κι εν κατακλείδι το φιξάκι, φιξάκι, άγνωστε νεαρέ, θα ‘πρεπε να ξέρεις τι είναι, δεν είναι παρά μια στιγμή, αλλά όπως ήδη κατάλαβες, μπορεί να γίνει μια ολόκληρη ζωή».

 

 

Συνέντευξη στην ΕΡΤ 2 Ηρακλείου, 28/5/1965
* * *
Επιμέλεια αφιερώματος: Ελένη Κεχαγιόγλου

One thought on “Ο αμετανόητος του ροκ-εν-ρολ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s