Μια πνευματική μονομαχία με τον Τζένγκις Χαν

tzengkis-xan

—της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου—

Προειδοποίηση: η παρούσα ανάρτηση δεν συνδέεται με κανενός είδους επέτειο, με κανένα αγαπητό ή σημαντικό πρόσωπο του παγκόσμιου πολιτισμού, δεν προάγει καμία υψηλή ιδέα. Τουναντίον, μάλιστα. Η παρούσα ανάρτηση έχει ως μοναδικό και εξόχως ποταπό της στόχο (ή έστω, ελπίδα) να απαλλαγεί η συντάκτρια από κάτι που της έχει κολλήσει εντελώς απρόκλητα και χωρίς κανέναν απολύτως λόγο στο μυαλό εδώ και πολλές μέρες (και ενώ πνίγεται στη δουλειά). Ως γνωστόν, η κολλητική ικανότητα αυτών των τυχαίων «κάτι» είναι ευθέως ανάλογη της γελοιότητας ή της νοηματικής κενότητάς τους. Κι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα τραγούδι που βρίσκεται εύκολα στο Top 5 της Παγκόσμιας Ιστορίας του WTF (κολλητική ικανότητα: τείνει στο άπειρο).

Πρόκειται για το τραγούδι «Τζένγκις Χαν» του Λάκη Τζορντανέλι.

Σας προειδοποίησα.

genghis-khan

Πρόκειται για ένα τραγούδι-μνημείο. Απλώς, είναι αδύνατο να προσδιοριστεί τίνος ακριβώς πράγματος μνημείο. Ιστορικά, εντάσσεται σε εκείνη τη σύντομη όσο και ακατανόητη τάση εντός της εποχής της Disco, όπου γράφονταν τραγούδια σχετικά με υπαρκτά, ιστορικά πρόσωπα. Την τάση αυτή εκπροσώπησαν (ενδεχομένως και πυροδότησαν) οι Boney M, με το «Ma Baker» (1977) και εν συνεχεία με το «Rasputin» (1978). Με τη βεβαιότητα αστρονόμου που, βασιζόμενος στη στατιστική και στο μέγεθος του σύμπαντος, λέει ότι πιθανότατα υπάρχουν κι άλλοι πλανήτες με συνθήκες που ευνοούν την ύπαρξη ζωής, έτσι μπορούμε να υποθέσουμε κι εμείς ότι εκτός από τα δύο προαναφερθέντα, υπήρξαν στη μεγάλη σούπα της disco και άλλα έργα της αυτής λογικής (;), που (ευτυχώς) παρέμειναν αφανή.

dschinghiskhan

Ένα ακόμα όμως ξεχώρισε: το «Dschinghis Khan», του ομώνυμου γερμανικού συγκροτήματος, που έλαβε μέρος στη Γιουροβίζιον το 1979 και κέρδισε την 4η θέση, με την «φαντασμαγορική» του, αορίστως ανατολίτικων αναφορών παρουσίαση, τα επιμελώς αγριεμένα «χα – χου» και στίχους για Μογγόλους που διασχίζουν σαν σίφουνες τη στέπα και τον ηγέτη τους που πίνει με τους συντρόφους του (κρατάμε το «συντρόφους»), γελάει στα μούτρα των εχθρών (κρατάμε το «γελάει»), δεν υπήρχε γυναίκα που δεν τον ήθελε (κρατάμε τη «γυναίκα») και ήταν ικανός να σπείρει εφτά παιδιά σε μια νύχτα (κρατάμε τα «παιδιά»).

[Παρεμπιπτόντως: μάλλον δεν είναι τυχαίο ότι και τα τρία αυτά εξέχοντα δείγματα ιστορικοφανούς ανοησίας γεννήθηκαν στη Γερμανία, το κατεξοχήν θερμοκήπιο της «καρέκλας». Που δεν έπαψε να παράγει και να υποθάλπει «καρέκλες» ακόμα και όταν η εποχή τους παρήλθε. Πού αλλού, για παράδειγμα, θα έκανε ποτέ τόσο λαμπρή καριέρα ο Ντέιβιντ Χάσελχοφ;]

David-Hasselhoff-in-underwear

* * *

5358050397_01d99bd91a

Ιντερλούδιο — σημ. του dim/art: ένα από τα πιο αγαπημένα χιτ στους εβραϊκούς γάμους και γλέντια γενικώς είναι το «Yidden Yidden, Kumt Aheim» («Εβραίοι, Εβραίοι, ελάτε σπίτι»). Οι στίχοι του Mordechai Ben David στα γίντις καλούν τους Εβραίους να μαζευτούν στην Ιερουσαλήμ, όπου τους περιμένει ο Μεσσίας. Οι καλεσμένοι συγκινούνται και ο νους τους τρέχει στην παλιά πατρίδα, νομίζοντας ότι θυμούνται αμυδρά τον παππού τους να τραγουδά το «Yidden Yidden, Kumt Aheim» — πλην όμως η μουσική είναι 100% το «Dschinghis Khan». Η διασκευή έγινε το 1982 και ο Mordechai Ben David πήρε επισήμως τα δικαιώματα από το γερμανικό συγκρότημα:

* * *

Και περνάμε στο φλέγον: την ελληνική διασκευή του, την ίδια κιόλας χρονιά, σε στίχους (πιθανώς — στάθηκε αδύνατο να το επιβεβαιώσω, αλλά λίγη σημασία έχει) του Τάκη Μουσαφίρη, μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Λάκη Τζορντανέλι και ένα από τα πιο αξιοθαύμαστα μέσα στον παραλογισμό τους δείγματα στιχουργικού «ό,τι να ‘ναι».

posters-1-023

Συνήθως οι διασκευές προσπαθούν να κρατούν μια κάποια θεματολογική επαφή με το πρωτότυπο, για ευνόητους λόγους. Εδώ, βέβαια, διατηρήθηκαν θαυμάσια τα «χα – χου» και το όνομα του αιμοβόρου Μογγόλου κατακτητή στο ρεφραίν, φαίνεται όμως ότι ο στιχουργός δεν ήξερε τόσα γερμανικά, πέρα από μερικές σκόρπιες λέξεις, ώστε να αποδώσει κάπως το πνεύμα (!) του πρωτότυπου τραγουδιού, κι έτσι δημιούργησε ένα υβρίδιο με ό,τι βρήκε πρόχειρο: απευθύνεται, λοιπόν, στον τουλάχιστον απορημένο Τζένγκις Χαν βεβαιώνοντάς τον ότι τον γνωρίζει από παλιά, τότε που ερχόταν στην παρέα (στο γνωστό το στέκι του Λάκη Τζορντανέλι στην Ουλάν Μπατόρ —αξέχαστο το γεμιστό στομάχι αγριοκάτσικου που σέρβιρε— δυστυχώς έκλεισε κάπου στα 1230, δυο-τρία χρόνια μετά τον θάνατο του Τζένγκις) και τον θυμάται από τότε που είχε μια μεγάλη καρδιά που χωρούσε όλα τα παιδιά. (Εδώ βλέπουμε τον Τζένγκις ήδη να ψηλαφεί νευρικά τη λαβή της χατζάρας του.) Εν συνεχεία, ο στιχουργός δηλώνει (πάντα απευθυνόμενος στον Τζ.Χ.) ότι θα ήθελε να ζήσει σαν κι αυτόν και να του μοιάσει, για να γελάει πάντα και να «μετράει» στον κόσμο και να έχει το πιο όμορφο κορίτσι. Γέλια, παιδιά, γυναίκες, παρέα. Τα σουλουμπούρδισε κάπως, κι έτοιμη η διασκευή (και η επιτυχία!)

Ενδεχομένως, πρόκειται για μια πελώρια ιστορική παρεξήγηση, όπου κάποιος θεώρησε εσφαλμένα ότι ο Τζένγκις Χαν ήταν κάτι ανάμεσα σε Μέγα Αλέξανδρο, Ρομπέν των Δασών και Ιππότη που λέει Νι. Ή, εναλλακτικά, ο στιχουργός μάς επισκέφθηκε από κάποιο παράλληλο ροζ σύμπαν, όπου οι Μογγόλοι στρατηλάτες είναι παιδιά μάλαμα. Δεν άντεξα, και ανέτρεξα στη βιογραφία του Χαν, να δω μήπως τυχόν μου έχει διαφύγει κάποιο ιστορικό ανέκδοτο που αναθεωρεί εκ βάθρων την επικρατούσα αντίληψη ότι ο Τζένγκις Χαν ήταν ένας κατακτητής του οποίου οι πολιτισμικές ευαισθησίες περιορίζονταν στην εξεύρεση αποτελεσματικότερων τρόπων να ισοπεδώνει οικισμούς και να κάνει τους άτυχους κατοίκους τους σουβλάκι.

genghis-khan-killed-11percent

Εχμ, δεν βρήκα τίποτα. Μόνο αίμα, δάκρυα κι ιδρώτα.

Σε σχέση με την ελληνική εκδοχή, λοιπόν, το γερμανικό τραγούδι είναι επιπέδου ιστορικής διατριβής στο Γκαίτινγκεν. Η ποιητική άδεια έχει βγάλει το καπέλο της και το μασουλάει, χρόνια τώρα, ατέλειωτα σκεφτική.

Τι ήταν όμως τελικά αυτό που ώθησε τον στιχουργό να γράψει κάτι τόσο απύθμενα βλακώδες; Η άγνοια του ποίος ήτο ο Τζενγκίς Χαν και διατί; Η πλημμελής γνώση γερμανικών; Η βιασύνη; Νομίζω τίποτε από τα παραπάνω. Εδώ έχουμε κάτι όχι απλώς cheesy, αλλά μια σπάνια, ίσως και μοναδική, περίπτωση πλήρως ανεπτυγμένου ρομαντικού nonsense. Ένα αληθινό επίτευγμα. Που γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, καθώς ο εγκέφαλος νομίζει ότι έχει να κάνει με κάτι πραγματικά άξιο λόγου, το άσμα καθίσταται τόσο ανυπόφορα, μαρτυρικά κολλητικό. Μη αντιμετωπίσιμο.

Γιατι, φυσικά, ούτε και μετά από τη διατριβή αυτή μού ξεκόλλησε.

179729e51595d0d179290a677b18ee9f_700x400_1

* * *

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Κατά τη σύνταξη της παρούσας ανάρτησης διαπίστωσα με χαρά ότι ο Τζένγκις Χαν από το Παράλληλο Σύμπαν έχει στοιχειώσει όχι μόνο εμένα αλλά και ένα πραγματικά μεγάλο πνεύμα: τον Douglas Adams. Δεν είναι μόνο η γνωστή αναφορά του στην αρχή του Γυρίστε τον γαλαξία με ωτοστόπ, όπου ο εργολάβος κατατρύχεται από την επίμονη νοητική εικόνα Μογγόλων καβαλάρηδων να καλπάζουν στη στέπα, αγνοώντας ότι αυτό συμβαίνει επειδή ο ίδιος είναι μακρινός απόγονος του Τζένγκις Χαν. Ο Adams έχει αφιερώσει στον αιμοσταγή κατακτητή ολόκληρο διήγημα, το οποίο παραθέτουμε σε μετάφραση του Γιώργου Θεοχάρη για το dim/art.

Η Ιδιωτική Ζωή του Τζένγκις Χαν

—των Douglas Adams & Graham Chapman[i]
μετάφραση για το dim/art: Γιώργος Θεοχάρης 

Οι τελευταίοι καβαλάρηδες εξαφανίστηκαν μέσα στον καπνό και ο υπόκωφος ήχος των οπλών τους έσβησε μέσα στο γκρίζο.

Ο καπνός αιωρούταν πάνω από τη γη. Έκρυβε τον ήλιο που έπεφτε σαν χαίνουσα πληγή στον δυτικό ορίζοντα.

Στη μεταλλική σιγή που ακολούθησε τη μάχη, λίγες, πολύ λίγες, αξιοθρήνητα ελάχιστες κραυγές ακούγονταν από τα αιματοβαμμένα, κατακρεουργημένα απομεινάρια που κείτονταν στο πεδίο.

Φασματικές σιλουέτες, αποσβολωμένες από τον τρόμο, αναδύθηκαν από το δάσος, παραπαίουσες. Μετά άρχισαν να τρέχουν, όρμησαν κλαίγοντας – γυναίκες που έψαχναν τους άντρες τους, τους αδερφούς, πατέρες, εραστές τους, πρώτα ανάμεσα στους ετοιμοθάνατους και κατόπιν ανάμεσα στους νεκρούς. Το τρεμουλιαστό φως υπό το οποίο έψαχναν προερχόταν από το χωριό τους που καιγόταν, το χωριό τους που από εκείνο το απόγευμα ήταν επισήμως μέρος της Μογγολικής Αυτοκρατορίας.

Οι Μογγόλοι.

Είχαν ξεχυθεί από τις ερήμους της κεντρικής Ασίας, μια άγρια δύναμη για την οποία ο κόσμος ήταν απολύτως απροετοίμαστος. Είχαν ξεχυθεί σαν δρεπάνι που έσχιζε άγρια τον αέρα, πελεκώντας, σφάζοντας, εξαλείφοντας οτιδήποτε έβρισκαν στον δρόμο τους, κι αυτό το έλεγαν κατάκτηση.

Και απ’ άκρη σ’ άκρη στους τόπους που τώρα τους έτρεμαν ή που θα τους έτρεμαν σε λίγο, κανένα όνομα δεν σκορπούσε περισσότερο τρόμο από εκείνο του ηγέτη τους, του Τζένγκις Χαν. Ο μεγαλύτερος πολέμαρχος της Ασίας, ο ένας και μοναδικός, που λατρευόταν σαν θεός από τους πολεμιστές του, που ξεχώριζε για το ψυχρό φως που εξέπεμπαν τα γκροζοπράσινα μάτια του, για τις άγριες ρυτίδες που αυλάκωναν το μέτωπό του και για το γεγονός ότι μπορούσε να σαπίσει στο ξύλο οποιονδήποτε από αυτούς.

Αργότερα εκείνο το βράδυ, το φεγγάρι ξεπρόβαλε, και στο φεγγαρόφωτο μια μικρή ομάδα καβαλάρηδων που κρατούσαν πυρσούς βγήκε ήσυχα από το στρατόπεδο των Μογγόλων που είχε στηθεί στον παρακείμενο λόφο. Ένας τυχαίος παρατηρητής δεν θα πρόσεχε κάτι το αξιοσημείωτο σχετικά με τον άντρα που ίππευε στο κέντρο της ομάδας, τυλιγμένος με βαρύ μανδύα, τσιτωμένος, καμπουριασμένος πάνω στο άλογό του σαν να τον τραβούσε προς τα κάτω βαρύ φορτίο, γιατί ένας τυχαίος παρατηρητής θα ήταν ήδη νεκρός.

Οι καβαλάρηδες ίππευσαν για μερικά μίλια μέσα στο φεγγαρόλουστο δάσος, επιλέγοντας τα σωστά μονοπάτια μέχρι που τελικά έφτασαν σ’ ένα μικρό ξέφωτο, κι εκεί τράβηξαν τα χαλινάρια των αλόγων τους και περίμεναν την κίνηση του ηγέτη τους.

Εκείνος προχώρησε αργά με το άλογό του μπροστά και επιθεώρησε τις λίγες χωριάτικες καλύβες που στέκονταν στριμωγμένες στο κέντρο του ξέφωτου, προσπαθώντας πολύ σκληρά να δείχνουν εγκαταλελειμμένες σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.

Σχεδόν καθόλου καπνός δεν έβγαινε από τις πρωτόγονες καμινάδες. Απολύτως κανένα φως δεν φαινόταν στα παράθυρα και κανένας ήχος δεν ερχόταν από κει, εκτός από ένα παιδάκι που έλεγε «Σσσ…».

Προς στιγμήν, μια παράξενη πράσινη φλόγα αστραποβόλησε στα μάτια του ηγέτη των Μογγόλων. Μια βαριά θανατερή γκριμάτσα που μετά βίας θα την έλεγε κανείς χαμόγελο σχηματίστηκε κάπου μέσα στην κομψή, αραιή γενειάδα του. Εκείνο το παράξενο είδος χαμόγελου θα έδινε στον καθένα που θα ήταν αρκετά ηλίθιος για να τον κοιτάξει να καταλάβει (για λίγο) πως για έναν Μογγόλο πολέμαρχο δεν υπήρχε τίποτα καλύτερο στο τέλος μιας ημέρας μακελέματος από μια συναρπαστική βραδινή έξοδο.

Η πόρτα άνοιξε με πάταγο. Ένας Μογγόλος πολεμιστής όρμησε μέσα στην καλύβα σαν τον άγριο άνεμο. Δύο παιδιά έτρεξαν στριγγλίζοντας προς τη μητέρα τους που είχε ζαρώσει στη γωνία του μικροσκοπικού δωματίου με τα μάτια διάπλατα ανοιχτά. Ένα σκυλί ούρλιαξε.

Ο πολεμιστής εκσφενδόνισε τον πυρσό του στη φωτιά που σιγόκαιγε και μετά πέταξε και το σκυλί από πάνω. Έτσι, για να μάθει να φέρεται σαν σκύλος. Ο τελευταίος επιζών άντρας της οικογένειας, ένας ασπρομάλλης υπερήλικας παππούς βγήκε με γενναιότητα μπροστά, με τα μάτια του να αστράφτουν. Με ένα αστραπιαίο τίναγμα του σπαθιού του, ο Μογγόλος έκοψε το κεφάλι του γέρου, το οποίο κύλησε στο πάτωμα μέχρι που σταμάτησε με χάρη όταν βρήκε σ’ ένα από τα πόδια του τραπεζιού. Το κορμί του γέρου στάθηκε σφιγμένο προς στιγμήν, μην ξέροντας τι να σκεφτεί. Καθώς άρχισε να σωριάζεται αργά και μεγαλοπρεπώς προς τα εμπρός, ο Χαν μπήκε στην καλύβα φουριόζος και το έσπρωξε απότομα στο πλάι. Έριξε μια ματιά στην ευτυχισμένη οικογενειακή σκηνή και χάρισε στην ομήγυρη ένα μάλλον βλοσυρό χαμόγελο. Μετά, κατευθύνθηκε προς μία μεγάλη καρέκλα και κάθισε, αφού πρώτα έλεγξε αν ήταν άνετη. Όταν ικανοποιήθηκε ως προς αυτό, αναστέναξε βαριά κι έγειρε στην πλάτη της καρέκλας, μπροστά από τη φωτιά στην οποία το σκυλί λαμπάδιαζε χαρούμενα.

Ο πολεμιστής άρπαξε την τρομοκρατημένη γυναίκα, έσπρωξε τα παιδιά της στο πλάι και την έφερε, τρεμάμενη, μπροστά στον μέγα Χαν.

Ήταν νεαρή και όμορφη, με μακριά βρόμικα μαύρα μαλλιά. Ο κόρφος της ανεβοκατέβαινε και το πρόσωπό της είχε παραμορφωθεί από τον φόβο.

Ο Χαν τής έριξε ένα περιφρονητικό βλέμμα με το πάσο του.

«Γνωρίζει ποιος είμαι», ρώτησε τραβώντας τις λέξεις με χαμηλή, απόκοσμη φωνή.

«Είσαι… είσαι ο μέγας Χαν!» φώναξε η γυναίκα.

Ο Χαν κάρφωσε το βλέμμα του στα μάτια της.

«Γνωρίζει τι γυρεύω απ’ αυτήν;» σύριξε.

«Θα… θα κάνω τα πάντα για σένα, ω Χαν», ψέλλισε η γυναίκα, «αλλά άφησε τα παιδιά μου να ζήσουν!».

Ο Χαν είπε ήρεμα, «Ξεκίνα τότε». Πήρε τα μάτια του από πάνω της και κοίταξε ατενώς τη φωτιά.

Νευρικά, τρέμοντας από φόβο, η γυναίκα πλησίασε και άπλωσε ανιχνευτικά το χλωμό της χέρι προς το μπράτσο του Χαν.

Ο στρατιώτης χτύπησε το χέρι της και κείνη μαζεύτηκε.

«Όχι αυτό!» της γαύγισε.

Η γυναίκα ξαφνιάστηκε κι έκανε πίσω αναστατωμένη. Συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να προσπαθήσει περισσότερο. Τρέμοντας πάντα, γονάτισε στο πάτωμα και άρχισε απαλά να ανοίγει τα πόδια του Χαν, αγγίζοντας τα γόνατά του.

«Κόφ’ το!» βρυχήθηκε ο στρατιώτης και την έσπρωξε βίαια προς τα πίσω. Καθώς εκείνη ζάρωσε στο πάτωμα, η σύγχυση άρχισε να αναμειγνύεται με τον τρόμο στα μάτια της.

«Άντε», της μίλησε απότομα ο στρατιώτης, «ρώτησέ τον πώς πήγε η μέρα του».

«Τι…;» πήγε να πει η γυναίκα, κλαίγοντας. «Δεν… δεν καταλαβαίνω τι…»

Ο στρατιώτης τη βούτηξε, της έκανε κεφαλοκλείδωμα και κέντρισε με τη μύτη του σπαθιού του το λαρύγγι της.

«Είπα, ρώτησέ τον πώς πήγε η μέρα του», σύριξε.

Η γυναίκα κοντανάσαινε από τον πόνο και την ακατανοησία. Το σπαθί την κέντρισε πάλι. «Πες το!»

«Εχμ, πώς… πήγε… η μέρα σου;» είπε με μια διστακτική, στραγγαλισμένη τσιρίδα.

«“Καλέ μου!”» σύριξε ο στρατιώτης, «πες τον “καλέ μου!”».

Τα μάτια της γούρλωσαν από τρόμο στη θέα του σπαθιού.

«Πώς η μέρα σου πήγε η μέρα σου πήγε, πώς πήγε…, καλέ μου;» τον ρώτησε με παράπονο.

Ο Χαν σήκωσε με κόπο το βλέμμα του προς στιγμήν.

«Α, όπως πάντα», είπε. «Βίαια».

Γύρισε και κοίταξε πάλι τη φωτιά ατενώς.

«Ωραία», είπε ο στρατιώτης στη γυναίκα, «συνέχισε».

Εκείνη χαλάρωσε ελάχιστα. Φαίνεται πως είχε περάσει κάποιου είδους τεστ. Ίσως από δω και πέρα τα πράγματα να ήταν πιο ξεκάθαρα και θα μπορούσε τουλάχιστον να ξεμπερδεύει μ’ αυτή την ιστορία. Κινήθηκε νευρικά προς τα εμπρός και άρχισε πάλι να χαϊδεύει τον Χαν.

Ο στρατιώτης την πέταξε βάναυσα στην άλλη άκρη του δωματίου, την κλώτσησε και ουρλιάζοντας την τράβηξε να σταθεί στα πόδια της ξανά.

«Σου είπα να τα κόψεις αυτά!» βρυχήθηκε. Τράβηξε το πρόσωπό της κοντά στο δικό του και ξανάσανε αέρια από φτηνό κρασί και μιας βδομάδας ταγγισμένο κατσικίσιο λίπος, γεγονός που δεν την χαροποίησε γιατί της θύμισε έντονα τον μακαρίτη πολύκλαυστο σύζυγο που της έκανε ακριβώς το ίδιο πράγμα κάθε βράδυ. Άρχισε να κλαίει με αναφιλητά.

«Να είσαι καλή μαζί του!» γρύλισε ο Μογγόλος κι έφτυσε ένα από τα αχρείαστα δόντια του πάνω της. «Ρώτησέ τον αν είχε δουλίτσα σήμερα!»

Τον κοίταξε σαν χάνος. Ο εφιάλτης συνεχιζόταν. Μια επώδυνη γροθιά προσγειώθηκε στο μάγουλό της.

«Απλώς πες του, “είχε δουλίτσα σήμερα, καλέ μου;”» γρύλισε πάλι ο στρατιώτης. Την έσπρωξε μπροστά.

«Είχε… Είχε δουλίτσα σήμερα…, καλέ μου;» ούρλιαξε εκείνη αξιοθρήνητα.

Ο στρατιώτης την ταρακούνησε. «Βάλε και λίγη στοργή μέσα!» βρυχήθηκε.

Η γυναίκα έκλαιγε πάλι με αναφιλητά. «Είχε… Είχε δουλίτσα σήμερα…, καλέ μου;» ούρλιαξε και πάλι αξιοθρήνητα, αλλά αυτή τη φορά μ’ ένα θλιβερό κατσούφιασμα στο τέλος.

Ο μέγας Χαν αναστέναξε.

«Ε, κάτι είχε, δεν παραπονιέμαι», είπε με κατακουρασμένη φωνή. «Σαρώσαμε τη Μαντζουρία λιγάκι και χύσαμε κάμποσο αίμα εκεί. Αυτά το πρωί. Μετά, το απόγευμα είχαμε κυρίως πλιάτσικο, αν και προέκυψε μία μικροαιματοχυσία γύρω στις τεσσερισήμισι. Εσένα πώς πήγε η μέρα σου;»

Και λέγοντας αυτά, έβγαλε κάνα-δυο περγαμηνές με χάρτες από τη γούνα του και άρχισε να τις μελετάει αφηρημένα υπό το φως του σκύλου που σιγόκαιγε.

Ο Μογγόλος πολεμιστής πήρε την πυρακτωμένη μασιά από τη φωτιά και προχώρησε απειλητικά προς τη γυναίκα.

«Πες του! Τελείωνε!»

Εκείνη αναπήδησε σκούζοντας.

«Πες του!»

«Εχμ, ο σύζυγος και ο πατέρας μου δολοφονήθηκαν!» είπε.

«Τι μου λες, καλή μου», είπε ο Χαν αφηρημένος, χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από τους χάρτες.

«Μας έκαψαν το σκυλί!»

«Ω, εχμ, σοβαρά;»

«Λοιπόν, εχμ, πάνω-κάτω αυτά, αλήθεια».

Ο στρατιώτης την πλησίασε πάλι με τη μασιά.

«Α, ναι, και με βασάνισαν λιγάκι!» έσκουξε η γυναίκα.

Ο Χαν σήκωσε το βλέμμα και την κοίταξε. «Πώς είπες;» ρώτησε ξεψυχισμένα. «Συγγνώμη, καλή μου, διάβαζα αυτό εδώ και…»

«Ωραία, τώρα γκρίνιαξέ του!» είπε ο στρατιώτης.

«Τι πράμα;»

«Απλώς πες, “Κοίτα, Τζένγκις, παράτα αυτό το πράμα όταν σου μιλάω. Κοίτα με, πέρασα όλη τη μέρα σαν σκλάβα πάνω από την καυτή–”»

«Θα με σκοτώσει!»

«Αν δεν το κάνεις, θα σε κατασκοτώσω εγώ!»

«Δεν αντέχω άλλο!» φώναξε η γυναίκα και κατέρρευσε στο πάτωμα. Ρίχτηκε στα πόδια του μεγάλου Χαν. «Μη με βασανίζετε», είπε κλαίγοντας. «Αν σκοπεύετε να με βιάσετε, τότε βιάστε με, αλλά μην–»

Ο μεγάλος Χαν τινάχτηκε όρθιος και την αγριοκοίταξε αφ’ υψηλού. «Όχι», μουρμούρισε, «απλώς θα γελούσες – είσαι ακριβώς όπως όλες οι άλλες».

Όρμησε έξω από την καλύβα και έφυγε έφιππος μέσα στη νύχτα τόσο εξαγριωμένος που σχεδόν ξέχασε να κάψει ολοσχερώς το χωριό πριν αναχωρήσει.

* * *

Μετά από άλλη μία ιδιαιτέρως βίαιη μέρα, οι τελευταίοι καβαλάρηδες εξαφανίστηκαν μέσα στον καπνό και ο υπόκωφος ήχος των οπλών τους έσβησε μέσα στο γκρίζο.

Ο καπνός αιωρούταν πάνω από τη γη. Έκρυβε τον ήλιο που έπεφτε σαν χαίνουσα πληγή στον δυτικό ορίζοντα.

Στη μεταλλική σιγή που ακολούθησε τη μάχη, λίγες, πολύ λίγες, αξιοθρήνητα ελάχιστες κραυγές ακούγονταν από τα αιματοβαμμένα, κατακρεουργημένα απομεινάρια που κείτονταν στο πεδίο.

Φασματικές σιλουέτες, αποσβολωμένες από τον τρόμο, αναδύθηκαν από το δάσος, παραπαίουσες. Μετά άρχισαν να τρέχουν, όρμησαν κλαίγοντας – γυναίκες που έψαχναν τους άντρες τους, τους αδερφούς, πατέρες, εραστές τους, πρώτα ανάμεσα στους ετοιμοθάνατους και κατόπιν ανάμεσα στους νεκρούς.

Κάπου μακριά, πίσω από το παραπέτασμα καπνού, χιλιάδες καβαλάρηδες έφτασαν στο στρατόπεδο εκστρατείας και μέσα σ’ έναν χαλασμό από φωνές και συγκρίσεις για ανάποδες σπαθιές ξεπέζεψαν και αμέσως έπεσαν στο φτηνό κρασί και το ταγγισμένο κατσικίσιο λίπος.

Ο Χαν, αιμοσταγής και κουρασμένος από τη μάχη, ξεπέζεψε μπροστά από τη μεγαλοπρεπώς διακοσμημένη Αυτοκρατορική σκηνή του.

«Ποια μάχη ήταν αυτή;» ρώτησε τον γιο, τον Ογκντάι, που τον συνόδευε. Ο Ογκντάι ήταν ένας νεαρός και φιλόδοξος στρατηγός που ενδιαφερόταν ένθερμα για κάθε είδους βαναυσότητα. Ήλπιζε να βελτιώσει το δικό του ρεκόρ τού τότε Γνωστού (στον ίδιο) Κόσμου για τον αριθμό χωρικών πετσοκομμένων με μία και μόνη σπαθιά, και εκείνη τη νύχτα σκόπευε να κάνει λίγη προπόνηση.

Πλησίασε τον πατέρα του με φούρια.

«Ήταν η Μάχη της Σαμαρκάνδης, ω Χαν!» δήλωσε με στόμφο ο Ογκντάι και κούνησε το σπαθί του με τρομερά εντυπωσιακό τρόπο.

Ο Χαν σταύρωσε τα χέρια του και ακούμπησε στο άλογό του, κοιτάζοντας το φοβερό χάος που είχαν προκαλέσει στην κοιλάδα από κάτω τους.

«Α, όλες οι μάχες μού φαίνονται ίδιες πια», είπε αναστενάζοντας. «Νικήσαμε;»

«Μα ναι! Ναι! Ναι!» αναφώνησε ο Ογκντάι με άγρια περηφάνια. «Ήταν πράγματι μία μεγαλειώδης νίκη!»

«Πράγματι ήταν!» πρόσθεσε και κούνησε πάλι το σπαθί του. Το τράβηξε με ενθουσιασμό και σπάθισε τον αέρα για εξάσκηση. Ναι, σκέφτηκε, απόψε θα προσπαθούσε να σουβλίσει έξι.

Ο Χαν μόρφασε μέσα στο σκοτάδι που πύκνωνε.

«Αγαπητέ μου», είπε, «μετά από είκοσι χρόνια δίωρων μαχών έχω αρχίσει να αισθάνομαι ότι η ζωή πρέπει να είναι κάτι περισσότερο απ’ αυτό, αν με πιάνεις». Στράφηκε, σήκωσε το μπροστινό μέρος της σχισμένης και αιματοβαμμένης χρυσοκέντητης πουκαμίσας του, και κοίταξε επίμονα την τριχωτή κοιλιά του. «Για πιάσε εδώ», είπε στον γιο του, «πιστεύεις ότι έχω βάλει μερικά κιλάκια;»

Ο Ογκντάι κοίταξε σαν χάνος την κοιλιά του μεγάλου Χαν, μ’ ένα μείγμα δέους και ανυπομονησίας.
«Εχμ, όχι», είπε. «Όχι, καθόλου». Με μια στράκα των δαχτύλων του ο Ογκντάι κάλεσε έναν υπηρέτη να του φέρει τους χάρτες, τον διαπέρασε με το σπαθί του και καθώς εκείνος σωριαζόταν στο έδαφος πήρε από το άψυχο, αν και όχι εντελώς έκπληκτο, χέρι του τα σχέδια της μεγάλης εκστρατείας.

«Και τώρα, ω Χαν», είπε, απλώνοντας τον χάρτη στην πλάτη ενός άλλου υπηρέτη που είχε πέσει στα τέσσερα ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, «πρέπει να εισβάλουμε στην Περσία και μετά να ετοιμαστούμε να κυριεύσουμε ολόκληρο τον κόσμο!»

«Μα όχι, σοβαρά τώρα, για πιάσε εδώ», είπε ο Χαν, τσιμπώντας μια δίπλα του δέρματός του με τον αντίχειρα και τον δείκτη, «πιστεύεις ότι–»

«Χαν!» τον διέκοψε ο Ογκντάι, επειγόμενος, «είμαστε στο τσακ να κατακτήσουμε τον κόσμο!» Κάρφωσε ένα μαχαίρι στον χάρτη, τρυπώντας τον υπηρέτη από κάτω λιγάκι άσχημα στον αριστερό πνεύμονα.

«Πότε;» ρώτησε ο Χαν, κατσουφιάζοντας.

Ο Ογκντάι σήκωσε τα χέρια του ψηλά, αγανακτισμένος. «Αύριο!» είπε. «Αρχίζουμε από αύριο!»

«Α, κοίτα, αύριο μου είναι λίγο δύσκολο, ξέρεις», είπε ο Χαν. Φούσκωσε τα μάγουλά του και το σκέφτηκε για μια στιγμή. «Είναι την άλλη βδομάδα να δώσω εκείνη τη διάλεξη στη Μπουχάρα περί των τεχνικών σφαγής και έλεγα να κάτσω αύριο να την προετοιμάσω».

Έκπληκτος ο Ογκντάι τον κοίταξε επίμονα, καθώς ο υπηρέτης με τον επισυναπτόμενο χάρτη σωριαζόταν μπροστά στα πόδια του.

«Και δεν μπορείς να την αναβάλεις;» αναφώνησε.

«Το θέμα είναι ότι μου έχουν δώσει έναν σκασμό λεφτά προκαταβολικά, κι έτσι έχω κάπως δεσμευτεί».

«Τι λες για την Τετάρτη;»

Ο Χαν έβγαλε μια περγαμηνή από την πουκαμίσα του και τη συμβουλεύτηκε, κουνώντας αργά το κεφάλι του. «Δεν είμαι σίγουρος για την Τετάρτη…»

«Την Πέμπτη;»

«Όχι, για την Πέμπτη είμαι σίγουρος. Έχουμε καλέσει τον Ογκντάι και τη γυναίκα του για δείπνο κι έχω υποσχεθεί–»

«Μα εγώ είμαι ο Ογκντάι!»

«Ορίστε! Τα βλέπεις; Ούτε κι εσύ μπορείς την Πέμπτη συνεπώς.»

Τη σιωπή του Ογκντάι διέκοπτε μόνο ο ήχος χιλιάδων τριχωτών Μογγόλων που φώναζαν και τσακώνονταν και τα παίρναν στο κρανίο.

«Τότε μήπως θα είσαι έτοιμος να κατακτήσουμε τον κόσμο… την Παρασκευή;» ρώτησε ήρεμα ο Ογκντάι.

Ο Χαν αναστέναξε. «Τις Παρασκευές το πρωί έρχεται η γραμματέας».

«Τι μου λες!»

«Όλες εκείνες οι επιστολές που πρέπει να απαντηθούν. Θα ξαφνιαζόσουν αν ήξερες πόσο χρόνο μού τρώνε οι άνθρωποι, χωρίς πλάκα». Καμπούριασε σκοτισμένος, ακουμπώντας στο άλογό του. «“Μπορείτε να υπογράψετε αυτό;” “Θα έρθετε να εμφανιστείτε εκεί;” “Μήπως θα θέλατε να κάνετε ένα επιχορηγούμενο μακελειό για φιλανθρωπία;” Αυτό, λοιπόν, συνήθως παίρνει μέχρι τις τρεις τουλάχιστον, και μετά έλεγα να την κάνω νωρίς για ένα εκτεταμένο σαββατοκύριακο. Αλλά τη Δευτέρα, τη Δευτέρα…»

Συμβουλεύτηκε πάλι την περγαμηνή του.

«Φοβάμαι πώς τη Δευτέρα αποκλείεται. Ανάπαυση και γέμισμα μπαταρίας, επ’ αυτού δεν σηκώνω κουβέντα. Τι θα έλεγες για την Τρίτη;»

Ο παράξενος θρηνητικός θόρυβος που ερχόταν από μακριά εκείνη τη στιγμή ακουγόταν σαν το συνηθισμένο καθημερινό μοιρολόι των γυναικόπαιδων για τους σφαγμένους άντρες και πατεράδες τους, και ο Χαν δεν του έδωσε σημασία. Ένα φως φάνηκε αίφνης στον ορίζοντα.

«Την Τρίτη… Το πρωί είμαι ελεύθερος. Όχι, περίμενε μια στιγμή, έχω τρόπον τινά κλείσει ραντεβού μ’ αυτόν τον απίστευτα ενδιαφέροντα τυπάκο που γνωρίζει εντελώς τα πάντα για την κατανόηση των πραγμάτων, κάτι στο οποίο εγώ είμαι απίστευτα κακός. Κρίμα, γιατί αυτή ήταν η μόνο ελεύθερη μέρα μου την άλλη βδομάδα. Τώρα, για την επόμενη Τρίτη κάτι μπορεί να γίνει – ή μήπως εκείνη είναι η μέρα που έχω να–»

Ο θρηνητικός ήχος συνεχιζόταν, δυνάμωνε μάλιστα, αλλά τον έπαιρνε τόσο απαλά η βραδινή αύρα που και πάλι δεν παρεμβαλλόταν στη σκέψη του Χαν. Το φως που πλησίαζε ήταν τόσο χλωμό που δεν ξεχώριζε από εκείνο του φεγγαριού, το οποίο ήταν λαμπερό εκείνο το βράδυ.

«– συνεπώς, λίγο-πολύ, όλος ο Μάρτιος είναι κλεισμένος», είπε ο Χαν. «Λυπάμαι».

«Ο Απρίλιος;» ρώτησε ο Ογκντάι, κουρασμένος. Βαριεστημένα ξερίζωσε το συκώτι ενός περαστικού χωρικού, αλλά δεν είχε διάθεση να χαρεί ούτε καν αυτό πια. Πέταξε το παλιόπραμα αδιάφορα στο σκοτάδι. Ένας σκύλος, που είχε παραπαχύνει μέσα στα χρόνια δια της απλής μεθόδου να στέκεται πάντα κοντά στον Ογκντάι, πήδηξε να το αρπάξει.

Δεν ήταν ευχάριστη εκείνη η εποχή.

«Μπα, όχι, και τον Απρίλιο αποκλείεται», είπε ο Χαν. «Θα πάω στην Αφρική τον Απρίλιο, είναι κάτι που έχω τάξει στον εαυτό μου».

Το φως που τους πλησίαζε διασχίζοντας τον νυχτερινό ουρανό είχε πλέον τραβήξει την προσοχή ενός ή δύο άλλων σημαινόντων Μογγόλων εκεί τριγύρω, οι οποίοι, απορημένοι, σταμάτησαν να χτυπιούνται και να μαχαιρώνουν πράγματα και ήρθαν πιο κοντά.

«Κοίτα», είπε ο Ογκντάι, κι ο ίδιος μη γνωρίζοντας ακόμα πώς θα έρχονταν τα πράγματα, «μπορούμε, σε παρακαλώ, να συμφωνήσουμε ότι θα κατακτήσουμε τον κόσμο τον Μάιο τουλάχιστον;»

Ο μέγας Χαν ρούφηξε το σάλιο του αβέβαιος. «Δεν θα ήθελα να δεσμευτώ προκαταβολικά για τόσο μακρινή ημερομηνία. Αισθάνεται κανείς να ασφυκτιά όταν η ζωή του είναι τελείως προδιαγεγραμμένη. Θα έπρεπε να διαβάζω περισσότερο, για όνομα του Θεού, πότε πρόκειται να βρω χρόνο γι’ αυτό; Τέλος πάντων», αναστέναξε και σημείωσε στην περγαμηνή, «“Μάιος – πιθανή κατάκτηση του κόσμου”. Υπόψη, με μολύβι το σημείωσα αυτό, έτσι ώστε να μην το θεωρώ ως απολύτως οριστικό – αλλά φρόντισε να μου το θυμίζεις και θα δούμε στην πορεία πώς θα το βολέψουμε. Ώπα, τι είν’ αυτό;»

Αργά, με τη χάρη όμορφης γυναίκας που βγαίνει από μπανιέρα, ένα μακρύ λεπτό ασημένιο διαστημόπλοιο χαμήλωσε και προσγειώθηκε ομαλά στο έδαφος. Απαλό φως ξεχυνόταν από μέσα του. Μια πόρτα άνοιξε και στο άνοιγμα εμφανίστηκε ένα ψηλό, κομψό πλάσμα με περίεργα εκλεπτυσμένη γκριζοπράσινη επιδερμίδα. Περπάτησε αργά προς το μέρος τους.

Στον δρόμο του κειτόταν η σκοτεινή σιλουέτα ενός χωρικού που έκλαιγε σιωπηλά απ’ όταν είδε τον σκύλο του Ογκντάι να τρώει το συκώτι του, γνωρίζοντας ότι δεν υπήρχε πλέον τρόπος να το πάρει πίσω, και ανησυχούσε πώς στην ευχή θα τα έβγαζε τώρα πέρα η φουκαριάρα η γυναίκα του. Επέλεξε ακριβώς εκείνη τη στιγμή να περάσει τελικά σε μια καλύτερη φάση.

Ο ψηλός ξένος πέρασε από πάνω του με αποστροφή και, μολονότι θα έπρεπε να δει κανείς το πρόσωπό του από πολύ κοντά για να το συνειδητοποιήσει, λιγάκι με φθόνο. Ένευσε αμυδρά προς τον καθέναν από τους συγκεντρωμένους Μογγόλους ηγέτες με τη σειρά κι έβγαλε ένα ντοσιέ σεμιναρίων από τον βαρύ μεταλλικό του μανδύα.

«Καλησπέρα», είπε με λεπτή και ύπουλη φωνή. «Ονομάζομαι Σαματατζής, γνωστός και ως ο Απείρως Παρατεινόμενος[ii], δεν θα σας κουράσω με περιττές εξηγήσεις επ’ αυτού. Χαιρετώ».

Στράφηκε και απευθύνθηκε στον παντελώς αποσβολωμένο Χαν.

«Είσαι ο Τζένγκις Χαν; Ο Τζένγκις Τεμουζίν[iii] Χαν, ο γιος του Γιεσουγκέι;»

Η περγαμηνή-ημερολόγιο γλίστρησε από τα χέρια του Χαν κι έπεσε κάτω. Η χλωμή φωταύγια από το σκάφος του Σαματατζή απλωνόταν στα έκπληκτα, συντετριμμένα, καταπονημένα κίτρινα χαρακτηριστικά του. Σαν σε όνειρο, ο μέγας Αυτοκράτωρ βγήκε μπροστά ως επιβεβαίωση της ταυτότητάς του.

«Για κοίτα αν είναι σωστά γραμμένο, σε παρακαλώ», είπε ο ξένος, δείχνοντάς του το ντοσιέ. «Καθόλου δεν θα μου άρεσε να κάνω λάθος σ’ αυτή τη φάση και μετά να πρέπει να ξαναπιάσω τα πάντα από την αρχή· καθόλου, μα καθόλου».

Ο Χαν ίσα που κατένευσε.

«Είναι “Τζένγκις” και όχι “Τζέγκινς”, σωστά;»

Και πάλι, ο παραμορφωμένος Αυτοκράτωρ έκλινε ελαφρώς την κεφαλή, με τα μάτια γουρλωμένα.

«Καλώς», είπε ο Σαματατζής και κάτι τσεκάρισε στις σημειώσεις του. Σήκωσε το βλέμμα του. «Τζένγκις Χαν», είπε, «είσαι μαλάκας· είσαι πανηλίθιος· είσαι μια τόση δα κουράδα. Ευχαριστώ». Τούτων λεχθέντων, επέστρεψε στο διαστημόπλοιό του και απογειώθηκε.

Ακολούθησε μια μοχθηρή σιωπή.

Αργότερα εκείνη τη χρονιά, ο Τζένγκις Χαν εξόρμησε στην Ευρώπη με τέτοια μανία που σχεδόν ξέχασε να κάψει ολοσχερώς την Ασία πριν αναχωρήσει.

[i] Το διήγημα «Η Ιδιωτική Ζωή του Τζένγκις Χαν» (“The Private Life of Genghis Khan”) βασίζεται σε κείμενα των Douglas Adams & Graham Chapman για τον πιλότο της τηλεοπτικής εκπομπής Out of the Trees του 1976. Συμπεριλαμβάνεται στo The Utterly Utterly Merry Comic Relief Christmas Book, μια συλλογή διηγημάτων που επιμελήθηκαν οι Douglas Adams & Peter Fincham το 1986. Ο Graham Chapman (1941-1989) ήταν μέλος των Monty Python, για τους οποίους είχε γράψει κείμενα και ο Douglas Adams (1952-2001).

[ii] Ο Σαματατζής ο Απείρως Παρατεινόμενος (Wowbagger, the Infinitely Prolonged) είναι χαρακτήρας του μυθιστορήματος του Douglas Adams Η Ζωή, το Σύμπαν και τα Πάντα (Life, the Universe and Everything). Έχει γεννηθεί θνητός, αλλά έγινε κατά λάθος αθάνατος, γεγονός που δεν του αρέσει γιατί βαριέται (γι’ αυτό σε τούτο το διήγημα κοιτάζει με φθόνο τον χωρικό που ξεψυχάει). Για να έχει κάτι να κάνει τις Κυριακές τα απογεύματα, έχει βρει ένα ενδιαφέρον χόμπι: σκοπεύει να βρει και να προσβάλει λεκτικά όλους τους κατοίκους του σύμπαντος. Για να είναι σίγουρος ότι δεν θα ξεχάσει κανέναν, τους επισκέπτεται με αλφαβητική σειρά.

[iii] “Τεμουζίν” ήταν το πραγματικό όνομα του Τζένγκις Χαν (1162-1227). “Τζένγκις Χαν” σημαίνει “Καθολικός Κυβερνήτης”. Ο διαβόητος Μογγόλος ηγέτης ήταν όντως γιος του Γιεσουγκέι κι ένας από τους γιους του λεγόταν Ογκντάι.

* * *

Υ.Γ.: Δώρο, μια παιδική ταινία

* * *

Genghis-Khan-small

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία It’s only rock and roll

Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.