Ο ακούραστος μεταφραστής των ήχων του Θεού

Σαν σήμερα, στις 31 Μαρτίου 1685, γεννήθηκε ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ (1685-1750)

—της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου—

Υπάρχουν άνθρωποι που ακούνε μόνο αυτό που λέμε «κλασική μουσική». Άλλοι, μόνο μπαρόκ. Για άλλους πάλι, που δεν είναι καθόλου λίγοι, υπάρχει όλη η υπόλοιπη μουσική, και ο Μπαχ. Αν ο Μότσαρτ υπήρξε (και παραμένει) ο μεγαλύτερος ποπ σταρ της κλασικής μουσικής, ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, που γεννήθηκε σαν σήμερα, το 1685, ήταν ο εκείνος που συνέδεσε απευθείας το πνεύμα της ανθρωπότητας με τον ήχο του Θεού.

Κι αυτό δεν έχει τόσο να κάνει με το γεγονός ότι συνέθεσε εκκλησιαστική μουσική – εξάλλου, στην εποχή του, η Εκκλησία σε συνδυασμό με την κοσμική εξουσία των δουκών και των πριγκίπων ήταν ο βασικότερος χορηγός της μουσικής δημιουργίας. Ο Μπαχ ήταν θρησκευόμενος, πιστός λουθηρανός, αλλά ως τέτοιος, δεμένος επίσης γερά με τα επίγεια, όπως φανερώνει η καριέρα του. Δεν ήταν «ανανεωτής». Χρησιμοποιούσε συχνά ως εφαλτήριο έμπνευσης παλιότερους ύμνους και μουσικές της λουθηρανικής εκκλησίας. Ταυτόχρονα, μελέτησε και εξέλιξε την αντίστιξη, ενσωμάτωσε σκόρπιες ώς τότε τεχνικές και ιδέες στις γνωστές έως τότε φόρμες του ορατορίου, της καντάτας, της σονάτας οδηγώντας τις σε τέτοιο σημείο τελειότητας και ευελιξίας ώστε να γίνουν όχημα απελευθέρωσης της ζωής των ήχων.

10322794_10206264235304441_4824079361049683557_n

Ο Μπαχ έζησε μια ζωή αδιάκοπης εργασίας. Πίστευε ότι αυτό που ρωτά ο Θεός τον άνθρωπο μπροστά στις πύλες του παραδείσου δεν είναι τίποτε άλλο παρά μόνον αν χρησιμοποίησε ορθά, χωρίς σπατάλη, τον χρόνο που του δόθηκε. Έζησε και δούλεψε σε έξι διαφορετικές πόλεις. Ταξίδεψε σε όλη τη Γερμανία αναζητώντας το τέλειο εκκλησιαστικό όργανο και δημιουργώντας επαφές με τους συναδέλφους του (αλλά και με πιθανούς μελλοντικούς εργοδότες). Στα 20 του χρόνια, περπάτησε 350 χιλιόμετρα από το Άρνσταντ, όπου είχε πιάσει την πρώτη του δουλειά ως οργανίστας, έως τη Λύμπεκ (και μετά άλλα τόσα στην επιστροφή), για να συναντήσει το ίνδαλμά του, τον μεγάλο οργανίστα και συνθέτη Άρνολντ Μπουξτεχούντε. Κατά τα άλλα, ως ορφανός από πατέρα και μητέρα ήδη στα 10 του, χρειάστηκε να δουλεύει όλη του τη ζωή ως μουσικός του εκκλησιαστικού οργάνου και δάσκαλος χορωδίας, ενίοτε με ελάχιστα ταλαντούχους ή ενθουσιώδεις μαθητές, και κοντόφθαλμους, συντηρητικούς εργοδότες.

10426318_10206264231664350_5296521031044052853_n

Παρά τη φήμη που απέκτησε νωρίς ως βιρτουόζος του εκκλησιαστικού οργάνου, τα πρώτα δικά του έργα άρχισαν να ακούγονται περισσότερο όταν στα καθήκοντά του στην αυλή του δούκα της Βαϊμάρης (εργάστηκε εκεί από το 1708 έως το 1717) συμπεριλήφθηκε και η σύνθεση μιας καντάτας τον μήνα. Την περίοδο εκείνη, ο Μπαχ κέρδιζε πλέον καλά χρήματα, είχε όμως ήδη και μια μεγάλη (και ολοένα μεγαλύτερη) οικογένεια να θρέψει. Επιπλέον, φρόντιζε να κρατά όλες τις επαγγελματικές του πόρτες ανοιχτές. Είναι περίφημο το επεισόδιο με το οποίο έληξε η θητεία του στη Βαϊμάρη, όταν ο δούκας Βίλχελμ Ερνστ απαγόρευσε στον Μπαχ να γράφει έργα 11082565_10206264237424494_3684406880598264656_nγια τον ανταγωνιστή του, Έρνστ Άουγκουστ. Ο Μπαχ δεν συνεμορφώθη, ο Βίλχελμ Έρνστ τον παρέκαμψε για τη θέση του «Κapellmeister» (του υπεύθυνου για τη μουσική που επιλέγεται και παίζεται στις εκκλησίες – που ήταν και ο βασικός χώρος για τη μουσική γενικά), ο Μπαχ αντέδρασε αρνούμενος να ξαναγράψει άλλη καντάτα και δέχτηκε να πιάσει δουλειά στην αυλή του νεαρού Λεοπόλδου του Καίτεν (η αδελφή του οποίου είχε παντρευτεί τον Έρνστ Άουγκουστ), ένθερμου φαν του Μπαχ. Τότε ο Βίλχελμ Έρνστ συνέλαβε τον Μπαχ, τον έκλεισε φυλακή για ένα μήνα (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1716) και εν συνεχεία τον απέλυσε. Ο Μπαχ μετακόμισε αμέσως στο Καίτεν.

Ο Λεοπόλδος λάτρευε πραγματικά τη μουσική. Όχι μόνο έπαιζε ο ίδιος (βιολί, βιόλα ντα γκάμπα και μερικά ακόμα), αλλά είχε φροντίσει να μαζέψει γύρω του την αφρόκρεμα της Γερμανίας, σχηματίζοντας ένα ιδιότυπο «συγκρότημα», που έπαιζε μόνο για εκείνον. Ο Μπαχ κρατούσε το εκκλησιαστικό όργανο και τροφοδοτούσε το «συγκρότημα» με συνθέσεις δικές του (ανάμεσά τους και τα έξι Βρανδεμβούργια Κονσέρτα, τα κονσέρτα για βιολί, οι σουίτες για τσέλο, τα πρελούδια και οι φούγκες από το Καλοσυγκερασμένο Κλειδοκύμβαλο). Ο πρίγκιπας ήταν πανευτυχής. Μάλιστα, τα καλοκαίρια έπαιρνε τους μουσικούς του και πήγαινε για λουτρά στο (κοσμικό) Κάρλσμπαντ.

Επιστρέφοντας από μια τέτοια εκδρομή ο Μπαχ το 1720, βρήκε τη γυναίκα του, Μαρία Μπάρμπαρα, νεκρή. Πολύ σύντομα, ο Μπαχ παντρεύτηκε μια συνάδελφό του στην αυλή, την εξαιρετικά ταλαντούχα σοπράνο Άννα Μαγκνταλένα, και σύντομα ακολούθησε μία ακόμα μετακόμιση, αυτή τη φορά σε μια πραγματικά μεγάλη πόλη: τη Λειψία. (Φαίνεται πως η νέα σύζυγος του Λεοπόλδου, που παντρεύτηκε ένα μήνα μετά τον Μπαχ, ελάχιστα συμμεριζόταν τον ενθουσιασμό του συζύγου της για τη μουσική. Δεν αποκλείεται, λοιπόν, το επόμενο βήμα στην καριέρα του Μπαχ να οφείλεται σε μια άμουση, οικονόμο πριγκίπισσα.)

11757493-largeΣτη Λειψία έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του, αρχικά ως υπεύθυνος μουσικής εκπαίδευσης της σχολής του ναού του Αγίου Θωμά, για να αναδειχθεί τελικά σε κεντρικό πρόσωπο της μεγάλης και σημαντικής μουσικής σκηνής στην πόλη. Στα πρώτα 10 χρόνια της παραμονής του εκεί, ήταν υποχρεωμένος να γράφει μία καντάτα κάθε εβδομάδα –συνολικά πάνω από 500– τις οποίες έπρεπε να διδάσκει στα παιδιά της χορωδίας και να τις παρουσιάζει. Αυτός ο ρυθμός δουλειάς δεν ήταν εντελώς ασυνήθιστος. Ασυνήθιστη ήταν η ποιότητά της. Παράλληλα, κατάφερε να ολοκληρώσει και να παρουσιάσει για πρώτη φορά τα Κατά Ιωάννη Πάθη (1724), το Magnificat (1723) και τα Κατά Ματθαίον (1727). (Ο Μπαχ έγραψε και Κατά Μάρκον Πάθη, αλλά το έργο αυτό έχει χαθεί – όπως έχουν χαθεί, σύμφωνα με υπολογισμούς, περί τα δύο πέμπτα της μουσικής που έγραψε στη ζωή του.)

Μετά την πρώτη του δεκαετία εκεί, ο Μπαχ κατάφερε να απεμπλακεί από ορισμένα από τα καθήκοντά του και να αφιερώσει περισσότερη ενέργεια στο Collegium Musicum, την «ιδιωτική» ορχήστρα που είχε συστήσει ο Τέλεμαν υποκλέπτοντας λίγο από το μονοπώλιο της εκκλησίας στην προσφορά της μουσικής, με τις συναυλίες που έδινε στο καφέ Τσίμμερμαν στην Καταρίνενστράσσε 14. Στα έργα της τελευταίας του περιόδου περιλαμβάνεται η περίφημη Λειτουργία σε Σι Ελάσσονα και οι Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ.

11075169_10206264244104661_1281032446113857963_n

Καφέ Τσίμμερμαν

Το 1749, η όρασή του άρχισε να φθίνει επικίνδυνα. Προσέφυγε σε έναν Άγγλο χειρουργό, ελπίζοντας να την αποκαταστήσει. Η επέμβαση απέτυχε πλήρως και ο Μπαχ έμεινε τυφλός. Πέθανε την επόμενη χρονιά, στις 28 Ιουλίου του 1750, πιθανότατα από εγκεφαλικό. Η μουσική κληρονομιά του διασκορπίστηκε ανάμεσα στα πάμπολλα παιδιά του και ξεχάστηκε. Παρόλο που ο Μπετόβεν, ο Μότσαρτ, ο Σοπέν, ο Σούμαν παραδέχονταν ότι ο Μπαχ ήταν ο μεγαλύτερος δάσκαλος που εμφανίστηκε ποτέ στη μουσική, χρειάστηκε να έρθει ο 19ος αιώνας και ο Φέλιξ Μέντελσον, που εκτέλεσε τα Κατά Ματθαίον το 1829 στο Βερολίνο για να αναβιώσει το ενδιαφέρον για το έργο του Μπαχ. Και να μην ξανασβήσει έκτοτε.

11121784_10206264241184588_69111389952512174_n

Για τον Μπαχ

«Δεν έπρεπε να ονομάζεται Bach [σημ.: «ρυάκι», στα γερμανικά]. Έπρεπε να ονομάζεται Ωκεανός».

– Λούντβιχ φαν Μπετόβεν

«Όταν άκουσα αυτή τη μουσική, ήταν σαν να μελετώ πώς θα ήταν για τον Θεό λίγο πριν δημιουργήσει τον κόσμο».

–Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε

«Λένε πως όταν οι άγγελοι παίζουν μουσική για τον Θεό, παίζουν Μπαχ. Όταν παίζουν μεταξύ τους, παίζουν Μότσαρτ».

– Ιζάια Μπερλίν

«Ο Μπαχ είναι ο πατέρας, εμείς είμαστε τα παιδιά. Όλοι εμείς που είμαστε ικανοί για κάτι σοβαρό, το μάθαμε από εκείνον».

– Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ

«Ας στραφούμε στον Μπαχ, τον Μεγαλοδύναμο της μουσικής, στον οποίο όλοι οι συνθέτες, πριν ξεκινήσουν τη δουλειά τους, πρέπει να προσεύχονται να τους φυλάει από το κακό».

– Κλοντ Ντεμπισί

«Για το έργο ζωής του Μπαχ έχω να πω το εξής: να ακούτε, να παίζετε, να το λατρεύετε – και να σιωπάτε!»

– Άλμπερτ Άινσταϊν

644428_10206264230864330_2820925570869204943_n

Ένα επεισόδιο από τη ζωή του Μπαχ

(από το Μικρό Χρονικό της Άννας Μαγκνταλένα Μπαχ, της δεύτερης γυναίκας του)

18684_10206264234984433_8043350506493653569_nΑπό ανάγκη αλλά και από κληρονομικότητα ήταν πολύ προσεκτικός και οικονόμος. Θυμάμαι πάντως μια φορά που σπατάλησε μερικά γρόσια μόνο και μόνο για ευχαρίστηση. Στη Λιψία συναντούσε συχνά μια ομάδα ζητιάνων που τον πλησίαζαν πάντα με τα ίδια παρακάλια. Τα παρακάλια τους έφταναν σ’ ένα κρεσέντο κι ο Σεμπάστιαν ισχυριζόταν ότι διέκρινε σ’ αυτά κάποια μουσικά διαστήματα. Καμωνόταν πως έψαχνε για να τους δώσει κάτι και στη συνέχεια, δήθεν έκπληκτος, ισχυριζόταν πως δεν έβρισκε χρήματα στην τσέπη του. Στο σημείο αυτό οι κραυγές των ζητιάνων γίνονταν διαπεραστικές· τους έδινε λοιπόν μια πολύ μικρή ελεημοσύνη κι αυτό ησύχαζε κάπως τα κλαψουρίσματά τους. «Αλλά», πρόσθετε όταν μας διηγόταν αυτή την ιστορία, «αναρωτιόμουν αν μια πιο πλούσια ελεημοσύνη θα οδηγούσε σε λύση των διάφωνων διαστημάτων που σχημάτιζαν τα παρακάλια αυτά, οδηγώντας τα προς την τονική». Όταν ξανασυνάντησε τους επαίτες, «το κουαρτέτο ζητιάνων», όπως το είχε ονομάσει, τους έδωσε τόσο γενναιόδωρη ελεημοσύνη ώστε, προς μεγάλη του ευχαρίστηση, η διαφωνία τους λύθηκε με τον τρόπο που είχε ευχηθεί.

[εκδ. Νεφέλη, 1990, μετάφραση: Τατιάνα Κωνσταντινίδη]

21095_10206264241464595_3216876052362689880_n

* * *

* * *

Ο Μπαχ μετά τον Μπαχ

—του Γιώργου Τσακνιά—

Από τις πολλές διασκευές έργων του Μπαχ που έχουν γίνει σε όλα σχεδόν τα είδη της σύγχρονης μουσικής, ξεχωρίσαμε δύο, που πιστεύουμε πως θα τον έκαναν περήφανο, αν τις άκουγε.

Η εκτέλεση του πρώτου μέρους του κονσέρτου σε ρε ελάσσονα από τους Τζάνγκο Ράινχαρτ, Στεφάν Γκραπελί και Έντι Σάουθ το 1937 είναι μοναδική· είναι απίστευτο πόσο φυσικά και αβίαστα μετέτρεψαν το κομμάτι σε σουίνγκ:

Bourrée: χορός δημοφιλής στη χώρα των Βάσκων και στις γειτονικές περιοχές της Γαλλίας κατά τον 17ο αιώνα. Χαρακτηριστικό του, ότι το μουσικό θέμα δεν μπαίνει στο «ένα» (όπως μετράμε το κομμάτι), αλλά στο τελευταίο όγδοο του προηγούμενου μέτρου, και μάλιστα στην άρση, γεγονός που δίνει στο κομμάτι μια ελαφρότητα (με την καλή έννοια). Φυσικά, μια τέτοια ιδιαιτερότητα δεν ήταν δυνατόν να αφήσει αδιάφορο Μπαχ, που έγραψε το bourrée σε μι ελάσσονα για λαούτο. Fast forward δυόμισι με τρεις αιώνες περίπου: το bourrée του Μπαχ διασκευάζουν οι Τζέθρο Ταλ (παρεμπιπτόντως, το όνομά τους το πήραν από τον Henry Jethro William Tull, σύγχρονο του Μπαχ, στον οποίον οφείλονται πρωτοποριακές μέθοδοι καλλιέργειας, που άνοιξαν τον δρόμο για τη βρετανική αγροτική επανάσταση), στο αριστουργηματικό τους άλμπουμ Stand up (1969):

* * *

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις του dim/art

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

4 comments

  1. Reblogged στις ΤΡΕΛΛΗ ΣΑΡΑΝΤΑΡΑ και σχολίασε
    Τον ακούω από μικρή. Τον αγάπησα ιδιαίτερα φέτος, για κάποιους τελείως μεταφυσικούς λόγους. Το ψάχνω ακόμα.

    Πολύ ενδιαφέρον άρθρο του dim/art. Κι επισημαίνω αυτό.
    «Ο Μπαχ είναι ο πατέρας, εμείς είμαστε τα παιδιά. Όλοι εμείς που είμαστε ικανοί για κάτι σοβαρό, το μάθαμε από εκείνον».

    – Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ

    Μου αρέσει!

  2. Παράθεμα: Trois Gnossiennes | dimart

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s