Home

«Αυτός γεννήθηκε στην εποχή των καλικαντζάρων», λέει μια βορειοελλαδίτικη παροιμία, που σημαίνει ότι κάποιος είναι άτολμος και ευθυνόφοβος. Και επειδή μάλλον ζούμε στην εποχή των καλικαντζάρων», δεν θα μπορούσαμε να μην κάνουμε ένα αφιέρωμα στα δαιμόνια αυτά, που ανεβαίνουν στη γη την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι ανήμερα των Φώτων, οπότε επιστρέφουν στα έγκατα της γης, να ξαναπιάσουν δουλειά τροχίζοντας, ξανά μανά και πάντοτε ανεπιτυχώς, το Δέντρο της Ζωής. Το αφιέρωμα περιλαμβάνει στοιχεία για τη λαογραφική διάσταση των καλικαντζάρων, για την προέλευση και την απεικόνισή τους από την παράδοση, το πώς τους βλέπουν στις διάφορες περιοχές ανά την Ελλάδα, εκτενές απόσπασμα από το διήγημα του Παπαδιαμάντη «Της Κοκκώνας το σπίτι», καθώς και ανθολόγιο με ιστορίες για τα παραδοσιακά μας ξωτικά όπως τις παραδίδει ο Νικόλαος Πολίτης. Τέλος, ένα τραγούδι με τον τίτλο «Καλικάντζαροι» δώρο.

* * *

images (4)

«Καλικάντζαροι» ή «Καρκάτζια», «Καλκατζόνια» ή «Καλκατζάνια», «Καλκάνια», «Καλιτσάντεροι», «Καρκάντζαροι», «Καρκαντζέλια», «Σκαλικαντζέρια», «Σκαντζάρια», «Σκαλαπούνταροι», «Τζόγιες», «Λυκοκάντζαροι» και «Κωλοβελόνηδες», καθώς και —θηλυκού γένους— «Καλικαντζαρού», «Καλικαντζαρίνες», «Καλοκυράδες», «Βερβελούδες» κ.ά. — όπως και αν λέγονται τα δαιμόνια αυτά της ελληνικής παράδοσης αφήνουν τα έγκατα της γης όπου κατοικούν, εκμεταλλεύονται το διάστημα που τα «νερά είναι αβάφτιστα», βγαίνουν από τον κάτω κόσμο, κι έρχονται στον άνω κόσμο να κάνουν τους ανθρώπους άνω κάτω.

Την ημέρα του αγιασμού, όμως, το βάζουν στα πόδια και επιστρέφουν στα καταγώγειά τους, στις σπηλιές τους, για να βρουν το Δέντρο της Ζωής που όλο το χρόνο πριονίζουν να έχει θρέψει και να ξαναπιάσουν δουλειά έως τα επόμενα Χριστούγεννα. Το βάζουν στα πόδια, φωνάζοντας: 

«Φεύγετε να φεύγωμε
τι έρχεται ο τρελόπαπας
με την αγιαστούρα του
και με τη βρεχτούρα του.
Μας άγιασε μας έβρεξε
και μας, μας εκατέκαψε!» ή «και θα μας μαγαρίσει».

Δύσμορφοι, μωροί και ευκολόπιστοι, πονηροί μα άκακοι, για τη λαϊκή φαντασία, ευκίνητοι μικροί σατανάδες, οι καλικάντζαροι αντλούν την έμπνευσή τους, σύμφωνα με τον Νικόλαο Πολίτη αρχαίους μύθους. Παρόμοια πλάσματα, βέβαια, συναντάμε, με διαφορετικά ονόματα, στην παράδοση όλων των λαών της Ευρώπης.

kalikanjari11

 

Οι καλικάντζαροι στην ελληνική λαογραφία

Οι καλικάντζαροι έρχονταν την παραμονή των Χριστουγέννων και έφευγαν τα Θεοφάνεια. Έχουν διάφορες ονομασίες: Λυκοκαντζαραίοι, σκαρικατζέρια, καρκατζέλια, πλανήταροι (Κύπρος), Κάηδες (Σύμη), καλλισπούδηδες, χρυσαφεντάδοι (Πόντος), κωλοβελόνηδες, παρωρίτες ή παραωρίτες (πριν από το λάλημα του πετεινού), παγανά. Με παρεμφερή ονόματα υπάρχουν οι καλικάντζαροι και στους βαλκανικούς λαούς. Και στους άλλους χριστιανικούς λαούς εμφανίζονται δοξασίες για δαιμονικά όντα κατά το Δωδεκαήμερο: Λυκάνθρωποι, Στρίγγλες, Μάγισσες, Νόρνες. Παγανά είναι γενικότερα τα εξωτικά και τα φαντάσματα. Paganus σημαίνει τον χωρικό, τον αστράτευτον (παγάνα, παγανιά) και κατόπιν τον εθνικό και μη χριστιανό. Στα αγγλικά pagan είναι ο ειδωλολάτρης. Και παγανή Κυριακή σημαίνει την Κυριακή που δεν έχει άλλη εορτή. Παγανό αποκαλείται το αβάπτιστο νήπιο. Πιστεύεται ότι τα βρέφη που πέθαναν αβάπτιστα γίνονται παγανά, τελώνια, καλικάντζαροι.

δενκαλΣυμβολίζουν το σκοτάδι και ζουν όλο το χρόνο στα έγκατα της γης, προσπαθώντας να κόψουν το δέντρο που βαστάει τη γη. Όταν είναι πολύ κοντά να το πετύχουν, την παραμονή των Χριστουγέννων ανεβαίνουν στη γη δημιουργώντας προβλήματα στους ανθρώπους. Η πίστη για τους καλικαντζάρους ως δαιμονικών όντων που ζουν κάτω από τη γη στηρίζεται στην κοσμοθεωρία περί ακινησίας της γης (το γαιοκεντρικό σύστημα, σύμφωνα με το οποίο η γη είναι ακίνητη και γύρω της κινούνται τα άλλα ουράνια σώματα. Η γη είναι προσηλωμένη στον θόλο του ουρανού).

Μένουν ανάμεσα στους ανθρώπους 12 μέρες ως την παραμονή των Φώτων αφήνοντας στην ησυχία του το δέντρο της Ζωής να αναβλαστήσει.  Ο λαός τους φαντάζεται μαύρους και άσχημους, κουτσούς, ψηλούς με μάτια κόκκινα, πόδια τραγίσια και σώμα τριχωτό.  Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να τους εξουδετερώσουν με διάφορους τρόπους και κυριότερα με τη φωτιά, η οποία καίει συνεχώς στο τζάκι όλο το Δωδεκαήμερο.  Διάλεγαν ένα κούτσουρο («δωδεκαμερίτης», «χριστόξυλο») και μάλιστα από αγκαθωτό δέντρο.  Με τη στάχτη του ράντιζαν το σπίτι ξημερώματα παραμονής Θεοφανείων τρέποντας σε φυγή τα δαιμόνια.

Οι βυζαντινοί είχαν τον βαβουτζικάριον (εφιάλτην). Ο Μιχαήλ Ψελλός γράφει ότι ένας αγράμματος και αφελής έβλεπε και την ημέρα φανταστικά όντα, όπως ο Ορέστης τις Ευμενίδες.

Σύμφωνα με μια παράδοση: «Οι Λυκοκαντζαραίοι έρχονται από τη γης αποκάτου. Ούλο το χρόνο πελεκάν με τα τσεκούρια να κόψουν το δέντρο που βαστάει τη γης. Κόβουν κόβουν όσο που μενέσκει λιγάκι ακόμα ως μια κλωνά άκοπο, και λεν «χάισε να πάμε, και θα πέση μοναχό του». Γυρίζουν πίσω της Βάφτισης, και βρίσκουν το δέντρον ολάκερον, ακέριον μπίτι. Και πάλε κόβουν, και πάλ’ έρχονται κι ούλο φτόνι τη δουλειά κάνουν. Κυρίως κάνουν κακό (πνίγουν) στα αβάφτιστα παιδιά. Και στα νησιά φτάνουν οι καλικάντζαροι. Με το καράβι τους. Κάνουν ζημιές: Χύνουν το νερό, τ’αλεύρι, κατουρούν τη στάχτη. Γι αυτό και βάζουν στη φωτιά ρείκια, αλάτι, που κάνουν κρότο, ή ρίχνουν κανένα πετσί να βρωμάει».

Ο λαός πιστεύει ότι Καλικάντζαροι γίνονται όσοι γεννιούνται το Δωδεκαήμερο, γιατί έχουν συλληφθεί την ίδια μέρα με το Χριστό. Θέλουν να κάνουν κακό στους ανθρώπους. Είναι άσκημοι, κουτσοί, εριστικοί, ανόητοι γιατί δεν βοηθά ο ένας τον άλλον και για το λόγο αυτό είναι αναποτελεσματικοί στο να κάνουν κακό. Όσους περπατούσαν τη νύχτα έξω τους ανάγκαζαν να χορέψουν μαζί τους (είναι χαρακτηριστικό το παραμύθι με τη Μάρω που γύριζε από το μύλο τη νύχτα).

Οι μυλωνάδες που εργάζονταν στο μύλο, ο οποίος ήταν συνήθως χτισμένος σε μέρος μακριά από τον καθαγιασμένο χώρο του οικισμού, δίπλα σε ποτάμι, είχαν πάρε δώσε με καλικαντζάρους. Σε μια ευτράπελη διήγηση ο μυλωνάς ψήνει πέρδικα ή γουρουνάκι κι ο καλικάντζαρος βάτραχο. Ο μυλωνάς καίει τον καλικάντζαρο με τη σούβλα και του λέει ότι κάηκε ατός του (μόνος του), απάντηση που είχε δώσει ο Οδυσσέας στον κύκλωπα Πολύφημο.

Τα Φώτα όλα τα πονηρά πνεύματα φεύγουν με τον αγιασμό:

Φεύγετε να φεύγουμε, έρχετ’ ο τουρλόπαπας
Με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του.

Πηγή Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών

kalikanjari15

* * *

Ξωτικά, παγανά και καλικάντζαροι. Μικρό, επίκαιρο ταξίδι στη Νεοελληνική μυθο-λογία

—του Αλέξη Γκλαβά

[…]

Τα περίεργα αυτά γεννήματα της φαντασίας του ελληνικού λαού ήταν δαιμόνια που ανέβαιναν στην γη σε τακτά χρονικά διαστήματα, κυρίως στην διάρκεια του δωδεκαημέρου, μεταξύ της παραμονής των Χριστουγέννων και της παραμονής των Θεοφανίων.

Ο Νικόλαος Πολίτης υποστηρίζει ότι όλες οι δοξασίες σχετικά με τους καλικάντζαρους είναι ελληνικές (παραθέτοντας σημαντική επιχειρηματολογία που δεν είναι δυνατόν να μεταφερθεί εδώ λόγω χώρου) και προέρχονται από δεισιδαιμονίες και έθιμα που συνυφάνθηκαν με παλαιότερες μυθικές παραστάσεις. Λαϊκές δοξασίες για τα δαιμόνια του δωδεκαημέρου αναφέρει πρώτος ο Αλλάτιος τον 17ο αιώνα, ενώ έχουν διάφορα ονόματα με γνωστότερο και ευρύτερα διαδεδομένο το καλικάντζαρος, σε όλες τις παραλλαγές του: καλκάντζαρος, καλκαντζόνι, καλκάνι, καλικάντσιαρος, καρκάντζαλος, σκαλικάντζαρος, καρκάντζολος κ.λ.π. Αυτόν τον τελευταίο τύπο δανείστηκαν οι Αλ-βανοί σχηματίζοντας τη λέξη καρκαντζιόλι, οι Τούρκοι το καρά κοντζόλ και οι Βούλγαροι το κορο-κοντζέρε και κερεκοντζούλ. Στα κοινά ονόματά τους ανήκουν και τα: παγανά, παρωρίτες, βουρβούλακες (που σημαίνει και τους βρυκόλακες), κωλοβελόνηδες (Αττική), πλανήταροι (Κύπρος), Τσιλικρωτά (Μάνη), καλιοντζήδες (Ζαγόρι) κ.ά.

Ο Φαίδων Κουκουλές παραδέχεται εν μέρει την ερμηνεία του Νικόλαου Πολίτη και προσθέτει ότι οι καλικάντζαροι προήλθαν και από τους κανθάρους. Κάνθαροι ή καλικάντζαροι κατ’ ευφημισμό ήταν βλαπτικά κολεόπτερα για τους αγρούς και για τ’ αμπέλια. Ύστερα εμφανίστηκαν σαν δαιμόνια με μορφή κανθάρων. Κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους οι μεταμφιεσμένοι και άλλα στοιχεία κυρίως παλαιά, προστέθηκαν και μεταπλάστηκαν στα σημερινά δαιμόνια τους καλικάντζαρους.

Ο Κωνσταντίνος Ρωμαίος υποστήριξε την άποψη πως οι καλικάντζαροι προέρχονται από τις αρχαίες κήρες δηλ. τις ψυχές των νεκρών. Την ίδια άποψη ασπάστηκε και ο Γεώργιος Μέγας και ο Γεώργιος Παπαχαραλάμπους.
Ο Κυριάκος Χατζηϊωάννου εξέφρασε τη γνώμη ότι οι καλικάντζαροι παρουσιάζουν ομοιότητες με τους ελληνικούς Σατύρους και με τα αραβικά δαιμόνια τζιν . Στη συνέχεια υποστήριξε ότι οι κα-λικάντζαροι έχουν χαρακτηριστικά που για να ερμηνευθούν πρέπει να ανατρέξουμε στη γιορτή των αρχαίων Κρονίων και όχι των ρωμαϊκών Σατουρναλίων, όπως υποστήριξε ο Νικόλαος Πολίτης. Ακολούθως εισηγήθηκε την άποψη ότι οι μεταμφιέσεις του Δωδεκαημέρου είναι υπολείμματα των μεταμφιεσμένων κατά τις πομπές που γίνονταν προς τιμή του Θεού Διονύσου, των υπολοίπων Θεών και του αυτού Δαίμονα.

kalikatzaroi

Υπάρχουν κι άλλες απόψεις που θα μπορούσαμε να τις παραθέσουμε συγκεντρωτικά:

Επειδή οι δώδεκα μέρες του Δωδεκαημέρου προστέθηκαν για να εναρμονιστεί ο σεληνιακός με τον ηλιακό χρόνο θεωρήθηκαν μέρες εμβόλιμες, μη κανονικές. Κατά το διάστημα αυτό επέρχεται μια αναστάτωση στην τροχιά του χρόνου. Σ’ αυτή την αλλαγή παρουσιάζονται μυστηριώδη όντα ενοχλητικά ή βλαπτικά. Τέτοιοι είναι οι καλικάντζαροι που αντιπροσωπεύουν τους Δαίμονες της βλαστήσεως. Η βλάστηση αρχίζει να οργιάζει αυτή την εποχή. Σε τέτοια ανάστατη εποχή βρίσκουν ευκαιρία και οι Νεκρικοί Δαίμονες (που σχετίζονται με τους Βλαστικούς Δαίμονες, να επιφαίνονται πάνω στη γη. Εμφανίζονται δηλαδή οι νεκρικές ψυχές σαν Δαίμονες.

images (5)Κοινό γνώρισμα των καλικαντζάρων είναι η δυσμορφία τους, τα μακριά αχτένιστα μαλλιά, τα κόκκινα μάτια, τα καπρόδοντα, τα μακριά νύχια, τα γαϊδουρινά πόδια. Πολλές φορές ήταν κουτσοί, άλλοτε ήταν κουτσός μόνον ο αρχηγός τους. Όπως δε πιστεύεται ανήκαν στα «πονηρά» πνεύματα. Αντίθετα, ο Θάνος Βελλούδιος στην μελέτη του εμφανίζει και μία κατηγορία «καλών πνευμάτων» τις «Καλοκυράδες» και τους «Χρυσαφέντες», που ο Ν.Γ. Πολίτης υποστηρίζει ότι ήταν ονομασίες που δίδονταν κατ’ ευφημισμόν. Είναι ντυμένοι με κουρέλια και σιδεροπάπουτσα, αλλά βασικά στοιχεία της ένδυσής τους ήταν επίσης η σκούφια ή κατσούλα, φτιαγμένη από γουρουνότριχες «ως πίλος οξυκόρυμβος» και η καπότα, η οποία θυμίζει «τους δασείς χιτώνας των Σιληνών». Κατά κανόνα πάντως οι καλικάντζαροι δεν έκαναν μεγάλο κακό στους ανθρώπους, όσο κι αν τους «σταύρωναν» και τους πείραζαν.

Καλικάντζαροι γίνονταν τα παιδιά που τύχαινε να γεννηθούν την ημέρα των Χριστουγέννων, ή κατ’ άλλους σε όλη την διάρκεια του δωδεκαήμερου και το παιδί γλίτωνε μόνον αν βαπτιζόταν αυθημερόν και ο παπάς δεν έκανε κανένα λάθος κατά την διάρκεια του μυστηρίου.

Στην περίοδο του δωδεκαημέρου συναντώνται έθιμα χριστιανικά και ειδωλολατρικά μαζί, τα οποία συμπορεύονται με αφετηρία την τροπή του ήλιου (21 Δεκεμβρίου). Έτσι οι καλικάντζαροι δείχνουν να είναι απόγονοι των μεταμφιεσμένων του Δωδεκαημέρου στο Βυζάντιο, έθιμο που περνάει σε πολλά μέρη της Μακεδονίας με τις τελετές του Αράπη, τα Μωμοέρια, τα Μπουμπουσάρια κ.ά. αλλά και τα Καστοριανά Ρογκατσάρια (που ο Λουκάτος θεωρεί πιθανόν το όνομα να είναι πα-ραφθορά του Λυκοκαντζάρια – Καλικαντζάρια) καθώς επίσης και των νεκρικών δαιμόνων, συμβολίζοντας τους αρχαίους Κήρες ή Νεκυδαίμονες, που την περίοδο αυτή του χειμώνα και των τροπών του ήλιου ανέβαιναν στη γη. Κατά τον Πολίτη οι μεταμφιεσμένοι του Δωδεκαημέρου «παρέσχον το ενδόσιμον εις την φαντασίαν του λαού» για να πλάσει τους καλικαντζάρους, καταλήγοντας ότι η δοξασία «περί επιφοιτήσεως αυτών εις την γην μόνον κατά το δωδεκαήμερον θα ήτο ακατανόητος εάν δεν ανεφέρετο εις τους εορταστάς του Δωδεκαημέρου».

Ο Ν.Γ. Πολίτης παρατηρεί ότι τα σωματικά ελαττώματα των καλικαντζάρων «υπενθυμίζουσι τας διαστρόφους μορφάς των Καβειρίων δαιμόνων και των άλλων πλασμάτων των κατά τόπους διονυσιακών λατρειών». Ο ίδιος αναφέρει ότι έδειξε σε απλούς χωρικούς εικόνες δύο πήλινων ειδω-λίων που βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο και «ομοφώνως μοι είπον ότι παριστώσι καλλικαντζάρους».

Οι μακρινές μνήμες από τις παραδόσεις αιώνων, αναγνωρίζονται στη Νεοελληνική μυθολογία. Οι καλικάντζαροι π.χ. τρώνε ακαθαρσίες («φίδια, γουστέρες κι άλλα μαγαρισμένα πράματα») και μαγαρίζουν την τροφή των ανθρώπων, όπως ακριβώς οι Άρπυιες που άρπαζαν την τροφή του Φι-νέα, «ολίγα δε, όσα οσμής ανάπλεα κατέλιπον, ώστε μη δύνασθαι προσενέγκασθαι» (Απολλόδω-ρος).

Υπήρχε επίσης η δοξασία ότι, αν μιλήσεις σε καλικάντζαρο, αυτός μπορούσε να σου πάρει τη λαλιά. Μια δοξασία με παμπάλαιες ρίζες. Ο βυζαντινός Τιμαρίων αναφέρει δαίμονες οι οποίοι «Δυ-νάμει τινί λαθραία πεδούντες την λαλιάν», ενώ οι αρχαίοι έπαυαν να μιλούν όταν πλησίαζαν σε τά-φους.

Τρεις τρόπους απομάκρυνσης των καλικαντζάρων αναφέρει η παράδοση. Χριστιανικές ιεροτελεστίες, επωδές και μαγικές πράξεις. Από το χριστιανικό οπλοστάσιο, σημαντική είναι η δύναμη του σταυρού, που τον σημείωναν στα οικιακά σκεύη, τα πιθάρια με το λάδι και το κρασί, τα αγγεία με το πόσιμο νερό και ενίοτε στα μέτωπα των παιδιών και φυσικά το οριστικό διώξιμό τους με τον αγιασμό της Πρωτάγιασης (Παραμονής των Θεοφανίων).
Από τις επωδές προτιμότερο ήταν το «Πάτερ ημών», ή η φράση «Ξύλα, κούτσουρα, δαυλιά καμένα», επειδή όλα τα δαιμονικά πλάσματα τρέμουν τη φωτιά. Φράση που είχε μεταπέσει σε πα-ροιμία από τα τέλη κι όλας του 19ου αιώνα και χρησιμοποιούνταν (όπως αναφέρει ο Λουκάτος), «επί των παντελώς αχρήστων πραγμάτων ή επί μωρών και ασυναρτήτων λόγων».

kalikanjari14

Για τις μαγικές πράξεις, η φωτιά ήταν απαραίτητη. Το τζάκι που δεν επιτρεπόταν να σβήσει κατά την διάρκεια του Δωδεκαήμερου και τα δυο μεγάλα κούτσουρα, τα «Χριστόξυλα», ένα από ήμε-ρη ελιά κι ένα από πουρνάρι, που θα έκαιγαν συνεχώς. Ο χαμοηλιός (Carlinia Graeca), ένα αγκα-θωτό ενδημικό φυτό θεωρείται ότι φυλάει το σπίτι, αλλά και ολόκληρο το χωριό λειτουργώντας αποτρεπτικά («Χαμοηλιός μυρίζει εδώ/Να χαθεί τέτοιο χωριό!») καθώς και ο απήγανος (Ruta Mon-tana) τον οποίον καίνε και σταυρώνουν τα πορτοπαράθυρα και τα μέτωπα των αβάπτιστων παιδιών. Δραστικό ήταν επίσης το κάπνισμα με δύσοσμες ουσίες, ακόμα και παλιά τσαρούχια.

Τρόπος άμυνας ήταν κι η τοποθέτηση ενός κόσκινου στα σημεία από τα οποία θα μπορούσαν να μπουν οι καλικάντζαροι. «…Έτσι ο σκαλικάντσαρος, σα μπαίνει για να κάμει κακό στο σπίτι και γλέπει το κόσκινο, αρχινάει να μετράει τσι τρούπες του, μα μετρώντας τες ξημερώνεται και λαλώ-ντας ο πρώτος κόκορης, ο σκαλικάντσαρος τσακίζεται να φύγει…»

Αυτά για τους καλικάντζαρους και τη νεοελληνική μυθολογία. Μένει ν’ αναρωτιόμαστε μόνο καμιά φορά, αν στον αιώνα του Διαδικτύου και των McDonald’s αξίζει τον κόπο να μιλάμε για καλικαντζάρους. Όπως και να ‘χει όμως το πράγμα, εσείς φροντίστε να βάλετε κόσκινο στην καμινάδα, ώστε οι καλικάντζαροι που θα θελήσουν να σας επισκεφθούν να απορροφηθούν μέχρι το λάλημα του πρώτου πετεινού στην προσπάθειά τους να μετρήσουν του κόσκινου τις τρύπες κι έτσι να μην σας κατουρήσουν τη φωτιά, να μην σας μαγαρίσουν τις τροφές και τα μελομακάρονα, να μην ανα-στατώσουν το σπίτι απ’ άκρου εις άκρον.

Βιβλιογραφία:

1. Βελούδιος Θάνος: Αερικά, ξωτικά και καλικάντζαροι (Ιδιωτική έκδοση χωρίς ημερομηνία)
2. Λουκάτος Δημήτρης: Χριστουγεννιάτικα και των γιορτών (εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1984)
3. Λουκάτος Δημήτρης: Συμπληρωματικά των Χριστουγέννων και της Άνοιξης (εκδ. Φιλιππό-τη, Αθήνα 1985)
4. Πολίτης Νικόλαος: Παραδόσεις του ελληνικού λαού Α’ & Β’ (εκδ. Γράμματα, Αθήνα 1994), στον Β’ τόμο του οποίου υπάρχει πληθώρα σχολίων και τα επιχειρήματά του περί ελληνικότητας των καλικαντζάρων

images (1)

* * *

Οι καλικάντζαροι ανά την Ελλάδα

—του Βασίλη Πλάτανου—

[…]

Στην Κύπρο τους λένε και Καραμάνους. Αλλά Καρα-Μαύρουςκαι Μάνους ονομάζουν τους Ατσιγγάνους. «Καρά» σημαίνει μαύρος και «Μάνους» άνθρωπος. Ο Πολίτης αναφέρει επίσης: «Οι Καλικάντζαροι πηγαίνουν εις την εκκλησίαν σαν κι εμάς και μόνον όταν βγαίνουν τ’ άγια γίνουντ’ άφαντοι». Το άλλο όνομά τους «Κάηδες», που το συναντάμε στη Ρόδο και την Κάρπαθο, χαρακτηρίζει Ατσιγγάνους που ήταν, όπως πίστευαν, απόγονοι του Κάιν.

Την παραμονή των Φώτων οι Καλικάντζαροι γυρίζουν στο υποχθόνιο βασίλειό τους, αφού αφήσουν τις στέγες των σπιτιών όπου έμειναν δώδεκα μέρες και, σύμφωνα με την παλιά παράδοση, όταν ο παπάς με τη σειρά του αγιάσει τα σπίτια.

Από μια άλλη άποψη, οι Καλικάντζαροι είναι επινόηση των πρώτων χριστιανών, που είχαν σκοπό, με αυτό τον τρόπο, να προκαλέσουν τη φρίκη και το δέος στους αβάφτιστους και στους αδιάλλακτους. Απόδειξη αυτού είναι ότι οι Καλικάντζαροι εγκαταλείπουν τις στέγες των σπιτιών την παραμονή των Φώτων, που γίνεται ο μικρός αγιασμός. Με τον καιρό όμως οι Καλικάντζαροι έγιναν στη συνείδηση του λαού «χαριτωμένα δαιμονάκια», που δεν προκαλούν φρίκη. Δεν αφήνουν, όμως, ευκαιρία, που να μην πειράξουν τους ανθρώπους τις δώδεκα μέρες που κρατά η δράση τους.

Στην Άντισσα της Λέσβου λένε, πως οι Καλικάντζαροι έρχονται την πρώτη μέρα του Δωδεκάμερου, που είναι τα Χριστούγεννα. Όποιος πεθάνει και πάει στον άλλο κόσμο άψαλτος κι αλιβάνιστος, βρικολακιάζει και γίνεται Καλικάντζαρος. Αυτός είναι δαίμονας με ανθρώπινη μορφή, μαύρος και ασχημομούρης, με κόκκινα μάτια σαν τη φωτιά, στραβός και ασχημομούρης, στραβοκάνης με πόδια σαν του τράγου, χέρια αρκουδίσια, κι όλο του το κορμί μαλλιαρό. Άλλοι κουτσοί, στραβοκάνηδες, κι άλλοι στραβοί, αλλήθωροι. Άλλοι μονόματοι, κι άλλοι μονοπόδαροι. Άλλοι ψηλοί, κι άλλοι κοντοί. Είναι τα στοιχειά, που δώδεκα μήνες κρατά στην εξουσία του ο Χριστός και μας φυλάει από το κακό, και δώδεκα μέρες αφύλαχτα, γιατί τα νερά δεν είναι αγιασμένα. Είναι αβάφτιστα και τότες τα στοιχειά αμολημένα, πειράζουνε τους ζωντανούς.

Μπαίνουν από τις καπνοδόχους στα σπίτια και βρωμάνε τα φαγητά και τα γλυκά. Πειράζουν τις γυναίκες και τις ψαχουλεύουν στα γυμνά τους. Όλο το Δωδεκαήμερο, ως τη μέρα των Φώτων που θ’ αγιαστούνε τα νερά με το μεγάλο αγιασμό, γυρίζουν και κυνηγάνε τους ανθρώπους. Γι’ αυτό οι γυναίκες τα Χριστούγεννα κάνουν αγιωτικά και θυμιάζουν για να μην μπουν οι Καλικάντζαροι στο σπίτι τους και τις πειράξουνε. Τώρα που ξέρουν πώς έγιναν οι Καλικάντζαροι και βγαίνουν κάθε χρόνο τα Χριστούγεννα, όταν πεθάνει κάποιος και δεν έχουν παπά να τον ψάλουν και να τον θυμιάσουν, του βάζουν και παίρνει μαζί του ένα εικόνισμα, κι έτσι δε βρικολακιάζει.

Τα παιδιά που γεννιούνται τη μεγάλη βδομάδα των Χριστουγέννων, και γεννιέται κι ο Χριστός, αν δε βαφτιστούν ως τα Φώτα, γίνονται Καλ’κατζαρέλια, μικροί Καλικάντζαροι. Γι’ αυτό τα βαφτίζουν ανήμερα τα Φώτα, ακόμα και χωρίς παπά. Και δε φοβούνται πια μη γίνουν Καλικάντζαροι, γιατί βαφτίζονται μέσα στ’ αγιασμένα νερά, που είναι κείνη τη μέρα σαν τ’ άγιο μύρος.

Στην Κάρπαθο, οι μανάδες δένουν τη μέση των παιδιών τους, που είναι στις κούνιες, με «βάτους» τις χριστουγεννιάτικες μέρες, για να μην τους κάνουν κακό οι «Κάγοι», οι Καλικάντζαροι, που θα φύγουν απ’ τα σπίτια, όπως πιστεύουν, σαν περάσει η γιορτή τ’ Αϊ-Γιάννη.

Στη Ρόδο, όποιο παιδί γεννηθεί ανήμερα τα Χριστούγεννα, το λένε «Κάο», Καλικάντζαρο. Λέγεται, λοιπόν, ότι οι «Κάηδες» σηκώνονται τη νύχτα απ’ το κρεβάτι τους το πρώτο δεκαήμερο, κι ασυναίσθητα γυρίζουν έξω. Για να μην αγριέψει όμως το παιδί, οι δικοί του φροντίζουν να του κάνουν το«μονομερίτικο» ρούχο. Φωνάζουν, δηλαδή, στο σπίτι τους γυναίκες που να λέγονται Μαρίες και τους δίνουν μία μπάλα μπαμπάκι. Αυτές το κλώθουν, το κάνουν νήμα, το υφαίνουν και ράβουν ένα ρούχο, που θα το φορέσει ο Κάος. Όλη αυτή η δουλιά πρέπει να γίνει μέσα σε μια μέρα, γι’ αυτό και το ρούχο λέγεται «μονομερίτικο».

Στη Θράκη πιστεύουν ότι οι Καλικάντζαροι συνηθίζουν να κατεβαίνουν τη νύχτα από το τζάκι και ν’ αρπάζουν τα λουκάνικα, κι ότι χορεύουν γύρω από τα πηγάδια, όπου, αν πάει κανείς, τον βάζουν με το στανιό να χορέψει μαζί τους.

Στην Κυνουρία χαράζουν με κάρβουνο σταυρούς στις πόρτες και στα παράθυρα, για να μην μπαίνουν μέσα οι «Λυκοκαντζάροι».

Στην Κύπρο πιστεύουν πως ο Καλικάντζαρος μπορεί να «αιχμαλωτιστεί», φτάνει ο άνθρωπος να τον δέσει από το πόδι με «μόλινο» (λινή κλωστή). Την παραμονή των Φώτων τελειώνει η δράση των Καλικαντζάρων πάνω στη Γη. Βιάζονται τότε να χωθούν γρήγορα πίσω στα βάθη της Γης, προτού ο παπάς αρχίσει ν’ αγιάζει τα νερά. Και για να μην ξεμείνει κανένας πάνω στη Γη, παρακινεί ο ένας τον άλλο να φύγουν. Λένε: «Φορτώστε να φορτώσουμε, κι αϊντέστε να φύγουνε, τ’ έφτασε ο τουρλόπαπας, με την αγιαστούρα του».

Την τελευταία μέρα που θα φύγουν οι «Πλανήταροι» ή «Καραμάνοι», στην Κύπρο οι νοικοκυρές τους περιποιούνται, για να τους εξευμενίσουν. Τους ψήνουν «ξεροτήανα» (λουκουμάδες) με μπόλικο λάδι για να φάνε οι «Πλανήταροι που γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι και χαιρετιούνται που θα φύγουν». Έπειτα τα περιχύνουν με μέλι. Ολη η οικογένεια συγκεντρώνεται, τώρα, γύρω από το τηγάνι με το ζεστό λάδι που αχνίζει. Πρώτο, όμως, οι Καλικάντζαροι θ’ γευτούν τα ξεροτήανα, που η νοικοκυρά θα ρίξει στη στέγη του σπιτιού και θα λέει: «Τσιτσί, τσιτσί λουκάνικο, κομμάτι ξεροτήανο, ρίξε στους Καλικάντζαρους, να φάσιν και να φύουσιν». Στην Κύπρο τους φαντάζονται σαν κουβάρια. Καθώς σκύβουν οι άνθρωποι να τους πάρουν εκείνα αρχίζουν να τρέχουν. Λίγο πιο πέρα αλλάζουν μορφή και γίνονται γαϊδουράκια και γκαμήλες. Όταν ο άνθρωπος ξεγελιέται κι ανεβαίνει στην πλάτη τους, τότε αυτά ψηλώνουν σα βουνό και τον ρίχνουν κάτω.

Στη Λήμνο πιστεύουν πως ο Χριστός είπε στους ανθρώπους να φυλάγονται το Δωδεκαήμερο από τους Καλικάντζαρους.

Στην Κομοτηνή φοβούνται τόσο πολύ τους«Καρκατζέλ», ώστε τη νύχτα δε σφυρίζουν ποτέ, για να μη μαζευτούν πολλοί μαζί και τους κάνουν κακό.

Στη Χίο, την παραμονή των Χριστουγέννων ο νοικοκύρης του σπιτιού φέρνει ένα μεγάλο ξύλο από τα χωράφια του και το βάζει μέσα στο σπίτι, στη μέση της κάμαρας. Το «χριστόξυλο», όπως το λένε, το ραίνουν καρύδια κι αμύγδαλα, που μαζεύουν τα παιδιά και τα τρώνε. Κατόπι η νοικοκυρά παίρνει το κούτσουρο και το βάζει στο τζάκι, όπου θα καίγεται συνέχεια όλο το Δωδεκαήμερο. Οταν περάσει το Δωδεκαήμερο θα μαζέψουν τη στάχτη και θα τη ρίξουν στις τέσσερις γωνιές του σπιτιού, για να προστατεύεται από τα «δαιμόνια», που αυτές τις μέρες ανεβαίνουν απ’ τα βάθη της Γης και πειράζουν τους ανθρώπους.

Σε πολλά χωριά, στην Πελοπόννησο, από τη μέρα των Χριστουγέννων ζωγραφίζουν σ’ όλες τις πόρτες και τα παράθυρα του σπιτιού ένα σταυρό με κάρβουνο, για να μην μπουν και να διώξουν τους Καλικάντζαρους.

Στα Εφτάνησα πιστεύουν ότι τα «Λυκοτσαρδά» ή «Παγανά» είναι αόρατες δυνάμεις που μπορούν να κάνουν χιλιάδες κακά. Είναι τα κακοποιά σύνεργα του σκότους και των ποταμίσιων νερών, που παρουσιάζονται με το πρώτο άστρο των Χριστουγέννων, κι εξασφαλίζονται με το αγίασμα των νερών, τα Φώτα.

Πηγή: Ριζοσπάστης, 1/1/2004

images (2)

* * *

Πιζηλά ή Καλικάντζαροι: Τα ξωτικά των Χριστουγέννων στον Πόντο

Στον Πόντο, όπως παντού άλλωστε στις παραδοσιακές κοινωνίες, ο κόσμος πίστευε σε δεισιδαιμονίες και προλήψεις, τις οποίες ξόρκιζαν όχι αγνοώντας τες αλλά αποφεύγοντας τις κακοτοπιές.

Οι Πόντιοι λοιπόν πίστευαν ότι το Δωδεκαήμερο (από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα) βγαίνουν τα πίζηλα (οι καλικάντζαροι) και ενοχλούν τους ανθρώπους. Σε άρθρο του στην Ποντιακή Εστία (1953) ο Στ. Αθανασιάδης γράφει ότι οι καλικάντζαροι ονομάζονταν και κοντζολόζ. «Οι καλικάντζαροι ήσαν “αγραθρώπ’” με λανάρια στα κεφάλια τους, όπου κάρφωναν εκείνους που εύρισκαν να εργάζονται. Έπρεπε λοιπόν νωρίς τη νύχτα να κλείσουν τις πόρτες και να μην τις ανοίξουν παρά αφού φωνάξουν οι πετεινοί, οπότε κάθε “εξωτερικόν” σπεύδει να κρυφτεί κάτω στη γη όπου κατοικεί».

Για να προστατευτούν απέφευγαν να κάνουν νυχτερινές δουλειές έξω από το σπίτι και να πετάξουν νερά έξω το βράδυ. Επίσης για να μην πλησιάζουν τα… «εξωτερικά», έλεγαν ψιθυριστά διάφορες προσευχές. Οι καλικάντζαροι φέρονται να πείραζαν ιδιαίτερα τα παιδιά –ιδίως τα αβάπτιστα–, τις λεχώνες, τις νεόνυμφες και αδύναμα άτομα. Έκαναν ζημιές στα πράγματα του σπιτιού, στα ζώα και στους αγρούς. Το κουρίν, ένα κούτσουρο που κρατιόταν άσβεστο στο τζάκι, θωράκιζε τις οικογένειες από την εμφάνιση των πίζηλων, ενώ αν κάποιος χρειαζόταν να βγει έξω νύχτα έπρεπε να κρατά δαυλό αναμμένο.

Τα πίζηλα εξαφανίζονταν –ευτυχώς– τα Φώτα με τον αγιασμό των υδάτων, για να επιστρέψουν και πάλι τα επόμενα Χριστούγεννα.

Ανάλογα με την περιοχή ονομάζονται και πίζουλα, πίζελα και πιζήαλα.

Πηγή: pontos-news.gr

image013

* * *

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: «Της Κοκκώνας το σπίτι» (1893)

 

[…] Τοιαύτη οικία επόμενον ήτο να γίνει κατοικητήριον των φαντασμάτων, άσυλον ίσως των βρυκολάκων, και ίσως ορμητήριον και τόπος συγκεντρώσεως των τυράννων της ώρας ταύτης, των σκαλικαντζάρων. […]

*

Δεν ήτον δρόμος πλέον περαστικός εις όλον το χωρίον. Αδύνατον να μην επερνούσε κανείς απ’ εκεί όστις θα ανέβαινεν εις την επάνω ενορίαν ή όστις θα κατέβαινεν εις την κάτω. Λιθόστρωτον ανηφορικόν, από κάτω απ’ της Σταματρίζαινας το σπίτι έως επάνω εις τον ναόν της Παναγίας της Σαλονικιάς. Χίλια βήματα, κάθε βήμα και άσθμα. Εφούσκωνεν, εκοντανάσαινε κανείς διά ν’ αναβεί, εγλιστρούσε διά να καταβεί.

Άμα επάτει τις εις το λιθόστρωτον, αφού άφηνεν οπίσω του το μαγαζί του Καψοσπύρου, το σπίτι του Καφτάνη και το παλιόσπιτον του γερο-Παγούρη με την τοιχογυρισμένην αυλήν, ευρίσκετο απέναντι εις το σπίτι του Χατζή Παντελή, με τον αυλόγυρον σύρριζα εις τον βράχον.

Κάτω έχασκε μέγας κρημνός, μονότονος, προκαλών σκοτοδίνην, σημειούμενος από ολίγους έρποντας θάμνους εδώ κι εκεί, οι οποίοι θα εφαίνοντο εις το σκότος της νυκτός εκείνης ως να ήσαν κακοποιοί ψηλαφώντες και αναρριχώμενοι ή και σκαλικάντζαροι ελλοχεύοντες και καραδοκούντες ως να έλθει η ώρα να εισβάλουν εις τας οικίας διά των καπνοδόχων.

Το κύμα υποκώφως εφλοίσβιζεν εις τα κράσπεδα του κρημνού, και ακούραστος βορράς φυσών από προχθές, μαλακώσας την εσπέραν ταύτην, εξήπλωνε τες αποθαλασσιές του έως τον μεσημβρινόν τούτον μικρόν λιμένα, ο παγκρατής χιονόμαλλος βασιλεύς του χειμώνος.

Από το άλλο μέρος του δρόμου, αριστερά εις τον ανερχόμενον, δίπλα εις το σπίτι του γερο-Παγούρη, και αντικρύζουσα με το του Χατζή Παντελή, υψούτο ατελείωτος οικοδομή, με τέσσαρας τοίχους ορθούς μέχρι του πατώματος, με τας ξυλώσεις χασκούσας έως της οροφής, με την στέγην καταρρέουσαν, με φαιούς και φθειρομένους τους τοίχους, την οποίαν η εγκατάλειψις, ο άνεμος και η βροχή είχον καταστήσει ερείπιον και χάλασμα. Τα παιδία, όσα κατήρχοντο την μεσημβρίαν από το εν σχολείον και όσα ανήρχοντο την εσπέραν από το άλλο, διά να αφήσωσι τα βιβλία εις την οικίαν, κλέψωσι τεμάχιον άρτου από το ερμάριον και τρέξωσιν ακράτητα διά να παίξωσιν εις τον αιγιαλόν, της έρριπτον αφθόνους πέτρας, διά να την εκδικηθώσι την ημέραν δι’ όσον τρόμον τούς επροξένει την νύκτα, όταν ετύχαινε να περάσωσιν. Οι παπάδες, όταν επέστρεφαν την παραμονήν των Φώτων εν σώματι από την οικία του δημάρχου, με τους σταυρούς και τας φωτιστήρας των, αγιάζοντες οικίας, δρόμους και μαγαζιά, και διώκοντες τους σκαλικαντζάρους, ελησμόνουν να ρίψωσι μικράν σταγόνα αγιασμού και εις την άτυχην εγκαταλελειμμένην οικίαν, την οποίαν δεν είχε χαρεί ο οικοκύρης όστις την έκτισε, και ήτις δεν είχεν αξιωθεί ν’ απολαύσει την οικοκυράν της. Τοιαύτη οικία επόμενον ήτο να γίνει κατοικητήριον των φαντασμάτων, άσυλον ίσως των βρυκολάκων, και ίσως ορμητήριον και τόπος συγκεντρώσεως των τυράννων της ώρας ταύτης, των σκαλικαντζάρων.

*

Δεν είχεν αξιωθεί ν’ απολαύσει την οικοκυράν της. Ο καπετάν Γιαννάκος ο Συρμαής, ανήρ αισθηματικός και γενναίος, «μερακλής» όσον κανείς άλλος εκ των συγχρόνων του, είχε ερωτευθεί ποτέ εις το Σταυροδρόμι την Κοκκώνα-Αννίκαν, ωραίαν, υψηλήν, με χρυσόξανθα μαλλιά, λευκήν και με χαρακτήρας λεπτοτάτους, με βλέμμα το οποίον κάτι έλεγε στην καρδιά. Ο πλοίαρχος ηρραβωνίσθη εν τη Βασιλευούση, και κατήλθε με το καράβι εις την πατρίδα, όπου παρήγγειλε να του κτίσουν, με σχέδιον κομψόν και ασύνηθες έως τότε εις την πολίχνην, την μικράν ωραίαν οικίαν, σκοπεύων με το πρώτον ταξίδιον να φέρει έπιπλα από την Βενετίαν, διά να ευτρεπίσει, να στολίσει την νεόκτιστον οικίαν και την κάμει αξίαν της αβράς Κοκκώνας, την οποίαν εμελέτα να φέρει από την Πόλιν. Αλλ’ η οικία δεν έμελλε να τελειώσει και η Κοκκώνα δεν έμελλε να κατέλθει. Η Κοκκώνα, οκτώ μήνας μετά την μνηστείαν, απέθνησκε φθισική εις το Σταυροδρόμι, και η οικία έμεινεν ατελείωτη, έρημη και άχαρη, ανά τον λιθόστρωτον ανηφορικόν δρόμον, σιμά εις τον κρημνώδη βράχον. Ως αόρατος δε επιγραφή επί του μετώπου της καταρρευούσης οικίας, ως αόριστος τραγική ειρωνία επί της τύχης της, έμενε το όνομα «της Κοκκώνας το Σπίτι».

Μνημούρια του Φερίκ-κιοΐ κι’ ολόρθα κυπαρίσσα…
Έχασα την αγάπη μου και λαχταρώ περίσσα.

*

Την εσπέραν εκείνην, παραμονήν των Χριστουγέννων του έτους 185… δύο παιδία κατήρχοντο με ζωηρά βήματα το λιθόστρωτον και οι πόδες των, ασυνήθιστοι εις τα πέδιλα τα οποία είχον φορέσει ίσως εκτάκτως την εσπέραν εκείνην, έκαμνον μέγαν κρότον επί των πλακών του εδάφους. Αμφότεροι εκράτουν ελαφράς ράβδους. Ο εις εκράτει φανόν με την άλλην χείρα. Ήτο εβδόμη ώρα. Νυξ αστροφεγγής και ψυχρά. Σφοδρός άνεμος κατήρχετο παγετώδης από τα χιονισμένα βουνά. Ο άνεμος έκαμνε τα σφικτοκλεισμένα παράθυρα και τας κλειδομανδαλωμένας θύρας να στενάζωσιν υπό την ψυχράν πνοήν του. Τα παιδία εμάλωναν ως δύο γνήσιοι φίλοι.

— Εγώ είδα π’ σόδωκε ένα εικοσιπενταράκι, βρε Αγγελή, έλεγε το εν.

— Όχι, μα το θεριό, έλεγε το άλλο· μια πεντάρα μόδωκε. Να τηνε.

Και εδείκνυε μεταξύ των δακτύλων του μίαν πεντάραν.

— Όχι, επέμενε το άλλο, το οποίον εκράτει το φανάριον. Το είδα εγώ που ήταν εικοσιπενταράκι· δε με γελάς.

— Όχι, μα την παναγίδα, βρε Νάσο. Μιά πεντάρα, σου λέω.

— Μ’ αφήνεις να σε ψάξω;

— Θα σ’ πέσει το φανάρι.

Διά μιας ο Νάσος άφησε το φανάρι καταγής και ητοιμάζετο να ψάξει τον Αγγελήν. Είχον λάβει το μέτρον, επειδή δεν ενεπιστεύοντο αλλήλους (ήσαν δεκαετείς την ηλικίαν), ευθύς άμα κατήρχοντο από εκάστην των οικιών, όπου ανέβαινον κι ετραγουδούσαν τα Χριστούγεννα, να κάμνωσιν ευθύς μερίδιον πεντάρα και πεντάρα και κανείς εκ των δύο να μην είναι κάσσα μέχρι τέλους της επιχειρήσεως. Αλλά την τελευταίαν φοράν ο Νάσος είχε υποπτευθεί τον Αγγελήν.

Εν τη θέρμη της λογομαχίας των, είχον λησμονήσει ότι έφθασαν ήδη εις το στενόν του λιθοστρώτου, του άγοντος εις την επάνω συνοικίαν, και ευρίσκοντο υποκάτω εις το σπίτι της Κοκκώνας, όπου έβγαιναν φαντάσματα. Εκεί είχον σταματήσει και ο Νάσος ήρχισε να ψάχνει τον Αγγελήν.

Ο Αγγελής, ενόσω ο άλλος ηρεύνα τα θυλάκια της περισκελίδος του, ίστατο αδιάφορος, αλλ’ άμα η χειρ ανήλθε και ήρχισε να ψαύει τον κόλπον, έπιασεν ο ίδιος το γελέκον του αριστερά προς την μέσην, και το έσφιγγε με όλην την δύναμιν του, εμποδίζων την χείρα του φίλου του να φθάση έως εκεί.

— Δεν μ’ αφήνεις να σε ψάξω!

— Άφησέ με! Δεν έχω τίποτε.

— Είσαι ψεύτης!

Ο Αγγελής ύψωσε απειλητικήν χείρα.

— Είσαι ψεύτης και κλέφτης!

Ελαφρός κόλαφος ηκούσθη, και συγχρόνως φωνή παραδόξου όντος μελανού την όψιν, με μαλλιά ανατσουτσουρωμένα, με αλλόκοτα ράκη ως ενδυμασίαν, αντήχησε:

— Τι μαλώνετε, βρε;

*

Τα δύο παιδία αφήκαν συγχρόνως διπλήν πεπνιγμένην κραυγήν και εδοκίμασαν να τραπώσιν εις φυγήν, αφήνοντα το φανάριον καταγής. Αλλά το παράδοξον ον με τον πόδα ανέτρεψε το φανάριον, το οποίον έσβησεν ευθύς, και με τας δύο χείρας συνέλαβεν από τους βραχίονας τα δύο τρέμοντα παιδία.

— Ποιος είναι κάσσα, βρε;

Τα δύο παιδία ήσπαιρον κ’ εδοκίμαζαν να φύγουν.

— Μη φοβάστε, δεν σας τρώω. Δώστε μου τους παράδες σας, για να μη μαλώσετε και σκοτωθήτε. Καλά που βρέθηκα εδώ και σας γλύτωσα.

Έψαξε τες τσέπες των δύο παιδίων, και συγχρόνως τα έσυρε προς την θύραν του ισογείου της κατηρειπωμένης οικίας οπόθεν είχεν εξέλθει, ως φαίνεται, το παράδοξον ον. Εκεί έβαλε τον Νάσον υπό κράτησιν όπισθεν της θύρας, ωχύρωσε το άνοιγμα με το ίδιον σώμα του και έψαξεν εν ανέσει τον Αγγελήν. Εύρε δεκαπέντε ή είκοσι πεντάρες και δεκάρες εις τα θυλάκια. Είτα έψαξε τον Νάσον, εύρεν άλλα τόσα και εις αυτού το θυλάκιον. Ακολούθως απέπεμψε τα δύο παιδία.

— Πηγαίνετε τώρα, και μη φοβάσθε. Άλλη φορά να μην μαλώνετε.

*

Ο Γιάννης ο Παλούκας δεν είχε πώς να μεθύσει και πώς να εορτάσει τα Χριστούγεννα, εκείνην την χρονιά. Ήτο συνήθως άεργος, και οι τεμπέλικες μικροδουλειές, τας οποίας εξετέλει κάποτε, πότε κουβαλών νερό με την στάμναν εις τας οικίας, πότε υπηρετών τους κηπουρούς, τους αλωνιστάς και τους εργάτας των ελαιοτριβείων, πότε βοηθών τους γριπάρηδες εις την ανέλκυσιν του μακρού ατελειώτου γρίπου επί της μεγάλης άμμου εις τον αιγιαλόν, δεν τον είχαν «σηκώσει» κατά το έτος εκείνο. Τι να κάμει; Πώς να περάσει τέτοια χρονιάρα μέρα; Τι εσοφίσθη;

Της Κοκκώνας το σπίτι, το οποίον εφοβούντο τα παιδία της πολίχνης, και το οποίον δεν αγίαζαν οι παπάδες όταν κατήρχοντο από την άνω συνοικίαν με τους σταυρούς, ήτο κατάλληλος σταθμός διά να κρυβεί κανείς και να περάσει ως σκαλικάντζαρος, επειδή το καλούσαν οι μέρες, αφού μάλιστα χάριν των ημερών αυτών θα το έκαμνε και ο Παλούκας. Από εκεί θα επερνούσαν όλα τα παιδία της κάτω ενορίας, δηλαδή τα δύο τρίτα των παιδιών του χωριού, εις το γύρισμά των από την επάνω ενορίαν, ότε θα είχαν ικανά κέρματα εις τα θυλάκιά των. Ο Παλούκας δεν εσκέφθη περισσότερον.

Έλαβε παλαιόν σιδηρούν τηγάνιον, εμουντζουρώθη όλος εις το πρόσωπον -μετέθεσε, το επ’ αυτώ δύο μήνας πρωιμώτερα την Αποκριάν- εφόρεσε παλαιά ράκη τα οποία επρομηθεύθη κάπου, και απελθών, άμα ενύκτωσεν, εξεκάρφωσεν αθορύβως τας παλαιάς σανίδας, τας σχηματιζούσας χιαστί πρόχειρον φραγμόν εις το ισόγειον της ερήμου κατοικίας της Κοκκώνας, και εχώθη μέσα. Μίαν ώραν ύστερον κατήλθε διά του λιθοστρώτου, η πρώτη συνωρίς των αδόντων παιδίων, ο Νάσος και ο Αγγελής. Είδομεν πώς ήλθαν βολικά τα πράγματα, και πώς ο Παλούκας κατώρθωσε μάλιστα να περάση ως ειρηνευτής μεταξύ των παιδίων που εμάλωναν.

Αφού ο Νάσος και ο Αγγελής ετράπησαν εις φυγήν, αισθανόμενοι φεύγον το έδαφος υπό τους πόδας των, κατήλθον άλλα παιδία, είτα άλλα. Ο Παλούκας ήκουε μακρόθεν τον κρότον των βημάτων των, τας ευθύμους φωνάς των, και εψιθύριζε:

— Μας έρχεται άλλη ζυγιά.

Η τελευταία ζυγιά ήτις κατήλθε, συνίστατο από τον Στάμον και από τον Αργύρην, δύο φρονίμους παίδας. Ούτοι δεν εμάλωναν, αλλ’ εσχεδίαζαν μεγαλοφώνως τι να τα κάμουν τα λεπτά εκείνα που θα εμάζωναν εκείνην την βραδιάν.

—Να φτιάσωμε κι ένα σκεπαρνάκι, βρε.

— Να κόψουμε μια λεύκα.

— Να πάρουμε φλαμούρι, να κάμουμε καράβι.

— Να βγάλουμε από τον πεύκο τ’ Αλμπάνη την καρίνα και τα στραβόξυλα.

— Εσύ θα είσαι μαραγκός, κι εγώ πρωτομάστορας.

— Βρε! καλώς τους μαστόρους, ηκούσθη έξαφνα μία φωνή.

Ο Παλούκας είχεν εξορμήσει, τρίτην ή τέταρτην φοράν, από την κρύπτην του.

Ο Στάμος και ο Αργύρης αφήκαν πεπνιγμένην κραυγήν και ηθέλησαν να φύγουν. Αλλ’ ο Παλούκας εφήρμοσε την μέθοδόν του, και τους ελήστευσε.

— Είναι άλλη ζυγιά; ηρώτησεν είτα.

Τα παιδία τον εκοίταζαν με απλανή όμματα, απολιθωμένα από τον φόβον. Αλλ’ ο Στάμος, όστις ήτο δωδεκαετής και ξυπνητός, ενόησε εν τω μεταξύ ότι δεν ήτο φάντασμα. Ο φόβος του εμετριάσθη, και μετέδωκε θάρρος και εις τον Αργύρην.

— Είναι κι άλλη ζυγιά; επανέλαβεν ακαταλήπτως ο παράδοξος άνθρωπος.

— Τι ζυγιά; ηδυνήθη ν’ αρθρώσει ο Στάμος.

— Είναι άλλα παιδιά να κατεβούν, απ’ τον απάνω μαχαλά;

— Δεν ξέρω, είπεν ο Στάμος.

Την φοράν ταύτην, ο Παλούκας είχεν ολιγωρήσει να σβήσει τον φανόν, διότι εκ της μέχρι τούδε πείρας του επείσθη ότι δεν θα τον ανεγνώριζαν τα παιδία. Αλλ’ ο Στάμος τον εκοίταξε τόσον καλά, ώστε «εγύριζε μες στο νου του» ότι κάποιος ήτον και δεν απείχε πολύ του να τον αναγνωρίσει.

— Πέστε μου, βρε, αν είναι κι άλλη ζυγιά, επέμεινεν ο Παλούκας.

— Δεν ξέρουμε, επανέλαβεν ο Στάμος.

Τέλος ο Παλούκας αφήκε τα παιδία ελεύθερα.

*

Παρήλθον δέκα λεπτά της ώρας, και γενναίον πετροβόλημα ήρχισε να δέρνει την στέγην, τας ξυλώσεις, και τας δοκούς του αφατνώτου πατώματος της ερήμου κατοικίας. Πολλοί λίθοι, με υπόκωφον δούπον, διερχόμενοι διά των δοκών, και άλλοι διά της θύρας έπιπτον εις το έδαφος του ισογείου.

Στράτευμα παιδίων είχεν εξορμήσει από το προαύλιον του ναού των Τριών Ιεραρχών, τριακόσια ή τετρακόσια βήματα απέχοντος, και εξετέλει φοβεράν έφοδον κατά του ασύλου του Σκαλικαντζάρου.

Τα πρώτα ληστευθέντα παιδία, ο Νάσος και ο Αγγελής, αφού έφθασαν ασθμαίνοντα εις την μικράν πλατείαν την έμπροσθεν του ναού, μη έχοντα πλέον διά τι πράγμα να μαλώσωσιν, έκαμαν αγάπην. Μετά φιλικωτάτην δε συζήτησιν εκ συμφώνου, απεφάνθησαν ότι το παράδοξον ον, το οποίον τους επήρε τα λεπτά, αφού δεν τους επήρε ούτε την φωνήν ούτε τον νουν των, θα ειπεί ότι δεν ήτον φάντασμα, ούτε βρυκόλακας, και αφού δεν εδοκίμασε να τους φάγει, θα ειπεί ότι δεν ήτον ούτε σκαλικάντζαρος. Τι άλλο θα ήτον λοιπόν; Θα ήτον άνθρωπος, χωρίς άλλο.

Η δευτέρα ζυγιά των παιδίων έφθασε μετ’ ου πολύ, είτα η τρίτη και η τετάρτη. Τέλος ο Στάμος, όστις ήλθε τελευταίος μετά του Αργύρη, επρότεινε και όλοι εψήφισαν να εκτελέσωσι τακτικήν νυκτερινήν έφοδον κατά της οικίας.

Ο Παλούκας, την στιγμήν εκείνην, εδίσταζε, και είχεν αποφασίσει πλέον ν’ αποσυρθεί αφού είχε κάμει αρκετήν λείαν, όση θα ήρκει διά να μεθύσει την ημέραν των Χριστουγέννων, ως και την ημέραν των Επιλοχίων, και την του αγίου Στεφάνου ακόμη. Ενώ δε ήτο έτοιμος να φύγει και πάλιν έμενεν, επήλθεν η πρώτη πυκνή χάλαζα των λίθων.

— Να μια ζυγιά! εφώναξε φιλέκδικος ο Στάμος.

— Να μιά ζυγιά! επανέλαβον εν χορώ τα παιδία.

Πέντε δευτερόλεπτα πρότερον αν απεφάσιζεν ο Παλούκας να φύγει, θα ήτο ήδη εκτός βολής. Δυστυχώς ήτο αργά τώρα.

Απεφάσισε ν’ αρπάξει μίαν σανίδαν και μεταχειριζόμενος αυτήν ως σπάθην άμα και ως ασπίδα να εκτελέση έξοδον διασχίζων τας τάξεις του εχθρού. Αλλά δευτέρα ραγδαιοτέρα χάλαζα λίθων τον έκαμε να οπισθοδρομήσει με δύο πληγάς εις την κνήμην και εις τον βραχίονα.

— Να κι άλλη ζυγιά! εφώναξεν αδιάλλακτος ο Στάμος.

— Να κι άλλη ζυγιά! ηλάλαξαν τα παιδία.

Ο Παλούκας εκόλλησεν εις την εσωτέραν γωνίαν του ισογείου, στηρίξας τα νώτα εις τον τοίχον, ζαρωμένος υπό τινά δοκόν του πατώματος, σύρριζα εις τον τοίχον βαλμένην. Αλλά κι’ εκεί, μέγας λίθος, κτυπήσας επί του τοίχου, ελόξευσε και τον έπληξε μετά μετρίας βίας εις τον ώμον.

— Βρε! από σπόντα, εμορμύρισε γελών ακουσίως ο Παλούκας.

Ευτυχώς δι’ αυτόν, οι εχθροί δεν απεφάσισαν να έλθωσιν έως την θύραν του ισογείου. Λείψανον φόβου υπήρχεν ακόμη, φαίνεται, εις το βάθος του παιδικού θράσους.

Τέλος, επειδή η μάχη παρετείνετο, ο Παλούκας, μετά φρόνιμον σκέψιν, απεφάσισε ν’ αναρριχηθεί εις τον τοίχον (εγνώριζε πού υπήρχαν οπαί από τα ικρία και τες ξυλωσιές της οικοδομής) πατών από οπήν εις οπήν. Το έκαμε ταχέως και επιτυχώς, και αφού έφθασεν εις το πάτωμα, αόρατος εις τον εχθρόν όπισθεν λειψάνου ξυλοτοίχου, αποφασιστικώς επήδησεν από το άλλο μέρος, εντός του εδάφους της αυλής του γερο-Παγούρη.

Ήτον ως δύο μπόγια υψηλά, όχι περισσότερον. Διότι το έδαφος ήτο υψηλότερον κατά τρεις ή τέσσαρας σπιθαμάς έσωθεν του αυλογύρου.

Ο Παλούκας έπεσε βαρύς, εκτύπησεν εις το γόνυ, ανετράπη, ανωρθώθη, έψαυσε τα μέλη του, και βεβαιωθείς ότι δεν του είχε σπάσει κανέν κόκκαλον, ετράπη εις φυγήν, τρέχων από το άλλο μέρος του αυλογύρου, όπου ήξευρεν ότι ο περίβολος εκλείετο από απλούν φράκτην, συγκοινωνών προς την αυλήν συγγενικής οικίας.

Ο δούπος της πτώσεώς του ηκούσθη εκείθεν του τοίχου της αυλής.

Ο Στάμος εφώναξε «εμπρός!» και δοκιμάσας το μάνδαλον της θύρας του αυλογύρου, είδεν ότι η θύρα ήτο ανοικτή. Εισώρμησε πρώτος και τα άλλα παιδία τον ηκολούθησαν.

Η φωνή του Παλούκα συνωδεύθη, εκτός του δούπου της πτώσεώς του, και από άλλον κρότον, κρότον μεταλλικόν. Λεπτά τού είχαν πέσει από την τσέπην.

Ο Παλούκας δεν εγύρισεν οπίσω να τα μαζέψει.

Ο Αγγελής, εν των παιδίων, ήκουσε ζωηρότατα τον μεταλλικόν κρότον, αγροίκησε πολύ καλά το μέρος εις το οποίον είχον πέσει τα κέρματα, και κύψας και ψηλαφών ήρχισε να τα μαζώνει με την φούχταν, ενώ τα άλλα παιδία έτρεχαν κατόπιν του φεύγοντος Παλούκα, ρίπτοντα λίθους και κράζοντα:

— Να, κι άλλη ζυγιά! Να, κι άλλη ζυγιά!

*

Κρότος παραθύρου ανοιγομένου ηκούσθη ήδη εις τον οικίσκον του γερο-Παγούρη, όστις ακούσας την ακατανόητον έφοδον, την γενομένην την νύκτα εκείνην εις τον αυλόγυρον του, ήνοιγε το παράθυρον και ηρώτα έκπληκτος:

— Τι είναι; Τι τρέχει;… Ποιος είναι;… Ποιοι είστε;… Ε! δεν ακούτε!

Ενώ ο Αγγελής είχε μαζέψει ήδη όλα τα λεπτά όσα ηύρε, και έφευγεν διά της μεσημβρινής θύρας, και τα άλλα παιδία πέραν του βορεινού φράκτου, κατεδίωκον εις τον βρόντο τον Παλούκαν, όστις είχε γίνει άφαντος ήδη, επαναλαμβάνοντα:

— Να, κι άλλη ζυγιά! Να, κι άλλη ζυγιά!

(1893)

Πηγή: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Άπαντα, τόμος 2, επιμέλεια: Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Δόμος 997, σ. 641-649.

images

* * *

Ιστορίες για καλικάντζαρους

—από το βιβλίο του Νικόλαου Γ. Πολίτη Παραδόσεις, τόμος Β’, Ελληνικά Γράμματα 1994—

Τα Σκαλικαντζέρια

Τα Σκαλικαντζέρια έρχουνται στα χουριά τα δωδεκαήμερα και φεύγουν την παραμονή των Φώτων. Την παραμονή του Χριστού έρχονται από πολλά μέρη και περιμένουν απ’ όξω από το χωριό , και άμα σμίξει η γη μέρα με τη νύχτα , μπαίνουν μέσα. Είναι κακά και πονηρά , μα δεν μπορούν να βλάψουν τους ανθρώπους , γι αυτό και οι γυναίκες ακόμη τα περιπαίζουν και τα βρίζουν και τα λεν σταχτοπόδηδες και άλλα πολλά. Καθένας από τους σκαλικαντζέρους έχει κι από ΄να κουσούρι, καθώς και τα ζώα τους. Άλλοι είναι κουτσοί, άλλοι στραβοί, άλλοι μονόματοι, μονοπόδαροι, στραβοπόδαροι, στραβόστομοι, στραβοπρόσωποι, στραβομούρηδες, στραβοχέρηδες, ξεπλατισμένοι, τσακισμένοι και κοντολογίς όλα τα κουσούρια τα βρίσκεις επάνω τους. Και όπως είναι αυτοί, τέτοια είναι και τα ρούχα τους, ελεεινά, ξεσκισμένα φτιασμένα από χίλια δυο κουρέλια λογής λογής. Τέτοια και τα στολίδια πο’ ΄χουν τα ζα τους.

*

Οι Σκαλικάντζαροι

Από την πρώτη μέρα του σαραντάημερου ετοιμάζουν τα σκαλικαντζούρια το καράβι τους για να ‘ρθουν στο νησί. Την πρώτη μέρα κόβουν τα ξύλα στο δάσος και τα ετοιμάζουν, και ακούονται οι κούφιοι χτύποι που καρφώνουν τα μαδέρια. Όταν κοντεύουν τα Χριστούγεννα , το πισσώνουν, το καλαφατίζουν και την τελευταία ημέρα το ρίχνουν στον γιαλό. Έρχονται τη νύχτα του Χριστού, και από τότες ως τα Φώτα, κανείς δεν τολμά να βγει τη νύχτα στους δρόμους, γιατί θα τον πειράξουν, ούτε κανένα κορίτσι να κάμει νυχτέρι με το λυχνάρι, γιατί ο σκαλικάντζαρος από τον καπνολόγο επάνω κυνηγάει το φως, και η κόρη που δουλεύει θα βουβαθεί ή θα σακατευτεί. Και την παραμονή των Φώτω, γέροι άντρες, γυναίκες παιδιά, όλη η φαμίλια, των σκαλικαντάρων, όπου φύγει φύγει. Φοβούνται μη τους προφτάσει ο παπάς με τον αγιασμό και τους ζεματίσει, γιατί θαρρούν πως η παπαδιά έχει θερμό τον αγιασμό, και ακολουθεί τον παπά που κρατεί τον σταυρό. Οι γέροι αργά αργα λέν στους άλλους με τη χοντρή φωνή τους , για να τους παρακινήσου ν να τρέξουν.

Φεύγετε να φεύγουμε
Να παπάς με το σταυρό
Παπαδιά με το θερμό.

Και όταν οι μεγάλοι, ακούγεται και η φωνή του μικρότερου παιδιού, που έμεινε πίσω γιατί δεν πρόφτασε να δέσει το τσαρουχάκι του, και  τους φωνάζει:

«Καρτέρι κι εμέ να βάνω το τσαρ’ χάκι μ’ !»

7103422

Τα παγανά

Τα παγανά μπαίνουν στο σπίτι από το τζάκι κι απ’ τις τρύπες, και χύνουν το νερό και σκορπάν τ’ αλεύρι, μα σκιάζονται τη φωτιά και κυνηγάν τη στάχτη. Για τούτο πρέπει να σφαλείς τη νύχτα όλα τ’ αγγειά , και σαν πλαγιάζεις να ρίχνεις στη φωτιά ρείκια ή αλάτι να βροντάει , και δίνουν τότε δρόμο τα παγανά απ’ το βρόντημα που ακούγουν , ή να ρίχνεις κανένα κομμάτι πετσί να μυρίζει, και δε ζυγώνουν. Κοιμόμουν μια φορά στο παραγώνι, κουκουλωμένη με το σκέπασμα ως το κεφάλι, κι είχε κατακάτσει η φωτιά κι ήταν σκοτάδι. Ξυπνάω άξαφνα , και βλέπω στο φως της αθράκας έναν παγανό κοντά στη σταχτοθουρίδα , που σκόρπαγε τη στάχτη. Και τον τσάκωσα απ’ την αγκούλα του , και κείνος τράβαγε και μου την πήρ΄, ο καταραμένος , κι έφυγε γελώντας απ’ το τζάκι. Γι’ αυτό και η στάχτη η παγανίσια , που μένει όσο κρατούν τα παγανά, είν’ οργισμένη. Και δεν πρέπει στην πλύση να την βάνεις γιατί κόβει τα ρούχα , αλλά να την πετάς μακριά όση μαζεύεις κι όσον καιρό είν’ αυτά , ώσπου να φύγουν πάλε, να παν’ στου Κάτου Κόσμου, στην οργή και στην κατάρα. Και κει σαν κατέβουν τα παγανά, αρχίζουν να πελεκάν με τα δόντια τους και με τσεκούρια τις τρεις κολόνες που βαστάν τον κόσμο, να τις κρεμίσουν, ο κόσμος να χαλάσει. Τις πελεκάν μ’ αγώνα όλον το χρόνο, ώσπου αποσταμένοι αφήνουν μια τρίχα μοναχά ν’ ανασάνουν , μα ο Θεός τους δίνει οργή και τους αποκορώνει , και παίρνουν πάλε χόντρο, και γιομίζουν οι κολόνες, και κείνοι απ το πείσμα τους πιάνονται ύστερα και τρώγονται συνατοί τους.

* * *

201455-êáëéêÜíôæáñïé2

Λαϊκά παραμύθια με καλικάντζαρους

Κάποτε υπήρχε μια μαμμή της οποίας εμφανίστηκε ένα καλικάντζαρος σαν άνθρωπος και της είπε: «έλα μαζί μου γιατί πρέπει να ξεγεννήσεις τη γυναίκα μου. Αν κάμει η γυναίκα μου  υιό θα σε πολυχρυσώσω, αλλά αν κάμει κόρη θα σε σκοτώσω».

Η μαμμή ακολούθησε τον άνδρα μέχρι το σπίτι του και ξεγέννησε τη γυναίκα του. Η γυναίκα έκαμε κορή, αλλά επειδή η μαμμή φοβήθηκε είπε ψέμματα στον άνδρα ότι απέκτησε ένα γιο. Ο άνδρας – καλικάντζαρος, χαρούμενος με τα νέα που άκουσε, της έβαλε στην ποδιά της αντί χρυσάφι, κρεμμυδόφυλλα. Η μαμμή  φοβισμένη έτρεξε αμέσως προς το σπίτι της και ενώ έτρεχε της έπεφταν τα κρεμμυδόφυλλα. Όταν έφθασε  στο σπίτι της, έριξε όσα κρεμμυδοφυλλα της έμειναν στο πάτωμα, και αμέσως αυτά έγιναν χρυσάφι. Η μαμμή επείδη φοβήθηκε ότι ο καλικάντζαρος θα την καταδίωκε όταν ανακάλυπτε την αλήθεια, δεν ξαναβγήκε ποτέ νύχτα έξω από το σπίτι της, για να μην την σκοτώσει.

82052

*

Κάποτε ζούσε ένας γέροντας, που έμενε μόνος του στο βουνό και ήταν πολύ πλούσιος. Στο χωριό κοντά στο σπίτι του γέροντα, υπήρχε μια οικογένεια φτωχή με 5 -6 παιδιά. Τα παιδιά και ο πατέρας κάθε χρόνο στις γιορτές έβαφαν μαύρο το πρόσωπό τους με κάρβουνα, ντύνονταν καλικάτζαροι και πήγαιναν στο σπίτι του γέροντα. Εμφανίζονταν στο γέρο ως καλικάντζαροι και τον απειλούσαν να τους δώσει φαί, αλλιώς θα τον σκότωναν. Ο γέροντας φοβισμένος τους έδινε πολλή φαγητό και άλλα πολλά πράγματα, για να τους ξεφορτωθεί.  Μια φορά είπε την ιστορία του σε ένα κυνηγό και ο κυνηγός του είπε ότι αν του έδινε 2 λίρες, θα ξεφορτωνόταν τους καλικάντζαρους μια και καλή. Ο γέροντας μη έχοντας άλλη επιλογή έδωσε 2 λίρες στον κυνηγό και τον εμπιστεύτηκε για να ξεφορτωθεί τους καλικάντζαρους. Ετσι, όταν έφθασαν οι γιορτές, ο κυνηγός κρυβόταν κάθε βράδυ πίσω από την πόρτα του γέροντα.  Όταν ένα βράδυ εμφανίστηκαν οι καλικάντζαροι, ο κυνηγός κτύπησε τον πατέρα, που μπήκε πρώτος μέσα στο σπίτι με ρόπαλο στο κεφάλι. Τα παιδιά αμέσως τράπηκαν σε φυγή και ο κυνηγός έδειξε στο γέροντα ότι οι καλικάντζαροι δεν ήταν παρά άνθρωποι πεινασμένοι, που τον εκβίαζαν για φαγητό.

dscf3110

*

Ο καλικάντζαρος και ο ζευγολάτης

Ο ζευγολάτης εκείνη την ημέρα μαγείρευε χοιρινό. Κάποια στιγμή μπήκε στην καλύβα του ένας άνθρωπος και ζήτησε να δώσει και σ’αυτόν να φάει κρέας. Ο ζευγολάτης δεν ήθελε να του δώσει, αλλά ο άλλος επέμενε πολύ, μέχρι που τον έκανε να θυμώσει και να τον πετάξει έξω από το καλύβι του με βρισιές. Τότε ο άνθρωπος του φανερώθηκε πως είναι ένας καλικάντζαρος.

Ο ζευγολάτης κατάλαβε την επιμονή του για το φαί, επειδή ήξερε ότι οι καλικάντζαροι αγαπάνε πολύ το χοιρινό κρέας. Αλλά πάλι δεν είχε σκοπό να του δώσει. Ο καλικάντζαρος θύμωσε κι όρμησε επάνω του. Χωρίς να τα χάσει αυτός, άρπαξε ένα σιδερένιο σουβλί και καθώς ήταν και χειροδύναμος, τον έκανε μαύρο στο ξύλο. Την ώρα που τον έδερνε, τον ρώτησε ο καλικάντζαρος:

– Βρε, πώς σε λένε;

Ο ζευγολάτης κατάλαβε γιατί τον ρωτούσε και αντί για το πραγματικό του όνομα, του είπε «Απατός».
Φεύγοντας από το καλύβι ο καλικάντζαρος πήγε και βρήκε τους συντρόφους του. Τους είπε πως ο «Απατός» τον έκανε έτσι και να πάνε όλοι μαζί να τον τιμωρήσουν. Μα οι συντρόφοι του δεν τον πίστεψαν. Γελούσαν και του έλεγαν:

— Απατός και μοναχός σου έπαθες, τι θέλεις από μάς;

Έτσι γλίτωσε ο ζευγολάτης.

Kallikatzaros

*

Οι κωλοβελόνηδες και η γυναίκα

Μια φορά δυο γειτόνισσες συνεννοήθηκαν να σηκωθούν νύχτα για να ζυμώσουν ψωμιά. Την κουβέντα τους την άκουσαν οι κωλοβελόνηδες και λίγο πριν από τα μεσάνυχτα πήγαν και χτύπησαν την πόρτα της μιας:

– Γειτόνισσα, σήκω να ζυμώσεις!
Αυτή σηκώθηκε κι άρχισε τη δουλειά, γιατί νόμισε πως ήταν οι γειτόνισσά της και την ειδοποιούσε. Σε λίγη ώρα ξαναχτύπησαν την πόρτα της οι κωλοβελόνηδες:
– Πάρε τα ψωμιά να τα πάμε στο φούρνο.
Αυτή μάζεψε τα ψωμιά και βγήκε από το σπίτι. Αμέσως την περικύκλωσαν οι κωλοβελόνηδες και την πήραν μακριά. Αφού περπάτησαν αρκετά, έφτασαν σε ένα μέρος, σταμάτησαν και της είπαν:΅
– Τώρα θα σε φάμε!
Η γυναίκα, τρέμοντας από τον φόβο της, τους είπε:
– Σταθείτε, να σας πω πρώτα ένα παραμύθι.
Οι κουτοί στάθηκαν και την άκουγαν μέχρι που λάλησε ο πρώτος πετεινός.
– Μαύρος είσαι και δεν σε φοβόμαστε, λένε οι κωλοβελόνηδες.
Σε λίγο λάλησε και ο δεύτερος πετεινός.
– Κόκκινος είσαι και δε σε φοβόμαστε, είπαν αυτοί.
Πριν προλάβουν να τελειώσουν τα λόγια τους, ακούστηκε και ο τρίτος πετεινός.
– ‘Ασπρος είναι πάμε να φύγουμε.
Και έφυγαν γιατί είχε φέξει για καλά η μέρα. Έτσι με την πονηράδα της γλύτωσε η γυναίκα.

Πηγή: gebrussels.wikispaces.com

kalikantzaroi

Η Κάλλω και οι καλικάντζαροι

Μια φορά κι έναν καιρό, πριν πολλά χρόνια, σε ένα χωριουδάκι ζούσε μια μάνα με τις δύο κόρες της. Την Μεγαλύτερη, την έλεγαν Μάρμπω και ήταν άσχημη. Η μικρότερη όμως, ήταν πανέμορφη και την φώναζαν Κάλλω. Όλος ο κόσμος μιλούσε για τα κάλλη της, κι απ’ όπου περνούσε σχολιάζανε την ομορφιά της. Η Μάρμπω, τα γνώριζε όλα αυτά και την ζήλευε. Για το λόγο αυτό, είχε κλειστεί στο σπίτι και δεν έβγαινε έξω ακόμα κι αν της το ζητούσε η μητέρα της.

Άντε βρε Μάρμπω… άντε κόρη μου, πετάξου ίσαμε την αγορά…

Όχι, δεν πάω εγώ. Στείλε την προκομένη σου, την Κάλλω…

απαντούσε η Μάρμπω κι η Κάλλω που δεν ήθελε να στεναχωρήσει την μητέρα της, έτρεχε αμέσω όπου της ζητούσαν. Κι όχι απλά πήγαινε, αλλά κατάφερνε και τις δουλειές καλύτερα απ’ τον καθένα, γιατί εκτός από όμορφη, ήταν επίσης και πάρα πολύ έξυπνη. Κάπως έτσι περνούσαν οι μέρες στο όμορφο χωριό ώσπου ήρθαν τα Χριστούγεννα. Την παραμονή της μεγάλης γιορτής, η μάνα των δύο κοριτσιών, κοιτάζοντας στο ντουλάπι της κουζίνας την κασέλα που είχανε το αλεύρι, είδε πως το αλεύρι είχε τελειώσει.

Τώρα τι κάνουμε; Δεν έχουμε άλλο αλεύρι στην αποθήκη. Ποια από τις δυο σας θα πάει στο μύλο; Άντε Μάρμπω κόρη μου, εσύ που είσαι και η μεγαλύτερη, σύρε στον μύλο…

…μα πριν προλάβει η μάνα να ολοκληρώσει την φράση της, η Μάρμπω απάντησε με πείσμα…

Όχι, δεν πάω…να πάει η Κάλλω.

Θα πάω εγώ μάνα…

Κι έτσι έγινε. Η μικρή Κάλλω, φόρτωσε στο γαιδουράκι της δυο σακιά με σιτάρι και ξεκίνησε για τον νερόμυλο. Μα ο νερόμυλος, ήτανε μακριά και το ταξίδι μεγάλο. Όταν έφτασε επιτέλους, η Κάλλω αντίκρισε κάτι που δεν το περίμενε. Κόσμος πολύς είχε φτάσει πριν από αυτήν στο μύλο και περίμενε να αλέσει τα γεννήματά τους. Μεγάλη η ουρά που είχαν σχηματίσει, μα δεν γινότανε αλλιώς. Η Κάλλω, ξεφόρτωσε το στάρι από το γαϊδουράκι της και περίμενε υπομονετικά την σειρά της. Οι ώρες όμως περνούσαν κι όσο να αλέσουν οι άλλοι, ο ήλιος είχε βασιλέψει και γρήγορα νύχτωσε. Ο μυλωνάς, πήρε το σιτάρι της και το έριξε στο καρίκι του μύλου, ενώ αυτός πήγε στην κάμαρά του για να ξαπλώσει και να ξεκουραστεί. Η Κάλλω έμεινε μόνη και καθισμένη πάνω σε κάτι σακιά, περίμενε να γίνει το αλεύρι της. Ήταν μισοσκότεινα και το μοναδικό φως που έφεγγε ήταν από ένα μικρό λαδοφάναρο. Φοβότανε πολύ και γι’ αυτό είχε κουρνιάσει σε μια γωνιά. Κατά τα μεσάνυχτα όμως, κι ενώ όλα ήταν ήσυχα, ξαφνικά άκουσε κάτι πατημασιές από την εξωτερική πόρτα του μύλου. Γυρίζει τρομαγμένη και τι να δει! Γύρω στους δέκα καλικάντζαρους να έχουν τρυπώσει στο μύλο και να την πλησιάζουν. Πάγωσε από την τρομάρα της, αλλά από την άλλη δεν θέλησε να φωνάξει για να μην ξυπνήσει τον μυλωνά. Ανασηκώθηκε λοιπόν στα σακιά και περίμενε να δει τι θα γίνει. Οι καλικάντζαροι, την είχαν περικυκλώσει κι άρχισαν να της λένε …

Θα σε φάμε Κάλλω, θα σε φάμε!

Αρχικά η Κάλλω φοβήθηκε και σκέφτηκε να το βάλει στα πόδια. Μα δεν θα κατάφερνε τίποτα γιατί σίγουρα θα την πιάνανε. Τότε μια ιδέα της ήρθε στο μυαλό κι αφού κοντοστάθηκε τους είπε ψύχραιμη πλέον…

Εντάξει λοιπόν…ας με φάτε. Αλλά έτσι; Δεν τρώγεται έτσι η Κάλλω!

Και πως τρώγεται η Κάλλω;

…ρώτησαν με περιέργεια οι καλικάντζαροι.

Με αυτό το παλιοφόρεμα θα με φάτε; Η Κάλλω επιθυμεί καινούργιο και όμορφο φόρεμα.

Καινούργιο και όμορφο φόρεμα; Πάμε γρήγορα να της φέρουμε…

απάντησαν οι καλικάντζαροι και σκόρπισαν τριγύρω ψάχνοντας, ενώ ταυτόχρονα μουρμούριζαν «φόρεμα», «φόρεμα», για να μην ξεχάσουν τι ψάχνουν. Χαμός επικράτησε στο νερόμυλο. Κι επειδή καλικάντζαροι είναι αυτοί και όλα τα καταφέρνουν, χώθηκαν από εδώ, στριμώχτηκαν από εκεί, κάποιοι άλλοι εξαφανίστηκαν και εμφανίστηκαν στο άψε-σβήσε…τελικά δεν άργησαν να εμφανιστούν και πάλι μπροστά της κρατώντας ένα πολύ όμορφο φόρεμα. Η Κάλλω το πήρε και το φόρεσε μα οι καλικάντζαροι και πάλι την περιτριγύρισαν απειλητικά λέγοντας…

Θα σε φάμε Κάλλω, θα σε φάμε!

Εντάξει λοιπόν…ας με φάτε. Αλλά έτσι; Δεν τρώγεται έτσι η Κάλλω!

Και πως τρώγεται η Κάλλω;

Ξυπόλητη θα με φάτε χρονιάρα μέρα; Η Κάλλω επιθυμεί καινούργια και όμορφα παπούτσια.

Καινούργια και όμορφα παπούτσια;

Οι καλικάντζαροι σκόρπισαν και πάλι. «Παπούτσια», «παπούτσια», «παπούτσια» μουρμούριζαν και…χαθήκαν από εδώ, βρεθήκαν από εκεί, χωθήκανε σε χαραμάδες και πάλι δεν άργησαν να εμφανιστούν μπροστά της με ένα ωραίο ζευγάρι παπούτσια.

Τώρα όμως, ήρθε η ώρα σου Κάλλω. Θα σε φάμε!

Μα όχι έτσι…θέλω και παλτό!

«Παλτό», παλτό», «παλτό», μουρμούρισαν και ξανά-μανά τα ίδια και να σου μπροστά της το παλτό. Κι όσο έφερναν οι καλικάντζαροι, όλο και περισσότερα ζητούσε στην συνέχεια η Κάλλω που είχε το σχέδιο της. Ζήτησε γάντια, γούνα, κάλτσες. Ζήτησε τσατσάρα, καθρεφτάκι, βελόνια και κλωστές, πούδρες και τσιμπιδάκια, κι ότι άλλο μπορείτε να φανταστείτε πως της έρχοταν στο μυαλό. Με τούτο και με εκείνο, οι ώρες πέρασαν και δεν άργησε η στιγμή που ακούστηκε από έξω ο κόκορας να χαιρετίζει το ξημέρωμα. Κι οι καλικάντζαροι σαν το άκουσαν, το δίχως άλλο εξαφανίστηκαν γιατί όπως όλοι ξέρουμε, τις σκανταλιές τους τις κάνουνε μόνο τα βράδυα και με το πρώτο φως της μέρας τρέχουν να κρυφτούνε στις φωλιές τους.

Πάνω στην ώρα ξύπνησε κι ο μυλωνάς κι αφού το σιτάρι είχε αλεστεί, φόρτωσαν στο γαϊδουράκι το αλεύρι καθώς κι όλα αυτά που είχαν κουβαλήσει οι καλικάντζαροι κι η Κάλλω πήρε το δρόμο της επιστροφής για το χωριό. Η μάνα της είχε ανησυχήσει και γι’ αυτό όταν την είδε να έρχεται, η χαρά της ήταν πολύ μεγάλη. Κι όταν είδαν ότι εκτός από αλεύρι είχε φέρει και χίλια δυο ακόμα πραματάκια, απόρησαν και την ρώτησαν…

Πού τα βρήκες όλα αυτά κόρη μου;

Μου τα έφεραν ψες το βράδυ οι καλικάντζαροι στον μύλο…

τους απάντησε η Κάλλω. Η Μάρμπω δεν είπε τίποτα εκείνη την στιγμή, μα σίγουρα ζήλεψε πολύ. Έβαλε με το νου της να πάει κι αυτή στον μύλο να βρει τους καλικάντζαρους και να τους ζητήσει φορέματα, παπούτσια και άλλα πολλά. Αλλά πως θα πήγαινε αφού το αλεύρι θα τους έφτανε για καιρό και οι καλικάντζαροι φεύγουνε από τον δικό μας κόσμο όταν τα Φώτα ο παππάς αγιάζει με την αγιαστούρα. Έτσι λοιπόν, άρχισε κρυφά, όταν δεν την έβλεπε κανείς, να παίρνει αλεύρι από την κασέλα και να το σκορπάει πότε στον ανέμο και πότε να το ρίχνει στο ρέμμα και το αλεύρι τελικά σώθηκε με την πρώτη μέρα του νέου έτους. Πάει η μάνα στην κασέλα να πάρει αλεύρι για να κάνει την βασιλόπιτα και κουλούρια, μα την βρήκε άδεια.

Τώρα τι κάνουμε; Δεν έχουμε άλλο αλεύρι στην αποθήκη. Ποια από τις δυο σας θα πάει στο μύλο;

Πάω εγώ…

απάντησε η Κάλλω μα πετάχτηκε από την άκρη η Μάρμπω και είπε πείσμα…

Τώρα θα πάω εγώ!

Φορτώνει λοιπόν το σιτάρι στο γαϊδουράκι, κι άρχισε το ταξίδι για τον μύλο, χωρίς να βιάζεται για να φτάσει αργά ώστε να χρειαστεί να περάσει το βράδυ της εκεί. Έτσι κι έγινε. Κατά τα μεσάνυχτα κι ενώ η Μάρμπω περίμενε καρτερικά στον νερόμυλο μόνη της, εμφανίστηκαν οι καλικάντζαροι οι οποίοι την περικύκλωσαν και άρχισαν να της λένε…

Θα σε φάμε Μάρμπω, θα σε φάμε.

Η Μάρμπω τρόμαξε πολύ και φοβήθηκε. Νόμισε ότι θα της φέρουν φορέματα και παπούτσια, μα αντί για αυτά, αυτοί όρμησαν πάνω της. Η Μάρμπω έβαλε τις φωνές και ξύπνησε ο μυλωνάς, αλλά μέχρι να ανάψει το φανάρι του και να βγει από την κάμαρά του, οι καλικάντζαροι με τα νύχια τους κατάφεραν και της γρατζούνισαν το πρόσωπο και τα χέρια. Έτσι, γύρισε στο χωριό πληγωμένη και λυπημένη, μα η Κάλλω την λυπήθηκε και της έδωσε κάποια από τα δικά της δώρα. Κι από ότι μάθαμε πολλά χρόνια μετά, κι οι δυό τους παντρεύτηκαν, κάνανε οικογένεια, και ζήσανε ευτυχισμένα και με αγάπη.

Πηγή: paramythades.org

*

*

σάρωση0033

Πηγή: Σχολιαστές χωρίς σύνορα

 

* * *

Επιμέλεια αφιερώματος: Ελένη Κεχαγιόγλου

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις επετειακές αναρτήσεις από το dim/art

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Advertisements

One thought on “Στην εποχή των καλικαντζάρων

  1. Παράθεμα: Στην εποχή των καλικαντζάρων – Μεταρρύθμιση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s