Σκιές και φως

Μια μικρή αναδρομή στο φιλμ νουάρ

—του Βασίλη Γουδέλη*—

myfilmnoir32Εκείνες οι σκοτεινές, «φτηνές» παραγωγές, τα λεγόμενα αστυνομικά b movies, που πήραν την πιο ολοκληρωμένη μορφή τους  στο Χόλιγουντ κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ή και λίγο μετά (με γενάρχη το πρώτο κλασικό φιλμ του είδους The Maltese Falcon, στα 1941, του Τζον Χιούστον), μάλλον κανείς δεν περίμενε, ούτε οι ίδιοι οι σκηνοθέτες τους, ο Έντουαρντ Ντμίτρικ (Murder, My Sweet, 1943), ο Μπίλι Γουάιλντερ (Double Idemnity, 1944), ο Χάουαρντ Χοκς (The Big Sleep, 1946), ο Ότο Πρέμινγκερ (Laura, 1946), ότι θα είχαν αυτή τη λαμπρή καλλιτεχνική ή εμπορική διαδρομή ως αισθητική άποψη στο χρόνο μέσα από τους επιγόνους τους. Το αν δημιούργησαν Σχολή ή απλώς υπήρξαν ένα καλλιτεχνικό ρεύμα με κοινή αισθητική και διάχυση στην κινηματογραφική έκφραση γενικότερα, αυτό ακόμα εξετάζεται από τους συστηματικούς μελετητές του σινεμά. Πάντως χονδρικά μπορούμε να κατατάξουμε τη «μαύρη» αυτή παραγωγή, τουλάχιστον κατά την πρώτη της περίοδο που καλύπτει τις δεκαετίες ’40 και ’50, σε μια μορφή Σχολής, αφού οι ιδεολογικές και μορφικές προτάσεις  της  συνέκλιναν σε μία άτυπη, έστω, πλατφόρμα αντιλήψεων.

Εάν θελήσουμε να ψηλαφίσουμε τις πιο αχνές ρίζες του «μαύρου» είδους στο σινεμά θα πρέπει να γυρίσουμε πολύ πίσω, στα πρώτα βήματα του κινηματογράφου, στα τέλη του 19ου αιώνα, και να τις αναζητήσουμε, βέβαια γενικά, στα παρθενικά, δειλά βήματα ταινιών με περιεχόμενο το «έγκλημα». H αυλαία ανοίγει με έναν Κυανοπώγωνα, ταινία με επίκεντρο τον περιβόητο σφαγέα γυναικών που είχε γυρίσει ο πατέρας της κινηματογραφικής σκηνοθεσίας Ζορζ Μελιές. Για να μην  διαστείλουμε, όμως, υπερβολικά  το πλαίσιο κατάταξης των ταινιών που εξετάζουμε, ας τις δούμε πιο περιορισμένα με βάση την εμφάνιση και διαδρομή του αστυνομικού φιλμ. Το είδος αυτό στηρίχθηκε αρχικά στις ιστορίες του Άρθουρ Κόναν Ντόιλ ή του Γκαστόν Λερού που είδαν το φώς αρχικά στις Η.Π.Α. Αμέσως μετά στην Ευρώπη ανάλογες απόπειρες γνωρίζουν μεγάλη επιτυχία. Φυσικά τα συγκεκριμένα όπως και τα επόμενα εγχειρήματα των πρώτων δεκαετιών του περασμένου αιώνα, σχετίζονταν με τις απλοϊκές προθέσεις των στούντιο της εποχής να περάσουν στο κοινό κάποια αστυνομικά αινίγματα (ένα σχήμα του περίφημου γρίφου  whodunit) ή την γοητεία ενός  ευφυή τυχοδιώκτη με έναν, αποδεκτό στο μέσο άνθρωπο, κώδικα ηθικής (Φαντομάς).  Εμείς σήμερα έχουμε οπωσδήποτε την απόσταση που χρειάζεται από αυτά τα πρώιμα μεγέθη ώστε να τα απολαμβάνουμε στα πλαίσια της πρωτόγονης γοητείας τους. Η λάμψη των κοσμημάτων εκείνων οφείλεται όχι μόνο στη ρετρό αξία που προσδίδει το πέρασμα του χρόνου αλλά και η αισθητική άποψη των σκηνοθετών πάνω στην κινηματογραφική εικόνα σε μια εποχή παρθενικής ματιάς στις δυνατότητες του μέσου. Όταν, δηλαδή, ο διαχειριστής του αντιλαμβανόταν την κινούμενη εικόνα και ως μία αφορμή να εξελίξει την τέχνη του, και όχι απλώς να υπηρετήσει ένα θέμα μέσω αυτής.

Το noir, λοιπόν, είμαστε υποχρεωμένοι ιστορικά να το αντιληφθούμε στενά ως εξέλιξη και παραλλαγή του αστυνομικού φιλμ, όπως και του γκανγκστερικού, το οποίο έχει και αυτό σχετικές αφετηρίες. Ο Ν. Γ. Γκρίφιθ, για παράδειγμα, στην αυγή του Χόλιγουντ, μεταξύ 1908 και 1912, βάζει στις αποσκευές του πολλά γκανγκστερικά κομμάτια της μιας μπομπίνας, θρυλικά πλέον και για τις αναζητήσεις βασικών κλειδιών της κινηματογραφικής σκηνοθεσίας (θέσεις της μηχανής, κίνησή της, μοντάζ, αφηγηματικός ρυθμός). Τα προοίμια αυτά έδρασαν παράλληλα με ανάλογα φιλμ του σπουδαίου τότε σκανδιναβικού και γερμανικού κινηματογράφου, όταν δημιουργοί όπως ο Γιόζεφ Φον Στέρνμπεργκ, αρχίζουν να επεξεργάζονται κάπως μεθοδικότερα θεματικά και μορφικά μοτίβα του noir.

sam_spade_miles_archer_the_maltese_falcon_humphrey_bogartΌλα τα σχετικά detective stories στην εποχή τους, δηλαδή στην περίοδο της δεκαετίας του ’40, λίγο πριν οι Γάλλοι κριτικοί τους δώσουν και την ονομασία noir, επηρεασμένοι και από τη δική τους λογοτεχνική και κινηματογραφική, μαύρη παράδοση (serie noire), πρέπει να αντιμετωπισθούν με βάση την, πλούσια σε γεγονότα, ιστορική συγκυρία. Το κλίμα απαισιοδοξίας που έφερε ο Πόλεμος και οι συνέπειές του βρήκε την τέλεια σχεδόν έκφρασή του και σε αυτά τα περιθωριακά φιλμ, όπου η  διείσδυση του ιδιωτικού Ντετέκτιβ (Private Eye), που ερευνά τα διάφορα προβλήματα, στα ενδότερα ατομικών και συλλογικών συνειδήσεων καταλήγει σε μία συνολική καταδίκη των αξιών. Η αστυνομική αυτή παραλογοτεχνία, όπως θεωρείτο τότε, τα φτηνά βιβλία τσέπης, που τροφοδοτούν σεναριακά τις ταινίες αυτές, γραμμένα από δεξιοτέχνες της αφήγησης, τον Ρέημοντ the_maltese_falcon_sam_spade_humphrey_bogart_2Τσάντλερ, τον Ντάσιελ Χάμετ, τον Τζέιμς Κέιν και άλλους  συγγραφείς του hard boiled αφηγήματος, στις περισσότερες περιπτώσεις υπερασπίζονται την ατομική ηθική του ντετέκτιβ, του κυνηγού του εγκλήματος, μυθοποιώντας  τον εν μέρει. Ωστόσο η σχέση Καλού και Κακού είναι τόσο στενή κατά την έρευνα, ώστε δημιουργείται αναπόφευκτα η όσμωση ανάμεσα στα δύο αντίθετα μεγέθη. Τελικά η μοναξιά κυριαρχεί μέσα σε έναν κόσμο που διαλύεται. Έτσι αν και καταγγελλόταν ένα άδικο σύστημα εξουσίας (το συγκεκριμένο είδος θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και ως έμμεσα πολιτικοκοινωνικό και καταγγελτικό), το συνολικό κλίμα διαποτιζόταν από μία αίσθηση γενικής σήψης και μηδενισμού. Στο ψυχολογικό επίπεδο η σύγκρουση των φύλων εντάσσεται  Annex - Bacall, Lauren (Big Sleep, The)_02και αυτή  σε μία λογική οριακής αντιπαράθεσης: η γυναίκα, στο φινάλε παρουσιάζεται μεταμορφωμένη σε Μαινάδα, αποκαλυψιακή, μοιραία φιγούρα (femme fatale) και ανθρωποφαγική. Την τροφή της εξασφαλίζει  με τρόπο αρχετυπικό, δόλιο, οδηγώντας τα πράγματα στην ωμοφαγία. Η γυναικεία ομορφιά σκοτώνει σε μία κοινωνία  κατάργησης των  διαχωρισμών ανάμεσα  στην κλασική έννοια του Ωραίου και του αντιθέτου του. Αποτελεί επιβίωση χριστιανικού τύπου προκαταλήψεων απέναντι στο Ωραίο που δεν μπορεί να εκπροσωπηθεί από τον άνθρωπο αποτελώντας βλασφημία προς το τέλειο θείο και άρα στρέφεται εναντίον της φύσης του.

film-noir-poster-3

Από πλευράς μορφής τα φιλμ αυτά  αν και  φτωχά σε μέσα (γυρίζονταν με τα υπόλοιπα του προϋπολογισμού κάποιων μεγάλων εταιρειών για να καλυφθούν οι ελλείψεις στα δίκτυα αιθουσών ή χρηματοδοτούνταν από μικρούς παραγωγούς) δημιούργησαν άποψη στο ύφος με τους αυτοσχεδιασμούς των ικανών δημιουργών τους. Στον αντίποδα  των  εμπορικών ταινιών του Χόλιγουντ  η παράλληλη και «υπόγεια» αυτή  παραγωγή ταινιών δημιούργησε μία «δεύτερη φωνή», καθόλου εναρμονισμένη με το κυρίαρχο μοντέλο ταινιών εκείνης της εποχής.

Force of Evil (1948)
Force of Evil (1948)

Η δεκαετία του ’50, όχι τόσο παραγωγική για το είδος όσο η προηγούμενη,  σφραγίζεται ωστόσο από ορισμένες  χειρονομίες  θα έλεγε κανείς συμβολικές για το γενικότερο πλαίσιο αξιών της εποχής, σε Αμερική και Ευρώπη. Όπως  παλαιότερα έτσι και τώρα οι συλλογικοί φόβοι και οι ενοχές  ακόμα, εγγράφονται στο σελιλόιντ των αστυνομικών ιστοριών. Μετά ή και παράλληλα με τις ταινίες π.χ. των Έιμπραχαμ Πολόνσκι, του Ζιλ Ντασέν και του Τζόζεφ Λόουζι ή του Φριτς Λανγκ —Force of Evil (1948), Νaked City (1948), Μ (1951) αντιστοίχως, νέοι εφιάλτες ή και παλαιότεροι μεταμορφωμένοι σε σύγχρονα φάσματα ζωντανεύουν στις μυθοπλασίες των σχετικών ταινιών.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Kiss-Me-Deadly-01Και στη δεκαετία, λοιπόν, του ’50 υπάρχει σχετική άνθιση του είδους, αν και δεν βρισκόμαστε στο βαρύ κλίμα απαισιοδοξίας που έφερε δέκα χρόνια πριν ο B Παγκόσμιος Πόλεμος. Παρεμφερές σκηνικό πάντως ( διάφοροι τοπικοί πόλεμοι, κοινωνικές αναταραχές, φόβος μιας γενικευμένης σύρραξης λόγω των ατομικών εξοπλισμών) δημιουργεί το σχετικό πλαίσιο για να δημιουργηθούν ταινίες-σταθμοί όπως το Kiss Me Deadly (1955) του Ρόμπερτ Όλντριτζ, με πρωταγωνιστή τον παρακμιακό ντετέκτιβ Μάικ Χάμερ, ήρωα του συγγραφέα Μίκι Σπιλέιν, και σενάριο του Έλληνα Α. Μπεζερίδη, ή το Beyond a Reasonable Doubt (1956) του Φριτς Λανγκ, που με αυτό το φιλμ έκλεινε την καριέρα του στο Χόλιγουντ. Λίγο πριν, το 1953, ο μεγάλος αυτός σκηνοθέτης είχε δημιουργήσει το κλασικό, πλέον, The Big Heat, ταινία μεγάλης αμφισβήτησης του συστήματος εκτέλεσης του Νόμου, με σκηνές ανθολογημένες πλέον στην ιστορία του σινεμά.

 

Στη δεκαετία του ’60 το είδος δεν εκλείπει αν και δεν έχει την παρουσία που γνωρίσαμε τα προηγούμενα χρόνια. Σποραδικά, μόνο γυρίζονται ταινίες στο γνώριμο απαισιόδοξο ύφος του «μαύρου» φιλμ και όχι αποκλειστικά στο Χόλιγουντ. Το είδος έχει, φυσικά, διαδοθεί και διεθνοποιηθεί. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, το παλιό γκανγκστερικό ή κοινωνικό/ψυχολογικό φιλμ, εξακολουθεί να υπάρχει, και στο πρόσωπο του Ζαν–Πιερ Μελβίλ βρίσκει έναν άξιο εκπρόσωπο. Με ταινίες, που αυστηρά θα τις χαρακτηρίζαμε ως γκανγκστερικές, όπως το Le deuxième souffle (1966) ή το Le Samourai (1967) δίνει πολύ ενδιαφέροντα, ευρωπαϊκού τύπου, δείγματα «σκληρής γραφής», στα πλαίσια ενός κλίματος κοινωνικής φθοράς αλλά και προσπάθειας του ατόμου να την υπερβεί με την προσωπική του θυσία.

Στα πρώτα χρόνια της επόμενης δεκαετίας, το Χόλιγουντ, μέσα από προσπάθειες ιδιαίτερων σκηνοθετών, που δεν είναι ενταγμένοι απόλυτα στο αμερικανικό σύστημα παραγωγής, προσπαθεί να ανανεώσει το είδος, όπως tumblr_mg4qnjh0mh1qbhnrvo1_500αυτό παρουσιάσθηκε το ’40. Με έγχρωμες πλέον ταινίες, θέλοντας, κατά κάποιο τρόπο να  δει πιο κριτικά το είδος στα  δεδομένα της εποχής, προτείνει τρεις πολύ ενδιαφέρουσες ανανεωτικές προσπάθειες: το The Long Goodbye (1973) του Ρόμπερτ Όλτμαν, βασισμένο ελεύθερα στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ρ. Τσάντλερ, με τον ήρωα Μάρλοου, κάπως εκσυγχρονισμένο, πιο ανάλαφρο, αλλά στο βάθος το ίδιο ηθικά ακέραιο. Το 1975 ο Ντικ Ρίτσαρντς  θα κάνει ένα ριμέικ του Murder, My Sweet, που είχε γυρίσει το 1943 ο Έντουαρντ Ντμίτρικ, πάνω στο βιβλίο του Τσάντλερ, εξωτερικά πιο κοντά στην παλιά ατμόσφαιρα, απόλυτα επιτυχημένο στην ανασύνθεση όσο και στην κριτική απόσταση ως προς την προηγούμενη εκδοχή. Τέλος, το έξοχο Chinatown (1974) του Ρόμαν Πολάνσκι, με βάση ένα από τα καλύτερα σενάρια στην ιστορία του σινεμά από τον Ρόμπερτ Τάουνι, επιστρέφει στο είδος και το ανανεώνει επιμένοντας σε ατμοσφαιρικές, εικαστικές και ψυχολογικές λεπτομέρειες.

Στη συνέχεια και μέχρι σήμερα το είδος του νουάρ διεσπαρμένο σε όλο το σινεμά της Υφηλίου, θα δώσει αρκετούς και ποικίλους καρπούς, σε ένα πνεύμα εμπλουτισμού του μέσα στα καινούρια κοινωνικά και ψυχολογικά δεδομένα. Θα το συναντήσουμε ακόμα και διασταυρωμένο με άλλα είδη, όπως την επιστημονική φαντασία (Blade Runner (1982) του Ρίντλεϊ Σκοτ) ή με την παρωδία (The Big Lebowski (1998) των αδελφών Κοέν).

Blade Runner
Blade Runner

Με την έννοια του νουάρ, γενικότερα,  είναι συνδεδεμένη, κι αυτό πρέπει να υπογραμμισθεί, μια μεγαλύτερη γκάμα «απαισιόδοξων», ψυχολογικών φιλμ, που δεν έχουν τα  στερεοτυπικά χαρακτηριστικά που αναφέραμε.

Πάντως, τυπικά, δεχόμαστε την ιστορία του φιλμ νουάρ, όπως προαναφέρθηκε, με βάση την αμερικανική καταγωγή του.

tumblr_m69kdmfSir1r6ja9oo1_500

* * *

Βασίλης Γουδέλης είναι φιλόλογος, σκηνοθέτης του κινηματογράφου και ραδιοφωνικός παραγωγός στον Amagi Radio.

film-noir-1024x1024

Εικόνα εξωφύλλου: Blangblenton, «Film Noir» 

* * *

film_noir_lighting

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Σινεμά

Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s