Ανθολόγιο φθινοπωρινών αισθημάτων

—του Διονύση Καψάλη—

Μετά από την ευγενική παραχώρηση του υλικού από τις εκπομπές του Διονύση Καψάλη (Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2014), αναδημοσιεύουμε εδώ τα κείμενα της ενότητας «Κυριακή του ανθρώπου», συνοδευμένα από το αντίστοιχο ηχητικό αρχείο. Ευχαριστούμε τον Διονύση Καψάλη για την πρόθυμη συνεργασία με το dim/art. Καλή ανάγνωση και καλή ακρόαση!  

Σήμερα, το τρίτο μέρος της πρώτης εκπομπής, Κυριακὴ 23 Νοεμβρίου 2014.

autumn-landscape-farm-and-pond-1877 gaugin

Paul Gaugin, «Φθινοπωρινό τοπίο, αγρόκτημα και λιμνούλα», 1877

* * *

Τὰ νεκρὰ φύλλα, τὰ ὑπέροχα πολύχρωμα φύλλα στὰ τοπία τοῦ φθινοπώρου, τὰ φύλλα ποὺ πέφτουν καὶ σαπίζουν, ἀγγίζουν ἕναν ἀπὸ τοὺς παλαιότερους τόπους τῆς δυτικῆς λογοτεχνίας. Σᾶς θυμίζω τὴν ἀπώτερη καταγωγή του στὸ ἕκτο βιβλίο τῆς ὁμηρικῆς Ἰλιάδας.

Οἵη περ φύλλων γενεὴ τοίη δὲ καὶ ἀνδρῶν.
φύλλα τὰ μὲν τ᾽ ἄνεμος χαμάδις χέει, ἄλλα δὲ θ᾽ ὕλη
τηλεθόωσα φύει, ἔαρος δ᾽ ἐπιγίγνεται ὥρη˙
ὣς ἀνδρῶν γενεὴ ἣ μὲν φύει ἣ δ᾽ ἀπολήγει.
Ὅπως τῶν φύλλων ἡ γενιά, τέτοια καὶ τῶν ἀνθρώπων ἡ
   φυλή˙

τὰ φύλλα, ἄλλα τὰ ρίχνει ὁ ἄνεμος στὴ γῆ, ἄλλα
    φυτρώνουν ὅμως
στὸ φουντωμένο δάσος, σὰν φτάσει ἡ ἐποχὴ τῆς ἄνοιξης.
Ἔτσι καὶ τῶν ἀνθρώπων ἡ φυλή, ἀνθίζει ἡ μιὰ γενιά,
φυλλοροεῖ ἡ ἄλλη καὶ μαραίνεται.

(Μετάφραση Δ. Ν. Μαρωνίτη)

Ξέρεις τῶν φύλλων τὴ γενιά; Καὶ τῶν θνητῶν τὴν ξέρεις.
Ἄλλα ἀπ᾽ τὰ φύλλα καταγῆς σκορπάει τ᾽ ἀγέρι, κι ἄλλα
προβάλλουν μὲ τὴν ἄνοιξη στὰ φουντωμένα δάση.
Ἔτσι κι οἱ ἄντρες, ἄλλοι πᾶν καὶ ξαναβγαίνουν ἄλλοι.

(Μετάφραση Ἀλ. Πάλλη)

Καὶ τῶν θνητῶν ἡ γενεὰ τῶν φύλλων ὁμοιάζει.
Τῶν φύλλων ἄλλα ὁ ἄνεμος χαμαὶ σκορπᾶ καὶ ἄλλα
φυτρώνουν ὡς ἡ ἄνοιξη τὰ δέντρα ἀναχλωραίνει.
Καὶ τῶν θνητῶν μιὰ γενεὰ φυτρώνει κι ἄλλη παύει.

(Μετάφραση Ἰακώβου Πολυλᾶ)

Δὲν μπορῶ νὰ ἀντισταθῶ στὸν πειρασμὸ νὰ σᾶς διαβάσω τοὺς ἴδιους στίχους σὲ μιὰ διάσημη ἀγγλικὴ μετάφραση. Ἀνήκει στὸν Ἀλεξάντερ Πόουπ (Alexander Pope), καὶ δημοσιεύτηκε ἀνάμεσα στὸ 1715 καὶ τὸ 1720. Γιὰ τὸν Σάμιουελ Τζόνσον (Samuel Johnson) ἡ Ἰλιάδα τοῦ Πόουπ ἦταν ἡ σημαντικότερη μετάφραση τῆς γλώσσας του.

Like leaves on trees the race of man is found,
Now green in youth, now withering on the ground;
Another race the following spring supplies;
They fall successive, and successive rise:
So generations in their course decay;
So flourish these, when those are pass’d away.

Wassily Kandinsky. Autumn Landscape with Boats. 1908

Βασίλι Καντίνσκι, «Φθινοπωρινό τοπίο με βάρκες», 1908

«Ἡ πτώση τοῦ φύλλου», The fall of the leaf, Ἐλεγεία γιὰ ὀρχήστρα σὲ ρὲ ἐλάσσονα, εἶναι ὁ τίτλος τῆς μουσικῆς ποὺ θὰ ἀκούσουμε τώρα, ἔργο τοῦ ἐξαίρετου Βρετανοῦ συνθέτη Τζέραλντ Φίνζι (Gerald Finzi), ποὺ ἔζησε ἀπὸ τὸ 1901 ὣς τὸ 1956.  Ὁ Φίνζι ἔχει μελοποιήσει, μεταξὺ ἄλλων, δύο ποιητὲς ποὺ ἀγαπῶ ἰδιαίτερα, τὴν Χριστίνα Ροσέτι καὶ τὸν Τόμας Χάρντυ, ποὺ ἦταν ὁ δικός του ἀγαπημένος ποιητής. Θὰ ἤθελα τόσο νὰ εἶχε μελοποιήσει καὶ τὸ During Wind and Rain, μιὰ ἀπὸ τὶς ὡραιότερες ὕστερες μεταπλάσεις τοῦ ὁμηρικοῦ τόπου τῶν φύλλων ἀπὸ τὸν Χάρντυ.

paul-klee-the-messenger-of-autumn-1922-1413495967_org

Paul Klee, «Ο αγγελιοφόρος του φθινοπώρου», 1922

Ἀπὸ αὐτὸ τὸ πρόχειρο ἀνθολόγιο φθινοπωρινῶν αἰσθημάτων καὶ κυριακάτικων συλλογισμῶν δὲν θὰ μποροῦσε νὰ λείπει ὁ Τέλλος Ἄγρας, ὁ ποιητὴς τῶν καθημερινῶν καὶ τῆς ἀθηναϊκῆς γειτονιᾶς.

Ἀποβραδινὸ κουβεντολόι

Πέρασε δίχως συντροφιὰ
κι ἡ Κυριακὴ στὸ σπίτι˙
βοῦλες στοὺς τοίχους ἔριξε
τὸ δείλι ἀπ᾽ τὸ φεγγίτη.
Κι ἦρθε τοῦ δρόμου τ᾽ ὄργανο
βαθιὰ πολὺ ἀπ᾽ τὰ ξένα
νὰ δέσει μὲ τὴν ἔρημη
καρδιὰ τὰ περασμένα,
νὰ κάμει ἀκόμα πιότερο
καθημερνὲς τὶς σχόλες
 – καὶ πῆρε πόλκες ὁ ἄνεμος,
ρομάντσες, βαρκαρόλες.
Μάγια σὰν νά ᾽ταν τοῦ καιροῦ
βγαῖναν οἱ νότες, ἴδια
μὲ ξόρκια, μὲ καλέσματα
καὶ μαγικὰ ἀντικλείδια.
῏Ηχος γλυκὸς κι ἀγύριστος
ποὺ τὸ σκοπό του χάνω
τριγύριζε στὰ τέλια του
καὶ στὰ κλειδιά του ἀπάνω,
κι ἔλεγε, στ᾽ ἄψυχα, τ᾽ ἁπλὰ
κι ἀσάλευτα ἁγιασμένα
γι᾽ ἄγραφες λύπες, ἄγραφες
χαρὲς καὶ πάθη ξένα . . .
Κι ὕστερα στάση˙ κι ἡ ἤρεμη
ἡ ψυχὴ γλυκὰ ἐκοιμήθη
σὰ νά εἰπε, νά εἰπε, νά ᾽κλαψε,
καὶ σὰ νὰ προσευχήθη.

Jackson Pollock, Autumn Rhythm (No. 30) 1950

Jackson Pollock, «Φθινοπωρινός ρυθμός» (No. 30), 1950

Μετὰ τὴν κυριακάτικη μελαγχολία τοῦ Τέλλου Ἄγρα κι αὐτὸ τὸ ἔνδον ἀποβραδινὸ κουβεντολόι, ἔρχεται, σχεδὸν φυσιολογικά, τὸ Gloomy Sunday, ῾Η θλιβερή, ἡ πένθιμη Κυριακή, ἕνα ξακουστὸ τραγούδι ποὺ τὸ συνέθεσε ὁ Οὔγγρος πιανίστας Rezsö Seress. Τὸ ἀκοῦμε ὅπως τὸ τραγούδησε στὰ ἀγγλικὰ ἡ Μπίλυ Χόλυνταιη τὸ 1941.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ κυριακάτικου θυμικοῦ φάσματος, ἀπὸ τὴν ἐκκοσμικευμένη, ἂς ποῦμε, πλευρά, τὴν ἀνοιχτὴ σὲ σατιρικὲς μεταπλάσεις, σᾶς διαβάζω μιὰ κυριακάτικη βαρκαρόλα, σὲ μορφὴ σονέτου, τοῦ Λωρὰν Ταγιάντ (Laurent Tailhade), ὅπως τὴ μετέφρασε ὁ Καρυωτάκης, ἴσως ὁ ἱκανότερος μεταφραστὴς ποίησης στὴ γλώσσα μας:

Κυριακή. Σ᾽ ἕνα βαπόρι
στριμωχτῆκαν μπουρζουάδες.
Ξεφωνίζει κάθε ἀγόρι,
ξεμυξίζουν οἱ μανάδες.
Τὰ σκυλιὰ δὲ λογαριάζουν
ὁ Σηκουάνας πὄχει πνίξει,
δὲ φοβοῦνται, διασκεδάζουν
τὴν εὐγενική τους πλήξη.
«Ὤ, τί ζέστη, Θεέ μου, βράζει!»
βεβαιώνουν οἱ κυρίες,
κι ἐπιπόλαιες καὶ γελοῖες,
ξεκουμπώνοντας μὲ νάζι
τὰ χυδαῖα ντεκολτέ τους,
διευκολύνουν τοὺς ἐμέτους.

Princes of Autumn Magritte 1963

René Magritte, «Οι πρίγκιπες του φθινοπώρου», 1963

Ἀλλὰ σὲ ἄλλον τόνο πρέπει νὰ καταλήξουμε ἀπόψε. Θὰ τελειώσουμε λοιπὸν μὲ μιὰ σπάνια φθινοπωρινὴ εἰκόνα στὴν ὁποία πρωταγωνιστεῖ ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Διηγεῖται ὁ Δημήτρης Ταγκόπουλος:

Σὲ μιὰ ἀναλλοίωτη, πάντα τὴν ἴδια, εἰκόνα μοῦ τὸν ξαναφέρνει ἡ φαντασία μου τὸν ἀσύγκριτο συγγραφέα τῶν ἁπλῶν καὶ ταπεινῶν ἀνθρώπων. Σκυφτός, μὲ τὰ χέρια ἐσταυρωμένα ἐμπρός, προχωρεῖ βιαστικὰ στὸ πεζοδρόμιο τῆς λεωφόρου Ἀμαλίας, σὰν ἀνήσυχος νὰ προφτάσει κάποιον, ποὺ φεύγει μπροστά του. Ὅπως τὸν εἶδα, δηλαδή, ἕνα φθινοπωρινὸ δειλινὸ μακρινῆς ἡμέρας.

— Γιὰ ποῦ τόσο βιαστικός, Ἀλέξανδρε;

— Πάω νὰ προφτάσω τὸν ἥλιο . . .

Κλεισμένος μέσα στὰ γραφεῖα τῆς Ἀκροπόλεως ὣς τὶς βραδινὲς ὧρες, γιὰ νὰ προφτάσει μιὰν ἀχάριστη μεταφραστικὴ ἐργασία, ποὺ ἔπρεπε νὰ τὴν παραδώσει ἐγκαίρως στὸ ἀχόρταγο πιεστήριο, δὲν πρόφταινε ποτὲ τὸν ἥλιο στὸ στερέωμα. Καί, σχολάζοντας λίγο νωρίτερα τὴ μέρα ἐκείνη, ἔτρεχε νὰ χαρεῖ τὶς τελευταῖες του ἀχτίδες ἔξω ἀπὸ τὸ Ζάππειο, κάτω ἀπὸ τὴν Ἀκρόπολη, στὸ τελευταῖο σημεῖο ποὺ θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ προφτάσει ἀκόμα τὸν οὐράνιο ταξιδιώτη, ὅπως τρέχει κανένας, τὴν τελευταία στιγμή, νὰ ξεπροβοδίσει στὸ λιμάνι ἕνα φίλο, ποὺ δὲν τὸν πρόφτασε στὸ σπίτι του ἢ στὸ δρόμο.

Ἡ ἀναμνηστικὴ αὐτὴ διήγηση τοῦ Δημήτρη Ταγκόπουλου περιλαμβάνεται σ᾽ ἕνα παράρτημα μὲ «Ἀναμνήσεις», ποὺ συνοδεύει τὴν πρόσφατη ἔκδοση ἑνὸς λαμπροῦ, ἄγνωστου καὶ ἀθησαύριστου ὣς τώρα διηγήματος τοῦ Παπαδιαμάντη. Φέρει τὸν τίτλο Ἡ νοσταλγία τοῦ Γιάννη καὶ τὸ ἀνακάλυψε ὁ Νίκος Σαραντάκος. Ἐκδόθηκε καὶ κυκλοφορεῖ, σὲ κομψὸ αὐτοτελὲς τομίδιο, ἀπὸ τὶς Ἐκδόσεις Ἐρατώ.  Σᾶς τὸ συστήνω.

* * *

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Κυριακή του ανθώπου

Το dim/art στο facebook

2 comments

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.