Οι βασιλείς του κάτω κόσμου

miners-Coal

—του Διονύση Καψάλη—

Μετά την ευγενική παραχώρηση του υλικού από τις εκπομπές του Διονύση Καψάλη (Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2014), αναδημοσιεύουμε εδώ τα κείμενα της ενότητας «Κυριακή του ανθρώπου», συνοδευμένα από το αντίστοιχο ηχητικό αρχείο. Ευχαριστούμε τον Διονύση Καψάλη για την πρόθυμη συνεργασία με το dim/art. Καλή ανάγνωση και καλή ακρόαση!  

Σήμερα, το δεύτερο μέρος της τέταρτης εκπομπής, Κυριακὴ 14 Δεκεμβρίου 2014.

* * *

Συνεχίζουμε τὴν ἀναφορά μας στὸν Τζὼρτζ Ὄργουελ: τὸν συγγραφέα τῆς Φάρμας τῶν ζώων καὶ τοῦ Χίλια ἐννιακόσια ὀγδόντα τέσσερα, τὸν συγγραφέα, λέγαμε στὴν προηγούμενη ἐκπομπή, ὁ ὁποῖος ἀπέναντι στὰ τρία μεγάλα κακὰ ποὺ ρήμαξαν τὴν ἀνθρωπότητα τὸν περασμένο αἰώνα, τὸν ἰμπεριαλισμό, τὸν φασισμὸ καὶ τὸν σταλινισμό, βρέθηκε πάντα ἀμετακίνητος ἀπὸ τὴ σωστὴ μεριά, ποὺ ἦταν πάντα γιὰ τὸν Ὄργουελ ἡ μεριὰ τοῦ ἀδικημένου, τοῦ κατατρεγμένου, τοῦ ἀπόκληρου.

«Ἀπειλοῦσαν»; Σὲ παρελθόντα χρόνο; Εἶναι ἄραγε βέβαιο ὅτι ξεμπερδέψαμε, ὅπως πιστεύαμε μέχρι τώρα, μὲ τὶς τρεῖς αὐτὲς μάστιγες; Ἢ μήπως σηκώνουν πάλι τὸ φριχτὸ κεφάλι τους πάνω ἀπὸ τὴ λήθη ὅπου τὶς εἴχαμε καταχωνιάσει μὲ τιμὲς ἐφιάλτη; Μήπως «ἡ σκύλα ποὺ τὶς γέννησε ἔχει κάψες πάλι», ὅπως ἔλεγε ὁ Μπρέχτ; Οἱ εἰδήσεις ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμο δὲν εἶναι καλές.

Ἂς τὶς ξαναδοῦμε αὐτὲς τὶς τρεῖς πληγὲς τῆς νεότερης ἱστορίας. Ἡ ἀποικιοκρατία, ἀλλιῶς ὁ ἰμπεριαλισμός, ὅπως τὸν ἔνιωσε στὸ πετσί του ὁ μισὸς πλανήτης, ἀποσύρθηκε ἢ ἐκδιώχθηκε ἀπὸ τὸ θέατρο τοῦ κόσμου, ἔκανε τὴ μακρὰ αἱματηρὴ ὑπόκλισή τηου καὶ συνταξιοδοτήθηκε, μολονότι οἱ ὕστερες, κακοήθεις μεταλλάξεις του εἶναι ἔκδηλες παντοῦ, σὲ ὅλο τὸν πλανήτη. Ἀλλὰ ὁ φασισμὸς καὶ ὁ ναζισμός, ἔστω σὲ γκροτέσκα παρωδία, φαίνεται νὰ εἶναι πάλι ἀνάμεσά μας, ἀφοῦ ὁ τρόμος καὶ ἡ ἀθλιότητά τους ξαναφουντώνουν σέ αἱματόχροα μάτια καὶ σὲ ἄρρωστα μυαλὰ φανατικῶν. Ὅσο γιὰ τὸν σταλινισμό, οἱ νοσταλγοί του ποὺ ἀναφύονται κάθε τόσο στὶς χῶρες τῆς πρώην ἀνατολικῆς Εὐρώπης ἀλλὰ καὶ στὴ μέχρι πρότινος εὐημερούσα Δύση, θὰ ἦταν ὁριακὰ γραφικοὶ ἂν δὲν δὲν ταυτίζονταν φανατικὰ μὲ πρότυπα ἐπιβολῆς, μεγαλείου καὶ ἠθικῆς βλακείας ποὺ φέρουν μέσα τους τὸ σπέρμα μιᾶς νέας τυραννίας καὶ ἑνὸς νέου ὁλοκληρωτισμοῦ.

Ὁ Ὄργουελ ἔλεγε ὅτι τὸ καλὸ γράψιμο εἶναι «σὰν τὸ τζάμι τοῦ παραθύρου». Ἐννοοῦσε, ὑποθέτω, ὅτι ὅσο πιὸ καθαρὸ εἶναι αὐτὸ τὸ τζάμι, δηλαδὴ ὅσο λιγότερο φαίνεται τὸ ἴδιο τὸ τζάμι, τόσο καλύτερα μπορεῖς νὰ δεῖς τὸν κόσμο ἔξω. Ὕψιστη συγγραφικὴ ἀρετὴ γιὰ τὸν Ὄργουελ ἡ σαφήνεια: κόπιασε γιὰ νὰ τὴν κατακτήσει κι ὕστερα γιὰ νὰ τὴν ὑπηρετήσει ὅσο καλύτερα μποροῦσε. Ὄχι ἡ ὁποιαδήποτε σαφήνεια, ἀλλὰ ἡ σαφήνεια καὶ ἡ εἰλικρίνεια ποὺ στηρίζονται στὴν ἐμπειρία τῆς ζωῆς.  Τὸ γράψιμό του δὲν πετάει, δὲν ἀπογειώνεται: παραμένει προσκολλημένο στὴ γῆ καὶ στὰ ὄντα της, ποὺ τὰ παρατηρεῖ ἀπὸ κοντά, τὰ ἀγγίζει, τὰ νιώθει: «ἀετίσια μάτια μὲ πλατυποδία» χαρακτήριζε ὁ Ἔμπσον τὸ γράψιμο τοῦ Ὄργουελ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ τὸ ἔργο του, πρωτίστως ἡ δοκιμιογραφία του, συνεπαίρνει ὄχι μὲ τὰ πετάγματα τῆς φαντασίας ἀλλὰ μὲ τὴν πειθὼ μιᾶς ἠθικῆς δύναμης ποὺ ἐμψυχώνει τὶς λέξεις καὶ τὶς κάνει νὰ κερδίζουν τὸ νόημά τους σὰν δίκαιη ἀμοιβή. Δὲν γνωρίζω ἀποτελεσματικότερο ἀντίδοτο στὴ γενικευμένη μπουρδολογία –τὴν ἀερολογία καὶ τὴν περιεσκεμμένη ἀδιαφορία γιὰ τὴν ἀλήθεια– ποὺ πρυτανεύει σήμερα στὶς φιλολογικὲς σπουδὲς (ἀλλὰ καὶ στὴν πολιτικὴ σκέψη καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα)˙ δὲν γνωρίζω ἀντίδοτο καλύτερο γιὰ ὅλα αὐτὰ ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση ἑνὸς δοκιμίου τοῦ Ὄργουελ. Σὰν μιὰ βουτιὰ σὲ κρυστάλλινα νερὰ τὸ καταμεσήμερο ἑνὸς καύσωνα. «Αὐτὸ ποὺ ξεχωρίζει [στὸν Ὄργουελ]», ἔγραφε ὁ Ἔντουαρντ Τόμας (Edward M. Thomas), εἶναι ἡ ἱκανότητά του νὰ καταγράφει στὴ σελίδα τὴν πρόοδο μιᾶς δημιουργικῆς διάνοιας, παράγοντας ἰδέες ὄχι ἀπὸ τὶς ἰδέες τῶν ἄλλων ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς» [Edward M. Thomas, Orwell, Ἐδιμβοῦργο καὶ Λονδίνο, 1965, σ. 8].

atwork

Ἡ συγγραφικὴ ἀρετὴ τῆς διαύγειας καὶ τῆς ἀκρίβειας θριαμβεύει σὲ μιὰν ἄλλη σημαντικὴ πλευρὰ τοῦ συγγραφικοῦ του ἔργου, τὴν παρατήρηση τῆς κοινωνίας καὶ τὴν εὐαίσθητη καταγραφὴ τῆς καθημερινῆς ζωῆς, μιὰ πλευρὰ ἐξίσου σημαντικὴ μὲ τὸ πολιτικῆς σημασίας ἔργο του: μιὰ πλευρά, τωόντι, ποὺ συνιστᾶ τὸ πραγματικὸ ἀνθρωπιστικὸ βάθος τῶν πολιτικῶν του θέσεων καὶ ἀπόψεων. Ὁ κοινωνικὸς στοχαστὴς Ὄργουελ, ὅπως ταιράζει νὰ τὸν ὀνομάσουμε, τεκμαίρεται στὰ τρία σπουδαῖα κοινωνικὰ μυθιστορήματά του: A Clergyman’s Daughter, 1935, Keep the Aspidistra Flying, 1936, Coming Up for Air, 1939. Κυριαρχεῖ ὅμως στὸ γράψιμό του παντοῦ καὶ θριαμβεύει σὲ δύο αὐτοβιογραφικὰ κείμενα λεπτομεροῦς παρατήρησης τῆς ζωῆς: στὸ περίφημο Down and Out in Paris and London, 1933 (μεταφρασμένο στὸ ἑλληνικὰ ὡς Ἀπένταρος στὸ Παρίσι καὶ τὸ Λονδίνο) καὶ στὸ The Road to Wigan Pier, 1937, ἕνα ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα βιβλία κοινωνικῆς αὐτοσυνειδησίας τοῦ πολιτισμοῦ μας. Εἶναι παράξενο ὅτι τὸ βιβλίο αὐτὸ δυσφημίστηκε περισσότερο ἀπὸ ὁποιοδήποτε ἄλλο καὶ ὅτι γιὰ χρόνια θεωρεῖτο ἀπὸ πολλοὺς τὸ χειρότερο βιβλίο τοῦ Ὄργουελ. Γιὰ μένα –ἕναν ὁμολογουμένως ὄψιμο ἀναγνώστη του–, τὸ βιβλίο αὐτό, τουλάχιστον κατὰ τὸ πρῶτο μέρος του, θά ᾽πρεπε νὰ κατέχει στὴ συνείδησή μας καὶ τὸν κοινωνικὸ μας στοχασμὸ μιὰ θέση ἀνάλογη μὲ αὐτὴν ποὺ κατέχουν Οἱ ἐξομολογήσεις τοῦ Ἱεροῦ Αὐγουστίνου στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρώπινης αὐτοπαρατήρησης. Κι εἶναι πραγματικὸ δυστύχημα γιὰ τὴ σκέψη μας καὶ τὴ συνείδησή μας ὅτι δὲν βρέθηκε κι ἀπὸ ἕνας Ὄργουελ νὰ γράψει ἕνα βιβλίο σὰν τὸ The Road to Wigan Pier γιὰ κάθε ἐπάγγελμα, γιὰ κάθε μορφὴ ἐπώδυνης χειρωναξίας, ἀπὸ ὅσες ἔπλασαν τὸν κόσμο καὶ ἐξασφάλισαν τὶς βιοτικὲς ἀνέσεις (δηλαδή, ἀγαπητοὶ φίλοι, τὴ σχετικὴ ἐλευθερία μας ἀπὸ τὸ ἄτεγκτο καθεστὼς τῆς ἀνάγκης) ποὺ ἀπολαμβάνουμε ὣς σήμερα.

Μόλις ἀκούσαμε τὸ τραγούδι τῶν ἀνθρακωρύχων: Down in the coalmine, underneath the ground, / Where a gleam of sunshine never can be found. Στὸ ἀνθρακωρυχεῖο, κάτω ἀπ᾽ τὴ γῆ, / ἐκεῖ ποὺ ἥλιου ἀχτίδα, δὲν μπορεῖ νὰ μπεῖ.  Γιατὶ ἡ ἱστορία ποὺ ἀφηγεῖται ὁ Ὄργουελ στὸ The Road to Wigan Pier εἶναι μιὰ ἱστορία ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ καπιταλισμοῦ – ἤ, γιὰ νὰ ἀκριβολογοῦμε, ἀπὸ τὰ σπλάχνα τοῦ καπιταλισμοῦ, τὸ στομάχι του καὶ τὰ ἔντερά του˙ μιὰ ἱστορία γι᾽ αὐτοὺς ποὺ μοχθοῦν στὰ ἔγκατα τῆς γῆς γιὰ νὰ ἐξορύξουν τὴν πρώτη ὕλη μὲ τὴν ὁποία πλάστηκε καὶ τράφηκε ἡ περιλάλητη νεωτερικότητά μας: τὸ κάρβουνο.

W._Va._coal_mine_1908

Ἡ ἱστορία ἔχει ὡς ἑξῆς. Τὸ 1937, ὁ Ὄργουελ βρίσκεται γιὰ λίγους μῆνες στὴ βιομηχανικὴ περιοχὴ τοῦ ἀγγλικοῦ Βορρᾶ, στὶς ἐπαρχίες τοῦ Λάνκασερ καὶ τοῦ Γιόρκσερ, στὶς μεγάλες κοιλάδες τῶν ἀνθρακωρυχίων τῆς Βόρειας Ἀγγλίας. Τὸν ἔχει στείλει ἐκεῖ ὁ ἀριστερὸς ἐκδότης Βίκτωρ Γκόλαντς (Victor Golanzc), γιὰ νὰ γράψει γιὰ τὴν κατάσταση τῆς ἐργατικῆς τάξης τὰ δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια, ὅταν ἡ φτώχεια καὶ ἡ ἀνεργία ποὺ ἔπληξαν τὴν Ἀγγλία μετὰ τὴ Μεγάλη Κρίση δὲν ἔχουν ἀναταχθεῖ καὶ ὁ βιομηχανικὸς Βορρὰς ὑποφέρει ἀκόμα ἀπὸ τὴν ἀνεργία, τὴν κακοπληρωμένη σκληρὴ ἐργασία καὶ τὴν ἐξαθλίωση. Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἀποστολῆς τὸ βιβλίο ποὺ σᾶς ἀνέφερα, The Road to Wigan Pier. Τὸ Γουίγκαν εἶναι μιὰ βιομηχανικὴ πόλη τοῦ Λάνκασερ, βορειοδυτικὰ τοῦ Μάντσεστερ, μέρος τώρα πιὰ τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τοῦ Μάντσεστερ, καὶ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ ἐκτεταμένες περιοχὲς ἐξόρυξης ἄνθρακα στὴν Μεγάλη Βρετανία. Ἡ ἀποβάθρα τοῦ Γουίγκαν, τὸ Γουίγκαν Πίερ τοῦ Ὄργουελ, εἶναι μιὰ ἀποβάθρα στὸ κανάλι ἀνάμεσα στὸ Λίβερπουλ καὶ τὸ Λήντς, ποὺ ἐξυπηρετοῦσε τὴ διακίνηση βιομηχανικῶν ὑλῶν καὶ προϊόντων. Ὅπως σὲ πολλὰ ἄλλα μέρη τῆς πρώην βιομηχανικῆς Ἀγγλίας, οἱ μεγάλες ἀποθῆκες καὶ οἱ ἀποβάθρες τοῦ Γουίγκαν ἔχουν πλέον μετρατραπεῖ σὲ ἐμπορικὰ κέντρα, ἑστιατόρια, πολιτιστικοὺς χώρους καὶ μουσεῖα.

Ντρέπομαι ποὺ τὸ λέω ἀλλὰ ποτέ μου δὲν εἶχα καταλάβει –ποτέ μου δὲν ἀφιέρωσα τὸ χρόνο ποὺ χρειαζόταν γιὰ νὰ καταλάβω πραγματικὰ– τὸν τρομαχτικὸ μόχθο καὶ τὴ σκληρὴ ζωὴ ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ δουλειὰ τοῦ ἀνθρακωρύχου, μέχρι ποὺ διάβασα τὸ βιβλίο αυτὸ τοῦ Ὄργουελ. Περιγράφει καταλεπτῶς τὴν ἴδια τὴν ἐργασία τοῦ ἀνθρακωρύχου καὶ τὶς συνθῆκες τῆς διαβίωσής του, τὸ σπίτι του, τὴν τροφή του, τὴ διασκέδασή του, τὴν οἰκογενειακή του ζωή. Συγκλονιστικὲς λεπτομέρειες ποὺ δὲν γνώριζα καὶ ἀμφιβάλλω ἂν θὰ μάθαινα ποτέ: ὅπως ὅτι ἕνας ἀνθρακωρύχος, ἀφοῦ καταβυθιστεῖ στὸ βαθὺ φρεάτιο τοῦ ὀρυχείου, χρειάζεται νὰ διανύσει χιλιόμετρα κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, πέντε καὶ ἕξι καὶ ἑφτὰ χιλιόμετρα σκυφτὸς σὲ χαμηλὰ λαγούμια, ὡσότου φτάσει στὸ σημεῖο τῆς ἐξόρυξης. Καὶ ὅτι ἡ μετάβαση αὐτὴ συχνὰ δὲν συνυπολογιζόταν στὸ ἐργάσιμο ὡράριο τοῦ ἀνθρακωρύχου. Ὥστε συχνὰ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ περνοῦσαν τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ἡμέρας τους κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, εἰσπνέοντας καὶ καταπίνοντας καρβουνόσκονη, καταβάλλοντας τρομαχτικὴ μυϊκὴ δύναμη, συχνά πεσμένοι στὰ γόνατα, γιὰ νὰ σκάψουν μὲ τὰ ἐργαλεῖα τους τὴ φλέβα, νὰ φτυαρίσουν τὸ κάρβουνο καὶ νὰ τὸ φορτώσουν στὰ βαγονέτα. Τόνους κάρβουνο, χρόνια κάρβουνο, γενιὲς κάρβουνο. Ὁ κάτω κόσμος πραγματικὰ ὑπῆρξε, κατοικημένος ἀπὸ τοὺς ζωντανοὺς καὶ ἐξανθρωπισμένος ἀπὸ τὴν ἐργασία τους.

Ἦταν τὸ τραγούδι Working man, ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ γνωστὰ καὶ πιὸ συγκινητικὰ τραγούδια τῶν ἀνθρακωρύχων:

It’s a working man I am,
And I’ve been down underground,
I swear to God if I ever see the sun,
Or for any length of time
I can hold it in my mind,
I never again will go down underground.

Ἴσως μοιάζει ἄχρηστο, μπορεῖ καὶ γραφικό, σὲ πολλοὺς ἀπὸ ἐσᾶς ποὺ μὲ ἀκοῦτε τώρα ἀπὸ τὸ ραδιόφωνο, νὰ ἀσχολεῖται κανεὶς σήμερα μὲ τὸν μόχθο τοῦ ἀνθρακωρύχου ὅπως ἦταν πρὶν ἀπὸ 70 ἢ περισσότερα χρόνια, ἀφοῦ τώρα πιὰ ἡ ἐξόρυξη ἄνθρακα, ὅπου συνεχίζεται (ἐμεῖς, μὴν τὸ ξεχνᾶτε, ἐξαρτιόμαστε ἀπὸ τὸ λιγνίτη) εἶναι σὲ πολὺ μεγάλο βαθμὸ ἐκμηχανισμένη. Ἀπαντῶ: Τίποτε δὲν εἶναι ἄχρηστο ἂν βοηθάει νὰ καταλάβουμε τί ὑπήρξαμε καὶ τί χρειάστηκε νὰ κάνουμε γιὰ νὰ γίνουμε αὐτὸ ποὺ εἴμαστε – ἂν ὑποθέσουμε ὅτι μποροῦμε πράγματι νὰ ἐννοήσουμε αὐτὸ ποὺ εἴμαστε. Γιὰ νὰ τὸ πῶ διαφορετικά: ἡ αὐτογνωσία χωρὶς μιὰ στοιχειώδη ἱστορικὴ αἴσθηση τῶν πραγμάτων καὶ τῆς ζωῆς μας θὰ διαφέρει ὅσο τὸ γλυκὸ νερὸ τῆς πισίνας ἀπὸ τὴ ἁλμυρὴ θάλασσα˙ θὰ εἶναι, δηλαδή, μιὰ αὐτογνωσία τοῦ γλυκοῦ νεροῦ. Γι᾽ αὐτὸ κάλεσα ἀπόψε στὴν ἐκπομπὴ ἕναν μοναδικὸ –καὶ ἀδόκητο, ὑποθέτω, γιὰ τοὺς περισσότερους ἀκροατὲς– μάρτυρα τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρακωρύχου.

richard-burton-drinking-with-his-father-richard-walter-jenkins-and-brother-in-the-miners-arms-pont-rhyd-y-fen-wales-1953

Ο Ρίτσαρντ Μπάρτον και ο πατέρας του —στο κέντρο, με το κασκέτο— πίνουν μπύρα σε παμπ στο Miners’ Arms (1956)

Θ᾽ ἀκούσουμε λοιπὸν μιὰ μοναδικὴ συνέντευξη τοῦ Richard Burton ἢ Ρίτσαρντ Μπάρτον, ὅπως τὸν λέγαμε στὴν Ἑλλάδα καὶ ὅπως τὸν ἔγραφαν οἱ γιγαντοαφίσες τοῦ σινεμά. Ὁ Ρίτσαρντ Μπάρτον πέθανε τὸ 1984, τὸ ἀλληγορικὸ ἔτος Ὄργουελ. Ἧταν βεβαίως Οὐαλός, καὶ περήφανος ποὺ ἦταν Οὐαλός, δωδέκατος σὲ μιὰ οἰκογένεια ἀνθρακωρύχων μὲ δεκατρία παιδιὰ καὶ ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο μόνο ἀρσενικοὺς τῆς οἰκογένειας (ὁ ἄλλος ἦταν ὁ μικρός του ἀδερφὸς) ποὺ δὲν ἔγιναν ἀνθρακωρύχοι. Ὑπῆρξε σπουδαῖος ἠθοποιὸς ἀλλὰ καὶ ὑπέροχος ἀφηγητής, μὲ αὐτὴ τὴ βαθιὰ συναρπαστικὴ φωνή του, ὅπως εἶναι πολλοὶ στὰ μέρη ἐκεῖνα τῶν ἀνθρακωρύχων, ὅπου ἡ κοινωνικὴ συνείδηση τῶν ἀνθρώπων ὑφαίνεται κυρίως μὲ τὶς ἱστορίες ποὺ διηγοῦνται ὁ ἕνας στὸν ἄλλον. Θὰ τὸν ἀκούσετε σὲ μιὰ συζήτηση μὲ τὸν Ντὶκ Κάβετ (Dick Cavett), τὸν πάλαι ποτὲ ἐπιφανέστατο παρουσιαστὴ τῆς ἀμερικανικῆς τηλεόρασης, ποὺ τὴ κατέβασα, ὅπως ἀσφαλῶς θὰ ὑποθέσατε, ἀπὸ τὸ youtube. Θὰ τὸν ἀκούσετε νὰ μιλᾶ ὄχι μόνο γιὰ τὸ μόχθο τοῦ ἀνθρακωρύχου καὶ τὴ μοίρα του, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ὑπερηφάνειά του.

Ἦταν τὰ χρόνια τῆς Μεγάλης Κρίσης, καὶ ὅλα τ᾽ ἀδέρφια μου ἐκτὸς ἀπὸ ἕναν, τὸν μικρότερο ἀδερφό μου, ἦταν ἀνθρακωρύχοι. Ὅλοι ἔφυγαν ἀπὸ τὰ ὀρυχεῖα, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν μεγαλύτερο, ποὺ ἀγαποῦσε τὰ ὀρυχεῖα τόσο πολὺ ὥστε στάθηκε ἀδύνατο νὰ τὸν δωροδοκήσω γιὰ νὰ φύγει, κι ἔμεινε ἐκεῖ ὣς τὸ πικρό του τέλος. Πέθανε πέρσι – ὄχι, πέθανε μόλις φέτος, πρὶν ἀπὸ πέντε ἕξι μῆνες˙ καὶ μπορεῖτε νὰ φανταστεῖτε τὴν ἐξαιρετικὴ φυσικὴ κατάσταση ὅλων τῶν μελῶν τῆς οἰκογένειας, γιατὶ μὲ τὰ πνευμόνια του γεμάτα καρβουνόσκονη ἔζησε ὣς τὰ 79 του χρόνια: ἔξαλλος ποὺ δὲν ἔφτασε τὰ ὀγδόντα. Ἀλλὰ τὸ ὅτι ἔζησε τόσο πολὺ καὶ δούλεψε τόσα χρόνια – πρωτοκατέβηκε στὸ ὀρυχεῖο στὰ δεκατρία του καὶ βγῆκε στὰ ἑξηνταπέντε του . . .

-Πέθανε ἀπὸ τὴν ἀσθένεια . . .

–Ναί, πέθανε ἀπὸ πνευμονοκονίωση.

–Σαρκάζατε ὅταν εἴπατε ὅτι ἀγαποῦσε τὰ ὀρυχεῖα. Δὲν ξέρω κανέναν ποὺ ἀγαποῦσε τὰ ὀρυχεῖα . . .

–Μὰ ναί, ναί, τ᾽ ἀγαποῦσε. Ὁ πατέρας μου, ποὺ ἦταν σπουδαῖος ἀνθρακωρύχος, στὰ χρόνια ἐκεῖνα πρὶν ἀπὸ τὴν ἐκμηχάνιση, ὅταν βρισκόταν σ᾽ ἐκεῖνο τὸ μεγάλο κοίτασμα – ὑπάρχει ἕνα ποὺ λέγεται, νομίζω, τὸ Μεγάλο Ἀτλαντικὸ κοίτασμα˙ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν Ἰσπανία, νομίζω, τὴ χώρα τῶν Βάσκων, περνάει κάτω ἀπὸ τὸν Βισκαϊκὸ κόλπο, ἀναδύεται στὴ Νότια Οὐαλία, περνάει κάτω ἀπὸ τὸν Ἀτλαντικὸ καὶ ἀναδύεται στὴν Πενσυλβανία. Κι ἔτσι ἂν ἔπαιρνες ἕναν Βάσκο ἀνθρακωρύχο ἕναν Οὐαλὸ ἀνθρακωρύχο ἕναν ἀνθρακωρύχο ἀπὸ τὴν Πενσυλβανία, τοὺς ἔδενες τὰ μάτια καὶ τοὺς μετέφερες, θ᾽ ἀναγνώριζαν τὴ φλέβα τοῦ κάρβουνου μόλις τὴν ἔβλεπαν – νομίζω ὅτι ἔχει πλάτος τέσσερα πόδια ἕξι ἴντσες˙ ὁ πατέρας μου μιλοῦσε γι᾽ αὐτὴν ὅπως μιλοῦν κάποιοι ἄντρες γιὰ τὶς γυναῖκες, μιλοῦσε γιὰ τὸ καθῆκον του ἀπέναντι σ᾽ αὐτὴ τὴ φλέβα, καὶ τ᾽ ἀδέρφια μου ἔλεγαν ἱστορίες γιὰ τὸν πατέρα μου, τὸ πῶς κοίταζε αὐτὴ τὴ φλέβα. Ὁ πατέρας μου ἦταν πολὺ κοντός, ἰδεῶδες ὕψος γιὰ ἕναν ἀνθρακωρύχο –περίπου πέντε πόδια τρεῖς τέσσερις ἴντσες [ἕνα μέτρο καὶ ἑξήντα μὲ ἑξήντα δύο ἑκατοστά], ἀλλὰ πολύ, πολὺ δυνατὸς– θὰ κοίταζε τὴ φλέβα τοῦ κάρβουνου μὲ ματιὰ σχεδὸν χειρουργοῦ, θὰ τὴ σημάδευε [δείχνει: ἔτσι, μὲ τὸ δάχτυλό του] καὶ θά ᾽λεγε στὸν μικρὸ βοηθό του –κάθε ἀνθρωκωρύχος ἔχει ἕνα ἀγόρι γιὰ βοηθό του– «δῶσε μου μιὰν ἀξίνα Νο 2», καὶ ὕστερα, ἀφοῦ κοίταζε ἐπίμονα αὐτὸ τὸ ὑπέροχο θέαμα τῆς μαύρης λαμπερῆς λωρίδας κάρβουνο, τότε θὰ τὴν χτυποῦσε μ᾽ ἕνα τερατῶδες χτύπημα, κι ἂν τὴν χτυποῦσε σωστά, κάπου εἴκοσι τόνοι κάρβουνο θὰ πετάγονταν ἀπὸ τὴ φλέβα αὐτή. Τὸν γέμιζε αὐτό, τὸν συνάρπαζε. Γι᾽ αὐτὸ λοιπὸν πιστεύω πὼς ὅταν σκέφτεστε ἴσως γιὰ μένα ὅτι γεννήθηκα, ἂς ποῦμε, μὲ ἀσημένιο κουταλάκι καὶ τὰ λοιπὰ – οἱ ἀνθρακωρύχοι πιστεύουν τουλάχιστον πίστευαν ὅτι εἶναι οἱ ἀριστοκράτες τῆς ἐργατικῆς τάξης, αἰσθάνονταν ἀνώτεροι ἀπὸ κάθε ἄλλο εἶδος χειρώνακτα, ἦταν εἰδικευμένοι ἐργάτες, ἡ φλέβα τοῦ κάρβουνου ἦταν γι᾽ αὐτοὺς ἕνα μαγικὸ στοιχεῖο.

–Ἔχουν ὅλα αὐτὰ ἀντικατασταθεῖ τώρα πιὰ ἀπὸ μηχανὲς . . .

–Ναί, τώρα χρησιμοποιοῦν ἠλεκτρικὰ τρυπάνια καὶ κοφτῆρες.

–Ὁ πατέρας σας θὰ ἦταν τώρα ἐναντίον ὅλων αὐτῶν. . .

–Ναί, θά ᾽λεγε ὅτι δὲν εἶναι καθόλου ἀνθρακωρύχοι αὐτοί, ὅτι τὴ δουλειὰ τὴν κάνουν οἱ μηχανές.

–Εἴχατε καθόλου τὸ φόβο τῶν ὀρυχείων; Θέλω νὰ πῶ, αἰσθανόνασταν ὅτι εἶναι κάτι ἀπὸ τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ ἀποδράσετε, νὰ διαφύγετε σὲ ἄλλον κόσμο;

–Ὄχι, καθόλου, ὄχι. Τὸ ἀντίθετο, μάλιστα. Φιλοδοξία κάθε μικρὸ ἀγοριοῦ στὴν κοιλάδα μας ἦταν νὰ γίνει ἀνθρακωρύχος. Γιατὶ ἦταν ἐκείνο τὸ ἀγέρωχο βάδισμα τῶν ἡγεμόνων τοῦ ἀνθρακωρυχείου, εἶχαν αὐτοὺς τοὺς μυώδεις γλουτοὺς καὶ τὰ στραβὰ πόδια, καὶ περπατοῦσαν μὲ κάτι σὰν ἀλαζονεία, καὶ ὅλοι ἤθελαν νὰ γίνουν σὰν τοὺς ἀνθρακωρύχους, νὰ στέκονται στὶς γωνιὲς κοιτώντας μὲ τὸ ἐχθρικό τους βλέμμα νὰ περνοῦν ἀπὸ μπροστά τους ὅλοι οἱ καθωσπρέπει, μοδάτοι ἄνθρωποι,  καὶ νὰ προσβάλλουν τὰ κορίτσια, νὰ προσβάλλουν τὴν κόρη τοῦ γιατροῦ, τὴν κόρη τοῦ δικηγόρου, τὴν κόρη τοῦ ἱεροκήρυκα καθὼς περνοῦσαν, νὰ τὶς προσβάλλουν μὲ τὸ παγωμένο βλέμμα τους γιατὶ αὐτοὶ ἦταν οἱ βασιλεῖς τοῦ κάτω κόσμου.

Οἱ βασιλεῖς τοῦ κάτω κόσμου, the kings of the underworld. Γιατὶ ὁ κάτω κόσμος ὑπῆρξε καὶ ὑπάρχει ἀκόμα. Ἀκοῦμε τὸ συγκλονιστικὸ Surfarara, τραγούδι τῶν ὀρυχείων τοῦ θείου στὴ Σικελία.  Ἀπὸ τὸν Θησαυρὸ τοῦ Alan Lomax καὶ αὐτό.

Γιὰ τοὺς βασιλεῖς τοῦ κάτω κόσμου, λοιπόν, τοὺς ἀνθρακωρύχους, ἂς ἀκούσουμε τὸν ὕψιστο ἔπαινο γιὰ τὴν προσφορά τους στὸν ἀνθρώπινο πολιτισμό, ὅπως τὸν συνέθεσε ὁ Ὄργουελ:

Ἔτσι εἶναι μ᾽ ὅλα τὰ εἴδη τῆς χειρωνακτικῆς δουλειᾶς· μᾶς κρατᾶνε στὴ ζωὴ δίχως ἐμεῖς νά ᾽χουμε ἐπίγνωση τῆς ὕπαρξής τους. Ὁ ἀνθρακωρύχος εἶναι χειρωνάκτης ἴσως περισσότερο ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλο, ὄχι μόνο γιατὶ ἡ δουλειά του εἶναι ἐξαιρετικὰ σκληρή, ἀλλὰ καὶ γιατὶ εἶναι ζωτικὰ ἀναγκαῖος καὶ ταυτόχρονα τόσο μακριὰ ἀπ᾽ τὴ ζωή μας, τόσο ἀόρατος, ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ τὸν ξεχάσουμε ὅπως τὸ αἷμα στὶς φλέβες μας. Καὶ αἰσθάνεσαι κάτα κάποιον τρόπο ταπείνωση ὅταν βλέπεις ἀνθρακωρύχους νὰ δουλεύουν. Σὲ κάνουν νὰ ἀμφιβάλλεις γιὰ μιὰ στιγμὴ γιὰ τὴ θέση σου σὰν «διανοουμένου» καὶ γενικὰ ἀνώτερου ἀνθρώπου. Γιατὶ καταλαβαίνεις, τουλάχιστον ὅση ὥρα τοὺς κοιτᾶς, ὅτι οἱ ἀνώτεροι ἄνθρωποι μποροῦν νὰ παραμένουν ἀνώτεροι μὲ τὸν ἱδρώτα καὶ μόνο τῶν ἀνθρακωρύχων. Ἐσὺ κι ἐγὼ καὶ ὁ ἐκδότης τῶν Τάιμς καὶ οἱ θηλυπρεπεῖς ποιητὲς καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τοῦ Καντέρμπουρυ καὶ ὁ Σύντροφος Χ ποὺ ἔγραψε τὸν Μαρξισμὸ γιὰ παιδιὰ – ὅλοι μας πραγματικὰ ὀφείλουμε τὴ σχετικὴ ἀξιοπρέπειά μας στοὺς δυστυχισμένους εἴλωτες κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, ποὺ μουτζουρωμένοι ὣς τ᾽ αὐτιά, μὲ τὸ λαιμό τους γεμάτο καρβουνόσκονη, μπήγουν τὸ φτυάρι τους κάτω ἀπὸ τὸ κάρβουνο μὲ τὰ ἀτσάλινα νεῦρα τῶν χεριῶν καὶ τῆς κοιλιᾶς τους [σ. 22-23].

Γιατὶ, ὅπως ἀκούσατε καὶ πρίν, τὸ βιβλίο αὐτὸ τοῦ Ὄργουελ δὲν εἶναι μόνο περιγραφὴ τῆς σκληρῆς ἐργασίας τοῦ ἀνθρακωρύχου κάτω ἀπὸ τὴ γῆ καὶ τῆς σκληρῆς ζωῆς του ἐπάνω στὴ γῆ. Εἶναι συγχρόνως καὶ ἕνας ὕμνος, ἕνα πραγματικὸ ἐγκώμιο τῆς ἐργατικῆς τάξης καὶ τῶν ἀξιῶν της.  Σὲ ἄλλο σημεῖο τοῦ βιβλίου ὁ ῎Οργουελ περιγράφει μὲ περισσὴ τρυφερότητα τὴν αἴσθηση τῆς ἀνθρώπινης ἀσφάλειας καὶ εὐτυχίας ποὺ μπορεῖ κανεὶς νὰ νιώσει, ἕνα χειμωνιάτικο βράδυ γύρω ἀπὸ τὴ φωτιά, στὸ σπίτι ἑνὸς ἐργάτη ποὺ ἔχει δουλειὰ καὶ πληρώνεται ἀξιοπρεπῶς: «μιὰ ζεστή, εὐπρεπισμένη, βαθιὰ ἀνθρώπινη ἀτμόσφαιρα, ποὺ δὲν εἶναι καὶ τόσο εὔκολο νὰ τὴ βρεῖς ἀλλοῦ», γράφει καὶ καταλήγει:

Κατὰ περίεργο τρόπο, δὲν εἶναι ὁ θρίαμβος τῆς σύγχρονης τεχνολογίας, οὔτε τὸ ραδιόφωνο, οὔτε ὁ κινηματογράφος, οὔτε τὰ 5.000 μυθιστορήματα ποὺ ἐκδίδονται κάθε χρόνο, οὔτε τὰ πλήθη στὰ γήπεδα τοῦ Ἄσκοτ, τοῦ Ἦτον καὶ τοῦ Χάροου, ἀλλὰ ἡ ἀνάμνηση τῆς σπιτικῆς ζωῆς τῶν ἐργατῶν –εἰδικὰ ὅπως τὴ γνώρισα, μερικὲς φορές, στὰ παιδικά μου χρόνια πρὶν ἀπ᾽ τὸν πόλεμο [ἐννοεῖ τὸν Πρῶτο Παγκόσμιο Πόλεμο], ὅταν ἡ Ἀγγλία ἦταν ἀκόμη πλούσια– ποὺ μοῦ θυμίζει ὅτι ὁ αἰώνας μας δὲν εἶναι ὁλότελα ἄσχημος γιὰ νὰ ζήσεις σ᾽ αὐτόν [σ. 80].

Ἦταν ὁ Merle Haggard, ἕνας ἀπὸ τοὺς κορυφαίους τῆς μουσικῆς κάντρυ καὶ εἰσηγητὴς τοῦ Bakersfield sound στὴ μουσικὴ κάντρυ ἔντ γουέστερν, ἀπὸ τὸ Μπαίηκερσφηλντ τῆς Καλιφόρνιας. Τὸ τραγούδι του, ἕνα ἐγκώμιο τοῦ ἐργαζόμενου ἀνθρώπου στοὺς τραχεῖς τόνους καὶ τὴν προφορὰ ἑνὸς λαϊκοῦ ἀνθρώπου τῶν μεσο-δυτικῶν πολιτειῶν.

6a00d8341c8d9453ef0192ac6b768b970d

 

Σ᾽ αὐτὲς τὶς τρεῖς στιγμὲς ποὺ σᾶς διάβασα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ὄργουελ θὰ προσθέσω ἄλλη μιά, τελευταία καὶ ἐμβληματική. Μὲ ἐντυπωσίασε καὶ τὴν κρατῶ στὴ φαντασία μου σὰν νὰ τὴν ἔχω δεῖ ἐγὼ ὁ ἴδιος. Ὁ Ὄργουελ βρίσκεται στὸ τραῖνο ποὺ διασχίζει ἀργὰ τὰ περίχωρα μιᾶς βιομηχανικῆς πόλης τοῦ Βορρᾶ: «ἕνα φρικιαστικὸ σκηνικὸ ἀπὸ σωροὺς βιομηχανικῶν ἀπόβλητων, καμινάδες, στοιβαγμένα παλιοσίδερα, μολυσμένα ρυάκια, μονοπάτια μὲ μαῦρα λασπόνερα, διασταυρωμένα μὲ πατημασιὲς ἀπὸ τσόκαρα» [σ. 12]. Καὶ συνεχίζει:

Στὸ πίσω μέρος ἑνὸς σπιτιοῦ, μιὰ νέα γυναίκα, γονατισμένη πάνω στὰ πετραδάκια, ἔμπηγε ἕνα ραβδὶ στὸν μολυβένιο σωλήνα τῆς ἀποχέτευσης ποὺ ἐρχόταν ἀπὸ τὸν νεροχύτη τῆς κουζίνας καὶ ποὺ εἶχε μᾶλλον φράξει. Εἶχα τὸν χρόνο νὰ προσέξω τὴ χοντρὴ ποδιά της, τὰ χοντροκομμένα της τσόκαρα, τὰ κοκκινισμένα ἀπὸ τὸ κρύο χέρια. Σήκωσε τὸ κεφάλι τὴν ὥρα ποὺ περνοῦσε τὸ τραῖνο καὶ ἡ ἀπόσταση ἦταν τόση ποὺ κατάφερα νὰ πιάσω τὸ βλέμμα της. Εἶχε ἕνα στρογγυλό, χλωμὸ πρόσωπο, τὸ συνηθισμένο πρόσωπο τοῦ κοριτσιοῦ τῆς φτωχογειτονιᾶς, ποὺ εἶναι 25 καὶ δείχνει 40 ἀπὸ τὶς ἀποβολὲς καὶ τὴ βαριὰ δουλειά˙ τὴ στιγμὴ ποὺ τὴν κοίταξα εἶχε τὴν πιὸ ἀπελπισμένη καὶ μελαγχολικὴ ἔκφραση ποὺ εἶδα ποτέ μου. Τότε σκέφτηκα πὼς κάνουμε λάθος ὅταν λέμε πὼς «δὲν εἶναι τὸ ἴδιο γι᾽ αὐτοὺς ὅπως θά ᾽ταν γιὰ μᾶς» κι ὅτι οἱ ἄνθρωποι ποὺ μεγάλωσαν στοὺς φτωχομαχαλάδες δὲν μποροῦν νὰ φανταστοῦν τίποτ᾽ ἄλλο ἔξω ἀπ᾽ αὐτούς. Γιατὶ αὐτὸ ποὺ εἶδα στὸ πρόσωπό της δὲν ἦταν ὁ ἀσυνείδητος πόνος τοῦ ζώου. Ἤξερε καλὰ τί τῆς συνέβαινε – καταλάβαινε τὸ ἴδιο καλὰ μὲ μένα τὴ φοβερὴ μοίρα αὐτοῦ ποὺ γονατίζει ἐκεῖ στὸ φριχτὸ κρύο, πάνω στὰ πετραδάκια τῆς πίσω αὐλῆς τῆς τρώγλης, μπήγοντας ἕνα ραβδὶ σ᾽ ἕνα βρωμερὸ ἀποχετευτικὸ σωλήνα [σ. 12].

Τὸ Working man blues #2, ποὺ θὰ ἀκούσουμε τώρα, ἦταν ἡ ἀπόκριση τοῦ Μπὸμπ Ντύλαν στὸν Merle Haggard: ἕνας ἄλλος, ὄψιμος ἔπαινος τοῦ ἐργαζόμενου ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν δίσκο Modern Times (Μοντέρνοι Καιροὶ) τοῦ 2006: ταιριαστὸς ἀμοιβαῖος ἀποχαιρετισμὸς γιὰ μᾶς ἐδῶ, ἀγαπητοί φίλοι, ἐν ὄψει τῆς ἐργάσιμης ἑβδομάδας ποὺ θὰ ἀκολουθήσει.

Ἦταν ἄλλη μιὰ «Κυριακὴ τοῦ ἀνθρώπου» ἀπὸ τὸ Τρίτο Πρόγραμμα καὶ τὸ τέλος μιᾶς τριμεροῦς ἀναφορᾶς στὸν Τζὼρτζ Ὄργουελ. Στὸ μικρόφωνο ὁ Διονύσης Καψάλης. Στὸν ἦχο ὁ Θανάσης Βουτέρης.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Κυριακή του ανθρώπου

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

.

 

Advertisements

Το τραγούδι της παγωνιάς

23_KOUMANTAREAS_MG_2034-960x720

Αποχαιρετισμός στον Μένη Κουμανταρέα

—του Διονύση Καψάλη—

Μετά την ευγενική παραχώρηση του υλικού από τις εκπομπές του Διονύση Καψάλη (Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2014), αναδημοσιεύουμε εδώ τα κείμενα της ενότητας «Κυριακή του ανθρώπου», συνοδευμένα από το αντίστοιχο ηχητικό αρχείο. Ευχαριστούμε τον Διονύση Καψάλη για την πρόθυμη συνεργασία με το dim/art. Καλή ανάγνωση και καλή ακρόαση!  

Σήμερα, το πρώτο μέρος της τέταρτης εκπομπής, Κυριακὴ 14 Δεκεμβρίου 2014.

* * *

Κυριακὴ τοῦ ἀνθρώπου πάλι ἐδῶ στὸ Τρίτο Πρόγραμμα.  Πρὶν ἀπ᾽ ὁτιδήποτε ἄλλο ἀπόψε, προέχει καὶ προηγεῖται ἕνας ἀποχαιρετισμὸς στὸν Μένη Κουμανταρέα, τὸν σπουδαῖο συγγραφέα, τὸν μυθιστοριογράφο ποὺ ἀξιώθηκε ἡ πολύπαθη πόλη μας, ἡ Ἀθήνα. Μυθιστοριογράφος Ἀθηναῖος ἦταν ὁ Μένης Κουμανταρέας, κι ἂς μὴν τὸν ἐνθουσίαζε τὸν ἴδιον ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτός· μυθοστοριογράφος Ἀθηναῖος μ᾽ ἕναν τρόπο ποὺ δὲν ὑπῆρξε κανεὶς ἄλλος τῆς δικῆς του ἢ ὅποιας ἄλλης μεταγενέστερης γενιᾶς. Ἡ φρίκη καὶ ὁ ἀποτροπιασμὸς γιὰ τὸν αἰσχρό του φόνο θὰ μᾶς συνοδεύει γιὰ πολὺ καιρό. Καὶ ἡ θλίψη γιὰ τὴν ἀπώλειά του. Σᾶς διαβάζω ἀπὸ τὸ τελευταῖο του βιβλίο, ποὺ τιτλοφορεῖται Ὁ θησαυρὸς τοῦ χρόνου· σᾶς διαβάζω τὸ τέλος, ποὺ ἀκούγεται τώρα πιὰ καὶ σὰν ἀποχαιρετισμὸς στὸ γράψιμο, γιὰ νὰ μὴν πῶ καὶ στὴ ζωή.

Ξαφνικὰ ἕνας ἦχος κόβει τὴ σιωπὴ στὰ δυό. Κάποιος χτυπᾶ τὴν πόρτα ἢ μοῦ φαίνεται; Ποιὸς νά ᾽ναι τέτοια ὥρα νυχτιάτικα, ἄκουσα καλά; [. . . ] Στήνω αὐτὶ μέσα στὴ νύχτα. Αὐτὲς οἱ ἀνήσυχες νύχτες ποὺ ἡ πόλη μου περνάει τὰ τελευταῖα χρόνια, ἄνθρωποι ποὺ τρυπιοῦνται, ἄλλοι ποὺ παίζουν μὲ σουγιάδες κι ἄλλοι ποὺ ψάχνουν στὰ σκουπίδια, σκουπίδια οἱ ἴδιοι. Νύχτες ποὺ στέλουν σκιὲς ἀπρόσκλητες νὰ ταράξουν τὸν ὕπνο τῶν ἀθώων. Ἄραγε, ὑπάρχουν ἀθῶοι ἀκόμα; Ἀκούω τώρα τὰ χτυπήματα ὁλοκάθαρα σὲ τακτὰ διαστήματα, σὰν χτύποι σφυριοῦ σὲ δημοπρασία ποὺ κατοχυρώνουν κάτι φριχτό. Λὲς νά ᾽ναι ἀπέθαντοι βρικόλακες ποὺ κυκλοφοροῦν μέρα μεσημέρι; Ἢ μήπως ἀνάλγητοι χρηματιστὲς καὶ κούφιοι οἰκονομολόγοι, αὐτοὶ κι ἂν πίνουν αἷμα! [. . . ] Παρ᾽ ὅλα αὐτὰ σκύβω καὶ κοιτάζω μέσα ἀπὸ τὶς γρίλιες. Θὰ στοιχημάτιζα ὅτι κάποιος βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι μου. Δὲν γελιέμαι. Κι ἂς μὴν τὸν βλέπω, ἐκεῖνος σκάβει. Μήπως, μὲ τὸ ποὺ ἀνοίξω τὴν ἐξώπορτα, περιμένει νὰ πέσω μέσα σούμπιτος; Κι ἄν, πάλι, καιροφυλακτοῦν οἱ λεμφαδένες καὶ σφυροκοποῦν, ἕτοιμοι νὰ κατακλύσουν τὸ κορμί μου ξανά, ὅπως προφήτεψε τὸ τσιμπλιάρικο ἀγόρι; Μήπως αὐτὸ ἐννοοῦσε μὲ τὴν ἡμερομηνία τοῦ θανάτου μου; Ὅ,τι καὶ νὰ συμβαίνει, πολὺ ἀργά. Ὅπου νά ᾽ναι φτάνω στὸ τέλος τῆς ἱστορίας μου ἢ αὐτὸ τέλος πάντων ποὺ θεωρεῖται τέλος.

Ἄραγε, σκέφτομαι πάλι, λὲς νὰ εἶναι ἐκεῖνος ὁ ἴδιος ὁ σκαφτιὰς ποὺ ἄκουσα τὴν ἱστορία του ἕνα βροχερὸ βράδυ στὸ «Παραμύθι», τὸ στέκι τῶν ναυαγισμένων, ὅπως τὸ ὀνομάζω, στὴ γειτονιά μου; Καθόλου δὲν ἀποκλείεται. Καμιὰ φορά, ἐκεῖ ποὺ δὲν τὸ περιμένεις, τὰ παραμύθια ζωντανεύουν. Ἄραγε, ὅμως, γιατί σκάβει; Προφανῶς γιὰ νὰ βρεῖ . . . ἕναν θησαυρό, συμπληρώνω σὰν αὐτόματο ποὺ τοῦ πέταξαν ἕνα νόμισμα στὴ σχισμή. Ὅμως τί εἴδους θησαυρό; Ποιὸς θ᾽ ἀπαντήσει στὴν ἐρώτηση αὐτή, ὁ κύριος Προφέσορας ἢ ἡ Λιλή;

Πέφτω στὸ κρεβάτι. Ὅπου νά ᾽ναι θὰ ἔρθει τὸ γλυκὸ ἀγόρι, ὁ Μορφέας, νὰ μοῦ τὸ ψιθυρίσει στὸ αὐτί. Ὑπὸ τὸν ὅρο νὰ μὴν τὸ πῶ σὲ κανέναν ἄλλο. Κι ὣς τότε ὑπάκουος κλείνω τὰ μάτια, μαζὶ καὶ τὰ κιτάπια μου. Ὣς ἐδῶ, παλιὰ συνάδελφε καὶ ἀδελφέ μου, ἔχε γειά.

Θ᾽ ἀκούσουμε τώρα τὸ περίφημο Cold Song, τὸ «Τραγούδι τῆς παγωνιᾶς», ἀπὸ τὴν ὄπερα King Arthur, Βασιλιὰς Ἀρθοῦρος, τοῦ Χένρυ Πέρσελ (Henry Purcell), σὲ στίχους τοῦ Τζὼν Ντράιντεν (John Dryden). Θὰ τὸ ἀκούσουμε ὅπως τὸ ἀναφέρει ὁ Κουμανταρέας στὸ βιβλίο του, «τραγουδισμένο ὑπέροχα ἀπὸ ἕναν στὰρ τῆς ρόκ, τὸν Sting» [σ. 217]. Ἡ μετάφραση τῶν στίχων ποὺ θὰ σᾶς διαβάσω εἶναι κι αὐτὴ τοῦ Μένη Κουμανταρέα, ἀπὸ τὸ τελεταῖο βιβλίο του, Ὁ θησαυρὸς τοῦ χρόνου.

Ποιὰ δύναμη εἶσαι ἐσὺ ἀπὸ τὰ βάθη
ποὺ μ᾽ ἔκανες νὰ σηκωθῶ ἀργὰ
καὶ παρὰ τὴ θέλησή μου
ἀπὸ τὶς κλίνες τοῦ παντοτινοῦ χειμώνα;
Δὲν τηρᾶς πόσο ἄκαμπτος, πόσο ἄκαμπτος
καὶ φορτωμένος χρόνους εἶμαι,
μακριὰ ἀπ᾽ τὸ ν᾽ ἀντέξω τὴν ἄγρια παγωνιά;
Μόλις καὶ μετὰ βίας μπορῶ νὰ κινηθῶ καὶ ν᾽ ἀναπνεύσω,
ἄσε με, ἄσε με ξανὰ στὸ ψύχος τοῦ θανάτου.

What power art thou,
Who from below,
Hast made me rise,
Unwillingly and slow,
From beds of everlasting snow!
See’st thou not how stiff,
And wondrous old,
Far unfit to bear the bitter cold.
I can scarcely move,
Or draw my breath,
I can scarcely move,
Or draw my breath.
Let me, let me,
Let me, let me,
Freeze again…
Let me, let me,
Freeze again to death!

Ἦταν ὁ Sting ποὺ τραγούδησε τὸ «Τραγούδι τῆς παγωνιᾶς» ἀπὸ τὸν Βασιλιὰ Ἀρθοῦρο τοῦ Χένρυ Πέρσελ. Στὴ μνήμη τοῦ Μένη Κουμανταρέα.

* * *

Winter

Εικόνα εξωφύλλου: Σαλβαδόρ Νταλί, Χειμώνας

23_KOUMANTAREAS_MG_2034-960x720

Φωτογραφία Μένη Κουμανταρέα: 
Ανδρέας Σιμόπουλος / FOSPHOTOS (πηγή: popaganda)

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Κυριακή του ανθρώπου

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

Ο ισπανικός εμφύλιος

—του Διονύση Καψάλη—

Μετά την ευγενική παραχώρηση του υλικού από τις εκπομπές του Διονύση Καψάλη (Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2014), αναδημοσιεύουμε εδώ τα κείμενα της ενότητας «Κυριακή του ανθρώπου», συνοδευμένα από το αντίστοιχο ηχητικό αρχείο. Ευχαριστούμε τον Διονύση Καψάλη για την πρόθυμη συνεργασία με το dim/art. Καλή ανάγνωση και καλή ακρόαση!  

Σήμερα, το τρίτο μέρος της τρίτης εκπομπής, Κυριακὴ 7 Δεκεμβρίου 2014.

* * *

Γιὰ «χαρακώματα γεμάτα ποιητές», trenches full of poets, τραγουδοῦσαν καὶ οἱ Κλὰς στὸ Spanish bombs, «Ἰσπανικὲς βόμβες», ἕνα ἀπὸ τὰ τραγούδια τοῦ δίσκου τους London Calling τοῦ 1979 – ἕνα τραγούδι, εἶμαι σίγουρος, ποὺ φέρει μέσα του τὸ ἀποτύπωμα τοῦ ῎Οργουελ.

Ὁ Ἰσπανικὸς ἐμφύλιος πόλεμος εἶναι ἕνα κεφάλαιο τῆς εὐρωπαϊκῆς ἱστορίας στὸ ὁποῖο θὰ ἐπιστρέφουμε, ξανὰ καὶ ξανά. Θὰ ἐπιστρέφουμε φέρνοντας μαζί μας νέες ἀπορίες, νέα ἐρωτήματα, ὅσα θὰ γεννάει ὁ δικός μας κόσμος καὶ ἡ δική μας ἐποχή. Νομίζω ὅτι ὁ θαυμασμός μας γιὰ τοὺς Ἰσπανοὺς ποὺ ὑπερασπίστηκαν μέχρι θανάτου τὴ δημοκρατία τους καὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ συνέρρευσαν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου καὶ συγκρότησαν τὶς διεθνεῖς ταξιαρχίες – ὁ θαυμασμός μας γιὰ αὐτὴ τὴ μοναδική, ὅπως εἶπα, ἐποχὴ συλλογικῆς δράσης καὶ ἀλληλεγγύης θὰ παραμείνει ἀμείωτος, ὅσες σκιὲς ἢ σκοτεινὲς πτυχὲς κι ἂν φέρει στὸ φῶς ἡ ἱστορικὴ ἔρευνα.

¡No_pasarán!_Madrid

Ἀμείωτη θὰ παραμείνει καὶ ἡ φρίκη γιὰ ὅποιον θὰ σκύψει ἀπροκατάληπτα νὰ μελετήσει αὐτὸν τὸν πόλεμο: γιὰ τὴν ὀργανωμένη βάναυση δολοφονία μιᾶς νόμιμα ἐκλεγμένης δημοκρατίας, γιὰ τόσα κορμιά, τόσες ἀνθρώπινες ψυχὲς ποὺ ἄλεσε ἡ φασιστικὴ καὶ ναζιστικὴ πολεμικὴ μηχανή, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ὑποκριτικὴ στάση τῆς ὑπόλοιπης δημοκρατικῆς Εὐρώπης. Γιὰ τὸ τελευταῖο, θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς διαβάσω δυὸ λόγια ἀπὸ ἕναν παρατηρητὴ ποὺ μπορεῖ, νομίζω, νὰ λογαριάζεται οὐδέτερος πέραν πάσης ὑποψίας. Εἶναι ὁ Ἄγγλος φιλόσοφος Κόλινγουντ (R. G. Collingwood), καὶ τὸ ἀπόσπασμα ποὺ θὰ σᾶς διαβάσω προέρχεται ἀπὸ τὸ τελευταῖο κεφάλαιο τῆς Αὐτοβιογραφίας του, ὅπως μεταφράστηκε στὰ ἑλληνικὰ ἀπὸ τὸν Ξενοφώντα Κομνηνὸ καὶ κυκλοφορεῖ ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Ἴνδικτος. Ὑπενθυμίζω ὅτι τὰ λόγια αὐτὰ γράφονται τὸ 1938, προτοῦ ἡ ἀγγλικὴ πολιτικὴ βγεῖ ἀπὸ τὸν λήθαργό της καὶ ἀντιμετωπίσει σοβαρὰ τὴ ναζιστικὴ ἀπειλή.

spanish-civil-war-header

Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη θεωροῦσα ἁπλῶς κωμικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἀγγλικὲς ἐφημερίδες ἦταν τόσο κακὰ πληροφορημένες γιὰ τὸ τί συνέβαινε στὴν Ἰσπανία. Δὲν μοῦ πέρασε ἀπὸ τὸ νοῦ ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἐξήγηση. Δὲν γνωρίζω ποιὰ εἶναι ἡ ὀρθή. Εἴτε ἦταν ἁπλῶς συμπτωματικό, ὅτι ἡ ἐπιδημία αὐτὴ δημοσιογραφικῆς ἄγνοιας προετοίμασε τὸν δρόμο γιὰ τὴν πολιτικὴ μὲ τὴν ὁποία ἀργότερα, τὸ μεγαλύτερο τμῆμα τοῦ ἀγγλικοῦ Τύπου (ἐνεργώντας κατόπιν κυβερνητικῶν ἐντολῶν, ὅπως ὑποπτεύεται εὐλόγως κανεὶς ) ἐξαπάτησε σκόπιμα τοὺς ἀναγνῶστες του γιὰ τὸν χαρακτήρα τῆς ἰσπανικῆς δημοκρατίας, εἴτε ἤδη τὸ 1931 ἡ πολιτικὴ αὐτὴ ἦταν ἐπὶ τῷ ἔργῳ καὶ οἱ ἐντολὲς εἶχαν ἐνδεχομένως δοθεῖ.

Λίγα χρόνια ἀργότερα ἄρχισε ὁ ἰσπανικὸς ἐμφύλιος πόλεμος. Ἦταν μιὰ ἀνταρσία τῶν καθαιρεμένων στρατιωτικῶν ἀφεντικῶν κατὰ τοῦ δημοκρατικοῦ καθεστῶτος ποὺ τοὺς εἶχε παραγκωνίσει: ἡ ἀνταρσία τοῦ στρατοῦ ἑνὸς ἔθνους κατὰ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ τοῦ ἔθνους καὶ τῆς ὀρθὰ συγκροτημένης κυβέρνησής του˙ καὶ λέγοντας ὀρθὰ συγκροτημένης, ἐννοοῦμε σύμφωνα μὲ τὶς ἀγγλικὲς ἰδέες. Κάθε Ἄγγλος ποὺ πίστευε στὴν ἀγγλικὴ πολιτικὴ παράδοση, ἂν γνώριζε τὴν ἀλήθεια θὰ ἐπιθυμοῦσε νὰ βοηθήσει τὴν ἰσπανικὴ κυβέρνηση κατὰ τῶν στασιαστῶν. Καὶ πολὺ λίγη βοήθεια ἦταν ἀπαραίτητη˙ μόνο μιὰ καθαρὴ μάχη. Ἂν ἡ κυβέρνηση μποροῦσε ἁπλῶς νὰ αὐτοσχεδιάσει καὶ νὰ ἐξοπλίσει ἕναν στρατό, ἡ τύχη τῶν στασιαστῶν θὰ εἶχε κριθεῖ.

spanish-civil-war-1936-granger

Ἡ βρετανικὴ «ἐθνικὴ» κυβέρνηση δὲν ἄφησε νὰ γίνει αὐτό. Υἱοθέτησε καὶ ἐπέβαλε καὶ σὲ ἄλλα ἔθνη μιὰ πολιτικὴ «μὴ παρέμβασης», ἡ ὁποία σήμαινε ὅτι ἀπαγόρευε τὴν εἴσοδο μαχητῶν καὶ πολεμοφοδίων στὴν Ἰσπανία. Ἂν σὲ μιὰ συγκεκριμένη χώρα, τώρα, ὁ στρατὸς ἔχει στασιάσει ἐναντίον μιᾶς ἄοπλης κυβέρνησης ποὺ προσπαθεῖ νὰ ἐξοπλισθεῖ γιὰ τὴν δική της ἄμυνα, δὲν χρειάζεται μεγάλη διεισδυτικότητα γιὰ νὰ δεῖ κανεὶς ὅτι ἕνα ἐμπάργκο στὴν εἰσαγωγὴ ὅπλων στὴν χώρα αὐτὴ ἀποτελεῖ πράξη βοηθείας πρὸς τοὺς στασιαστές. Ἄνθρωποι στὴν Ἀγγλία ἔβλεπαν ὅτι ἡ κυβέρνησή τους, κάτω ἀπὸ τὴ μάσκα τῆς «μὴ παρέμβασης», παρενέβαινε καὶ μάλιστα ἐνεργητικά, στὸ πλευρὸ τῶν στασιαστῶν˙ ἔτσι, γιὰ νὰ τοὺς κλείσουν τὸ στόμα, ἄρχισε μιὰ ἐκστρατεία τοῦ Τύπου, ἐπαναλαμβάνοντας τὶς ἱστορίες περὶ Κομμμουνισμοῦ καὶ ἀγριοτήτων, τὸ ἀσύστατο τῶν ὁποίων ἤμουν σὲ θέση νὰ βεβαιώσω λίγα χρόνια πρίν. Ἦταν ἐπιτυχής. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ πιστεύουν στὴν ἀγγλικὴ πολιτικὴ παράδοση δὲν συμπαθοῦν τὸν Κομμουνισμὸ καὶ δὲν ἐγκρίνουν τὶς ἀγριότητες. Ἡ συμπάθεια ἀπέναντι στὴν ἰσπανικὴ κυβέρνηση ἔφθινε ὁρατά. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἔλεγε ὁ κόσμος, ὅτι αὐτὸ ποὺ ἔδινε ἀέρα στὰ πανιὰ τῶν στασιαστῶν κατὰ τῆς κυβέρνησης ἦταν ἡ ὑποκριτικὴ φάρσα τῆς «μὴ παρέμβασής» μας˙ μήπως ὅμως ὑπῆρχε κανεὶς ποὺ νὰ ἤθελε πραγματικὰ νὰ νικήσει ἡ κυβέρνηση;

Ὅλοι γνώριζαν ὅτι ὁ στασιαστὴς ἡγέτης [δηλ. ὁ Φράνκο] ἦταν ὄργανο τοῦ ἰταλοῦ καὶ τοῦ γερμανοῦ δικτάτορα˙ καὶ ὅτι αὐτοί, παρὰ τὴν ὅποια ὑποστήριξη στὰ λόγια ποὺ προσέφεραν στὴν πολιτικὴ τῆς «μὴ παρέμβασης», τὸν τροφοδοτοῦσαν συνεχῶς μὲ ἄνδρες  καὶ πυρομαχικά. Ὅλοι γνώριζαν ὅτι πράττοντας ἔτσι εἶχαν ἀλλάξει τὴν στρατηγικὴ κατάσταση στὴν Μεσόγειο σὲ μεγάλο βαθμὸ πρὸς τὸ χειρότερο, ἀπὸ βρετανικῆς σκοπιᾶς. Ἂν ὅμως κανεὶς ἔκανε κάποια νύξη γι᾽ αὐτά, ἡ βρετανικὴ «ἐθνικὴ» κυβέρνηση ἀπαντοῦσε: «Νὰ μᾶς ἔχετε ἐμπιστοσύνη˙ ξέρουμε τί κάνουμε˙ σᾶς ἔχουμε προσφέρει εἰρήνη». Κι αὐτὸ εἶχε ἐπιτυχία, γιὰ ἄλλη μιὰ φορά. Τὸ ἐκλογικὸ σῶμα ἦταν πρόθυμο νὰ ἀνεχθεῖ σχεδὸν τὰ πάντα προκειμένου νὰ ἀποτραπεῖ ὁ πόλεμος. Καμμία ἀπόδειξη δὲν δόθηκε, ὅμως, οὔτε τότε οὔτε ἀργότερα, ὅτι ὄντως εἶχε ἀποτραπεῖ. [ . .  . ] Καμμία ἀπόδειξη δὲν δόθηκε ὅτι ἡ βρετανικὴ κυβέρνηση θὰ εἶχε θέσει σὲ κίνδυνο τὴν εἰρήνη ἀποφεύγοντας ἁπλῶς τὶς ἐνέργειες ἐκεῖνες μὲ τὶς ὁποῖες νόμιμα ἢ παράνομα ἀπαγόρευσε στοὺς ὑπηκόους της νὰ καταταγοῦν στὴν ὑπηρεσία τῆς ἰσπανικῆς κυβέρνησης.

guernica3

Δικαίως ὁ Ἰσπανικὸς Ἐμφύλιος Πόλεμος χαρακτηρίζεται ἀπὸ κάποιους ἱστορικοὺς σὰν μιὰ μορφὴ γενικῆς δοκιμῆς γιὰ τὸ μακελειὸ ποὺ θὰ ἀκολουθοῦσε ἀμέσως μετά. Αὐτὸ ποὺ θὰ χαρακτήριζε μεταξὺ ἄλλων τὸν Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Τόνυ Τζὰντ (Tony Judt): οἱ τρομακτικές, σὲ σχέση μὲ κάθε ἄλλο πόλεμο στὴν ἱστορία, ἀπώλειες μεταξὺ τῶν ἄμαχων πολιτῶν, 19 ἑκατομμύρια νεκροί. Αὐτὸς ὁ ὁλοκληρωτικὸς πόλεμος, ποὺ δὲν ἔκανε καμιὰ διάκριση μεταξὺ ἐνόπλων καὶ ἀόπλων, ἐκεῖ, στὴν Ἰσπανία, δοκιμάστηκε γιὰ πρώτη φορά, ἐκεῖ ἔδειξε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ ἀποτρόπαιο πρόσωπό του, ὅταν ὁ μαῦρος ὄλεθρος τῆς Luftwaffe, ἡ Λεγεώνα Κόνδωρ, ἄρχισε νὰ πέφτει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ νὰ ἰσοπεδώνει ὁλόκληρα χωριά. Μνημεῖο ἐσαεὶ αὐτῆς τῆς πρωτοφανοῦς στὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου σφαγῆς, ἕνας πίνακας ζωγραφικῆς: ἡ Γκουέρνικα τοῦ Πικάσο – ἢ Γκερνίκα, ὅπως μάθαμε τώρα πιὰ νὰ τὴν προφέρουμε σωστά. Ὁ ὑπεύθυνος αὐτοῦ τοῦ ὁλοκαυτώματος, ὁ μετέπειτα Στρατάρχης Βόλφραμ φὸν Ρίχτχόφεν, πέθανε ἀπὸ ἐγκεφαλικὸ τὸν Ἰούλιο τοῦ 1945, χωρὶς νὰ  δικαστεῖ ποτὲ γιὰ ἐγκλήματα πολέμου.

Ἀκούσαμε ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ γνωστὰ τραγούδια τοῦ Ἰσπανικοῦ Ἐμφυλίου Πολέμου: Anda jaleo, ἕνα ποίημα τοῦ Federico Garcia Lorca, ποὺ μὲ αὐτὴ τὴ μελωδία φλαμένκο ἀποτέλεσε ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ πολυτραγουδημένα canciones τῶν δημοκρατικῶν. Τὸ ἔκανε διάσημο ἡ φωνὴ τῆς περίφημης τραγουδίστριας καὶ χορεύτριας La Argentinita, ψευδώνυμο τῆς Encarnacion Lopez Julvez, συνεργάτιδας τοῦ Λόρκα καὶ ἐρωμένης τοῦ Ignacio Sanchez Mejias. Θὰ τὸν θυμᾶστε, ἀσφαλῶς, ἀπὸ τὸν Θρῆνο τοῦ Λόρκα ποὺ φέρει τὸ ὄνομά του, ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ ποιήματα ποὺ γράφτηκαν γιὰ τὸ θάνατο τοῦ περίφημου αὐτοῦ ταυρομάχου τὸ 1934. Ἀκοῦστε καὶ μιὰ ἀπὸ τὶς πολλὲς μεταπλάσεις τοῦ τραγουδιοῦ στὸν Ἰσπανικὸ Ἐμφύλιο: El quinto regimiento, «Τὸ πέμπτο σύνταγμα», οἱ ὑπερασπιστὲς τῆς Μαδρίτης.

Στὸν Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, ποὺ ἐκτελέστηκε ἐν ψυχρῶ στὴ Γρανάδα τὸν Αὔγουστο τοῦ 1936, σὲ ἡλικία μόλις 38 ἐτῶν, σ᾽ αὐτὸν τὸν μοναδικὸ λυρικὸ ποιητὴ καὶ θεατρικὸ συγγραφέα, ἔλαχε ὁ κλῆρος νὰ ἀποτελέσει, μετὰ θάνατον, τὸ σύμβολο τῆς ἀδικοχαμένης δεύτερη ἰσπανικῆς δημοκρατίας. Ἡ παρουσία του στὰ ἑλληνικὰ γράμματα θὰ ἀποτελοῦσε ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ πλούσια καὶ πιὸ συγκινητικὰ κεφάλαια μιᾶς συγκριτικῆς ἱστορίας τῆς ἑλληνικῆς λογοτεχνίας. Δύο νύξεις μόνο σ᾽ αὐτὴν τὴν ἐκπομπή,  προτοῦ ξαναπιάσουμε τὸ κύριο θέμα μας, τὸν Τζὼρτ Ὄργουελ. Εἶναι πραγματικὰ ἀδύνατο νὰ περάσει ἀπὸ κάπου ἡ σκιὰ τοῦ Λόρκα χωρὶς νὰ προσπαθήσεις νὰ τὴν κρατήσεις λίγο, νὰ τὴν κάνεις νὰ μιλήσει.

download

Ἀντιγράφω πρῶτα ἀπὸ τὸ Χρονολόγιο Στρατῆ Τσίρκα, ποὺ τὸ ἔχει συντάξει ἡ Χρύσα Προκοπάκη. Τὸ 1937, 13-18 Ἰουλίου, ὁ Στρατὴς Τσίρκας βρίσκεται στὸ Παρίσι καὶ παίρνει μέρος στὸ Β´ Διεθνὲς Συνέδριο Συγγραφέων γιὰ τὴν Ὑπεράσπιση τῆς Κουλτούρας ἐναντίον τοῦ Φασισμοῦ. Ἐκεῖ, μαζὶ μὲ τὸν Λάνγκστον Χιούς, γράφει τὸν «Ὅρκο» τῶν ποιητῶν στὸν Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα: « . . . τ᾽ ὄνομά σου νὰ μὴν ξεχαστεῖ ποτὲς πάνω στὴ γῆς, / κι ὅσο ὑπάρχει τυραννία καὶ καταπίεση, / στ᾽ ὄνομά σου / νὰ τὶς πολεμοῦμε / ὄχι μονάχα μὲ τὸ λόγο / μὰ καὶ μὲ τὴ ζωή μας».

Ἦταν ἡ Φλέρυ Νταντωνάκη στὸ τραγούδι τοῦ Μάνου Χατζιδάκι ἀπὸ τὸν Ματωμένο Γάμο τοῦ Λόρκα σὲ μετάφραση τοῦ Νίκου Γκάτσου. Γιατὶ δὲν θὰ μποροῦσε βέβαια νὰ λείπουν ὁ Μάνος Χατζιδάκις καὶ ὁ Νίκος Γκάτσος ὅταν ἀναφέρεται τὸ ὄνομα τοῦ Λόρκα στὰ ἑλληνικά. Μάνος Χατζιδάκις, εἴκοσι χρόνια ἀπὸ τὸ θάνατό του.

lorca-y-dalc3ad

Λόρκα και Νταλί

Τὸ 1946, ὁ Στρατὴς Τσίρκας ἐκδίδει στὴν Ἀλεξάνδρεια Τὸ Ἰσπανικὸ Ὀρατόριο, ὅπως μοῦ θύμισε ὁ φίλος Γιάννης Παπαθεοδώρου. Σᾶς διαβάζω δύο στροφές του.

Τόσες κραυγὲς καὶ κατάρες καὶ τόσες
μανάδες τρελὲς κι ἀξεδίψαστες κόρες
καὶ χέρια κομμένα καὶ μάτια περίτρομα
στοὺς ἀμείλιχτους καρφωμένα οὐρανούς,
πικράναν τὸ ψωμί ποὺ τρῶμε
θολῶσαν τὸ νερὸ ποὺ πίνουμε
καὶ σπάσαν τὸ λαγήνι τῶν ὀνείρων μας.
[. . . ]
Θέλω νὰ πῶ: ἡ ζωή μας
εἶναι σημαδεμένη τώρα μὲ σινιάλα
σὰν ἐφιαλτική κι ἀτέλειωτη λεωφόρο.
Ἰρούν, Τολέντο, Μάλαγκα, Ἀλμερία,
Μπανταχόθ, Μπιλμπάο, Γκιχόν,
Βαρκελώνη, Χερόνα, Φιγκουέρας,
Μαδρίτη, Μαδρίτη, Μαδρίτη…
Ἀνάμεσα μας μπλέχτηκε
σὰν τὸ φτενὸ στημόνι τῆς ἀράχνης
ὁ δακρυσμένος μας ἔρωτας.
Τὰ χρόνια θὰ περάσουν, θὰ λέμε:
Τὴ μέρα τοῦ ξολοθρεμοῦ τῆς Γκουέρνικας
στεφανωθήκαμε.
Κι ὁ νοῦς μας θὰ πηγαίνει
ὄχι στὰ λεμονάνθια καὶ τὸ ρύζι
ἀλλὰ στὰ πτώματα.

157447-ispanikos_emphulios0011405423227

Έλληνες εθελοντές

Γιὰ τοὺς Ἕλληνες ἐθελοντὲς στὸν Ἰσπανικὸ Ἐμφύλιο Πόλεμο ὑπάρχει μιὰ σχετικὴ μελέτη τοῦ Δημήτρη Παλαιολογόπουλου, ἐξαντλημένη, νομίζω, ἀπὸ καιρό. Ὑπολογίζεται ὅτι κάπου 250 μὲ 300 συμπατριῶτες μας πῆραν μέρος στὶς Διεθνεῖς Ταξιαρχίες, οἱ περισσότεροι προερχόμενοι ἀπὸ τὶς ΗΠΑ καὶ τὴ Γαλλία, καὶ ἕνα φεγγάρι συγκροτήθηκε καὶ ἑλληνικὸς λόχος φέρων τὸ ὄνομα τοῦ Νίκου Ζαχαριάδη καὶ τοῦ Ρήγα Φεραίου.

᾽Ακούσαμε τὴ Μαρία Φαραντούρη στὸ τραγούδι τοῦ Μίκη Θεοδωράκη «Παντέρμη» ἀπὸ τὸ Romancero Gitano (1928) τοῦ Federico Garcia Lorca, ὅπως τὸ μετέφρασε ὁ ᾽Οδυσσέας Ἐλύτης. Σὰν ἕνα ἀκόμη τεκμήριο τῆς παρουσίας τοῦ Λόρκα στὴν ποίησή μας, ἕνα ἀκόμη δεῖγμα τῆς ἰδιαίτερης συγκίνησης ποὺ ἀκούει στὸ ὄνομα Λόρκα, θὰ σᾶς διαβάσω τὸ ὑπέροχο ποίημα τοῦ Νίκου Καββαδία «Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα», ποὺ πρωτοδημοσιεύτηκε στὰ Ἐλεύθερα Γράμματα τὸ 1945. Ἡ χρονικὴ στιγμὴ καὶ τὸ ἔντυπο δὲν εἶναι ἀσφαλῶς τυχαῖα.

«Federico García Lorca»

                                       Στὸ Θανάση Καραβία

Ἀνέμισες γιὰ μιὰ στιγμὴ τὸ μπολερὸ
καὶ τὸ βαθὺ πορτοκαλί σου μεσοφόρι.
Αὔγουστος ἤτανε δὲν ἤτανε θαρρῶ,
τότε ποὺ φεύγανε μπουλούκια οἱ Σταυροφόροι.

Παντιέρες πάγαιναν τοῦ ἀνέμου συνοδιὰ
καὶ ξεκινοῦσαν οἱ γαλέρες τοῦ θανάτου.
Στὸ ρωγοβύζι ἀνατριχιάζαν τὰ παιδιὰ
κι ὁ γέρος ἔλιαζε ἀκαμάτης τ’ ἀχαμνά του.

Τοῦ ταύρου ὁ Πίκασσο ρουθούνιζε βαριὰ
καὶ στὰ κουβέλια τότε σάπιζε τὸ μέλι.
Τραβέρσο ἀνάποδο –πορεία πρὸς τὸ Βοριά.
Τράβα μπροστὰ –ξοπίσω ἐμεῖς –καὶ μὴ σὲ μέλει.

Κάτου ἀπ’ τὸν ἥλιο ἀναγαλλιάζαν οἱ ἐλιὲς
καὶ φύτρωναν μικροὶ σταυροὶ στὰ περιβόλια.
Τὶς νύχτες στέρφες ἀπομέναν οἱ ἀγκαλιὲς
τότες ποὺ σ’ ἔφεραν, κατσίβελε, στὴ μπόλια.

Ἀτσίγγανε κι Ἀφέντη µου, μὲ τί νὰ σὲ στολίσω;
Φέρτε τὸ μαυριτάνικο σκουτὶ τὸ πορφυρό.
Στὸν τοῖχο τῆς Καισαριανῆς μᾶς φέραν ὰπὸ πίσω
κι ἴσα ἕν’ ἀντρίκιο ἀνάστημα ὑψῶσαν τὸ σωρό.

Κοπέλες ἀπ’ τὸ Δίστομο φέρτε νερὸ καὶ ξύδι.
Κι ἀπάνω στὴ φοράδα σου δεμένος σταυρωτὰ
σύρε γιὰ κεῖνο τὸ στερνὸ στὴν Κόρδοβα ταξίδι,
μέσα ἀπ’ τὰ διψασμένα της χωράφια τ’ ἀνοιχτά.

Βάρκα τοῦ βάλτου ἀνάστροφη, φτενή, δίχως καρένα.
Σύνεργα ποὺ σκουριάζουνε σὲ γύφτικη σπηλιά.
Σμάρι κοράκια νὰ πετοῦν στὴν ἔρημην ἀρένα
καὶ στὸ χωριὸ νὰ οὐρλιάζουνε τὴ νύχτα ἑφτὰ σκυλιά.  

Córdoba. / Lejana y sola. «Κόρδοβα./Μακρινὴ καὶ μόνη». Ἀκοῦμε τὴ φωνὴ τοῦ Λόρκα, σὲ μιὰ σπάνια ἠχοχράφηση. Ἔπειτα, τὸν Λεονάρδο Κοὲν στὸ τραγούδι Take this waltz, βασισμένο στὸ Pequeño vals vienés τοῦ Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.

Ἡ σκιὰ τοῦ Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα καὶ ὁ Ἰσπανικὸς Ἐμφύλιος μᾶς παρέσυραν καὶ ξεστρατίσαμε κάπως ἀπὸ τὸ κύριο θέμα ἀποψινῆς τῆς ἐκπομπῆς, τὸν Τζὼρτζ Ὄργουελ. Μὲ τὸ ἀφιέρωμά μας θὰ συνεχίσουμε καὶ θὰ τελειώσουμε, κατὰ πάσα πιθανότητα, τὴν ἐρχόμενη ἑβδομάδα, καθὼς θὰ φαίνονται στὸ βάθος οἱ φετινὲς γιορτές, λίγο ξεθωριασμένες, σὰν παλιὲς οἰκογενειακὲς φωτογραφίες. Στὸ μικρόφωνο ἦταν ὁ Διονύσης Καψάλης. Στὸν ἦχο ὁ Θανάσης Κώστας.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Κυριακή του ανθρώπου

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

Ιμπεριαλισμός, φασισμός, σταλινισμός

1984 and Orwell COVER

—του Διονύση Καψάλη—

Μετά την ευγενική παραχώρηση του υλικού από τις εκπομπές του Διονύση Καψάλη (Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2014), αναδημοσιεύουμε εδώ τα κείμενα της ενότητας «Κυριακή του ανθρώπου», συνοδευμένα από το αντίστοιχο ηχητικό αρχείο. Ευχαριστούμε τον Διονύση Καψάλη για την πρόθυμη συνεργασία με το dim/art. Καλή ανάγνωση και καλή ακρόαση!  

Σήμερα, το δεύτερο μέρος της τρίτης εκπομπής, Κυριακὴ 7 Δεκεμβρίου 2014.

* * *

Σὲ τὶ συνίσταται ἡ ἀξία τοῦ Ὄργουελ; – ἀναρωτηθήκαμε, πρὶν ἀκούσουμε ἕναν ἀγανακτισμένο Τζὼν Λένον νὰ ἐκλιπαρεῖ γιὰ λίγη ἀλήθεια. Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Κρίστοφερ Χίτσενς, τὴν ἐντοπίσαμε στὴ θαρραλέα στάση τοῦ Ὄργουελ ἀπέναντι στὶς τρεῖς μεγάλες μάστιγες τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ κατὰ τὸν  περασμένο αἰώνα: τὸν ἰμπεριαλισμό, τὸν φασισμὸ καὶ τὸν σταλινισμό. Πῶς ὅμως τεκμαίρεται αὐτὴ ἡ στάση;

Ξεκινῶ μὲ τὸ πρῶτο, τὸν ἰμπεριαλισμό. Τὸν ὁρίζω, σχεδὸν ἀφελῶς, ὡς τὸ σύστημα ποὺ θεωρεῖ αὐτονόητο ὅτι μιὰ ἰσχυρὴ χώρα μπορεῖ νὰ κατακτήσει, νὰ ὑποδουλώσει καὶ νὰ ἐκμεταλλευτεῖ ἕναν ὁλόκληρο λαό σὲ κάποιο ἄλλο μέρος τῆς γῆς καὶ νὰ τὸν ὑποβιβάσει σὲ θέση ὑποδεέστερου εἶδους ἀνθρώπου, ἑνὸς εἴδους, δηλαδή, στὸ ὁποῖο δὲν  ἀναλογοῦν αὐτονοήτως τὰ δικαιώματα, οἱ ἐλευθερίες, οἱ ὑλικὲς καὶ ἠθικὲς ἀπολαβὲς καὶ οἱ βιοτικὲς ἀνέσεις ποὺ ἀπολαμβάνουν, στὶς δικές τους κοινωνίες, οἱ πολίτες τῆς ἰσχυρῆς χώρας. Τὸ σύστημα αὐτὸ ὁ Ὄργουελ τὸ γνώρισε ἀπὸ μέσα, «ἀπὸ τὴν καλή», ὅπως λέμε κατ᾽ εὐφημισμόν. Ὄχι μόνο γιατὶ γεννήθηκε στὴν Ἰνδία, ἀλλὰ καὶ γιατὶ μεγαλώνοντας χρειάστηκε νὰ μάθει ὅτι ὁ πατέρας του, ὑπάλληλος τῆς αὐτοκρατορικῆς διοίκησης, ἦταν ἀναμεμιγμένος στὴν ἐπίσημη διακίνηση ὀπίου μὲ τὸ ὁποῖο ἡ ἀγγλικὴ αὐτοκρατορία φρόντιζε νὰ ἀποκοιμίζει τὶς συνειδήσεις τῶν ἀσιατῶν ὑπηκόων της. Γιὰ τὸν Ὄργουελ, ἡ ἀποικιοκρατία ἀποτέλεσε ἕνα ἀνεξαγόραστο ὄνειδος γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα.

3Ἡ ἀποικιοκρατικὴ ἐμπειρία τοῦ Ὄργουελ στὴ Βιρμανία ἔχει ἀποτυπωθεῖ σὲ ἕνα μυθιστόρημα, Burmese Days, Μέρες τῆς Βιρμανίας, τοῦ 1934, καθὼς καὶ σὲ κάμποσα ἀφηγηματικὰ εἴτε στοχαστικὰ δοκίμια˙ κάνει ὅμως κάθε τόσο τὴν ἐμφάνισή της καὶ σὲ ἄλλες αὐτοβιογραφικὲς στιγμὲς στὰ κείμενά του. Τὸ ἀπόσπασμα ποὺ θὰ σᾶς διαβάσω τώρα εἶναι ἀπὸ ἕνα βιβλίο τοῦ Ὄργουελ ποὺ ἀξίζει νὰ μᾶς ἀπασχολήσει ἐκτενέστερα. Ἀφηγεῖται καὶ ἐξηγεῖ ἴσως τὴ μεταστροφὴ τοῦ Ἔρικ Ἄρθουρ Μπλαὶρ ἀπὸ τὴ θέση τοῦ ἀστυνομικοῦ στὴν Αὐτοκρατορικὴ Ἀστυνομία στὸν συγγραφέα Τζὼρτζ Ὄργουελ ποὺ μίσησε τὸν ἰμπεριαλισμό.

Ἤμουν στὴν ᾽Ινδικὴ Ἀστυνομία πέντε χρόνια, καὶ στὸ τέλος αὐτοῦ τοῦ διαστήματος μισοῦσα τὸν Ἰμπεριαλισμὸ ποὺ ὑπηρετοῦσα μὲ μιὰ δριμύτητα ποὺ μοῦ εἶναι ἴσως ἀδύνατο νὰ ἐξηγήσω. Στὸν ἐλεύθερο ἀέρα τῆς Ἀγγλίας κάτι τέτοιο δὲν τὸ πολυαντιλαμβάνεσαι. Γιὰ νὰ μισήσεις τὸν Ἰμπεριαλισμὸ πρέπει νὰ ἀποτελέσεις μέρος του. Εἰδωμένη ἐξωτερικὰ ἡ βρετανικὴ διακυβέρνηση τῆς Ἰνδίας μπορεῖ νὰ σοῦ φανεῖ –καὶ πραγματικὰ εἶναι– καλοπροαίρετη, ἀκόμη κι ἀναγκαία˙ καὶ ἀναμφίβολα τὸ ἴδιο θά ᾽ναι κι ἡ γαλλικὴ διακυβέρνηση τοῦ Μαρόκου καὶ ἡ δανικὴ τοῦ Βόρνεο, γιατὶ συνήθως οἱ ἄνθρωποι κυβερνοῦν καλύτερα τοὺς ξένους ἀπ᾽ ὅ,τι τοὺς ἑαυτούς τους. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸ ν᾽ ἀποτελεῖς μέρος αὐτοῦ τοῦ συστήματος, δίχως ν᾽ ἀναγνωρίζεις πὼς εἶναι μιὰ ἀδικαιολόγητη τυραννία [σ. 97].

9789603825999Τὸ ἀπόσπασμα ποὺ σᾶς διάβασα εἶναι ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ὄργουελ The Road to Wigan Pier, τοῦ 1937. Κυκλοφορεῖ στὴ γλώσσα μας ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Κάκτος μὲ τὸν τίτλο Ὁ δρόμος πρὸς τὴν ἀποβάθρα τοῦ Γουίγκαν, μεταφρασμένο ἀπὸ τὸν Ἀνδρέα Σοκοδῆμο. Ὅ,τι διάβασα καὶ θὰ σᾶς διαβάσω ἐδῶ προέρχεται ἀπὸ μιὰ παλαιότερη μετάφραση, καμωμένη ἀπὸ τὴν Τασούλα Καραϊσκάκη, ποὺ κυκλοφόρησε τὸ 1979 μὲ τὸν τίτλο Στὶς φάμπρικες τοῦ Γουήγκαν Πίερ.

Ξεχνᾶμε κάποτε ὅτι οἱ θλιβερὲς συνέπειες τοῦ ἀποικιοκρατικοῦ συστήματος εἶναι ἀκόμα ὁρατὲς παντοῦ, σὲ ὅλον τὸν κόσμο˙ ὅτι τὸ κακὸ μέσα στὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι σὰν ἐκεῖνα τὰ δέντρα στὸν «Τελευταῖο σταθμὸ» τοῦ Σεφέρη,

ποὺ ρίχνουν τὰ κλωνάρια τους μὲς στὰ παρθένα δάση
κι αὐτὰ καρφώνουνται στὸ χῶμα καὶ ξαναφυτρώνουν·
ρίχνουν κλωνάρια καὶ ξαναφυτρώνουν δρασκελώντας
λεῦγες καὶ λεῦγες.

Ἕνα τραγούδι τῆς δικῆς μου τῆς γενιᾶς μᾶς θυμίζει ἕνα μέρος τοῦ κόσμου ποὺ μαστίζεται ἀκόμα ἀπὸ τὶς θλιβερὲς συνέπειες τῆς ἀποικιοκρατίας. Δὲν ἀφορᾶ τὴ Βιρμανία τοῦ Ὄργουελ (τὸ σημερινὸ Μιανμάρ), ἀλλὰ τὸ γειτονικό της Bangladesh. Τὸ ἔγραψε ὁ Τζὼρτζ Χάρισον, ὁ ὁποῖος ὀργάνωσε καὶ τὴν πρώτη μεγάλη φιλανθρωπικὴ συναυλία στὸν κόσμο, τὸ 1971, γιὰ τὸ νεογέννητο κράτος τοῦ Μπανγκλαντές, τὸ ὁποῖο πάλευε τότε μέσα ἀπὸ τὸ θολὸ τοπίο ποὺ ἄφησε πίσω της ἡ ἀποικιοκρατία νὰ ἀνασύρει ἕναν κυρίαρχο λαὸ καὶ νὰ συστήσει τὴν ἀνεξαρτησία του.

Σήμερα, δεκαετίες μετὰ ἀπὸ τόσες κατακτημένες ἀνεξαρτησίες, τὰ κλωνάρια τῆς παλαιᾶς ἀποικιοκρατίας φυτρώνουν καὶ ξαναφυτρώνουν παντοῦ, δηλητηριώδη, καὶ ἐμεῖς ἐδῶ, στὴν Εὐρώπη (γιατὶ κι ἐμεῖς Εὐρώπη εἴμαστε ἀκόμα), εὔκολα, πολὺ εὔκολα ξεχνᾶμε ὅτι τὸ μπαμπακερὸ φανελάκι μας εἶναι φτηνὸ καὶ ὁ ὑπολογιστής μας προσιτὸς γιατὶ τὰ κατασκεύασαν χέρια ἀνυπεράσπιστων, κάποτε καὶ ἀνηλίκων, συνανθρώπων ποὺ μόχθησαν ὑπὸ συνθῆκες συχνὰ ἀπάνθρωπες καὶ μὲ μισθοὺς ποὺ δὲν θὰ ἔφταναν οὔτε γιὰ τὸ δικό μας τὸ σουβλάκι.

spanish civil war tall moustache

Στον ισπανικό Εμφύλιο: ο Όργουελ είναι ο ψηλός με το μουστάκι

homage-to-catalonia-dust-jacket-pub-by-secker-and-warburg-1938Γιὰ τὴ στάση τοῦ Ὄργουελ ἀπέναντι στὸ δεύτερο μεῖζον κακό, τὸν φασισμὸ καὶ τὸν ναζισμό, δὲν νομίζω ὅτι χρειαζόμαστε περισσότερα καὶ αὐθεντικότερα πειστήρια ἀπὸ τὸ νὰ ἀναθυμηθοῦμε τὰ περιστατικὰ τῆς ἐθελοντικῆς στράτευσής του στὸν Ἰσπανικὸ Ἐμφύλιο Πόλεμο στὸ πλευρὸ τῶν Δημοκρατικῶν, ποὺ λίγο ἔλειψε νὰ τοῦ κοστίσει τὴ ζωή του. Τὸ ἀπομνημόνευμα αὐτῆς τῆς ἐμπλοκῆς, τὸ συγκλονιστικὸ Φόρος τιμῆς στὴν Καταλωνία (Homage to Catalonia, 1938), παραμένει ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερο βιβλία ποὺ γέννησε ὁ ἄγριος καὶ πολυκτόνος ἐκεῖνος πόλεμος, ἀναντικατάστατο ἀνάγνωσμα ὣς σήμερα προκειμένου νὰ μετρήσουμε, ὅπως ἔλεγα τὴν προηγούμενη ἑβδομάδα, τὴν ἐνηλικίωση τῆς πολιτικῆς μας σκέψης. Στὴν Ἰσπανία ὁ Ὄργουελ ἦρθε σὲ ἐπαφὴ καὶ ἔζησε ἀπὸ μέσα μιὰ ἀπὸ τὶς συγκλονιστικότερες στιγμὲς ἀλληλεγγύης στὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου. Συγχρόνως ὅμως εἶχε καὶ τὸ τραγικὸ προνόμιο νὰ γνωρίσει ἀπὸ πρῶτο χέρι τὴν ὀλέθρια δράση τοῦ διεθνοῦς σταλινισμοῦ, ποὺ δὲν δίστασε νὰ καταδικάσει σὰν προδότη καὶ πράκτορα τοῦ ἰμπεριαλισμοῦ ὁποιονδήποτε δὲν συμφωνοῦσε μαζί του, τροτσκιστὲς καὶ ἀναρχικοὺς κυρίως τῆς Καταλωνίας, ἀκόμα καὶ ἀνθρώπους ποὺ τὴν ἴδια ὥρα ποὺ τοὺς καταδίωκε ὡς προγραμμένους ἡ σταλινικὴ πολιτοφυλακή, ἐκεῖνοι πολεμοῦσαν, μὲ τὸ τουφέκι στὸ χέρι, τὴ φασιστικὴ ἐπιδρομή.

1984notes

Χειρόγραφες σημειώσεις του Όργουελ για το 1984

Ἡ ἐμπειρία αὐτὴ θὰ καθορίσει σὲ μεγάλο βαθμὸ καὶ τὴ μετέπειτα στάση τοῦ Ὄργουελ ἀπέναντι στὸν σταλινικὸ καὶ σοβιετικὸ ὁλοκληρωτισμό, ὅπως ἀποτυπώνεται στὶς δύο πολιτικὲς ἀλληγορίες του, τὴ Φάρμα τῶν ζώων καὶ τὸ Χίλια ἐννιακόσια ὀγδόντα τέσσερα. ᾽Οφείλουμε ὡστόσο νὰ παρατηρήσουμε ὅτι ὁ Ὄργουελ θὰ ἐπανέλθει στὸ θέμα τοῦ Ἰσπανικοῦ Ἐμφυλίου σὲ μεταγενέστερα κείμενά του καὶ θὰ ἐπιφέρει ἀλλαγὲς καὶ διορθώσεις στὴν πρώτη ἔκδοση τοῦ Φόρου τιμῆς στὴν Καταλωνία, ὑπαγορευμένες κυρίως ἀπὸ τὴν ἀγωνία του μήπως δώσει τὴν ἐσφαλμένη ἐντύπωση στοὺς οἱ ἀναγνῶστες του ὅτι γιὰ τὴν ἥττα τῶν δημοκρατικῶν εὐθύνονται οἱ ἀθλιότητες τοῦ σταλινισμοῦ.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Κυριακή του ανθρώπου

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

Γιατί είναι σημαντικός ο Όργουελ;

3A COVER

—του Διονύση Καψάλη—

Μετά την ευγενική παραχώρηση του υλικού από τις εκπομπές του Διονύση Καψάλη (Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2014), αναδημοσιεύουμε εδώ τα κείμενα της ενότητας «Κυριακή του ανθρώπου», συνοδευμένα από το αντίστοιχο ηχητικό αρχείο. Ευχαριστούμε τον Διονύση Καψάλη για την πρόθυμη συνεργασία με το dim/art. Καλή ανάγνωση και καλή ακρόαση!  

Σήμερα, το πρώτο μέρος της τρίτης εκπομπής, Κυριακὴ 7 Δεκεμβρίου 2014.

* * *

Καλησπέρα, ἀγαπητὲς φίλες καὶ ἀγαπητοὶ φίλοι. «Κυριακὴ τοῦ ἀνθρώπου» πάλι ἐδῶ, στὸ Τρίτο Πρόγραμμα τοῦ δημόσιου ραδιοφώνου. Δεκέμβρης, ὁ μήνας μὲ τὶς μικρότερες μέρες, καὶ ἐμεῖς θέλουμε πάντα φῶς, περισσότερο φῶς. Ἀλλὰ τὸ φῶς, τὸ φῶς τοῦ ἥλιου, εἶναι ἐφήμερο: ἀνήκει στὴ μέρα καὶ στὴ ζωή. Δὲν ἀποθηκεύεται, δὲν φυλάσσεται, δὲν συσσωρεύεται, δὲν τοκίζεται γιὰ νὰ τὸ ἐκταμιεύσουμε τὶς μακρὲς νύχτες τοῦ χειμώνα.

Πρὶν προχωρήσω στὸ δεύτερο μέρος τοῦ ἀφιερώματος στὸν Ὄργουελ, ὅπως εἶχα ὑποσχεθεῖ τὴν προηγούμενη ἑβδομάδα, μιὰ διόρθωση καὶ μιὰ ἀπολογία. Ἀνέφερα στὴν προηγούμενη ἐκπομπὴ μιὰ παρατήρηση τοῦ Ὄργουελ, ὅπως τὴ θυμόμουν ἀπὸ κάποιο διάβασμά μου, ὅτι ἡ Ἀμερικὴ τοῦ 19ου αἰώνα ἦταν ἴσως ὁ μόνος τόπος στὸν κόσμο ὅπου ἕνας ἄνθρωπος εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ νιώσει ἐλεύθερος καὶ νὰ πιστέψει ὅτι ὅλες οἱ δυνατότητες τῆς ζωῆς εἶναι ἀνοιχτὲς μπροστά του. Πράγματι. Φτάνει νὰ διαβάσει κανεὶς τοὺς διαπρύσιους –τόσο εὔγλωττους, τόσο συγκινητικοὺς– κήρυκες τῆς ἀμερικανικῆς ἐλευθερίας, πρωτίστως τὸν Ἔμερσον καὶ τὸν Οὐὼλτ Οὐίτμαν, γιὰ νὰ νιώσει πόσο πραγματικὴ ἦταν αὐτὴ ἡ αἴσθηση καὶ πόσο ἰσχυρὸς ὁ μύθος της μέσα στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων καὶ μέσα στὰ ὄνειρα τῶν μεταναστῶν ποὺ διέσχιζαν ἠπείρους καὶ ὠκεανοὺς γιὰ νὰ τὴν πραγματώσουν. Πρόσθεσα ὅμως, «ὑπὸ τὴν προϋπόθεση ὅτι δὲν θὰ εἶχες γεννηθεῖ μαῦρος». Μιὰ φίλη εἶχε τὴν καλοσύνη νὰ μοῦ ὑποδείξει τὴν οἰκτρὴ παράλειψή μου: ἐκτὸς ἂν εἶχες γεννηθεῖ μαῦρος ἢ Ἰνδιάνος, ὄφειλα νὰ ἔχω προσθέσει. Τί νὰ πῶ. Ἡ ἀποσιώπηση τῶν Ἰνδιάνων, ἡ ἀπώθησή τους στὸ ἀσυνείδητο τοῦ «ἀμερικανικοῦ ὀνείρου», εἶναι μιὰ μορφὴ ἀσυνειδησίας στὴν ὁποία εὔκολα, πολὺ εὔκολα ὑποπίπτει κανείς, ὅπως περίτρανα ἀπέδειξα κι ἐγὼ ἀπὸ αὐτὸ τὸ μικρόφωνο.

Εὐχαριστῶ τὴ φίλη Μαρία Στεφανοπούλου γιὰ τὴ δίκαιη ὑπόδειξή της καὶ προχωρῶ στὸ ὑπεσχημένο δεύτερο μέρος τοῦ ἀφιερώματος: φόρος τιμῆς στὸν Τζὼρτζ Ὄργουελ, στὸν Λεωνίδα Λουλούδη, ποὺ μᾶς ἄφησε χρόνους τὸν περασμένο Ἰούλιο, ἀλλὰ καὶ στὸν Ζήσιμο Λορεντζάτο στὰ δέκα χρόνια ἀπὸ τὸ θάνατό του. Κοινὸ στοιχεῖο τῶν δύο αὐτῶν τόσο διαφορετικῶν ἀνθρώπων ἡ ἀγάπη τους γιὰ τὸν Ὄργουελ, ποὺ τοὺς ἔκανε πραγματικὰ νὰ ξεχωρίζουν μέσα στὸν κόσμο ὅπου ἔζησε καὶ δημιούργησε ὁ καθένας. Ὁ Ὄργουελ εἶναι βέβαιο ὅτι δὲν ἀνήκει στὶς αὐτονόητες ἀγάπες τῶν ἀριστερῶν τῆς γενιᾶς τοῦ Λεωνίδα, καὶ ἀσφαλῶς δὲν εἶχε θέση στὸ πνευματικὸ εἰκονοστάσι τῶν ἀνθρώπων τῆς γενιᾶς τοῦ Λορεντζάτου. Γενικῶς, ὁ Ὄργουελ μᾶλλον ἀτύχησε στὴ χώρα μας. Ἡ ἀριστερὰ δὲν τὸν ἐμπιστεύτηκε ποτέ, γιὰ εὐνόητους λόγους, γιὰ τοὺς ὁποίους διατύπωσα κάποιες σκέψεις ἀπὸ ἐδῶ τὴν προηγούμενη ἑβδομάδα. Ἡ δὲ κυβερνώσα τάξη τῆς χώρας μας δὲν ὑπῆρξε ποτὲ τόσο εὐφυὴς ὥστε νὰ υἱοθετήσει τὸν Ὄργουελ. Κάπου ἀνάμεσα στὸν δογματισμὸ καὶ τὴ βλακεία παρέπεσε ὁ πραγματικὸς Ὄργουελ, ὁ ὁποῖος, οὕτως ἢ ἄλλως, δὲν εἶναι εὔκολη λεία γιὰ καμία προπαγάνδα. Στάθηκε πάντα ὁ κατεξοχὴν ἀνεξάρτητος στοχαστής, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐφάρμοσε τὸ σύνθημα τοῦ διαφωτισμοῦ ὅπως ἀκριβῶς τὸ διατύπωσε ὁ Κάντ, ὅταν κλήθηκε νὰ ἀπαντήσει στὸ ἐρώτημα «τί εἶναι διαφωτισμός»: «Διαφωτισμὸς εἶναι ἡ ἔξοδος τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ μιὰ κατάσταση ἀνωριμότητας γιὰ τὴν ὁποία εὐθύνεται ὁ ἴδιος. Ἀνωριμότητα εἶναι ἡ ἀδυναμία νὰ χρησιμοποιοῦμε τὸν νοῦ μας χωρὶς τὴν καθοδήγηση ἑνὸς ἄλλου [ . . . ] Sapere aude! Τόλμα νὰ χρησιμοποιεῖς τὸν ἴδιο σου τὸν νοῦ! – ἰδοὺ τὸ σύνθημα τοῦ Διαφωτισμοῦ».

Σὲ τί λοιπὸν συνίσταται ἡ ἀξία τοῦ Ὄργουελ; Γιατί, γιὰ ποιοὺς λόγους, εἶναι σημαντικὸς ὁ Ὄργουελ; Γιὰ ποιοὺς λόγους εἶναι ἐπίκαιρος; Why Orwell Matters, εἶναι καὶ ὁ τίτλος ἑνὸς ἐξαιρετικοῦ βιβλίου τοῦ Κρίστοφερ Χίτσενς (Christopher Hitchens), ποὺ κυκλοφόρησε τὸ 2002. Σᾶς συνιστῶ ἐκθύμως νὰ ἀναζητήσετε καὶ νὰ παρακολουθήσετε στὸ youtube μιὰ ὁμώνυμη διάλεξη στὴν ὁποία ὁ Κρίστοφερ Χίτσενς, μὲ τὴν ἀπαράμιλλη, πυρετικὴ εὐφράδεια ποὺ τὸν διέκρινε ὣς τὸν πρόωρο θάνατό του τὸ 2011, ἀναπτύσσει τὰ κύρια ἐπιχειρήματα τῆς θέσης του καὶ τοῦ βιβλίου του.

Γιατί λοιπὸν εἶναι σημαντικὸς ὁ Ὄργουελ; Διότι, λέει πολὺ ἁπλὰ ὁ Χίτσενς –καὶ ἐπιγραμματικά: ἐδῶ τὸ ἐπίρρημα εἶναι σωστό–, ἀπέναντι στὰ τρία μεγάλα ζητήματα τοῦ περασμένου αἰώνα, τὰ τρία μείζονα κακά, τὸν ἰμπεριαλισμό, τὸν φασισμὸ καὶ τὸν σταλινισμό, πῆρε τὴ σωστὴ θέση, στάθηκε ἀπὸ τὴ σωστὴ μεριά, ποὺ ἦταν συχνὰ μοναχικὴ καὶ ποὺ γι᾽ αὐτὸν ἦταν πάντα ἡ πλευρὰ τῶν φτωχῶν, τῶν καταπιεσμένων, τῶν ἀπόκληρων, τῶν κατατρεγμένων. Οἱ περισσότεροι διανοούμενοι τῆς ἐποχῆς ἐνέδωσαν, ἄλλος λιγότερο ἄλλος περισσότερο, ἄλλος μὲ μισὴ καρδιὰ κι ἄλλος μὲ ἐνθουσιασμό, σὲ κάποια ἀπὸ τὶς τρεῖς αὐτὲς ἐκδοχὲς τοῦ κακοῦ, τὶς τρεῖς «δομὲς ἀπανθρωπιᾶς ποὺ ἔφτιαξε ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος» ὅπως γράφει ὁ Χίτσενς. Ὁ Ὄργουελ ὄχι, δὲν ἐνέδωσε, εἶπε τὸ θαρραλέο του ὄχι καὶ στὶς τρεῖς˙ καὶ ἦταν πολλὲς οἱ περιπτώσεις ποὺ τὸ ὄχι αὐτὸ χρειάστηκε θάρρος, τόλμη, καθαρὴ σκέψη, εἰλικρίνεια καὶ ἠθικὴ ἀντοχὴ ἀπὸ μέρους του: ἀρετὲς ποὺ σπάνια συνδυάζονται σ᾽ ἕναν ἄνθρωπο καὶ μᾶλλον σπανιότερα σ᾽ ἕναν συγγραφέα. «Χρησιμοποιοῦμε εὐρέως τὸν ὅρο ῾ὀργουελικὸς᾽», γράφει ὁ Χίτσενς, «μὲ δύο τρόπους. Ὅταν περιγράφουμε μιὰ κατάσταση ὡς ῾ὀργουελικὴ᾽ ὑπονοοοῦμε συντριπτικὴ τυραννία, φόβο καὶ κονφορμισμό. Ὅταν περιγράφουμε ἕνα κείμενο ὡς ῾ὀργουελικὸ᾽ ἀναγνωρίζουμε ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ἀντίσταση σ᾽ αὐτοὺς τοὺς τρόμους εἶναι ἄσβεστη. Δὲν εἶναι καὶ λίγο γιὰ μιὰ τόσο σύντομη ζωή».

All I want is the truth, give me some truth, τραγουδοῦσε ἀντιστοίχως ὁ John Lennon τὸ 1971, στὸν δίσκο Imagine. Ἂς τὸν ἀκούσουμε. Ὑπῆρξε κι αὐτός, μὲ τὸν τρόπο του, θαρραλέος.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Κυριακή του ανθρώπου

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

Ζήσιμος Λορεντζάτος και Όργουελ: το νόημα ενός ποιήματος

—του Διονύση Καψάλη—

Μετά την ευγενική παραχώρηση του υλικού από τις εκπομπές του Διονύση Καψάλη (Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2014), αναδημοσιεύουμε εδώ τα κείμενα της ενότητας «Κυριακή του ανθρώπου», συνοδευμένα από το αντίστοιχο ηχητικό αρχείο. Ευχαριστούμε τον Διονύση Καψάλη για την πρόθυμη συνεργασία με το dim/art. Καλή ανάγνωση και καλή ακρόαση!  

Σήμερα, το τέταρτο μέρος της δεύτερης εκπομπής, Κυριακὴ 30 Νοεμβρίου 2014.

* * *

BB54EFABD76F1CA37012BD7B1EED778B

Ζήσιμος Λορεντζάτος

Ὁ δεύτερος λόγος ποὺ ἀναθυμήθηκα τὸν Τζὼρτζ Ὄργουελ, ἐπιμνημόσυνος καὶ αὐτός, εἶναι ὁ Ζήσιμος Λορεντζάτος, ὁ ὁποῖος, σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς στερνὲς μελέτες του συνέθεσε ἕναν Φόρο τιμῆς στὸν E. A. Blair. Τριπλὸς φόρος τιμῆς, λοιπόν, κι ἀπὸ ἐδῶ, ἀπὸ τὸ ραδιόφωνο: στὸν ἀλησμόνητο φίλο Λεωνίδα Λουλούδη, στὸν Ζήσιμο Λορεντζάτο γιὰ τὰ δέκα χρόνια ἀπὸ τὸ θάνατό του τὸ 2004 καὶ βεβαίως στὸν συγγραφέα ποὺ τοὺς συνδέει, ἄκοντες, μετὰ θάνατον: τὸν Τζὼρτζ Ὄργουελ. Ἡ μελέτη τοῦ Λορεντζάτου ἀναφέρεται κυρίως σ᾽ ἕνα δοκίμιο τοῦ Ὄργουελ μὲ τὸν τίτλο The Meaning of a Poem, «Τὸ νόημα ἑνὸς ποιήματος». Τὸ ποίημα ποὺ σχολιάζει ὁ Ὄργουελ εἶναι τὸ περίφημο Felix Randal τοῦ Ἄγγλου Ἰησουΐτη ποιητῆ Τζεράρντ Μάνλυ Χόπκινς (Gerard Manley Hopkins), ἕνα ἀληθινὰ κορυφαῖο ποίημα, ἀσύλληπτης ὀμορφιᾶς, δεξιότητας καὶ ἀνθρωπιᾶς. Διόλου τυχαῖο ὅτι τὸ ποίημα αὐτὸ ἀρέσει στὸν Ὄργουελ. Εἶναι τὸ ἐγκώμιο ποὺ συνέθεσε ἕνας κορυφαῖος ποιητὴς γιὰ ἕναν Ἄγγλο χειρώνακτα: ἕναν ἀλμπάνη, τουτέστι ἕναν πεταλωτή. Διόλου περίεργο ὅτι ἀρέσει τόσο στὸν Λορεντζάτο. Τὸ διαπερνᾶ σὰν ἠλεκτρικὸ ρεῦμα ἡ πίστη του Χριστοῦ. Καὶ πάνω ἀπ᾽  ὅλα, καὶ γιὰ τοὺς δύο σχολιαστές, εἶναι ἕνα τέλειο ποίημα, ἦχος καὶ νόημα μαζὶ σοφὰ συνταιριασμένα: ἕνα δεκατετράστιχο, ἕνα ἄρτιο πετραρχικὸ σονέτο σὲ ἐπιμηκυσμένο στίχο. Σᾶς τὸ διαβάζω πρῶτα στὴ μετάφραση τοῦ Ζήσιμου Λορεντζάτου. Ἔπειτα θὰ τὸ ἀκούσουμε στὸ πρωτότυπο, ὅπως τὸ διαβάζει ὁ Ἰρλανδὸς ἠθοποιὸς Σίριλ Κιούζακ (Cyril Cusack).

Ὁ Felix Randal ὁ ἀλμπάνης, ὢ ἀληθεύει πὼς πέθανε; πὼς τέλειωσε τὸ χρέος μου, ἐμένα ποὺ παρακολούθησα ἀπὸ κοντὰ τὸ ἀντρίκιο καλούπι τοῦ χοντροκόκαλου καὶ σκληραγωγημένου αὐτοῦ ὀμορφάνθρωπου νὰ λιώνει, νὰ λιώνει, ὡσότου παραλήρησε τὸ λογικὸ καὶ κάποιες μοιραῖες τετράδιπλες διαταραχές, σαρκωμένες μέσα του, ἀρχίνισαν ὅλες μαζὶ νὰ κονταροχτυπιοῦνται;

Τὸν τσάκισε ἡ ἀρρώστια. Στὴν ἀρχὴ βλαστήμησε ὀργισμένος, ὅμως συνέφερε μὲ τὸ ἅγιο μύρος καὶ τὰ ὑπόλοιπα, ἂν καὶ ἀπὸ κάμποσους μῆνε προτύτερα μαλάκωνε μὲ τρόπο οὐράνιο ἡ καρδιά του, ἀπὸ τότε ποὺ τοῦ πρόσφερα τὴ γλυκιά μας τὴν ἄφεση καὶ τὸν ξαγορασμό. Ἂ ναί, ὁ Θεὸς ἂς τὸν ἀναπάψει μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο κι ἂν ἁμάρτησε!

Νὰ βλέπομε τοὺς ἄρρωστους μᾶς τοὺς κάνει ἀγαπητούς, καὶ μᾶς κάνει καὶ ἐμᾶς μαζὶ ἀγαπητούς. Τὰ λόγια μου σὲ παρηγόρησαν, τὸ ἄγγιγμά μου πράυνε τὸ δάκρυ σου, τὸ δάκρυ σου μοῦ ἄγγιξε τὴν  καρδιά, τέκνο μου. Felix, φτωχὲ Felix Randal˙

πόσο μακριὰ ἀπὸ τοῦτα προσχεδιάστηκαν, ὅλα τὰ πιὸ ντερμπεντέρικα χρόνια σου, ὅταν μπροστὰ στὸ ἀγριωπὸ τὸ πετροκάμινο, δυνατὸς ἀνάμεσα στοὺς ὅμοιους σου, χάλκευες γιὰ τὸ θεόρατο ψαρὶ χοντράλογο τὸ λαμπερὸ καὶ βροντερὸ σαντάλι του!

Κατὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος της, ἡ μελέτη τοῦ Λορεντζάτου παραθέτει καὶ σχολιάζει ἐκτενὴ ἀποσπάσματα τοῦ δοκιμίου τοῦ Ὄργουελ, μεταφρασμένα ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν Λορεντζάτο. Κοινὴ πεποίθηση τῶν δύο σχολιαστῶν τοῦ Χόπκινς –τοῦ Ὄργουελ καὶ τοῦ Λορεντζάτου– εἶναι, μὲ τὰ λόγια τοῦ τελευταίου, ἡ «πανανθρώπινη ἑνότητα τῆς ποίησης, δίχως τὴν ὁποία ποίηση δὲν ὑπάρχει», μιὰ πεποίθηση ποὺ θὰ δυσκολευτοῦμε σήμερα νὰ τὴν ἀνασύρουμε ἀλώβητη καὶ εὐεργετική, ὅπως θά ᾽πρεπε νά ᾽ναι, ἀπὸ τὴ χωματερὴ ὑποκρισίας ποὺ ἔχει στοιβαχτεῖ ἐπάνω της. Ὁ ἔπαινος τοῦ Λορεντζάτου ξεχωρίζει μιὰ ἀρετὴ τοῦ Ὄργουελ ἢ μᾶλλον μιὰ ἀρετὴ ποὺ γιὰ νὰ γίνει καὶ συγγραφικὴ ἰδιότητα χρειάστηκε πολὺς κόπος, κόπος στὸ γράψιμο καὶ κόπος στὴ ζωή: τὴν εἰλικρίνεια.

«Θέλω νὰ γράψω γιὰ τὸν E. A. Blair» λέει Λορεντζάτος, «ποὺ δὲν τὸν μνημονευει κανένας, μιὰ καὶ ὅλοι ξέρουν τὸν George Orwell –ψευδώνυμο– ποὺ ἔγραψε τὸ Animal Farm καὶ τὸ Nineteen Eighty Four, τὰ ὁποῖα πούλησαν πάνω ἀπὸ δυὸ ἑκατομμύρια ἀντίτυπα. Ἔγραψε καὶ ἄλλα πολλὰ ὁ George Orwell –πεζογραφία, δημοσιογραφία, ταξίδια, ἐντυπώσεις, περιπέτειες, ἀναμνήσεις, κριτικὲς– πάντα σημαντικὰ καὶ παλικαρίσια, πάντα τίμια καὶ σοβαρά, πάντα ἀσυμβίβαστα καὶ μὲ κύρος, γιατὶ στάθηκε ὁ ἴδιος σημαντικὸς καὶ παλικάρι,  τίμιος καὶ σοβαρός, ἀσυμβίβαστος καὶ μὲ κύρος. . . Δὲν εἶπε, ἀκόμα, ποτὲ ψέμα γιὰ κανένα ζήτημα καί, τὸ σπουδαιότερο, δὲν πίστεψε τὰ μεγάλα ψέματα τοῦ 20οῦ αἰώνα στὴ φιλοσοφία, στὴν κοινωνιολογία καὶ στὴν πολιτική, ποὺ δημιούργησαν –ὅπως ὅλα τὰ ψέματα– ἑκατομμύρια θύματα σὲ ὅλο τὸν κόσμο, τόσο ἀνάμεσα στοὺς λαοὺς ἢ στὶς ὁλότητες ὅσο καὶ ἀνάμεσα στοὺς διανοούμενους ἢ τὶς μειονότητες» [Μελέτες, τόμος δεύτερος, σ. 487-488].

Αὐτὰ ἔγραφε ὁ Ζήσιμος Λορεντζάτος γιὰ τὸν Τζὼρτζ Ὄργουελ ἐν ἔτει 1989. Στὴ μνήμη του, δέκα χρόνια ἀπὸ τὸ θάνατό του, ἂς ἀκούσουμε ἕναν ἄλλο ψαλμὸ τοῦ Δαβίδ, 41ο στὴν κατάταξη τῶν Ο´, 42ο στὴ λατινικὴ Βίβλο: ἕνα ἀπὸ τὰ ὡραιότερα μοτέτα τοῦ Giovanni Pierluigi Palestrina.

Sicut cervus desiderat ad fontes aquarum,
ita desiderat anima mea ad te, Deus.

Ὃν τρόπον ἐπιποθεῖ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων, οὕτως ἐπιποθεῖ ψυχή μου πρός σέ, ὁ Θεός. ἐδίψησεν ψυχή μου πρὸς τὸν Θεὸν τὸν ζῶντα· πότε ἥξω καὶ ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ; ἐγενήθη τὰ δάκρυά μου ἐμοὶ ἄρτος ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἐν τῷ λέγεσθαί μοι καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν· ποῦ ἐστιν Θεός σου; ταῦτα ἐμνήσθην καὶ ἐξέχεα ἐπ᾿ ἐμὲ τὴν ψυχήν μου, ὅτι διελεύσομαι ἐν τόπῳ σκηνῆς θαυμαστῆς ἕως τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ ἐν φωνῇ ἀγαλλιάσεως καὶ ἐξομολογήσεως ἤχου ἑορτάζοντος.

Ὁ Ὄργουελ εἶναι βεβαίως γνωστὸς στοὺς περισσότερους ἀπὸ τὶς δύο πολιτικὲς ἀλληγορίες του, ποὺ καὶ οἱ δύο στρέφονται εὐθέως κατὰ τοῦ σοβιετικοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ: τὴ Φάρμα τῶν ζώων, μιὰ μυθιστορηματική, πικρὴ φαρσοκωμωδία τοῦ 1945, καὶ τὸ βαθύτερο καὶ τραγικότερο Χίλια Ἐννιακόσια Ὀγδόντα Τέσσερα, μιὰ μυθιστορηματικὴ δυστοπία τοῦ 1949, μὲ βαθύτερους, τραγικότερους τόνους.  Τὴν ἀπέχθειά μας πρὸς τὸν φασιστικὸ καὶ ναζιστικὸ ὁλοκληρωτισμὸ τὴ θεωρεῖ δεδομένη, αὐτονόητη καὶ ἀδιαπραγμάτευτη ὁ Ὄργουελ. Τὴν ἄλλη, ὅμως, τὴν ἀπέχθειά μας πρὸς τὸν σοβιετικὸ ὁλοκληρωτισμὸ δὲν τὴ θεωρεῖ καθόλου αὐτονόητη. Γιὰ πολλοὺς ἀπὸ μᾶς (ἐδῶ ἀρχίζω καὶ ἔχω δυσκολίες μὲ τὸ μᾶς) ἐξακολουθεῖ νὰ μὴν εἶναι αὐτονόητη – σ᾽ αὐτούς λοιπόν (ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς «ἐμᾶς») καὶ σὲ πολλοὺς ἄλλους (ποὺ δὲν εἶναι οὔτε ἦταν ποτὲ ἀπὸ «ἐμᾶς»), θὰ συνιστοῦσα ἐνθέρμως νὰ διαβάσουν, ἔστω τώρα, τὰ δύο αὐτὰ πολιτικὰ μυθιστορήματα τοῦ Ὄργουελ. Στοὺς φανατικοὺς γιὰ γράμματα θὰ συνιστοῦσα ἐπιπλέον ὅλα τὰ ὥριμα δοκίμια τοῦ Ὄργουελ γιὰ τὴ λογοτεχνία, κάνοντας ἀρχὴ μὲ ἕνα ποὺ τιτλοφορεῖται: «῾Η παρεμπόδιση τῆς λογοτεχνίας». Γιὰ νὰ ἔχετε μιὰ ἰδέα τοῦ θέματός του, σᾶς διαβάζω τὴν κατακλείδα του:

Κάποια στιγμὴ στὸ μέλλον, ἐὰν ὁ ἀνθρώπινος νοῦς γίνει κάτι ἐντελῶς διαφορετικὸ ἀπ᾽ ὅ,τι εἶναι τώρα, μπορεῖ νὰ μάθουμε νὰ ξεχωρίζουμε τὴ λογοτεχνικὴ δημιουργία ἀπὸ τὴ διανοητικὴ εἰλικρίνεια. Πρὸς τὸ παρὸν γνωρίζουμε μόνο ὅτι ἡ φαντασία, ὅπως κάτι ἄγρια ζῶα, δὲν γεννᾶ στὴν αἰχμαλωσία. Ὅποιος συγγραφέας ἢ δημοσιογράφος ἀρνεῖται τὸ γεγονὸς αὐτὸ –καὶ ὅλος σχεδὸν ὁ σημερινὸς ἔπαινος πρὸς τὴ Σοβιετικὴ Ἕνωση ἐμπεριέχει ἢ ὑπονοεῖ μιὰ τέτοια ἄρνηση– στὴν πραγματικότητα ἀπαιτεῖ νὰ καταστραφεῖ ὁ ἴδιος.

Σκληρὰ λόγια ἀλλά, ὅπως καταλάβαμε (ὅσοι τὸ καταλάβαμε) ἐκ τῶν ὑστέρων, ἀληθῆ. Ἀλλὰ γιὰ τὸν Τζὼρτζ Ὄργουελ, τὴ σημασία του καὶ τὴν ἐπικαιρότητά του, θὰ συνεχίσουμε τὴν ἐρχόμενη ἑβδομάδα. Ἀντὶ ἄλλου ἀποχαιρετισμοῦ, καὶ γιὰ νὰ ἀλλάξουμε λίγο τὸν τόνο τῆς Κυριακῆς, ποὺ εἶναι καὶ πρέπει νὰ παραμείνει  –τουλάχιστον ἐδῶ, στὸ Τρίτο Πρόγραμμα– Κυριακὴ τοῦ ἀνθρώπου, θὰ ἀκούσουμε πάλι τὸ τραγούδι τοῦ Φὶλ Σπέκτορ (Phil Spector), ποὺ τὸ ἀκούσαμε προηγουμένως ἀπὸ τὴν Ἔιμι Οὐάινχαους, τραγουδημένο τώρα, λιγότερο σπαραχτικὰ ἀλλὰ ἐξίσου συγκινητικά, ἀπὸ τοὺς Μπήτλς, τὸ 1963, ἀπὸ τὶς ἠχογραφήσεις τους στὸ Βρετανικὸ Ραδιόφωνο (BBC).

* * *

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Κυριακή του ανθρώπου

Το dim/art στο facebook

That lonesome valley

—του Διονύση Καψάλη—

Μετά την ευγενική παραχώρηση του υλικού από τις εκπομπές του Διονύση Καψάλη (Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2014), αναδημοσιεύουμε εδώ τα κείμενα της ενότητας «Κυριακή του ανθρώπου», συνοδευμένα από το αντίστοιχο ηχητικό αρχείο. Ευχαριστούμε τον Διονύση Καψάλη για την πρόθυμη συνεργασία με το dim/art. Καλή ανάγνωση και καλή ακρόαση!  

Σήμερα, το τρίτο μέρος της δεύτερης εκπομπής, Κυριακὴ 30 Νοεμβρίου 2014.

Kevin Schlanser

Kevin Schlanser, «That lonesome valley»

* * *

You gotta walk that lonesome valley,
You gotta walk it by yourself,
There’s nobody here can walk it for you,
You gotta walk it by yourself.

Πρέπει νὰ διαβεῖς τὴ μοναχικὴ κοιλάδα,
πρέπει νὰ τὴ διαβεῖς μόνος σου,
κανεὶς ἐδῶ δὲν μπορεῖ νὰ τὴν διαβεῖ γιὰ σένα,
πρέπει νὰ τὴ διαβεῖς μόνος σου.

Αὐτὴ ἡ lonesome valley, ἡ μοναχικὴ κοιλάδα, εἶναι βεβαίως ἕνας εὐφημισμὸς τοῦ θανάτου, ὅπως διαπιστώνουμε ἀμέσως μετά, στὴ δεύτερη στροφὴ τοῦ τραγουδιοῦ – ἀπερίφραστο μάθημα παραδοχῆς τῆς θνητότητας, σὰν αὐτὰ ποὺ τὰ συνηθίζει ὁ βιβλικὸς λόγος ἀλλὰ καὶ τὸ δικό μας δημοτικὸ τραγούδι: τούτη γῆς ποὺ τὴν πατοῦμε / ὅλοι μέσα θὲ νὰ μποῦμε.

You gotta sleep in that lonesome graveyard,
You gotta sleep there by yourself,
Nobody here can sleep there for you,
You gotta sleep there by yourself.

Πρέπει νὰ κοιμηθεῖς στὸ μοναχικὸ νεκροταφεῖο,
πρέπει νὰ κοιμηθεῖς ἐκεῖ μόνος σου,
κανεὶς ἐδῶ δὲν μπορεῖ νὰ κοιμηθεῖ ἐκεῖ γιὰ σένα,
πρέπει νὰ κοιμηθεῖς ἐκεῖ μόνος σου.

unmarked grave, Nevada

Lisa Elmaleh, «Ανώνυμος τάφος, Νεβάδα» — από τη σειρά «Lonesome valley»

Πρόκειται λοιπὸν γιὰ βιβλικὸ εὐφημισμὸ αὐτὴ ἡ μνεία τῆς κοιλάδας, ποὺ σίγουρα ἀπηχεῖ ἕναν γνωστὸ ψαλμὸ τοῦ Δαβίδ: τὸν 23ο στὴ λατινικὴ κατάταξη τῆς Vulgata καὶ στὴν ἀγγλική, Yea, though I walk through the valley of the shadow of death, I will fear no evil˙ ἀλλὰ 22ο (κβ´) στὴ μετάφραση τῶν Ο´, Ἐὰν γὰρ καὶ πορευθῶ ἐν μέσω σκιᾶς θανάτου, οὐ φοβηθήσομαι κακά. Ἡ μετάφραση τῶν ἑβδομήκοντα, ὅπως ἀκούσατε, δὲν περιέχει τὴν κρίσιμη λέξη valley, κοιλάδα, ἡ ὁποία ἀπαντᾶ βεβαίως στὴ λατινικὴ μετάφραση, in valle umbrae mortis, καὶ διαδραματίζει πρωταγωνιστικὸ ρόλο στὴ λαϊκὴ ὑμνογραφία τῶν ἀμερικανικῶν spriritual καὶ ὕστερα σὲ ὅλη τὴ μουσικὴ φὸλκ καὶ τὰ ποικίλα παράγωγά της. Τὴν ἀκούσατε πρὶν ἀπὸ λίγο στὸ τραγούδι τοῦ Γούντυ Γκάθρι: You gotta walk that lonesome valley, καὶ θὰ τὴν ἀκούσετε πολλὲς φορὲς στὰ τραγούδια τοῦ Ντύλαν: One more cup of coffee ‘fore I go / To the valley below: ὅλα εὐφημισμοὶ τοῦ κάτω κόσμου καὶ τοῦ θανάτου, ὅπως εἴπαμε.

wooden headstone and plastic flowers, Nevada

Lisa Elmaleh, «Ξύλινη ταφόπετρα και πλαστικά λουλούδια, Νεβάδα» — από τη σειρά «Lonesome valley»

Ἂς ἀκούσουμε τώρα τὸ ἴδιο τραγούδι ὅπως τὸ τραγουδᾶ, μὲ παραλλαγμένους στίχους, ὁ Μισισίπι Τζὼν Χέρτ (Mississippi John Hurt). Εἶναι μᾶλλον βέβαιο ὅτι πρόκειται γιὰ παραδοσιακὴ θρησκευτικὴ μελωδία, τὴν ὁποία διασκεύασε ὁ Γούντυ Γκάθρι καὶ στὴν ὁποία κάθε ἐκτελεστὴς προσθέτει ἢ ἀφαιρεῖ στροφές. Lonesome valley ξανά, στὴ μνήμη τοῦ Λεωνίδα Λουλούδη.

Camille Corot 1874

Camille Corot, «Lonesome Valley», 1874

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Κυριακή του ανθρώπου

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter