Ο Παύλος Μάτεσις, με τα δικά του λόγια

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ, στις 20 Ιανουαρίου 2013, πέθανε ο συγγραφέας Παύλος Μάτεσις, στα 80 του χρόνια.

«Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει αλλά και ποτέ δεν ανασταίνεται».
Π. Μ.

download

 

Αντί άλλου αφιερώματος αναδημοσιεύουμε την τελευταία δημόσια παρέμβαση του μεγάλου αντισυμβατικού, του εστέτ συγγραφέα Παύλου Μάτεσι, την οποία ο ίδιος χαρακτήρισε «απολογία»: επρόκειτο για μια εκδήλωση, στις 27 Ιανουαρίου του 2009 στο Megaron Plus, όπου συζήτησε με τον Ιάκωβο Καμπανέλλη και τον Κώστα Γεωργουσόπουλο για το μεταπολεμικό θέατρο και την ελληνική κοινωνία. Απομαγνητοφωνήθηκε και δημοσιεύτηκε, για πρώτη φορά, από τον Γιάννη Μπασκόζο στην εφημερίδα Το Βήμα, λίγες μέρες μετά το θάνατο του συγγραφέα. Ας δούμε, όμως, πρώτα, τη ζωή του όπως καταγράφεται στο βιογραφικό του στη biblionet.

Γεννήθηκε στη Δίβρη της Ηλείας το 1933. Σπούδασε θέατρο και μουσική στην Αθήνα. Εργάστηκε ως τραπεζικός υπάλληλος και εγκατέλειψε τη σταδιοδρομία του για να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία σε ώριμη ηλικία. Πρωτοεμφανίστηκε στο χώρο των γραμμάτων με το μονόπρακτο θεατρικό έργο Ο Σταθμός και ακολούθησε Η τελετή, που τιμήθηκε δύο χρόνια αργότερα με το Κρατικό Βραβείο Θεάτρου. Στην πρώτη φάση της θεατρικής του δημιουργίας ο Μάτεσις κινήθηκε στο χώρο της σκληρής απομυθοποίησης του ελληνικού μικροαστισμού και στη συνέχεια —με το Φάντασμα του κυρίου Ραμόν Νοβάρο— στράφηκε προς μια γραφή που παραπέμπει στο θέατρο του παραλόγου με σαφείς αναφορές στο έργο του Σάμουελ Μπέκετ. Με το θεατρικό έργο του Προς Ελευσίνα, εμπνευσμένο από το μυθιστόρημα του William Faulkner As I lay dying, ο Μάτεσις επιχείρησε μια ανατρεπτική απεικόνιση της ζωής από τη σκοπιά του θανάτου, με αναφορές στην ελληνική παράδοση από την αρχαία τραγωδία έως το δημοτικό τραγούδι και τα ελληνικά ήθη και έθιμα, όλα σε μια ανεστραμμένη οπτική. Στην πεζογραφία πραγματοποίησε την πρώτη του εμφάνιση το 1987, με το μυθιστόρημα Αφροδίτη, ενώ γνωστός έγινε κυρίως το 1990 με τη Μητέρα του σκύλου, στο οποίο αντιμετωπίζει τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία μέσω της ματιάς της κεντρικής ηρωίδας του, της ψυχωσικής Ραραούς. Η μητέρα του σκύλου μεταφράστηκε σε πολλές ξένες γλώσσες και περιλήφθηκε στη λίστα του αγγλικού εκδοτικού οίκου Quintet Publishing 1001 βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας που πρέπει να έχει διαβάσει κάποιος μέχρι το τέλος της ζωής του. Την ίδια προβληματική συνέχισε ο Μάτεσις με τη συλλογή διηγημάτων του Ύλη δάσους αλλά και το μυθιστόρημα Ο παλαιός των Ημερών. Ανατρεπτικής γραφής είναι και το πεζογράφημά του Πάντα καλά, το οποίο ο συγγραφέας το χαρακτήρισε «αισθηματικό μυθιστόρημα», καθώς και τα Σκοτεινός οδηγός, Μύρτος, Αλδεβαράν και το παρωδιακό Graffito. Ασχολήθηκε επίσης με τη μετάφραση λογοτεχνικών και θεωρητικών έργων (συγγραφέων όπως ο Σαίξπηρ, ο Μπεν Τζόνσον, ο Αριστοφάνης, ο Μολιέρος, ο Ίψεν, ο Μπωμαρσαί, ο Βιτράκ, ο Αρτώ, ο Πίντερ, ο Μάμετ, ο Σέπαρντ, ο Αραμπάλ). Πέθανε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2013, ενώ νοσηλευόταν σε ιδιωτικό θεραπευτήριο έπειτα από εγκεφαλικό επεισόδιο.

images

—«Η απολογία μου»—

Επάγγελμα συγγραφέας. Επάγγελμα, το δηλώνω. Αποφεύγω τις λέξεις «τέχνη», «καλλιτέχνης» επειδή ενοικιάζονται — εκτός από την τηλεόραση και από πολλά άλλα εκτός αισθητικής σκευάσματα. Η θεατρική πράξη συνιστά τελετουργία κατά τον αγαπητό μας Βάλτερ Πούχνερ και οι τελετουργίες δεν εξηγούνται διά της λογικής. Οι τελετουργίες μόνον τελούνται. Έργο μας, και χρέος ημών των επαγγελματιών συγγραφέων, είναι να οδηγούμε προς την έκσταση. Πώς; το παραγγέλλει και ο Λογγίνος όταν λέει: «Ό,τι ξεπερνά τα συνήθη μέτρα δεν πείθει, οδηγεί το κοινό προς την έκσταση, προς τα υπερφυά». Κυριολεκτικά: «Ου γαρ εις πειθώ τους ακροωμένους αλλ’ εις έκστασιν άγει τα υπερφυά».

Στη θεατρική πράξη συντελείται μία ανθρωποθυσία. Ο ηθοποιός θυσιάζεται, σφαγιάζεται στον βωμό του ήρωα τον οποίον ερμηνεύει. Σε παλαιές χιλιετίες, προτού ο άνθρωπος εφεύρει τον τροχό, εξευμενίζει τις άγνωστες δυνάμεις, το θείον, θυσιάζοντας ό,τι πολυτιμότερο, την ανθρώπινη ζωή. Τελεί ανθρωποθυσία. Σε μετέπειτα χιλιετίες, με την ανακάλυψη του τροχού και την εξασφάλιση τροφής, ο πρόγονός μας εξακολουθεί να θυσιάζει στις άγνωστες δυνάμεις ζώα. Και όταν πλησιάζει προς τον χρυσούν αιώνα θυσιάζει προσφέροντας καρπούς της γης. Το επόμενο βήμα θυσίας είναι η γέννηση του θεάτρου. Τώρα η πράξη είναι μίμηση πράξεως. Το θέατρο λόγω αυτών των προγεννητόρων είναι σεβαστό, είναι μία από τις σεμνές ευμενίδες που θυμάται πώς κάποτε ήταν ερινύς. Το ελληνικό θέατρο ήταν πάντα πλούσιο σε θεατρικά έργα.

kampanellis

Σήμερα θα μιλήσω για το θέατρο μετά τον Καμπανέλλη, εποχή στην οποία κι εγώ ενέχομαι. Οι ευάριθμοι συγγραφείς αυτής της περιόδου δεν αποτελούμε ούτε σχολή ούτε ενιαίο κίνημα. Τα έργα του καθενός διαφέρουν κτυπητά από αυτά των υπολοίπων. Όμως υπάρχει σε όλα κοινή μυστική βοή, όπως αναφέρει ο Καβάφης. Εδώ ο ορθολογισμός δεν κυβερνάει. Στον ορθολογισμό τα όρια της αλήθειας είναι κοινά. Ταυτίζονται με τα όρια που θέτει η λογική απόδειξη. Στα έργα αυτά η μεγάλη τους αλήθεια δεν αποδεικνύεται, μόνον δείχνεται.

Συμπορευόμενο με έργα θεατρικά που στόχο τους είχαν την ανώδυνη ψυχαγωγία του θεατή, υποστηριζόμενα από δημοφιλείς, αγαπητούς στο κοινό, ηθοποιούς, έργα αθώα —δεν είναι υποτιμητικός ο όρος—, εκεί μέσα, ξαφνικά, θριαμβικά εμφανίζονται τα θεατρικά κείμενα, με προεξάρχοντα τον Καμπανέλλη, και με αυτά ο θεατής δεν συνευρίσκεται ανώδυνα. Καθίσταται συνένοχος. Σε αυτά συνυπάρχουν ο μοντερνισμός, ο υπερρεαλισμός, το παράλογο, η εκτροπή από την καθεστηκυία θεατρική μορφή, η αλλαγή δηλαδή στη γεωμετρία της φόρμας. Συνυπάρχει το μυστηριώδες και το τρομώδες χιούμορ των πινάκων του Γκόγια της τελευταίας του παραγωγής, υπάρχει η παραφορά του κλασικού ισπανικού θεάτρου του Λόπε ντε Βέγα και του Καλντερόν ντε λα Μπάρκα — κείμενα που θα ήθελα πάρα πολύ να μεταφράσω.

Δεν πρόκειται για μίμηση, ούτε για αντιγραφή. Διαλεκτικώς αναπόδραστα, θα έλεγα, οι τροχιές μας διασταυρώθηκαν μαγικά, πρόβαλλαν ομόφθογγα, είχαν όμοιο τόνο με τη λοιπή ευρωπαϊκή θεατρική γραφή. Ίσως είχε φτάσει η ώρα της ωρίμανσης. Φτάσαμε στο απροσδόκητο ίσως επειδή δεν φοβηθήκαμε την τόλμη μας. Σε τούτο μάς ενθαρρύνει ο Ηράκλειτος: «Όποιος δεν προσδοκά το απροσδόκητο δεν θα το ανακαλύψει, θα παραμένει ανεξερεύνητο και απλησίαστο». Εγκαταλείψαμε ή παραγκωνίσαμε τα κοινωνικά προβλήματα, την αποτύπωση προσωπικών εμπειριών ή και πολιτικών διαταραχών της χώρας μας, ή μάλλον τα εκμεταλλευτήκαμε προκειμένου να ορθώσουμε με αυτά για πρόπλασμα ως θέμα τον ψυχικό χώρο του ανθρώπου με τη συνενοχή της φαντασίας και αίτημα την επαφή με την αιωνιότητα. Θέμα που παραμένει σύγχρονο και άλυτο από την εποχή του Ηράκλειτου.

Και πρώτα-πρώτα ξένισε η εκτροπή στη μορφή του θεατρικού μας γίγνεσθαι. Διατυπώθηκαν απορίες και ενστάσεις για την αλλαγή της γεωμετρίας της μορφής. Στα έργα μας αυτά η φωτογραφική πιστότης εγκαταλείπεται ως περιττή, έρχεται στη σκηνή η ζωγραφική πιστότης. Διαθέτουμε και τη συνηγορία του Λεονάρντο ντα Βίντσι που είπε: «Η τέχνη έχει τη δύναμη να παράγει μορφές τις οποίες η φύση δεν γνωρίζει και αδυνατεί να παραγάγει». Το υπέδαφος, τώρα. Μέσα στα κείμενά μας διαφαίνονται ερωτήματα θέσης που ενυπάρχουν στους προσωκρατικούς αλλά και στον Ομηρο ή στον Ευριπίδη.

Να θυμίσω εδώ ότι δεν είμαι ελληνομανής, ούτε πάσχω από ελληνολαγνεία, ούτε και τους διεκδικώ όλους αυτούς ως προγόνους μου. Είναι πρόγονοι ολόκληρης της Ευρώπης. Όρισαν την πορεία της. Αλλά ενώ η σπονδυλική στήλη του εβραϊκού, χριστιανικού και ισλαμικού πολιτισμού είναι οι θρησκείες με διαταγές και ποινές, η σπονδυλική στήλη του ελληνικού πολιτισμού δεν είναι ο Θεός αλλά η ποίηση. Στον Όμηρο, στην Ιλιάδα, η ποίηση δεν απειλεί, δεν υπόσχεται. Οι προσωκρατικοί θέτουν τον άνθρωπο ως ηγέτη της μοίρας του, παραμερίζουν σιωπηλά το θείον. Μας το αναγγέλλει πανηγυρικά και ο Πίνδαρος: «Μιας μητέρας τέκνα είμαστε, θεοί και άνθρωποι», κατά λέξη «έν ανδρών, έν θεών γένος, εκ μιας δε πνέομεν ματρός αμφότεροι».

Τα έργα μας τα συνοδεύει η αποδοχή της λύπης ως αναγκαίου συστατικού της ζωής. Σε αυτό συμπαρίσταται ο Όμηρος, που λέει ότι «τα φύλλα των δέντρων είναι το γένος των ανθρώπων», αλλά και ο Ευριπίδης που αναρωτιέται «ποιος ξέρει αν η ζωή δεν είναι θάνατος, κι αν ό,τι εμείς αποκαλούμε θάνατο εκεί κάτω, δεν λέγεται ζωή». Ακόμη υφέρπει ανατριχιαστικά η ήρεμη ρήση του Θέογνη «το άριστον για τον άνθρωπο θα ήταν να μη γεννηθεί και να μη δει τις ακτίνες του ήλιου». Τα ρεαλιστικά συστατικά, τα ανταλλακτικά του θεατρικού οχήματός μας είναι το ένδυμα με το οποίο καλύπτεται ή καμουφλάρεται η ψυχή. Παράδειγμα οι ήρωες εντός ρεαλιστικού κυκλώματος του συγγενούς μας Φραντς Κάφκα. Επειδή, όπως γράφει ο Ηράκλειτος, «τα πέρατα της ψυχής δεν θα τα ανακαλύψεις ποτέ, απ’ όσους δρόμους κι αν την περιτρέξεις» και επειδή τα εν λόγω έργα μας αποτελούν κατάδυση στον ψυχικό βυθό, ο οποίος είναι επίφοβος, επικίνδυνος, ανεξερεύνητος και ύπουλος, ενίοτε γι’ αυτό, ο συγγραφέας που θα επιχειρήσει αυτή την κατάδυση οφείλει να διαθέτει πνευματική ρώμη, ψυχική υγεία και ισορροπία.

Είναι σφάλμα να θεωρούμε τη διαταραγμένη ψυχολογία ως ευαισθησία και ταλέντο. Φυσικά υπάρχουν και ελάχιστες εξαιρέσεις. Ο ψυχικός χώρος ως μη εξερευνήσιμος παρέχει υλικό αενάως σύγχρονο και μη εξαντλούμενο και αενάως εξελισσόμενο. Βεβαίως οι μεγάλοι του θεάτρου, όπως ο Μπέκετ, έχουν υποψιαστεί την ηρακλείτειο σκέψη, γνωρίζουν ότι η ψυχή συγγενεύει με το άπειρον — το άπειρον ως χώρος και ως χρόνος. Γιατί ο Ηράκλειτος μας λέει πάλι «ψυχή ίσον υλικά συμβαίνοντα εν εξελίξει». Των έργων μας ρυθμιστής είναι ο άνθρωπος όπως τον είδε ο Πρωταγόρας, «πάντων χρημάτων μέτρον εστίν άνθρωπος». Ήτοι ο άνθρωπος είναι το κριτήριο όλων όσων ισχύουν. Όλο αυτό το ορυχείο παραστέκει μαγικά ως θεμέλιο στο θεατρικό έργο της εποχής για την οποία ως συνένοχος μιλώ.

Και εδώ τελειώνει η απολογία μου.

download (1)

Εμείς και το κοινό

Άλλος υποστηρικτής των έργων μας ήταν το κοινό. Αντέδρασε θετικά σαν να περίμενε, να προσδοκούσε αυτό το είδος θεάτρου. Και από την αρχή κοντά μας ήταν η έγκυρη θεατρική κριτική, στην οποίαν οι κρινόμενοι οφείλουμε χάριτες. Τα έργα μας παίχτηκαν σε μικρές κυρίως αίθουσες, πράγμα που απαιτεί το έργο. Το έργο θέλει τον θεατή κοντά στη σκηνή, αμήχανα κοντά στον ηθοποιό. Ορισμένα κενά στη δράση, επίτηδες αφημένα από τον συγγραφέα, τα συμπληρώνει ο θεατής και γίνεται έτσι συμμέτοχος, συνένοχος στη σύνθεση του έργου. Το βάρος του έργου το φέρει το δρων γεγονός, η δράση, ήτοι ο μύθος του έργου. Ο λόγος υπηρετεί το έργο, τον μύθο. Δεν είναι αυτοσκοπός και η καλλιλογία είναι περιττή και ενίοτε επιβλαβής. Πιστεύω, ως πρωτοπόρα, τα έργα αυτής της χρονικής φάσης προηγήθηκαν της εποχής τους και μάλλον μια νέα συνάντησή τους σήμερα με τον θεατή θα είναι ευπρόσδεκτη αλλά θα μπορούσαν και να επανακριθούν. Προσωπικά τα κρίνω ως δημιουργήματα με υψηλή πνευματικότητα και θεατρικότητα, από τα ισχυρότερα στην Ευρώπη. Έχουν καθιερώσει μέσα στο πραγματικό το ονειρικό και το φαντασιακό. Στοιχεία που ο θεατής δέχεται πλέον ως μέρος του πραγματικού. Να μην ξεχνάμε ότι στον θεατρικό λόγο μόνιμα εποπτεύει και ενεδρεύει η μουσική επειδή ο ήχος είναι η πρώτη ύλη για τον σχηματισμό της λέξης και ο ρυθμός είναι η βακτηρία της. Όσο για τη βιωσιμότητά τους βλέπω τα πρόσωπα κάθε έργου να λοξοκοιτάζουν τον συγγραφέα τους λέγοντας: «Άσ’ τον αυτόν, ίσως εμείς να ζήσουμε πιο πολύ από αυτόν».

Πηγή: Το Βήμα

EFL227d96_1_FOTO_MAFA_LUKAS_BIBA

Δείτε εδώ τα έργα του Παύλου Μάτεσι στη biblionet

* * *

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις από το dim/art

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s