Home

Σήμερα κλείνουν είκοσι τέσσερα χρόνια από τον θάνατο του Αλέξανδρου Κοτζιά, αγαπημένου συγγραφέα, κριτικού και μεταφραστή. Το κείμενο της Ελένης Κεχαγιόγλου αποτελεί εισαγωγή στην Πολιορκία, το πρώτο βιβλίο του Κοτζιά, για την έκδοση που κυκλοφόρησε με την εφημερίδα Τα Νέα (16/2/2013), στο πλαίσιο της σειράς «Ο ελληνικός 20ός αιώνας σαν μυθιστόρημα» Τα κείμενα του Ηλία Μαγκλίνη και του Γιάννη Παπαθεοδώρου αποτελούν τις εισηγήσεις τους στην εκδήλωση με τίτλο «Αλέξανδρος Κοτζιάς – Είκοσι χρόνια μετά – Γράφοντας χθες για το επώδυνο σήμερα» που διοργανώθηκε στο Megaron Plus στις 24/1/2013, από το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών σε συνεργασία με τις εκδόσεις Κέδρος. Το αφιέρωμα του dim/art περιλαμβάνει επίσης ένα απόσπασμα από την Πολιορκία, ένα κείμενο του Κώστα Στεργιόπουλου για τον Κοτζιά και την Πολιορκία, βίντεο από τις εκπομπές «Παρασκήνιο» και «Αντιθέσεις» με τον Κοτζιά να μιλά για τον Παπαδιαμάντη και ένα ηχητικό ντοκουμέντο από το αρχείο του Γιώργου Ζεβελάκη, στο οποίο ο Κοτζιάς μιλά για τον Στρατή Τσίρκα.

Τέλη δεκαετίας '70 (φωτό: Σπύρος Τσακνιάς)

Τέλη δεκαετίας ’70 (φωτό: Σπύρος Τσακνιάς)

«Με πόση αναλγησία αυτοκαταστρέφονται οι άνθρωποι»

—της Ελένης Κεχαγιόγλου—

O Αλέξανδρος Κοτζιάς, επιφανής εκπρόσωπος της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, υπήρξε συγγραφέας που υπερέβη την εποχή του ή, μάλλον, που υπερέβη τον αναγνωστικό «ορίζοντα προσδοκιών» οπωσδήποτε του μεταπολέμου αλλά ίσως και της μεταπολίτευσης. Εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα, Πολιορκία, το 1953, με τα τραύματα του Εμφυλίου νωπά, με αριστερούς στα ξερονήσια της εξορίας και Πρωθυπουργό της Ελλάδος τον Στρατάρχη Αλέξανδρο Παπάγο, του «Ελληνικού Συναγερμού», να εκπροσωπεί και να εκφράζει το «κράτος της δεξιάς». Το ΚΚΕ ήταν στην παρανομία, από τον Αναγκαστικό Νόμο του 1947 και εξής, και παρότι αποδεκατισμένο μετά την ήττα στον Εμφύλιο, παρά επίσης και την απορία μερίδας των απλών μελών του για μια σειρά από ενέργειες (από το ότι ο Βελουχιώτης, εν μια νυκτί, από ήρωας κατέληξε προδότης επειδή αντιτάχθηκε στη Συμφωνία της Βάρκιζας, και η «γραμμή» έγινε αίφνης: «Ούτε ψωμί ούτε νερό στον προδότη τον Άρη», έως την καταδίκη ως χαφιέ του «διανοούμενου Γραμματέα» Νίκου Πλουμπίδη επειδή αποτόλμησε να προτείνει το 1950 στις Αρχές να παραδοθεί εκείνος προκειμένου να σωθεί ο Μπελογιάννης), είχε ισχυρή κοινωνική και ιδεολογική επιρροή, καθώς και το ηθικό πλεονέκτημα του ηττημένου, σε μια κοινωνία η οποία εξακολουθούσε να ταλανίζεται από τα ανεπίλυτα πάθη που την είχαν εξωθήσει στον Εμφύλιο. Σε έναν μισαλλόδοξο ψυχροπολεμικό κόσμο, όπου ο ιδεολογικός αντίπαλος εκπροσωπούσε και για τις δύο πλευρές την ταύτιση με το απόλυτο κακό, δεν νοείτο «προοδευτικός συγγραφέας» που να μην τίθεται με μανιχαϊστική βεβαιότητα υπέρ του απόλυτου Καλού στο έργο του, να μην καταγγέλλει τον ιδεολογικό εχθρό, να μην ανάγει σε ήρωές του (και σε Ήρωες) τους αριστερούς αγωνιστές. Δεν νοείτο καν να επιχειρεί να διερευνήσει την ψυχολογία των ανθρώπων που βρέθηκαν, λιγότερο ή περισσότερο ερήμην τους, ιστορικά υποκείμενα σε μια περίοδο πολλαπλών εθνικών εγκλημάτων. Πολλώ δε μάλλον, δεν νοείτο συγγραφέας προοδευτικός, μη αντιδραστικός, να επιλέγει ως κεντρικό πρόσωπο στο έργο του έναν αρνητικό ήρωα, τον Μηνά Παπαθανάση, στέλεχος της Χωροφυλακής, που η ιστορική συγκυρία τού κλήρωσε την περίοδο της Κατοχής να επιδίδεται στο κυνηγητό των επαναστατών.

Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς προέβη σε όλα τα παραπάνω, ασυγχώρητα για την εποχή του, «λάθη» − και, μοιραία, παραναγνώστηκε· παρερμηνεύτηκε διότι βρέθηκε εκτός του κανόνα του κυρίαρχου ανταγωνιστικού ιδεολογικού διπόλου. Ήταν 27 χρόνων το 1953 όταν εξέδωσε την Πολιορκία, το πρώτο του μυθιστόρημα· έως έναν χρόνο νωρίτερα υπηρετούσε τη μακρά στρατιωτική θητεία του (1948-1952). ΕΠΟΝίτης στη διάρκεια της Κατοχής (αρχισυντάκτης επίσης στο παράνομο περιοδικό-όργανο της ΕΠΟΝ Μαθητική Φωνή, όπου και πρωτοδημοσίευσε διήγημά του ωςμαθητής του Βαρβακείου), είχε εγκαταλείψει το 1947 τη Νομική στην οποία εγγράφηκε το 1943, επειδή δεν τον ενδιέφεραν τα νομικά, είχε ήδη δει το πατρικό του να λεηλατείται και να πυρπολείται στις αιματηρές συγκρούσεις των Δεκεμβριανών του ’44 από μεικτής σύνθεσης πολιτικές δυνάμεις.

Μαθητική Φωνή αρ.10, 10/9/1943 (αρχείο ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ).

Μαθητική Φωνή αρ.10, 10/9/1943 (αρχείο ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ).

Λίγα χρόνια μετά το τέλος του Εμφυλίου, λοιπόν, σε μια εποχή όπου η ελληνική κοινωνία ήταν (εξακολουθούσε να είναι) χωρισμένη στα δύο, η αριστερή κριτική διάβασε την Πολιορκία ταυτίζοντας, άστοχα, τον συγγραφέα με τον αρνητικό της ήρωα και θεωρώντας το μυθιστόρημα ύβρη για την Εθνική Αντίσταση. Ως εκ τούτου, με συνοπτικές διαδικασίες, το έργο εντάχθηκε αυθαίρετα (όσο και, υπό τη σημερινή οπτική, ανατριχιαστικά) στη «μαύρη πολιτική λογοτεχνία», μαζί με το Χρονικό μιας σταυροφορίας του Ρόδη Ρούφου, την Τειχομαχία του Θ. Δ. Φραγκόπουλου και τα Δόντια της μυλόπετρας του Νίκου Κάσδαγλη, διότι, όπως γράφει ο Δημήτρης Ραυτόπουλος το 1955 στο περιοδικό της αριστεράς Επιθεώρηση Τέχνης: «Κανένα φως δεν λάμπει μέσα στην πεισιθάνατη προοπτική τους [σ.σ.: των ηρώων τους]. Ας τους αφήσουμε λοιπόν στο θάνατό τους», ανακαλώντας έτσι συνειρμικά την απαγόρευση, π.χ., του Κάφκα στη Σοβιετική Ένωση ως συγγραφέα  «καταθλιπτικού, παρακμιακού και ικανού να εμπνεύσει απελπισία»· διόλου τυχαία, στο υποδειγματικό μεταφραστικό έργο του Αλέξανδρου Κοτζιά περιλαμβάνονται έργα −εκτός από του Ντοστογιέφσκι, του Άρθρουρ Καίσλερ, του Ρόμπερτ Γκρέιβς κ.ά.− και του Φραντς Κάφκα. Στην εποχή, εντέλει, των απόλυτων διαχωριστικών γραμμών και του εκατέρωθεν δογματισμού, στην πόλωση του Ψυχρού Πολέμου, ο Κοτζιάς έχει το θάρρος να εμφανιστεί με ένα πολιτικό μυθιστόρημα, «εκτός πάσης ιδεολογικής προδιαγραφής», άρα χωρίς ιδεολογικούς συμμάχους, όπως σημείωνε ο κριτικός Αλέξ. Αργυρίου στο Αφιέρωμα στον Αλέξανδρο Κοτζιά, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος το 1994, δύο χρόνια μετά τον πρόωρο θάνατό του από ατύχημα στην Τζια. «Στα 1943 άρχισε στην πατρίδα μας ένας πόλεμος. […] Οπωσδήποτε αυτός ήτανε ο δικός μας ο πόλεμος […] Εδώ, γνωριζόμαστε και σφαχτήκαμε», λέει ο συγγραφέας στο ολιγόλογο σημείωμα που προτάσσει στην Πολιορκία, προϊδεάζοντάς μας ότι τοποθετεί την αρχή του Εμφυλίου στο 1943, όταν παύουν όλοι να νιώθουν «συσπειρωμένοι, αδέρφια στην κοινή συφορά». _MG_3850

Η Πολιορκία είναι έργο ζοφερής ατμόσφαιρας· ο συγγραφέας, με αφηγηματική μαεστρία, με γλώσσα που διαθέτει εσωτερικό ρυθμό, με σύντομες κατά κανόνα προτάσεις και λόγο κοφτό κι ευθύβολο, αποφεύγει εσκεμμένα τη λογοτεχνίζουσα καλλιέπεια, για να οδηγήσει ασθματικά τον αναγνώστη στη σκοτεινή εποχή της συντριβής (ή της εθνικής αυτοσυντριβής) και του ευτελισμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.  Εκεί όπου κυριαρχεί η παράκρουση της ιδεοληψίας, ή  −όπως σπαρακτικά ομολογεί η αφηγηματική φωνή σε μία από τις μετρημένες φορές που εγκαταλείπει την αποστασιοποιημένη τριτοπρόσωπη αφήγηση και επιτρέπει να παρεισφρήσει στο μυθιστορηματικό σύμπαν το πρώτο πληθυντικό «εμείς», για να δηλώσει παρούσα στην ιστορική συγκυρία− τότε που «απερίσπαστοι πια επιδοθήκαμε να βγάλουμε τα δικά μας τα μάτια, ο ένας τ’ αλλουνού, με ρίγη ιερής συγκίνησης στην καρδιά· φυσικά, παντιέρα μας το ονειρώδες “αύριο”». Στο πολυπρόσωπο έργο του Κοτζιά κυριαρχεί η μορφή του Μηνά Παπαθανάση, ετών 47, διακεκριμένου στρατιώτη της μικρασιατικής εκστρατείας, τυχοδιώκτη που έζησε ακολούθως πολλά χρόνια «διεθνούς αλητείας» («Μοντζαβίκη, Σιγκαπούρη, Κεϋλάνη…»), ώσπου κάποτε νοστάλγησε κι επέστρεψε για να παντρευτεί τη Χριστίνα −που ουδέποτε στον κοινό τους βίο γνώρισε− με το προξενιό που του απέφερε τη θέση του στη Χωροφυλακή και μια διόλου ευκαταφρόνητη προίκα. Ο Παπαθανάσης τελεί υπό τις διαταγές του κυνικού Διευθυντή του −ο οποίος «μοναδική του θρησκεία» είχε την πολιτική− και νιώθει «στοργή ανάκατη με βάσιμο θαυμασμό» για τον ανώτερό του, για τον πρώην αριστερό που, «αφού μελέτησε καλά την κατάσταση, καταστάλαξε πως η καταστροφή του καθεστώτος είναι υπόθεση ευκολότερη από τη σωτηρία του», για να το πληρώσει με τη σφαγή των δύο αδελφών του και την ομηρία στο βουνό της γερόντισσας μάνας του. Αναθέτει στον Παπαθανάση τη φύλαξη της περιοχής του με τη συνδρομή μιας ετερόκλητης ομάδας την οποία σταδιακά συγκροτούν άνδρες της Χωροφυλακής και εθνικόφρονες ή, αλλιώς, ένας ασθματικός, ένας αλκοολικός, ένα 17χρονο παιδαρέλι, ο πατέρας ενός αντάρτη για να διασωθεί από τη θηριωδία των Αρχών, ένα παπαδοπαίδι που εγκατέλειψε το χωριό του κάπου στην Κύμη για να διασωθεί από τη θηριωδία των ανταρτών… Η μετατροπή της οικίας Παπαθανάση σε «στρατιωτικό φρούριο» θα επηρεάσει την ασταθή ισορροπία της γυναίκας του και της 13χρονης παρακόρης του και, όσο το αίμα θα κυλάει, τόσο περισσότερο ο νευρικός κλονισμός θα γίνεται, θαρρείς, ιός που πλήττει όλα τα πρόσωπα. Ο ήρωας, σαν θηρίο στο κλουβί, εγκλωβισμένος από την απειλή της δολοφονίας του, αντιδρά σπασμωδικά, άλλοτε με εκρήξεις οργής, άλλοτε με αυτοοικτιρμό, άλλοτε διασώζωντας ανθρώπους από τους υφισταμένους του, άλλοτε δολοφονώντας με τα ίδια του τα χέρια, ακόμη και την παρακόρη του, χωρίς καν να το συνειδητοποιεί αλλά με την ερινύα της συνείδησής του παρούσα. Σταδιακά, και ενώ θα εξελίσσεται ένα σκληρό αν και άσκοπο παιχνίδι εξουσίας ως ύβρη απέναντι στην ύψιστη εξουσία του θανάτου, καθώς θα νιώθει να τον φυλακίζει ο ιστός μιας αόρατης αράχνης, άυπνος και υπό τη συνδρομή του αλκοόλ, ψυχολογικά καταρρακωμένος, σχεδόν παράφρων, θα αρχίσει να αναρωτιέται γιατί άραγε «πρέπει» να γίνονται όλα αυτά. Αλλά στο κύμα της μαζικής παραφροσύνης επάνω, θα καταλήξει σε ό,τι από την πρώτη σελίδα του μυθιστορήματος επαπειλούνταν. Κι ωστόσο, στη «δι’ ελέους και φόβου περαίνουσα» τραγωδία, όπου από τη μια εμφανίζεται ο Μελιγαλάς και από την άλλοι οι μαζικοί τάφοι της «μαύρης αντίδρασης», κάθαρση δεν επέρχεται, καθώς το μυθιστόρημα τελειώνει με τη φράση: «Ο Πόλεμος συνεχίστηκε».

Σπύρος Τσακνιάς και Αλέξανδρος Κοτζιάς στο τυπογραφείο των εκδόσεων «Στιγμή» (τέλη δεκαετίας '80).

Σπύρος Τσακνιάς και Αλέξανδρος Κοτζιάς στο τυπογραφείο των εκδόσεων «Στιγμή» (τέλη δεκαετίας ’80).

Πρόκειται για τον πόλεμο που ο Κοτζιάς, στο έκτο μυθιστόρημά του Αντιποίησις αρχής (1979), θα ορίσει ως τον «νεοελληνικό Τριακονταετή Πόλεμο» μετρώντας την εμφύλια διαμάχη από το 1943 έως τα γεγονότα του Πολυτεχνείου το 1973. Εντωμεταξύ, από το 1961 εργαζόταν ως κριτικός βιβλίου στη Μεσημβρινή και το 1971-72 στο Βήμα. Το 1969, πρωτοστάτησε στην αντιστασιακή κίνηση της Δήλωσης των 18 Συγγραφέων κατά του καθεστώτος. Το 1975, και έως τη συνταξιοδότησή του το 1981, επιμελήθηκε τη «Φιλολογική Καθημερινή», την οποία και εγκαινίασε. Το 1986 τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο για το μυθιστόρημα Φανταστική περιπέτεια. Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, «επίμονα πολιτικός μυθιστοριογράφος», κατά τον κριτικό Σπύρο Τσακνιά, και απαλλαγμένος από «συναισθηματική καπηλεία και ρηχή πολιτική ρητορεία», έχει αναδειχθεί με το έργο του ως ο κατεξοχήν συγγραφέας της νεοελληνικής παθολογίας, όπως συχνά έχει αναφερθεί. Στη νεανική του Πολιορκία με βλέμμα διεισδυτικό, και ανεπαίσθητα ειρωνικό, υπογραμμίζει ότι εντέλει «όλα αχνοσβήνουν σαν όνειρο απόμακρο», ενόσω ο άνθρωπος, έρμαιο των παθών της Ιστορίας, των συνθηκών της εποχής και της τύχης, τελεί εν συγχύσει και γίνεται, ερήμην του, «χρήσιμος ηλίθιος». Το κατεξοχήν ηθικό αίτημα του Κοτζιά, αίτημα υπέρ της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, υπέρ της μη αποξένωσης του ανθρώπου από τον ίδιο του τον εαυτό και κατά του μαζικού φανατισμού, τον καθιστά σήμερα εξόχως επίκαιρο.

ΥΓ: «Μ’ επίσημα ορνιθοσκαλίσματα ο τρυφερός του γόνος τού μηνούσε τη λαϊκή του αγανάχτηση, σε στιλ που λίγο παράλλαζε απ’ τις προκηρύξεις που συνηθούσαν τότε: Πουλημένο τομάρι, Σπαράζει η επαναστατική μου, απελευθερωτική μου συνείδηση, καθώς με πληροφορήσαν τα περί την προδοσία σου ενάντια στο λαό. Έγνοια σου όμως, γεροβρικόλακα, κι η εγδικήτρα λαϊκή νέμεση θα σαρώσει κάτι πουλημένα καθάρματα σαν του λόγου σου. Με τα δικά μου τα τίμια χέρια θα σε παλουκώσω, αν δεν προκάνεις να σφαχτείς μονάχος σου και μου πέσεις στα χέρια.

Αυτός που άλλοτε ήκουε στο όνομα γιος σου
Καπετάν Τάσος »

Υπήρχε όμως και υστερόγραφο. Γραμμένο στο πίσω του χαρτιού, πιο τσαπατσούλικα, με μολύβι αντίς με το ξεθωριασμένο λιλά μελάνι του αλλουνού. Και αποδείχτηκε κάπως πιο μακρύ από το επίσημο γράμμα:

Υ. Γ. Σεβαστέ Πατήρ, Υγείαν έχω και υγείαν ποθώ και διά σας. Με την ευκαιρία που σου στέλνω το γράμμα, σου γράφω διά να ρωτήσω διά την καλήν σας υγείαν. Εμείς είμαστε φίνα από απόψεως καθαρού αέρος. Παίζουμε λαϊκό θέατρο και Καραγκιόζη. Εγώ παρασταίνω τον σιορ-Διονύσιο και τον Πεπόνια. Ο πόνος στο συκώτι σου έγιανε ή μπεκρολογάς ακόμα και σου τα μασάν οι βρομιάρες; Κοίταξε, βρε φουκαριάρη, έτσι γέροντας που ’σαι, να κάθεσαι φρόνιμος και να βάνεις και καμιά πεντάρα στην άκρια. Για να μην αποθάνεις σαν το σκυλί. Αν σ’ έχει σφίξει η πείνα, μην τυχόν και μου βάνεις χέρι στο καλό μου κουστούμι, γιατί θ’ αρπαχτούμε. Σα λάχει πάλι και δεν έχεις να φας, δώσε καλύτερα το ρολόι μου, τι να γένει. Ε, ποιος το ξέρει, μωρέ γέρο, πότε θα σμίξουμε καμιά μέρα αντάμα.

Σας ασπάζομαι την δεξιάν σας
Ο υιός σας
Αναστάσιος Θεοδοσίου Δημητρόπουλος»

ΥΓ2: Το παραπάνω απόσπασμα από την Πολιορκία, αξιοποιώντας αριστοτεχνικά το εργαλείο του χιούμορ, αποκαλύπτει εύγλωττα τον απόλυτο παραλογισμό μιας ολόκληρης εποχής.

* Η Ελένη Κεχαγιόγλου είναι φιλόλογος, επιμελήτρια-υπεύθυνη εκδόσεων.

1560

Ξαναδιαβάζοντας Αλέξανδρο Κοτζιά το 2013

—του Ηλία Μαγκλίνη—

Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς — περίεργη περίπτωση. Τα τελευταία χρόνια, όλο και λιγότερο ακούω το όνομά του. Όπως, ας πούμε, και του Αριστοτέλη Νικολαΐδη. Ή και του Ιωάννου, του Φραγκιά. Ίδια, περίπου, γενιά όλοι τους, γεννημένοι μέσα στη δεκαετία του ’20 και ψημένοι μέσα στην αιματηρή του ’40. Ας αναλογιστούμε ότι ο Κοτζιάς είναι δεκαεννιά χρονών το 1945. Δεκαεννιά χρονών! Έχει ζήσει την Κατοχή και τα Δεκεμβριανά στο πετσί του, η εφηβεία του και η πρώτη του νιότη είναι αυτό το αίμα. Λίγο αργότερα, από το 1948 έως το 1952, υπηρετεί στο στρατό – εν μέσω του Εμφυλίου. Θυμάμαι, τις ωραίες εποχές που με την Ελισάβετ Κοτζιά, την κριτικό της «Καθημερινής», εργαζόμασταν σε διπλανά γραφεία, την είχα ρωτήσει γεμάτος περιέργεια αν ο πατέρας της είχε βρεθεί στην πρώτη γραμμή όταν μαίνονταν οι επιχειρήσεις του Εμφυλίου. Αναρωτιόμουν αν είχε ζήσει ο ίδιος από πρώτο χέρι την bookimageεμπειρία που είχε ο ήρωάς του στον «Γενναίο Τηλέμαχο», ο Πέτρος Παπαλουκάς, τραυματίας από τις μάχες του καλοκαιριού του ’49, και με το πτώμα του αντάρτη (του «Αντωνάκη» όπως αυθαίρετα τον βαφτίζει) στο πλάι του, του αντάρτη που ο ίδιος σκότωσε πρόσωπο με πρόσωπο. Εννοείται ότι δεν είχε σημασία αν το βίωμα ήταν πραγματικό ή όχι. Ήταν, και παραμένει πάντα, αληθινό μέσα στο βιβλίο. Όπως, βέβαια, η βασανιστική αϋπνία του Μηνά Παπαθανάση στην «Πολιορκία», το πρώτο βιβλίο του Κοτζιά, τυπωμένο το 1953, για το οποίο τόσος λόγος έχει γίνει όλα αυτά τα χρόνια: δείγμα «μαύρης» ή «αντιδραστικής» λογοτεχνίας, για τους κολλημένους αριστερούς, «προδοσία» για τους κολλημένους δεξιούς. Ένα βιβλίο ανοικονόμητο με άλλα λόγια. Ο Μηνάς Παπαθανάσης, στα μπαρουτοκαπνισμένα αθηναϊκά σοκάκια του 1943-44, στις οδομαχίες των Χιτών και των ΟΠΛΑτζήδων, ο Μηνάς Παπαθανάσης, ο ορισμός του ανθρώπου «Θα κοιμηθώ όταν πεθάνω» είτε διότι αυτός το επέλεξε έτσι είτε διότι έχει πιαστεί, χωρίς να το καταλάβει, στη μέγγενη της Ιστορίας. Θύτης και θύμα. Στο βιβλίο, ο αρνητικός αυτός ήρωας του Κοτζιά πολεμάει αδιάκοπα, βρώμικα και ωμά. Κοπέλες βιάζονται ομαδικά στα ενδότερα της εστίας του από τους ανθρώπους του, άνθρωποί του δολοφονούνται μέσα στη νύχτα, σε πονηρά ραντεβού με ύπουλες γυναίκες-αράχνες. Το μακελειό που συντελείται είναι τόσο πραγματικό όσο και συμβολικό. _MG_3851Ανοικονόμητο, δυσάρεστο βιβλίο, όπως και το «Αντιποίησις Αρχής», αυτό το εφιαλτικό τριήμερο από τη ζωή ενός συνεργάτη της στρατοκρατικής δικτατορίας τις μέρες και τις νύχτες του Πολυτεχνείου. Η Αθήνα στις φλόγες. Η Αθήνα του Δεκεμβρίου του ’44· η Αθήνα του Νοεμβρίου του ’73. Και κάπου εδώ θα μπορούσε κανείς να πει: ακόμα μια φορά, η Αθήνα στις φλόγες. Όπως και τον Δεκέμβριο του ’08 και τον Ιανουάριο του ’09· τον Μάιο του ’10· τον Ιούνιο του ’11· τον Φεβρουάριο του ’12. Και τόσες άλλες φορές. Χρειάζεται όμως αυτή η καταφυγή σε τόσο μακρινές αλλά και κοντινές την ίδια στιγμή συλλογικές εμπειρίες για να καταδείξει κάποιος αν είναι επίκαιρος ένας συγγραφέας; Κατηγορηματικά, όχι. Εκτός κι αν θέλουμε η λογοτεχνία να αποκτήσει μια δημοσιογραφική πάστα – αλλά τότε δεν θα είναι λογοτεχνία. Το ζήτημα παραμένει ωστόσο. Οι αναφορές, οι παραπομπές, η συνθηματολογία και οι λαϊκισμοί περί μιας νέας «κατοχής» κι ενός νέου «εμφυλίου» σήμερα, εν καιρώ τέτοιας κρίσης, η αβασάνιστη και την ίδια στιγμή τόσο βάναυση επαναφορά της δεκαετίας του ’40 στο σήμερα, γίνεται με τόση ένταση και εμμονή που θα έλεγε κανείς ότι, αν ο Κοτζιάς βρισκόταν από μια πλευρά, θα γελούσε – με απελπισία. Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα: στην αναδρομή στο ασφαλές παρελθόν για να ερμηνεύσουμε το παρόν – διότι το παρελθόν δεν είναι ποτέ ασφαλές, αν μη τι άλλο. Το θέμα, νομίζω, είναι αλλού: στο ότι ο Κοτζιάς, σε όλο του σχεδόν το έργο, ιστορικό και πολιτικό, μα με μια υπαρξιακή άβυσσο να χάσκει κάτω από τα πόδια και πάνω από τα κεφάλια των ηρώων του, καταδεικνύει και ανατέμνει, δραστικά και με μια σπάνια οξυδέρκεια και ευαισθησία, το διχαστικό αίσθημα ενός έθνους, διαχρονικά και όχι επικαιρικά, αλλά και τον εσώτερο, προσωπικό διχασμό των ηρώων του. «Στα σφιγμένα χείλια του έβλεπες που μελετούσε σκοτεινές αποφάσεις». Θύτες και θύματα όλοι, σε μια στιγμή βαθύτατης κρίσης, συλλογικής και ατομικής. Τι πιο διαχρονικό μα και πιο σύγχρονο από αυτό;

* Ο Ηλ. Μαγκλίνης εργάζεται στην εφημ. «Καθημερινή». Το δεύτερο βιβλίο του, η νουβέλα «Η ανάκριση», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.

Τέλη δεκαετίας '70 (φωτό: Σπύρος Τσακνιάς)

Τέλη δεκαετίας ’70 (φωτό: Σπύρος Τσακνιάς)

Από τη λογοτεχνική κριτική στην πολιτισμική παρέμβαση

—του Γιάννη Παπαθεοδώρου

Για τον Αλέξανδρο Κοτζιά, η λογοτεχνική κριτική μόνο πάρεργο δεν ήταν· αντίθετα, η κριτική μαζί με το δοκίμιο αποτέλεσαν σταθερή συγγραφική μέριμνα και διανοητική άσκηση με ώριμους καρπούς. Θα έλεγα μάλιστα πως ήταν ένας από τους λίγους μεταπολεμικούς συγγραφείς που συνέβαλε αποφασιστικά στην «επαγγελματοποίηση» του κριτικού λόγου, συνδέοντας τη δημοσιογραφική του ιδιότητα με τη δημόσια παρέμβαση γύρω από την τέχνη της αφήγησης. Η αρθρογραφία στη Μεσημβρινή, στο Βήμα, η φιλολογική σελίδα της Καθημερινής, τα κριτικά του δοκίμια και το Αληθομανές Χαλκείον (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος, με την υποδειγματική επιμέλεια της Μαρίας Ρώτα) συγκροτούν σήμερα ένα συμπληρωματικό σώμα διαδοχικών προσεγγίσεων πάνω στη πεζογραφία, που συνδυάζουν τη συγχρονική αξιολόγηση των λογοτεχνικών έργων, την ιστορική αποτίμηση της παλαιότερης πεζογραφίας, τον αναστοχασμό πάνω στο δικό του «εργαστήρι της γραφής». _MG_3855Αν κάτι ξεχωρίζει σε αυτή τη δραστηριότητα είναι η επιμονή του Κοτζιά στη διαμόρφωση κριτηρίων που θα επιτρέπουν στον κριτικό, αν όχι να υπερβεί την υποκειμενική του ματιά, τουλάχιστον να εξασφαλίσει το πλαίσιο μιας υποψιασμένης ανάγνωσης. Το πεζογραφικό έργο δεν αντιμετωπίζεται σαν ένα «στιγμιαίο» λογοτεχνικό προϊόν αλλά ως ιστορικός κρίκος μέσα σε μια αφηγηματική παράδοση με ρήξεις και συνέχειες. Αντίστοιχα, η ίδια η δημιουργία δεν εκλαμβάνεται ως αποτύπωμα μιας αυθόρμητης έμπνευσης αλλά ως μια κοπιώδης διαδικασία που παράγει ένα συνεκτικό μυθοπλαστικό σύμπαν με συγκεκριμένα υλικά : την παρατήρηση, την τεκμηρίωση, τη διάπλαση χαρακτήρων που, ακόμη κι όταν είναι φανταστικοί,  αντιστοιχούν σε συγκεκριμένους κοινωνικούς τύπους. Τέλος, τα εκφραστικά μέσα, (το ύφος, η λεκτική τροπικότητα, οι αφηγηματικές τεχνικές) δεν αντιμετωπίζονται ως γλωσσική επένδυση της πλοκής αλλά ως μια διαρκής πάλη με την υλικότητα του λόγου. Το «δεινό χαμαλίκι» της αφήγησης ——όπως χαρακτηριστικά ονόμαζε ο Κοτζιάς αυτή την ιδιάζουσα τέχνη της μυθοπλασίας— είναι στενά συνδεδεμένο με την πεποίθησή του πως η αφήγηση εκβάλλει εντέλει σε μια ηθική και πολιτική λειτουργία της γλώσσας, που μέσα από το επιτήδειο ψέμα της λογοτεχνίας, εκφέρει τη δική της «αλήθεια» για τον κοινωνικό κόσμο που μας περιβάλλει. Απαλλαγμένος εξάλλου από το σύνδρομο του ελληνικού επαρχιωτισμού που επαναλαμβάνει συνήθως τη «ρητορική της απουσίας» και της πολιτισμικής καθυστέρησης, ο Κοτζιάς θα υποστηρίξει πως η νεοελληνική πεζογραφία διαθέτει ένα πλούσιο συμβολικό κεφάλαιο. Σε αντίθεση μάλιστα με όσους ταυτίζουν τη διεθνή προβολή της νεοελληνικής λογοτεχνίας με την βραβευμένη ποίηση των Νόμπελ, θα διατυπώσει με τόλμη και παρρησία την άποψη πως «ο Παπαδιαμάντης και ο Βιζυηνός είναι δυο πεζογράφοι συγκρίσιμοι με οποιαδήποτε διεθνές μέγεθος». Διατυπώσεις σαν κι αυτή, σε μια εποχή η πρόσληψη των δύο πεζογράφων του 19ου αιώνα ήταν ακόμη εγκλωβισμένη στα στερεότυπα του «κοσμοκαλόγερου» και του «ηθογράφου», δείχνουν καθαρά πως ο Κοτζιάς κάθε άλλο παρά «παραδοσιακά» βλέπει την πεζογραφική μας παράδοση. Η διπλή ιδιότητα —του συγγραφέα και του κριτικού— εφοδιάζει τον Κοτζιά με μια κριτική ευαισθησία και με μια διαλογική αντίληψη για το λογοτεχνικό παρελθόν. Τι άλλο ήταν άλλωστε η ενασχόλησή του με τον Παπαδιαμάντη παρά η επιβεβαίωση μιας ζωντανής σχέσης ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν ; Μιας δημιουργικής συνομιλίας savedimagesμεταξύ κειμένων και συγγραφέων που όφειλαν να «ξαναγράψουν το παρελθόν», πριν αυτό παραδοθεί στην «απόφαση της λησμονιάς». Κι αν αυτό ήταν το όπλο του συγγραφέα, το όπλο του κριτικού ήταν να υπενθυμίζει διαρκώς πως, εκτός από όλα τα άλλα, η κριτική είναι και μια διαδικασία ανάσχεσης της λήθης. «Είναι λοιπόν η λησμοσύνη ένας ακόμα από τους αρνητικούς όρους που διέπουν την ισχνή μας πνευματική ζωή», διαπίστωνε πικρά ο ίδιος, με αφορμή την εξαφάνιση των παλαιότερων πεζογράφων (Χατζόπουλου, Θεοτόκη, Χρηστομάνου) από την εκδοτική αγορά του καιρού του. Με «θεωρία και μελέτη», λοιπόν, ο Κοτζιάς  κρίνει, σχολιάζει και αναλύει την παλαιότερη και σύγχρονη πεζογραφία, προκειμένου να διερευνήσει όχι μόνο την αισθητική αξία της λογοτεχνίας αλλά παράλληλα και για να εδραιώσει την ίδια την έννοια της λογοτεχνικής κριτικής ως συστατικό στοιχείο της νεοελληνικής πολιτισμικής ζωής. Αυτή, νομίζω, είναι μια πτυχή της «μάχιμης» συγγραφικής δράσης του Κοτζιά που δεν έχει προσεχτεί αρκετά, και θα άξιζε σήμερα, ιδιαίτερα μέσα στις συνθήκες της κρίσης, να εξεταστεί από μια νέα οπτική γωνία. Πιστεύω δηλαδή πως, για τον Κοτζιά, η κριτική δεν είναι απλώς μια υποστηρικτική λειτουργία σχολιασμού του λογοτεχνικού έργου αλλά μια πολλαπλά διαμεσολαβητική πολιτισμική δραστηριότητα που συνδέεται άμεσα με το ευρύτερο «λογοτεχνικό  φαινόμενο» και τη συνολική πολιτική του βιβλίου : τη διαμόρφωση αναγνωστικών συμπεριφορών, την κοινωνική αναγνώριση της συγγραφικής ιδιότητας, τη θεσμική προώθηση της μετάφρασης, της βιβλιοφιλίας και της κοινωνικοπολιτικής αυτογνωσίας. Θα άξιζε να θυμηθούμε τι απαντάει σε μια συνέντευξή του ο ίδιος ο Κοτζιάς, στα 1987, όταν των ρωτούν αν «διαβάζει ή όχι ο νεοέλληνας». Παραθέτω: dspphoto«Δεν διαβάζει διότι, σύμφωνα με τα μέτρα τα ευρωπαϊκά, έχουμε το ένα εικοστό των βιβλιοθηκών που έπρεπε να έχουμε ως ευρωπαϊκή χώρα. Κάναμε μια αναφορά στη Βουλή —η Εταιρεία Συγγραφέων— τον περασμένο μήνα, σημειώνοντας, μαζί με διάφορα επαγγελματικά προβλήματα, και κάποια γενικότερα, όπως λόγου χάρη την ανάγκη να υπάρξει μια πολιτική βιβλίου. Να πάρουμε κάποιο από τα φαινόμενα αυτά που δείχνουν ότι δεν υπάρχει η ανάλογη ανταπόκριση και ενασχόληση του κοινού με τον πολιτισμό. Δεν υπάρχουν κυκλοφορίες βιβλίων τόσες όσες έχουν ανάλογες χώρες με τον δικό μας πληθυσμό. Ας πούμε, η Σουηδία: η διαφορά στις κυκλοφορίες είναι τρομαχτική, υπέρ της Σουηδίας! Δεν υπάρχει σοβαρή αντιμετώπιση του βιβλίου από τον Τύπο. Στο Βέλγιο, που έχει δυο γλώσσες και είναι δυο μισές Ελλάδες, η σοβαρή εφημερίδα της χώρας (μου διαφεύγει το όνομά της) έχει κριτική βιβλίου κάθε μέρα! Στον ελληνικό Τύπο η κριτική του βιβλίου είναι πάρα πολύ επιπόλαια και γίνεται, κατά κανόνα, από ανεύθυνα πρόσωπα και άσχετα με το βιβλίο. Θέλετε άλλο φαινόμενο; Ο συγγραφέας είναι, ουσιαστικά, περιθωριακό πρόσωπο στον τόπο μας. Αποκτά οντότητα στη ζωή του πολύ αργά. Περνάς τα χρόνια της ακμής στο περιθώριο! Από τη συγγραφική τέχνη πάρα πολύ λίγοι ζουν… Όσο για τον Τύπο, ε, αυτός είναι ένας καθρέφτης, μια επικύρωση της δημοκρατίας. Καθημερινά ο λαός αγοράζει –δηλαδή, ψηφίζει– εκείνο που θέλει, όταν προσφέρονται στην αγορά όλες οι ποικιλίες. Λοιπόν, είναι φανερή μια χειροτέρευση του Τύπου».[1] Χρειάζεται άραγε να τονίσω την επικαιρότητα αυτών των παρατηρήσεων σήμερα ; Στην ίδια εκείνη συνέντευξη όμως ο Κοτζιάς αναφερόταν και στα πρώιμα δείγματα μιας κρίσης που έμελε να εξελιχτεί στο μείζον πρόβλημα της χώρας. Παραθέτω και πάλι :

  • Ποια στοιχεία συνθέτουν το νεοελληνικό πολιτιστικό πρόσωπο;

Έχω προσπαθήσει να το περιγράψω μέσα στα βιβλία μου. Είναι δύσκολο τώρα να κάνω μιαν απαρίθμηση…

  • Κι ο καταναλωτισμός του νεοέλληνα;

Όταν ξεκίνησε το φαινόμενο μετά τον πόλεμο, ε, είπαμε όλοι έφτασε η ώρα ο πεινασμένος «να λαδώσει το αντεράκι του». Θεωρήθηκε φυσιολογικό. Όμως, όσο περνάνε τα χρόνια, βλέπουμε ότι το πράγμα όλο και συνεχίζει. Και δεν συνοδεύεται, στο βαθμό που θα νόμιζε κανείς, με άλλα φαινόμενα ανάπτυξης. Εγώ, απλός παρατηρητής είμαι και, απλώς, διαπιστώσεις κάνω. Το βλέπουμε όλοι ότι καταναλίσκουμε υλικά αγαθά σύμφωνα ή πάνω και από τον πλούτο μας και, μάλλον, πάνω από τις δυνάμεις μας, αλλά εν πάση περιπτώσει, συζητήσιμο αυτό, οπωσδήποτε ο πλούτος αυτός, το επίπεδο αυτό δεν συνοδεύεται από ανάλογα μεγέθη στον πνευματικό χώρο και, γενικότερα, στο χώρο των μη υλικών αγαθών. […]

  • Ως κοινωνία πού οδεύουμε;

Περνάμε μια πάρα πολύ σοβαρή κρίση. Όσο ταχύτερα τη συνειδητοποιήσουμε, τόσο καλύτερα. Περνάμε και κρίση νοός και κρίση ήθους. Είναι διπλή η κρίση που περνάμε. Το αξιοπερίεργο σε μας είναι ότι η κρίση αυτή εκδηλώθηκε στις διαστάσεις της απάνω στα χρόνια της ευημερίας, της ανοδικής πορείας της κοινωνίας και της οικονομίας μας. Και χωρίς να είμαι οικονομολόγος, πιστεύω ότι όλες αυτές οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε με την οικονομία είναι εξαιτίας της κρίσης. Μπορούσαν να αντιμετωπιστούν αν υπήρχε καλή πίστη και ήθος. Πρέπει να πω ότι επί πολλά χρόνια όταν διατύπωνα κι εγώ αλλά και άλλοι από τον κύκλο το δημοσιογραφικό και τον λογοτεχνικό, αυτές τις θλιβερές διαπιστώσεις, μας φιλοδωρούσαν με καθόλου κολακευτικούς χαρακτηρισμούς. Αλλά, έφτασε φαίνεται το πλήρωμα του χρόνου να γίνει συνείδηση αυτό το πράγμα ευρύτερα και, ίσως, είναι η ελπίδα για να βγούμε από την κρίση. Η αυτογνωσία. Η μόνη ελπίδα…[2] Δεν μου αρέσει να αναφέρομαι —και μάλιστα εκ των υστέρων— στα λόγια των συγγραφέων ως εύκολες προφητείες για ένα δύσκολο παρόν και ένα δυσοίωνο μέλλον. Με ενδιαφέρει, ωστόσο, να αναδείξω μέσα από τα λόγια του Κοτζιά, έναν ορισμένο τύπο κριτικής συνείδησης που αφουγκράζεται τη «βοή των πλησιαζόντων γεγονότων» και προσπαθεί να απαντήσει στα ζητήματα της εποχής με τα δικά της μέσα. Χρειάζεται άραγε να θυμίσω πως τα μέσα αυτά προέρχονται από το χώρο της λογοτεχνίας και της κριτικής εστιάζοντας στον τρόπο που τα κείμενα παράγουν πολιτισμικά νοήματα που διαμορφώνουν και —γιατί όχι— αλλάζουν τον κοινωνικό κόσμο γύρω μας. Είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Κοτζιάς μας συνεχίζει να μας προ(σ)καλεί με το στοίχημα μιας αναγνωστικής σχέσης και μιας κριτικής αυτογνωσίας που το έχουμε ανάγκη, περισσότερο από ποτέ.

* Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου διδάσκει Νεοελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

* * *

Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς για τον Στρατή Τσίρκα («Φωνές» — από το αρχείο του Γιώργου Ζεβελάκη)

* * *

Στην εκπομπή «ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ», τρεις νεοέλληνες συγγραφείς, ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΤΖΙΑΣ, ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ και ο ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ, παρουσιάζουν το τελευταίο διήγημα του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ «ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ». Ο καθένας τους διαβάζει αποσπάσματα από αυτό και συνάμα παραθέτει τις απόψεις του για τη γλώσσα, τα πρόσωπα, το χαρακτήρα του πρωταγωνιστή του διηγήματος και για το πώς παρουσιάζεται ο ίδιος ο Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ μέσα από τα κείμενά του.

* * *

«ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ»: Στη συζήτηση για τον ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ συμμετέχουν ο φιλόλογος ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΛΑΚΑΣ, ο εκδότης της νέας έκδοσης των «Απάντων» του ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, ο συγγραφέας και κριτικός ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΤΖΙΑΣ και ο συγγραφέας ΖΕΦΥΡΟΣ ΚΑΥΚΑΛΙΔΗΣ. Παρουσιάζονται οι εκδοτικές προσπάθειες του έργου του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ, με ιδιαίτερη αναφορά στην τελευταία έκδοση των «Απάντων» του έργου του. Γίνεται λόγος για τη σημασία του έργου του ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ, το ενδιαφέρον και την απήχηση του έργου του στο αναγνωστικό κοινό έως και σήμερα, ενώ η συζήτηση περιστρέφεται ακόμα, γύρω από το ζήτημα της ποικιλίας στην κριτική που ασκήθηκε στο έργο του ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ. Τέλος, κατά τη διάρκεια της συζήτησης επισημαίνεται ακόμα, η σχέση ανάμεσα στο μυθιστορηματικό και το διηγηματικό έργο του ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ και αναλύεται από τους ομιλητές η ιδιαίτερη, προσωπική τεχνική αφήγησης που ανέπτυξε ο λαϊκός συγγραφέας.

* * *

poliorkia

Πολιορκία (απόσπασμα)

Τη Μαργαρίτα θα ‘ναι τώρα παραπάνω από δυο χρόνια που την έχουν στο σπίτι. Ήτανε αλήθεια τραγικά τα περιστατικά που τη φέραν κοντά τους, τότε, τον καιρό της μαύρης πείνας, την πρώτη χρονιά που φτάσανε στον τόπο οι ξένοι και μας ληστέψανε και τη στερνή μπουκιά από το στόμα.

Κάποιο παγερό πρωινό, τον απαίσιο εκείνο χειμώνα, μια σύναξη σταμάτησε τη Χριστίνα και το Μηνά, καθώς γυρνούσαν στο σπίτι από το γιατρό. Κάμποσοι διαβάτες είχανε σταθεί σιωπηλοί γύρω από μια κουρελιάρα μικρούλα, καθισμένη καταγής, πλάι στο ξυλιασμένο κορμί της μάνας της. Ούτε μιλούσε ούτε έκλαιε. Μόνο με το χεράκι έσφιγγε τα κουρέλια που τυλίγανε το κουφάρι, για να τ’ ασφαλίσει λες, μην της το πάρουν.

Η Χριστίνα έσκυψε και της άφησε λίγα χρήματα στην ποδιά. Η μικρούλα σήκωσε τα μάτια και τα στύλωσε πάνω της. Εκείνο το βλέμμα κατατάραξε τη Χριστίνα. Ο σφάχτης στη μέση της την έκαμε να νιώθει πιο βαθιά τη δυστυχία του ορφανού.

Οι περαστικοί χασομερούσανε κάμποσο, αλλάζαν δυο κουβέντες και σκορπίζανε αδιάφοροι — ήμασταν τόσο μαθημένοι από τέτοια εκείνες τις μέρες.

— Μαρτύριο! Είναι έτσι δωχάμω από χτες το βράδυ… Μα γιατί δεν ειδοποιούν κανένα: Θα πεθάνει μ’ αυτό το κρύο! ακούστηκε αγαναχτισμένη μια φωνή από ‘να παράθυρο.

Κάποιος κύριος σοβαρός έσκυψε και τη ρώταγε πολλά και διάφορα. Δεν πήρε απόκριση. Κάμποσοι αργοσαλέψαν τα κεφάλια περίλυπα. Μόνο μια γριούλα ζύγωσε κούτσα κούτσα και της έβαλε στο χέρι ένα κομματάκι κόρα κατάξερο — ένα θησαυρό.

Φεύγανε πια και κείνοι, σαν τους σταμάτησε κάτι σπαραχτικό. Η Χριστίνα ακούμπησε βαριά στο μπράτσο του αντρός της.

Είχε φτάσει ένα σαραβαλιασμένο καμιόνι και κάποιοι πήδηξαν σβέλτα. Η Δημαρχία είχε ορίσει αμάξια να μαζώνουν όσους ξεψυχούσαν στους δρόμους, κι ακόμα όσους τους παραπετούσαν νύχτα οι δικοί τους λαθραία, για να γλιτώσουνε τα έξοδα της ταφής, να ‘χουν και τα δελτία του πεθαμένου διάφορο. Έτσι παραριγμένοι απομέναν —κάποτε και μέρες— όσο να περάσει ο σκουπιδιάρης και να τους μάσει. Τους σηκώναν τότε και τους παραχώνανε σε μεγάλους λάκκους ομαδικά, δίχως πομπές και λοιπές ιστορίες, ξον μια σκέτη ευχή που διάβαζε τρεμουλιάρικα κάποιος αγγαρεμένος παπάς.

Οι σκουπιδιαραίοι αρπάξανε το κουφάρι με βιάση και το ‘παιρναν. Και τότε η μικρή, που ως εκείνη τη στιγμή δεν είχε σαλέψει, τινάχτηκε όρθια, ξεχύνοντας μια σπαραχτική τσιριξιά. Χίμηξε το κατόπι. Τη σπρώξανε. Μα προτού παραπετάξουν στην καρότσα την πεθαμένη, τους γλίστρησε κι έπεσε πάλι πάνω της. Έψαξε μάνι μάνι και κάτι ξετρύπωσε από την τσέπη της. Το ‘κρυψε στη χούφτα σφιχτά. Έπειτα, γύρισε αργά και σωριάστηκε στη ρίζα του τοίχου. Ο σκουπιδιάρης της έριξε στα πόδια ένα μαντιλάκι κομποδεμένο, που ‘κλεινε ακόμα στα δάχτυλα η νεκρή.

— Άιντε και τη ρέστη κληρονομιά, χωράτεψε από ψηλά.

Το καμιόνι μουγκάνισε και κίνησε χοροπηδώντας στις λακκούβες του δρόμου. Χάθηκε γρήγορα στη γωνιά, μέσα στο σταχτί νερόχιονο που τους έδερνε καταπρόσωπο όλους. Η μικρή απόμεινε μόνη…

Τη Χριστίνα την είχαν πνίξει τα δάκρυα.

— Το φτωχό, τ’ ορφανό! θα ξυλιάσει σε τούτη την παγωνιά, ψιθύρισε στο Μηνά. Mα και δεν τολμούσε να του πει τίποτε άλλο. — Τ’ ορφανό, το φτωχούλι… το δυστυχισμένο μου το πουλάκι.

Ο Μηνάς στεκόταν ακόμα και δεν την τραβούσε να φύγουν. Έπειτα σίμωσε κι έγειρε πάνω από το μισόγυμνο πλατάκι που αναρριγούσε.

— Έλα μαζί μου στο σπίτι. Θα σου δώσω να φας.

Δεν έβγαλε μιλιά, μήτε ανασήκωσε το κεφάλι. Την τράβηξε από το χέρι. Δεν του ‘φερε αντίσταση. Μόνο, όσο να στρίψουνε τη γωνιά, κρατούσε καρφωμένα τα μάτια κατά κει που ‘χε χαθεί τ’ αυτοκίνητο.

Καθώς την έμπαζε στο σπίτι η Χριστίνα τη ρώτησε πώς τη λένε. Και τότε αναλογίστηκε ότι περπατούσε ξιπόλητη. Δυο μεγάλα μάτια, ζωηρά, κατασκότεινα, λάμπανε παράξενα στο μαντιλοδεμένο μουτράκι.

Αλλά, δυστυχώς, απ’ την πρώτη κιόλας μέρα η Μαργαρίτα τούς απογοήτεψε με το δύστροπο χαρακτήρα της. Όλο κείνο τ’ απόγεμα δεν άνοιξε το στόμα. Καθότανε σκυφτή σιμά στο πυρωμένο μαγκάλι, με τα χέρια διπλωμένα στις αμασκάλες. Προσέξανε με τι πείσμα βαστούσε σφαλιχτή τη μια χούφτα. Ο Παπαθανάσης τη ρώτησε τι κρατούσε, μα πάλι εκείνη δεν καταδέχτηκε να τ’ αποκριθεί. Σφίχτηκε και ζάρωσε πιο πολύ. Τότε της έστριψε το χέρι και της το πήρε. Δεν έβγαλε μιλιά. Ήτανε μια τρύπια μπακιρένια πεντάρα, μαυρισμένη από το χρόνο. Σαν της την έδωσε πίσω, τη χούφτιασε πάλι άλαλη και με την αύριο την πέρασε σ’ ένα σπάγγο και την κρέμασε στο λαιμό της για φυλαχτό.

Μόνο κατά τα μεσάνυχτα η Χριστίνα είχε ξυπνήσει από ‘να σιγανό, επίμονο κλάμα. Σηκώθηκε κι ανέβηκε στα νύχια ως το πατάρι, πάνω από την κουζίνα, που της είχαν φτιάξει γιατάκι. Τη βρήκε ανακαθισμένη στο στρώμα, να δαγκάνει τη μπατανία. Η Χριστίνα κάθισε αμίλητη πλάι της και τη χάιδεψε. Και τότε η μικρούλα χύθηκε στο λαιμό της και την αγκάλιασε. Ζάρωσε πάνω της μια γροθίτσα και σφιγγόταν στο στήθος της σ’ έναν παροξυσμό. Εκεί έκλαψε ώρα πολλή, μ’ αναφιλητά, ώσπου λίγο λίγο ξεθύμανε, καταλάγιασε. Η Χριστίνα τής χάιδεψε τα μαλλιά.

— Φτωχό μου παιδάκι, λοιπόν! Φτωχό μου πουλάκι!

Σύχασε τέλος κι αποκοιμήθηκε, βαστώντας της το χέρι σφιχτά.

Το πρωί, τη βρήκανε στην κουζίνα να παλεύει τη λάτρα, ανασκουμπωμένη από τα χαράματα, για «να τους ξεπλερώσει το ψυχικό». Δε δέχτηκε χάδι από τη Χριστίνα, αποτραβιότανε με κακία. Μάλιστα, μια στιγμή, στάθηκε μπροστά της και την κάρφωσε ίσια κατάματα.

– Εχτές το βράδυ έφαγα πολύ και με πείραξε. Ίσα ίσα, εμένα με πονούσε και η κοιλιά μου! της είπε άγρια. Και χάθηκε.

Σύχασε μοναχά σαν ανεγνωρίστηκε η θέση της εκεί μέσα. Πως αυτή θε να την κρατήσουνε στο σπίτι να τους είναι η «δούλα». Άλλωστε, στον κόσμο ήτανε παντέρημη πια. Ψυχή δεν είχε να τη νοιαχτεί.

Απ’ την πρώτη κιόλας μέρα αρχίσανε οι στραβοξυλιές. Τη Χριστίνα την έπιανε, ώρες ώρες, απόγνωση με το κακότροπο ετούτο πλάσμα. Της είχε φορέσει πεντακάθαρο φουστανάκι, αφού την έχωσε στη σκάφη και την έγδαρε. Σε λίγο, της παρουσιάστηκε μουντζαλωμένη, σα να ‘χε τσαλαβουτήσει στο γουρουνοστάσι. Μαυρίλες σ’ όλο το μπούστο, στην ποδιά, στα μανίκια. Τη μάλωσε, της έδωσε αλλαξιά και την έβαλε να τα πλύνει μονάχη. Την άλλη μέρα ξανά τα ίδια. Το φουστάνι κατάμαυρο, λες και κυλιόταν στην καρβουνόσκονη. Την τρίτη πια έχασε την υπομονή.

— Επίτηδες το κάνεις, παιδί μου;

Η Μαργαρίτα χαμήλωσε τα μάτια και κάτι μουρμούρισε. Η Χριστίνα έκαμε το σταυρό της.

— Τι λες! Είσαι με τα καλά σου;

— Πένθος! ψέλλισε και τα τραβούσε από πάνω της. Δεν τα θέλω αυτά!

Συμμορφώθηκε σαν της βρήκανε κάτι σκούρα αποφόρια.

Στο νοικοκυριό όμως βγήκε ξεφτέρι κι η Χριστίνα ξανάσανε. Τους δούλευε σκλάβα από τη μαύρη νύχτα και δεν άφηνε τίποτε ακάμωτο. Άνοιγε κιόλας μονάχη της ιστορίες, για να ‘χει κάτι οληνώρα να τους παλεύει. Έτσι κι η κυρά της κατάπινε τ’ άδικα και δε μίλαγε.

Αλήθεια, ωστόσο, πως στην αρρώστια της, τον ερχόμενο χειμώνα, η Μαργαρίτα της στάθηκε κερί αναμμένο. Δεν είναι κι εύκολο να λησμονηθεί τέτοια αφοσίωση, νύχτα μέρα, τρισήμισι μήνες. «Θησαυρός πολυτιμότερος κι από τη στοργικότερη θυγατέρα», καθώς το ‘λεγε κι ο γιατρός, ο κύριος Δερβένης. Μέσα στους φοβερούς της πόνους την αντίκριζε η Χριστίνα σιμά της, βάλσαμο και παρηγοριά. Μα πάλι, αναλογιζόταν, όλη αυτή η προκοπή τι αξία είχε στο βάθος, έτσι παγερή και αγέλαστη; Μη δεν ήταν σαν ξεπλερωμή κάθε υποχρέωσης; — πάτσι να ‘μαστε πια.

Όχι, στην καρδιά της η Μαργαρίτα δεν κρύβει αγάπη για κανένα.

* * *

Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς και η «Πολιορκία»

—του Κώστα Στεργιόπουλου—

Πριν από τριάντα χρόνια, γράφοντας για τη δεύτερη έκδοση του πρώτου μυθιστορήματος — και πρώτου βιβλίου — του Αλέξανδρου Κοτζιά Πολιορκία, τον είχα χαρακτηρίσει ως έναν από τους εργατικότερους μεταπολεμικούς συγγραφείς. Από τότε, αποδείχτηκε ακόμα εργατικότερος, ώστε η προσφορά του ν’ απλώνεται σήμερα — αν όχι παντού ισοδύναμα, οπωσδήποτε ικανοποιητικά — τόσο στην κριτική του βιβλίου και το κριτικό μελέτημα όσο και στο θέατρο και τη μετάφραση. Κύρια συγγραφική του απασχόληση, πάντως, στάθηκε απ’ την αρχή η αφηγηματική πεζογραφία — κι ίσαμε το τέλος, το μυθιστόρημα κι αργότερα η νουβέλα δεν έπαψαν ν’ αποτελούν την πιο σημαντική του επίδοση.

Και γενικότερα όμως, η πνευματική φυσιογνωμία του παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά του προβληματισμένου και ουσιαστικού μυθιστοριογράφου, με μια κριτική στάση απέναντι στα γεγονότα και την κοινωνική πραγματικότητα του καιρού του και, παράλληλα, απέναντι στο ίδιο το ανθρώπινο κύτταρο και τη μοίρα του ανθρώπου. Πεζογράφος στη βαθύτερη σύστασή του, με γόνιμα διδάγματα από τη μαθητεία του στον Ντοστογιέφσκι και τη γνωριμία του στη συνέχεια με το έργο ξένων νεοτερικών μυθιστοριογράφων, με γραφή και γλώσσα μόνιμα σκληρή ως το σαρκασμό και με κυρίαρχο το εωσφορικό στοιχείο, χωρίς αναμίξεις και διαφυγές πουθενά προς το λυρισμό και την ποίηση, ανήκει στις συγγραφικές εκείνες ιδιοσυγκρασίες, που μόνο με την εκτεταμένη αφήγηση, μόνο με το μύθο και την πλοκή αισθάνονται πως εκφράζουν τον κόσμο τους, και μέσα από κει διοχετεύουν, με τη μορφή της αφηγηματικής πεζογραφίας, ό,τι πιο καίριο έχουν να πουν.

«Εκείνο που σε σταματάει περισσότερο», σημειώνει ο Βάσος Βαρίκας για ένα απ’ τα μυθιστορήματα του Κοτζιά, «είναι η σύνθεσή του. Σπάνια σε σύγχρονο, και όχι μονάχα ελληνικό, μυθιστόρημα θα συναντήσεις τόσες περιπλοκές στο μύθο, τόσο πλούσια και πολύμορφη δράση, τέτοιο πλήθος συμβεβηκότων. Ο πληθωρισμός αυτός και η συσσώρευση, που φέρνει στη μνήμη τα αναγνώσματα περιπετειών, μπορεί συχνά να κουράζει. Ο συγγραφέας όμως ποτέ δεν χάνει τον έλεγχό τους. Τα οργανώνει και τα πειθαρχεί κατά τρόπο πράγματι αξιοθαύμαστο. Γνώστης της τεχνικής του κλασικού μυθιστορήματος, ξέρει να την ανανεώνει και να την πλουτίζει με εντελώς σύγχρονες εμπειρίες.»

Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1926, ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία και πέθανε από ατύχημα στη Τζια τον Σεπτέμβριο του 1992, πέφτοντας από τρία περίπου μέτρα ύψος. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1943, μ’ ένα διήγημα στο περιοδικό Μαθητικά Γράμματα. Άλλο ένα, με τίτλο «Η γυναίκα με τις ψεύτικες χάντρες», δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Νέος Λόγος τον Απρίλιο του 1947, ενώ τον Ιανουάριο του 1951 δημοσίεψε με το ψευδώνυμο Κ. Π. Αλεξάνδρου στο περιοδικό Στάχυς ένα απόσπασμα από το δεύτερο μυθιστόρημά του. Την επίσημη όμως εμφάνισή του έκανε το 1953 με το μυθιστόρημα Πολιορκία, που την οριστική του μορφή πήρε αργότερα στη δεύτερη έκδοση το 1961, κι από τότε επανεκδίδεται χωρίς άλλες τροποποιήσεις.

Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα: Μια σκοτεινή υπόθεση (1954, β’ έκδ. αναθ. 1963, όμοιες και οι επόμενες), Ο Εωσφόρος (1959, β’ έκδ. αναθ. 1981, όμοια και η επόμενη), Η απόπειρα (1964), Ο Γενναίος Τηλέμαχος (1972), Αντιποίησις Αρχής (1979) και Φανταστική περιπέτεια (1985), τα τέσσερα τελευταία χωρίς αναθεωρήσεις στις μετέπειτα εκδόσεις τους. Με τα επτά αυτά μυθιστορήματα, συμπληρώνεται η μυθιστορηματική παραγωγή του κι αρχίζει μια σειρά από ισάριθμες νουβέλες, που δεν πρόφτασε να τις γράψει όλες, με το γενικό τίτλο Τα Παιδιά του Κρόνου, όπου ο συγγραφέας εμφανίζει και πάλι σε κάθε μια τους κάποιο από τα δευτερεύοντα ή κι εντελώς διαβατικά πρόσωπα των αντίστοιχων κατά σειρά μυθιστορημάτων του, αλλά σε πρωταγωνιστικό αυτή τη φορά ρόλο. Κυκλοφόρησαν, όσο ζούσε, οι νουβέλες: Ιαγουάρος (1987), Η μηχανή (1989) και Ο πυγμάχος (1991), ενώ η τέταρτη, Το σοκάκι, τελειωμένη μόλις πριν απ’ το θάνατό του, εκδόθηκε τον επόμενο χρόνο (1993). Συμπλήρωμα της πεζογραφίας του αποτελούν και τα ιστορικά αφηγήματα: Ο εθνικός διχασμός (1974), Η δίκη των έξι (1975) και Η νύχτα των μεγάλων μαχαιριών (1975).

Από τις άλλες του συγγραφικές επιδόσεις ιδιαίτερα αξιοσημείωτα είναι τα διάσπαρτα σε περιοδικά κι εφημερίδες κριτικά του κείμενα (στις εφημερίδες κάποτε και με το ψευδώνυμο Κ. Παναγιώτου), που ένα μέρος τους συγκέντρωσε στους τόμους: Μεταπολεμικοί πεζογράφοι (1982), Αφηγηματικά (1984), Δοκιμιακά και άλλα (1986) και στο βιβλίο του για τον Παπαδιαμάντη Τα αθηναϊκά διηγήματα (1992). Αξιόλογο και πιο εκτεταμένο είναι και το μεταφραστικό του έργο. Έχει μεταφράσει: Οι φτωχοί (1954) και Μια αξιοθρήνητη ιστορία (1954) του Ντοστογιέφσκι, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως (1954) του Γεωργίου Φίνλεϋ, Το μηδέν και το άπειρον (1960) και Ο κομμισάριος και ο γιόγκι (1962) του Άρθουρ Καίσλερ, Η δίκη (1961) και Ο πύργος (1964) του Κάφκα, Ο Κωνσταντίνος και ο εκχριστιανισμός της Ευρώπης (1963) του Α. Τζόουνς, Αλέξανδρος ο Μέγας (1963) του Α. Μπερν, Και οι βιασταί αρπάζουσιν αυτήν (1965) της Φλάννερυ Ο’Κόννορ, Ο διάβολος στους λόφους (1969) του Τσέζαρε Παβέζε, Εγώ ο Κλαύδιος (1969) του Ρόμπερτ Γκρέηβς, Σαίξπηρ ο σύγχρονος μας (1970) του Γιαν Κοττ, Ο Σαίξπηρ και η εποχή του (1970) του Λούις Ράιτ, Η καταγωγή της γυναίκας (1976) της Ελέιν Μόργκαν, Ελένη (1983) του Νίκου Γκατζογιάννη, Οι μάχες του Κοξίνγκα (1984) του Τσικαμάτσου Μονζαεμόν και πολλά άλλα με ψευδώνυμο ή και ανώνυμα.

Εκτός απ’ το έργο του το κριτικό και το μεταφραστικό, έχει γράψει και τρία θεατρικά έργα. Το ένα, Ενοικιάζεται δωμάτιον μετ’ επίπλων, εκδόθηκε το 1962 και πρωτοανεβάστηκε από το «Ημικρατικό Θέατρο Πελοποννήσου» το 1980. Τ’ άλλα δύο,  Ο μονόλογος της Μαριάννας και Ορφέας και Ευρυδίκη, κυκλοφόρησαν δακτυλογραφημένα μαζί σε 70 φωτοαντίγραφα το 1988, και μοιράστηκαν στον θεατρικό κόσμο και σε μερικούς φίλους από το συγγραφέα. Το πρώτο παίχτηκε μάλιστα λίγο αργότερα κι από την Πέπη Οικονομοπούλου στο «Θέατρο της οδού Αντιοχείας». Στις πνευματικές του δραστηριότητες πρέπει να προσθέσουμε, τέλος, την επιμέλεια της εβδομαδιαίας φιλολογικής σελίδας στις εφημερίδες Μεσημβρινή (1961-1967) και Η Καθημερινή (1975-1982), καθώς και τη συμμετοχή του κατά το διάστημα της δικτατορίας στην εκδοτική αντιστασιακή ομάδα που δημοσίεψε τα Δεκαοχτώ Κείμενα (1970) και τα Νέα Κείμενα, 1 και 2 (1971) και στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού Η Συνέχεια (1973). Ως διευθυντής, εξ άλλου, μετά την πτώση της χούντας, του Γραφείου Τύπου της Ελληνικής Πρεσβείας του Λονδίνου, διοργάνωσε τον Νοέμβριο του 1975 το μήνα προβολής της Ελληνικής Τέχνης, Λογοτεχνίας, Θεάτρου, Κινηματογράφου, Αρχιτεκτονικής και Επιστημών του Ανθρώπου.

Όλα αυτά, βέβαια, φωτίζουν κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο την προσωπικότητά του και ενισχύουν αναμφισβήτητα την όλη συγγραφική και πνευματική του παρουσία. Το κύριο βάρος όμως της προσφοράς του πέφτει σταθερά στην αφηγηματική πεζογραφία. Και πάλι, εκείνο από τα βιβλία του που αποτελεί όχι μονάχα ένα από τα πιο στέρεα επιτεύγματά του, αλλά και βασικό κλειδί για το μελετητή του έργου του είναι το πρώτο του μυθιστόρημα Πολιορκία, όπου υπάρχουν ήδη ή κυοφορούνται σε προχωρημένο στάδιο τα κυριότερα χαρακτηριστικά κι οι πυρήνες και της μετέπειτα αφηγηματικής παραγωγής του.

Η Πολιορκία δεν είναι μόνο ένα αξιόλογο μυθιστόρημα· είναι και μια συγκλονιστική μαρτυρία των τελευταίων σκοτεινών χρόνων της Κατοχής, μια πιστή αναπαράσταση του πρώτου εμφύλιου σπαραγμού, που έμελλε να συνεχιστεί με το δεκεμβριανό κίνημα και να καταλήξει στη μεγάλη εμφύλια σύρραξη. Βιβλίο «δύσκολο», μα όχι κι απ’ τα πιο δύσκολα στην ανάγνωση βιβλία του συγγραφέα, δύσκαμπτο στη γλώσσα και γεμάτο γωνίες και τραχιές επιφάνειες, πέρα απ’ τον πολιτικοκοινωνικό του χαρακτήρα και τις εξωτερικές γενικές καταστάσεις, κρύβει και μιαν άλλη διάσταση, αθέατη στο επιπόλαιο διάβασμα, που αντιπροσωπεύει την άλλη όψη της πεζογραφίας του Κοτζιά.

«Στα 1943», μας λέει στο σύντομο προλογικό του σημείωμα, «άρχισε στην πατρίδα μας ένας πόλεμος. Μέσα στην καθολική, τη μεγάλη σφαγή που συνάρπαζε και θέρμαινε τότε τις καρδιές και τα πνεύματα, ετούτα τα «τοπικά», τα «επεισοδιακά», αγνοήθηκαν, σχεδόν απορριγμένα στο περιθώριο, καθώς μάλιστα βρισκόντανε — πράμα που τόσο συχνά συμβαίνει με τα διαδραματιζόμενα στην πατρίδα μας — ολωσδιόλου έξω από το «κλίμα της εποχής». Οπωσδήποτε, αυτός είτανε ο δικός μας πόλεμος. Γίνηκε εδώ, μέσα στις δικές μας εστίες και με το δικό μας το αίμα καταβλήθηκε το βαρύ του αντίτιμο.

[…] Η φάση που μας απασχολεί ξετυλίχτηκε όλη μέσα στα σπίτια μας, μέσα στους δρόμους, στα δωμάτια, στα κρεβάτια μας. Έτσι, η ψυχολογία του «πεδίου της μάχης» που, κατά κάποιο τρόπο, είναι βολική και ησυχαστική, πρόσκοφτε ολοένα στη «μαρτυρική» επάνοδο της καθημερινότητας, ίσως για να κάνει τη δοκιμασία πιο δύσκολη. — Εδώ, γνωριζόμαστε και σφαχτήκαμε.»

Αυτόν, λοιπόν, «το δικό μας τον πόλεμο», μας ζωντανεύει ο Κοτζιάς με την Πολιορκία (αργότερα θα τον ονομάσει «τριακονταετή», λογαριάζοντας μαζί και τα χρόνια της χούντας) — και πρέπει να το ξαναπούμε, πως πρόκειται για ένα απ’ τα πιο γερά στη σύλληψη και στην εκτέλεση μυθιστορήματά του, μαζί με την Απόπειρα και το Αντιποίησις Αρχής, και με αισθητή διαφορά απ’ τα δυο αμέσως επόμενα. Κανένας ίσως από τους συγγραφείς μας δε μας έδωσε ως τώρα το φοβερό τούτο αλληλοφάγωμα μέσα στα σοκάκια και τους δρόμους της κατοχικής Αθήνας με τόση δύναμη και με τέτοια συνθετική πληρότητα, μολονότι δεν έλειψαν εντελώς κι άλλα αξιοσημείωτα βιβλία με παραπλήσιο θέμα. Φυσικά, όλες οι σελίδες της Πολιορκίας δεν είναι γραμμένες ούτε με την ίδια επιτυχία, ούτε με την ίδια πυκνότητα. Η τάση του συγγραφέα ν’ απλώνεται και ν’ αναπτύσσει, γενικότερο γνώρισμα της πεζογραφίας του, δίνει κι εδώ στην αφήγηση του μια έκταση, που αποβαίνει εις βάρος της αρχιτεκτονικής οικονομίας. Ιδιαίτερα, η επιμονή του στο παρουσίασμα των προσώπων στα εννιά-δέκα αρχικά κεφάλαια καθυστερεί την εξέλιξη του μύθου και χαλαρώνει την ένταση, ίσως επειδή ο Κοτζιάς αργούσε συνήθως να «ζεσταθεί» και να μπει ολόκληρος στο κλίμα και το χώρο των πρώτων τουλάχιστον βιβλίων του, ώστε ν’ αναπτύξει αμέσως την κατάλληλη θερμοκρασία και ν’ αποφύγει τις μακρηγορίες. Αλλά κι έτσι, η αδρή τούτη σύνθεση δεν παύει ν’ αποτελεί στο σύνολό της ένα μυθιστόρημα σημαντικό, που αποζημιώνει τελικά τον αναγνώστη και μένει για καιρό χαραγμένο στη μνήμη του.

Ό,τι κάνει την Πολιορκία ν’ αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς άλλωστε συμβαίνει και με όλα σχεδόν τα από την Απόπειρα και πέρα μυθιστορήματά του, έστω κι αν δε γίνεται παντού το ίδιο πετυχημένα, είναι το παράλληλο ξετύλιγμα των εξωτερικών γεγονότων, αυτή η καταγραφή των γενικών πραγμάτων και καταστάσεων, και η ταυτόχρονη παρακολούθηση της ιδιωτικής ζωής και της ατομικής ψυχολογίας των ηρώων. Τα πρόσωπά του αποκτούν δική τους υπόσταση κι έχουν δική τους μοίρα. Διαγράφονται και ψυχογραφούνται ως χαρακτήρες, ζουν τη χωριστή τους ύπαρξη και αντιδρούν με το δικό τους τρόπο. Αξιοσημείωτη είναι η ικανότητά του να φέρνει τους ήρωές του αντιμέτωπους και η ψυχολογική του δύναμη στην περιγραφή των συνειδητών ή ασύνειδων αντιδράσεων τους, όπως και η τάση του να δοκιμάζει τις συνειδήσεις τους κι από τις επί μέρους περιπτώσεις να προχωρεί ως το γενικότερο προβληματισμό γύρω απ’ το θέμα της ύπαρξης.

Μερικοί απ’ τους κριτικούς του, ωστόσο, παρασυρμένοι απ’ το γεγονός ότι ο Μηνάς Παπαθανάσης, ο κεντρικός ήρωας, κι όποιοι τον περιστοιχίζουν ανήκουν στους ταγματασφαλίτες, γνωστούς συνεργάτες των Γερμανών (και παραπέμπω εδώ ενδεικτικά σε όσα έγραψε ο Δημήτρης Ραυτόπουλος το 1955 στην Επιθεώρηση Τέχνης), αμφισβήτησαν την αντικειμενικότητα και την αξία του βιβλίου, χωρίς να προσέξουν καθώς το εξήγησα και παλαιότερα, πως έτσι ο συγγραφέας τους απογυμνώνει και τους στιγματίζει περισσότερο απ’ τους άλλους, τους αντίπαλους, που μόνο σα σκιές κινούνται γύρω τους και οι πράξεις τους έχουν ομαδικό χαρακτήρα. Το σημείωσε πιο ύστερα κι ο Τίτος Πατρίκιος στην κριτική του για την τρίτη έκδοση, παρατηρώντας ότι «η Πολιορκία δεν προσέγγιζε τα γεγονότα και τους αυτουργούς τους ακολουθώντας τις παγιωμένες τομές, κι αυτό την έκανε ένα βιβλίο που έφερνε αμηχανία, ενοχλούσε, ή, ακόμα, προκαλούσε έντονες απορριπτικές αντιδράσεις», για να καταλήξει πως ο Κοτζιάς, «φέρνοντας την είδηση και το μήνυμα της φρίκης, ανέλαβε έναν πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο: τον κίνδυνο που είχε πάντα ο αγγελιοφόρος να τον ταυτίσουν με την καταστροφή που αγγέλλει».

Βέβαια, πουθενά δε γίνεται η παραμικρή νύξη, πουθενά ο συγγραφέας δεν αφήνει τον εαυτό του να επαναστατήσει απέναντι στη θηριωδία των ηρώων του, προτιμώντας να προκαλεί αδιάκοπα τον αποτροπιασμό και την εξέγερση του αναγνώστη. Εντούτοις, η ιδιαίτερη σημασία του βιβλίου δε βρίσκεται στην αντικειμενική θεώρηση της διαμάχης των δύο παρατάξεων, ούτε μονάχα στη μυθιστορηματική αναπαράσταση της κρίσιμης αυτής στιγμής. Κατά βάθος κι εδώ, όπως και στα μετέπειτα έργα του, παράλληλη επιδίωξη του παραμένει η διερεύνηση των σκοτεινών παρορμήσεων του ανθρώπου, που εκτρέφονται και γίνονται ακόμα σκοτεινότερες από τις εξωτερικές συνθήκες και την ιδιάζουσα φύση των γεγονότων. Η εξοντωτική τούτη διαμάχη τού δίνει την ευκαιρία να μελετήσει την ανθρώπινη φύση σε στιγμές πανικού και έσχατης εξαθλίωσης, για ν’ ανασύρει από μέσα της το δαιμονικό ή, έστω, το δοκιμαζόμενο ανθρώπινο στοιχείο και, προπάντων, την παρουσία του κακού στη μεταφυσική του πια διάσταση — κι αυτό ακριβώς αποτελεί την άλλη όψη της πεζογραφίας του Κοτζιά. Το είχα σημειώσει στο παλιό εκείνο άρθρο μου για την Πολιορκία. Το επισήμανε αργότερα κι ο Αντρέας Καραντώνης σε γενικότερες παρατηρήσεις του για τον συγγραφέα:

«Το Κακό! Το Κακό! Το αρχέγονο, το κοσμογονικό μα και κοσμοφθόρο, μαζί, Κακό, είναι το «πρόβλημα-πάθος», που κατά κύριο λόγο, σχεδόν μανιακά, συνταράζει τη συνείδηση του Κοτζιά σα μυθιστοριογράφου και διαποτίζει με χολή τα πεζογραφήματά του, δίνοντάς τους το ύφος μιας γενικής μισανθρωπίας, αλλά και μιας υπονοούμενης ηθικής αγωνίας. Ηθική αγωνία «γιατί να βασιλεύει στη γη το Κακό», και μισανθρωπία, σα συνέπεια αυτής της αγωνίας, αλληλοσυμπλέκονται τόσο σφιχτά μέσα στο έργο του […]» ώστε μας είναι δύσκολο να αποφασίσουμε, αν τελικά ο Κοτζιάς αγαπά, εγκολπώνεται ή μισεί και απωθεί το Κακό. Μέσα του, καθώς βλέπουμε στα έργα του, ξετυλίγεται μια σπαραχτική πάλη, όπου, τις περισσότερες φορές, φαίνεται να βγαίνει νικητής ο Διάβολος, αλλά χωρίς αυτό να σημαίνει πως ο νικημένος — η ηθική συνείδηση — είναι και υποταγμένος στο νικητή.»

Το αφηγηματικό έργο του Αλέξανδρου Κοτζιά παρουσιάζει σταθερά δύο όψεις. Απ’ έξω, υπάρχει η παρακολούθηση της πολιτικοκοινωνικής ζωής του τόπου και των δραματικών εξελίξεων μιας τεσσαρακονταπενταετίας περίπου, αρχίζοντας από την Κατοχή και τον Εμφύλιο, απ’ τη στιγμή δηλαδή που μπορούσε να είναι αυτόπτης μάρτυς και να έχει άμεσες εμπειρίες, και φτάνοντας με τη νουβέλα του Η μηχανή ως το 1987. Από μέσα, στο υπόστρωμα, στα συμφραζόμενα και στη διαπλοκή των συμβαινόντων, επικρατεί ο υπαρξιακός χαρακτήρας και το Κακό στην εγκόσμια και στη μεταφυσική του διάσταση. Αν εξαιρέσουμε το Μια σκοτεινή υπόθεση και τον Εωσφόρο, όπου τα υπαρξιακά στοιχεία και το Κακό ανεβαίνουν και σε πρώτο πλάνο κι αποτελούν κεντρικό ιδεολογικό άξονα και στόχο, χωρίς ανάλογη παρακολούθηση των εξωτερικών καταστάσεων και γεγονότων, όλα σχεδόν τα επόμενα μυθιστορήματά του και η νουβέλα Ιαγουάρος έχουν ως αφετηρία τα μοτίβα και τους πυρήνες που ξεκινούν απ’ την Πολιορκία. Και βάζω το «σχεδόν», για να εξαιρέσω κάπως τη Φανταστική περιπέτεια, αν και δε λείπουν κι απ’ αυτήν οι αναφορές στην ίδια περίοδο και στα ίδια βιώματα. Θα έλεγε κανείς, ότι όλα τους πηγάζουν από κει και αναπτύσσονται σε παραλλαγές, καθώς αλλάζει το σκηνικό και η όψη του δημόσιου βίου. Αλλάζει εξωτερικά, μα ο θεμελιακός προβληματισμός κι ό,τι βαθύτερα απασχολεί το συγγραφέα στο πρώτο του μυθιστόρημα παραμένουν στις κύριες γραμμές τα ίδια, αλλού με λιγότερη κι αλλού με περισσότερη ένταση, πότε με μεγαλύτερες και πότε με ισχνότερες βυθοσκοπήσεις, όσο κι αν η πεζογραφία του διαφοροποιείται κατόπιν εκφραστικά, καταλήγοντας σ’ έναν άλλο τρόπο γραφής.

Ο Κοτζιάς ξεκινάει στα πρώτα του βιβλία από την οπωσδήποτε πιο βραδυκίνητη παραδοσιακή αφήγηση, για να περάσει, ύστερα από τη στενότερη γνωριμία του με τον Φώκνερ και με άλλους ξένους νεοτερικούς συγγραφείς, ιδίως του ανανεωμένου εσωτερικού μονόλογου, σε μια προωθημένη σ’ εκφραστικούς τρόπους εσωμονολογική γραφή, συγχέοντας το μονόλογο της αφήγησης με το μονόλογο των προσώπων. Η απόπειρα αποτελεί τη γέφυρα αυτής της αλλαγής, περνώντας τον οριστικά από τον παλαιού τύπου αστικό και μικροαστικό νατουραλισμό σ’ έναν άλλου είδους εκχυδαϊσμένο εσωμονολογικό νατουραλισμό, με λαϊκή — ή μάλλον λαϊκίστικη — βάση, και σ’ ένα εξ ίσου λαϊκίστικο γλωσσικό ιδίωμα, με κατάλοιπα απ’ τη συμπεριφορά και τη γλώσσα των κουτσαβάκηδων και των τραμπούκων. Το ύφος, με τα τελευταία κεφάλαια της Απόπειρας, και κυρίως από τον Γενναίο Τηλέμαχο και ύστερα, γίνεται τώρα το υφάδι, που δένει σε μια ακατάσχετη αφηγηματική ροή τα πάντα: το μύθο, την πλοκή, τη δράση, το χρόνο· διαγράφει ταυτόχρονα την ψυχολογία των ηρώων και τους σκιαγραφεί μέσα απ’ την ίδια τη γλώσσα και τον τρόπο που σκέπτονται και αισθάνονται, καθώς ο συγγραφέας, σύμφωνα με την εύστοχη παρατήρηση του Σπύρου Τσακνιά, «συλλαμβάνοντας τις σκέψεις του ήρωα τη στιγμή ακριβώς που σχηματίζονται, τις κρυσταλλώνει γλωσσικά, επιστρατεύοντας το λεκτικό, γραμματικό και συντακτικό απόθεμα του  ήρωα».

Ο νέος τούτος τρόπος γραφής, με το περίπλοκο «πλέξιμο» του μύθου, της δράσης, του χρόνου και της ψυχολογίας των προσώπων μέσα απ’ το ύφος και τη γλώσσα, που δεν είναι πια γλώσσα, αλλά χυδαία διάλεκτος, του επιτρέπει να μετακινείται αδιάκοπα από το παρόν στο παρελθόν, να σπρώχνει τα πρόσωπά του ως την ακραία αυτοανάλυση, με αποτέλεσμα συνήθως το ξεσκέπασμα της αισχρότητας ή της κουφότητάς τους, δίνοντας την εντύπωση φάρσας σε στιγμές δραματικές και σε κρίσιμα γεγονότα, φτάνοντας ως το παράλογο, το παράδοξο και το παραλήρημα και κάνοντας έτσι ν’ ακουστεί πιο δυνατά ο καγχασμός και η παθιασμένη κατά βάθος σάτιρα. Πρόκειται για μια γραφή καθόλου αυτόματη ή ασύνειδα συνειρμική, μα για γραφή που αποδεσμεύει απλώς με τους δήθεν ελεύθερους συνειρμούς της την έκφραση πολλών ετερόκλητων πραγμάτων, διανθισμένη με αλλεπάλληλα ευρήματα, προμελετημένα ή «καθ’ οδόν», ουσιαστικά όμως κατευθυνόμενη από το συγγραφέα. Γιατί ο Κοτζιάς ανήκει στους πεζογράφους που σχεδιάζουν προγραμματικά το υλικό τους και, με την επίμονη επεξεργασία, το εξαναγκάζουν να χωρέσει στα προσχεδιασμένα πλαίσια. Και το παράδοξο και το παράλογο ή και το μονολογικό παραλήρημα των ηρώων βγαίνουν κι εκείνα, σε τελική ανάλυση, από μια εκλογίκευση της ουσίας, εξυπηρετώντας τους προκαθορισμένους στόχους.

Πραγματικά, αν μετατρέψουμε την εσωμονολογική του αφήγηση σε τριτοπρόσωπη αφήγηση κλασικού τύπου και τη γραφή και το ύφος στο ύφος και τη γραφή του πρώτου βιβλίου του, θα δούμε πως παρουσιάζει αντιστοιχίες, που επιβεβαιώνουν τα βασικά κι αναλλοίωτα χαρακτηριστικά της συγγραφικής του ταυτότητας. Εξελίσσεται η τεχνική, αλλάζουν οι αφηγηματικοί τρόποι και η γλώσσα, μα οι πυρήνες μένουν οι ίδιοι, με χώρο σταθερά την Αθήνα και με τις δυο γνωστές απ’ την αρχή όψεις της πεζογραφίας του. Κι αν αλλάζει κάτι ακόμα, εκτός απ’ τη γραφή και την τεχνική, είναι η σχέση αφηγηματικού και ιστορικού χρόνου κι ο τρόπος που κινείται η αφήγησή του μέσα στο χρόνο. Στον Ιαγουάρο μάλιστα, η μία απ’ τις δύο ηρωίδες έρχεται κατ’ ευθείαν απ’ τα πρόσωπα της Πολιορκίας, με επεισοδιακό τότε ρόλο, φέρνοντας μαζί της και την ανακεφαλαίωση ενός μέρους από τα δρώμενα του μυθιστορήματος και τα γεγονότα εκείνου του καιρού.

Αλλά με την Πολιορκία συναντιέται προπάντων στο Αντιποίησις Αρχής, την τρίτη κατά σειρά απ’ τις πιο στέρεες μεγαλύτερες αφηγηματικές του συνθέσεις, όπου η εξέγερση του Πολυτεχνείου είναι κοιταγμένη απ’ τη σκοπιά των οργάνων της δικτατορίας, με κεντρικό ήρωα και πάλι έναν χαφιέ της χούντας, πλούσιο σε ποινικό μητρώο: πλαστογράφο, κλεπταποδόχο, σωματέμπορο και διαρρήκτη, ώστε σωστά το είπε κι ο Π. Α. Ζάννας πως «μια παράλληλη ανάγνωση της Πολιορκίας και της Αντιποιήσεως Αρχής […] θα έδειχνε, πιστεύω, ορισμένες σταθερές του μυθιστορηματικού κόσμου του Αλ. Κοτζιά». Και μια απ’ αυτές είναι κι η επιμονή του όχι μόνο στους χαφιέδες, τους καταδότες και τους συνεργάτες των εχθρών του τόπου, μα και στους κάθε λογής «αρνητικούς» ήρωες, με προγονό τους τον Μηνά Παπαθανάση της Πολιορκίας. Γιατί, όπως και πιο πριν, και στη συνέχεια θα περάσει και σ’ άλλους «αρνητικούς» χαρακτήρες, με στόχο τώρα να δείξει το κατάντημα και την εξαθλίωση της ελληνικής κοινωνίας στη μεταδικτατορική περίοδο, παραπέμποντας ξανά με τη γλώσσα στη λαϊκίστικη συμπεριφορά, στον ξεπεσμό των αξιών και την κατάπτωση, με κίνδυνο πια — ιδίως μετά τον Ιαγουάρο — να πέσει στην τυποποίηση και τη μανιέρα, αν λάβουμε υπ’ όψη ότι στο Αντιποίησις Αρχής η γλώσσα αυτή δικαιώνεται κι από τη φύση και τη νοοτροπία του κεντρικού ήρωα και των όμοιών του κι από το γεγονός ότι ήταν ακόμα «καινοφανής» και για τον ίδιο το συγγραφέα, όσο κι αν είχε δοκιμαστεί πιο πριν και στον Γενναίο Τηλέμαχο.

Ωστόσο, πίσω απ’ την απωθητική τούτη επιφάνεια, ο Κοτζιάς κρύβει — ας μη φανεί παραδοξολογία — έναν ηθικολόγο, που επιμένει να δίνει μονάχα την αρνητική όψη, επειδή βλέπει να διαψεύδεται ολοένα και πιο οικτρά η αρχική ηθική του αντίληψη για τον κόσμο και την κοινωνία, φτάνοντας ως το ξέσπασμα μιας εχθρότητας απέναντι στους γύρω του και στο Σύμπαν, συσσωρευμένης μέσα του απ’ αυτή τη διάψευση κι από άλλες ίσως τραυματικές εμπειρίες. «Μοραλίστ υβρεολόγο», τον ονομάζει κι ο Καραντώνης, που «κατάφερε να δημιουργήσει ένα ενιαίο ύφος λαϊκοβρωμολογίας […]. Και μολονότι χρησιμοποίησε ένα τόσο αποκρουστικό γλωσσικό και ψυχικό υλικό, κατόρθωσε να κρατήσει την «κριτική του ύβρη» κάμποσες πιθαμές επάνω από την καθαυτό χυδαιότητα, γιατί, καθώς είπαμε, τα κίνητρα της «ύβρεως» στάθηκαν μέσα του συνειδησιακά, πνευματικά και ηθικά».

Η δικαίωσή του βρίσκεται στην άλλη ετούτη όψη του — κι όχι στο αρνητικό της εικόνας. Παρόμοια με ορισμένους χριστιανούς συγγραφείς, βλέπει κι αυτός το Κακό ως κυριαρχικό γνώρισμα της ζωής, και για τούτο η παρουσία του βαραίνει έτσι εφιαλτικά. Το ανθρώπινο και το θεϊκό στοιχείο είναι τόσο λίγο, ίσα-ίσα όσο χρειάζεται για να εκμηδενίζεται και, με τη συντριβή του, να ‘ρχεται μια κάποια μερική κάθαρση. Ανάμεσα στο πλήθος των αρνητικών ηρώων, υπάρχει πάντα κι ένα εξιλαστήριο θύμα στα βιβλία του, το πιο αδύναμο και το πιο ανυπεράσπιστο πλάσμα συνήθως, όπως η Χριστίνα στην Πολιορκία, η μικρή μαθήτρια στο Μια σκοτεινή υπόθεση ή ο Σάββας στη Φανταστική περιπέτεια κι άλλοι αλλού, που σηκώνουν στις πλάτες τους όλο το βάρος και τελικά συντρίβονται κάτω απ’ την πίεση μεγαλύτερων δυνάμεων. Είναι και η μόνη φωτεινή αχτίνα, μέσα στο ζοφερό κατά τα άλλα κόσμο του συγγραφέα.

Πηγή: ΠΟΘΕΓ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΤΖΙΑΣ (1926-1992)

main_4BD7F2A88933105FD40A0AD84A81D6ADΟ Αλέξανδρος Κοτζιάς γεννήθηκε στην Αθήνα, δεύτερος γιος του Παναγιώτη Κοτζιά από τη Δημητσάνα και της Ξένης το γένος Αλεξανδροπούλου από τη Χαλκίδα. Η οικογένειά του ήταν εύπορη, καταστράφηκε όμως οικονομικά κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, καθώς είχε προηγηθεί και ο θάνατος του πατέρα ήδη από το 1936. Ο Αλέξανδρος σπούδασε νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών από το 1943 ως το 1947 δεν αποφοίτησε όμως, καθώς το αντικείμενο δε τον ενδιέφερε. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου προσβλήθηκε από φυματίωση και το πατρικό του σπίτι λεηλατήθηκε και πυρπολήθηκε. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας (1948-1952) επισκέφτηκε πολλά μέρη της Ελλάδας και από το 1950 ως το 1956 στράφηκε μαζί με το μεγαλύτερο αδερφό του Κώστα στις οικοδομικές επιχειρήσεις. Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1943 με τη δημοσίευση ενός διηγήματος στο περιοδικό Μαθητικά Γράμματα και πιο επίσημα δέκα χρόνια αργότερα με δημοσιεύσεις μεταφράσεων και μυθιστορημάτων, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνική κριτική (1956-1982). Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Παπαδόπουλου συμμετείχε σε αντιστασιακές οργανώσεις και συνεργάστηκε στις εκδόσεις 18 Κείμενα, Νέα ΚείμεναΙ, Νέα ΚείμεναΙΙ και στο περιοδικό Συνέχεια. Συνεργάστηκε με τις εφημερίδες Μεσημβρινή και το Βήμα και από το 1975 ως το 1982 ανέλαβε την επιμέλεια της έκδοσης της Καθημερινής Φιλολογική Καθημερινή. Εργάστηκε επίσης ως διευθυντής του γραφείου Τύπου της ελληνικής πρεσβείας του Λονδίνου και ως διευθυντής και ειδικός σύμβουλος της Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών. Παντρεύτηκε την Ελένη Αποστόλου με την οποία απέκτησε δυο παιδιά. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, αντιπρόεδρος (1982-1984) και σύμβουλός της (1986). Τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (1987 για το έργο του Φανταστική περιπέτεια). Το έργο του Αλέξανδρου Κοτζιά τοποθετείται στο χώρο της μεταπολεμικής ελληνικής πεζογραφίας. Στα μυθιστορήματά του κυριαρχεί ο πολιτικός και κοινωνικός προβληματισμός γύρω από τη νεώτερη ελληνική ιστορία από τη γερμανική κατοχή και τον εμφύλιο ως την πτώση της δικτατορίας του Παπαδόπουλου και τις μέρες μας. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Αλέξανδρου Κοτζιά βλ. Γιαλουράκης Μανώλης, «Κοτζιάς Αλέξανδρος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας9. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Ζήρας Αλεξ., «Κοτζιάς Αλέξανδρος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό5. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1986 και Ζάννας Π.Α., «Αλέξανδρος Κοτζιάς», Η μεταπολεμική πεζογραφία · Από τον πόλεμο του ’40 ως τη δικτατορία του ’67Δ΄, σ.142-223. Αθήνα, Σοκόλης, 1988.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

• Αργυρίου Αλεξ., «Η άνοδος μιας δικτατορίας και η παρακμή μιας ιδεολογίας» (κριτική για το Αντιποίησις αρχής), Διαβάζω25, 11/1979, σ.66-70. • Αφιέρωμα στον Αλέξανδρο Κοτζιά· Επιμέλεια Σπύρος Τσακνιάς & Αικατερίνη Μακρυνικόλα. Αθήνα, Κέδρος, 1994. • Βαρίκας Βάσος, «Υψηλοί στόχοι, μέτριες επιτεύξεις. Αλέξανδρου Κοτζιά: Η απόπειρα», Συγγραφέις και κείμεναΑ΄ (1961-1965), σ.275-279. Αθήνα, Ερμής, 1975 (πρώτη δημοσίευση στην εφημερίδα Το Βήμα, 23/5/1965). • Δασκαλόπουλος Δημήτρης – Ρώτα Μαρία, Βιβλιογραφία Αλέξανδρου Κοτζιά 1942-1997. Αθήνα, Εταιρεία Συγγραφέων – Κέδρος, 1998. • Ζάννας Π.Α., «Αλέξανδρος Κοτζιάς», Η μεταπολεμική πεζογραφία · Από τον πόλεμο του ’40 ως τη δικτατορία του ’67Δ΄, σ.142-223. Αθήνα, Σοκόλης, 1988. • Ζήρας Αλεξ., «Κοτζιάς Αλέξανδρος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό5. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1986. • Καραντώνης Αντρέας, 24 σύγχρονοι πεζογράφοι, σ.241-279. Αθήνα, Νικόδημος, 1978. • Κούρτοβικ Δημοσθένης, «Αλέξανδρος Κοτζιάς», Έλληνες μεταπολεμικοί συγγραφείς· Ένας κριτικός οδηγός, σ.122-124. Αθήνα, Πατάκης, 1995. • Μαλάνος Τίμος, Η δύναμη των αισθητικών συγκινήσεων και άλλα κριτικά, σ.65-67. Αθήνα, Πρόσπερος, 1984. • Μερακλής Μ.Γ., Η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία (1945-1970)ΙΙ · Πεζογραφία, σ.64 και 74-76. Θεσσαλονίκη, Κωνσταντινίδης, χ.χ. • Μόσχος Μιχάλης, Κριτική για τη Μηχανή, Πλανόδιον13, 12/1990, σ.545-548. • Νίντας Μπάμπης, Το σύγχρονο πνεύμα στη ζωή και στη λογοτεχνία, σ.23-28. Θεσσαλονίκη, αφοί Νικολόπουλοι, 1961. • Πατρίκιος Τίτος, Κριτική για την Πολιορκία, Διαβάζω7, 3-4/1977, σ.64-65. • Ραυτόπουλος Δημήτρης, Οι ιδέες και τα έργα, σ.300-304. Αθήνα, Δίφρος, 1965. • Ρωμανός Χρήστος Σ., Ένας τεχνίτης του σύγχρονου μυθιστορήματος · Αλέξανδρος Κοτζιάς. Αθήνα, Κέδρος, 1982. • Σαχίνης Απόστολος, Νέοι πεζογράφοι · είκοσι χρόνια νεοελληνικής πεζογραφίας 1945-1965, σ.156-159. Αθήνα, Εστία, 1965. • Τσακνιάς Σπύρος, Δακτυλικά αποτυπώματα · κριτικά κείμενα. Αθήνα, Καστανιώτης, 1983. 1. Για αναλυτικότερα εργογραφικά και βιβλιογραφικά στοιχεία του Αλέξανδρου Κοτζιά βλ. Δασκαλόπουλος Δημήτρης – Ρώτα Μαρία, Βιβλιογραφία Αλέξανδρου Κοτζιά 1942-1997. Αθήνα, Εταιρεία Συγγραφέων – Κέδρος, 1998.

Εργογραφία

Ι. Μυθιστορήματα • Πολιορκία· Μυθιστόρημα. Αθήνα, 1953. • Μια σκοτεινή υπόθεση. Αθήνα, Ο Κόσμος,1954. • Ο Εωσφόρος· Μυθιστόρημα. Αθήνα, 1959. • Η απόπειρα. Αθήνα, Φέξης, 1964. • Ο γενναίος Τηλέμαχος. Αθήνα, Κέδρος, 1972. • Αντιποίησις αρχής· Μυθιστόρημα. Αθήνα, Κέδρος, 1959. • Φανταστική περιπέτεια· Μυθιστόρημα. Αθήνα, Κέδρος, 1985. ΙΙ.Νουβέλες • Ιαγουάρος. Αθήνα, Κέδρος, 1987. • Η μηχανή. Αθήνα, Κέδρος, 1989. • Τα παιδιά του Κρόνου – Ο πυγμάχος. Αθήνα, Κέδρος, 1991. • Τα παιδά του Κρόνου – Το σοκάκι. Αθήνα, Κέδρος, 1992. ΙΙΙ.Ποίηση • Ποιήματα. Αθήνα, 1951. • Νέα Πορεία, 1962. ΙV. Κριτική • Μεταπολεμικοί πεζογράφοι · Κριτικά κείμενα. Αθήνα, Κέδρος, 1982. • Αφηγηματικά · Κριτικά κείμενα Β’. Αθήνα, Κέδρος, 1984. • Δοκιμιακά και άλλα · Κριτικά κείμενα Γ’. Αθήνα, Κέδρος, 1986. • Τα Αθηναϊκά διηγήματα και δύο δοκίμια για το χρόνο. Αθήνα, Νεφέλη, 1992. V. Ιστορικά αφηγήματα • Ο εθνικός διχασμός. Αθήνα, Φυτράκης, [1974]. • Επίλογος στο Γουδί· Η δίκη των έξι. Αθήνα, Φυτράκης, [1975]. • Η νύχτα των μεγάλων μαχαιριών. Αθήνα, Φυτράκης, [1975]. VΙ. Μεταφράσεις • Φ.Ντοστογιέβσκι, Οι φτωχοί· Μυθιστόρημα· Μετάφραση Αλέξανδρου Κοτζιά. Αθήνα, Ο Κόσμος, [1954]. • Φ.Ντοστογιέβσκι, Μια αξιοθρήνητη ιστορία. Αθήνα, 1954. • Γεωργίου Φίνλεϋ, Ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως· Πρόλογος Γιάνη Κορδάτου· Σχόλια Τάσου Βουρνά· Μετάφραση Αλέξανδρου Κοτζιά· Επιμέλεια εκδόσεως Μανώλη Βαταλά. Αθήνα, Άτλας Ο.Ε., [1954]. • Άρθουρ Καίστλερ, Το μηδέν και το άπειρο· Μετάφρασις Αλεξάνδρου Κοτζιά. Αθήνα, Γαλαξίας, [1960]. • Φραντς Κάφκα, Η δίκη· Μετάφρασις Αλέξανδρου Κοτζιά. Αθήνα, Γαλαξίας, 1961. • Ο κομισάριος και ο γιόγκι και άλλα δοκίμια του Arthur Koestler. Αθήνα, Γαλαξίας, [1962]. • Α.Τζόουνς, Ο Κωνσταντίνος και ο εκχριστιανισμός της Ευρώπης. Αθήνα, Γαλαξίας, [1962]. • Α.Μπερν, Ο Μέγας Αλέξανδρος και η ελληνιστική Αυτοκρατορία. Αθήνα, Γαλαξίας, [1963]. • Φλάννερυ Ο’ Κόννορ, Και οι βιασταί αρπάζουσιν αυτήν… Αθήνα, Φέξης, 1965. • Τσεζάρε Παβέζε, Ο διάβολος στους λόφους. Αθήνα, Κέδρος, 1969. • Τζων Κέννεθ Γκάλμπραιηθ, Ο Θρίαμβος· Μυθιστόρημα της σύγχρονης διπλωματίας. Αθήνα, Παπαζήσης, 1969. • Ρόμπερτ Γκρέηβς, Εγώ ο Κλαύδιος. Αθήνα, Γαλαξίας, 1970. • Γιαν Κοττ, Σαίξπηρ ο σύγχρονός μας. Αθήνα, Ηριδανός, 1970. • Wright Louis B., Ο Σαίξπηρ και η εποχή του. Αθήνα, Ηριδανός, [1970]. • Ελέιν Μόργκαν, Η καταγωγή της γυναίκας. Αθήνα, Ράππα, 1976. • Νίκος Γκατζογιάννης, Ελένη. Αθήνα, 1983. • Τσικαμάτσου Μονζεαμόν, Οι μάχες του Κοξίνγκα· Δραματικό έπος· Μετάφραση από τα αγγλικά Αλέξανδρος Κοτζιάς. Αθήνα, Κέδρος, 1984. • Φραντς Κάφκα, Ο πύργος. Αθήνα, Κέδρος, 1995. • Φραντς Κάφκα, Η Δίκη. Αθήνα, Κέδρος, 1995. VII. Θέατρο • Ενοικιάζεται δωμάτιον μετ’ επίπλων• Δράμα σε πράξεις τρεις. Θεσσαλονίκη, ανάτυπο από τη Νέα Πορεία, 1962. 1. Για αναλυτικότερα εργογραφικά και βιβλιογραφικά στοιχεία του Αλέξανδρου Κοτζιά βλ. Δασκαλόπουλος Δημήτρης – Ρώτα Μαρία, Βιβλιογραφία Αλέξανδρου Κοτζιά 1942-1997. Αθήνα, Εταιρεία Συγγραφέων – Κέδρος, 1998.

* Το βιογραφικό και η εργογραφία του Αλέξανδρου Κοτζιά προέρχονται από το site του ΕΚΕΒΙ.

teli 70

* * *

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις από το dim/art

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s