Home

miners-Coal

—του Διονύση Καψάλη—

Μετά την ευγενική παραχώρηση του υλικού από τις εκπομπές του Διονύση Καψάλη (Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2014), αναδημοσιεύουμε εδώ τα κείμενα της ενότητας «Κυριακή του ανθρώπου», συνοδευμένα από το αντίστοιχο ηχητικό αρχείο. Ευχαριστούμε τον Διονύση Καψάλη για την πρόθυμη συνεργασία με το dim/art. Καλή ανάγνωση και καλή ακρόαση!  

Σήμερα, το δεύτερο μέρος της τέταρτης εκπομπής, Κυριακὴ 14 Δεκεμβρίου 2014.

* * *

Συνεχίζουμε τὴν ἀναφορά μας στὸν Τζὼρτζ Ὄργουελ: τὸν συγγραφέα τῆς Φάρμας τῶν ζώων καὶ τοῦ Χίλια ἐννιακόσια ὀγδόντα τέσσερα, τὸν συγγραφέα, λέγαμε στὴν προηγούμενη ἐκπομπή, ὁ ὁποῖος ἀπέναντι στὰ τρία μεγάλα κακὰ ποὺ ρήμαξαν τὴν ἀνθρωπότητα τὸν περασμένο αἰώνα, τὸν ἰμπεριαλισμό, τὸν φασισμὸ καὶ τὸν σταλινισμό, βρέθηκε πάντα ἀμετακίνητος ἀπὸ τὴ σωστὴ μεριά, ποὺ ἦταν πάντα γιὰ τὸν Ὄργουελ ἡ μεριὰ τοῦ ἀδικημένου, τοῦ κατατρεγμένου, τοῦ ἀπόκληρου.

«Ἀπειλοῦσαν»; Σὲ παρελθόντα χρόνο; Εἶναι ἄραγε βέβαιο ὅτι ξεμπερδέψαμε, ὅπως πιστεύαμε μέχρι τώρα, μὲ τὶς τρεῖς αὐτὲς μάστιγες; Ἢ μήπως σηκώνουν πάλι τὸ φριχτὸ κεφάλι τους πάνω ἀπὸ τὴ λήθη ὅπου τὶς εἴχαμε καταχωνιάσει μὲ τιμὲς ἐφιάλτη; Μήπως «ἡ σκύλα ποὺ τὶς γέννησε ἔχει κάψες πάλι», ὅπως ἔλεγε ὁ Μπρέχτ; Οἱ εἰδήσεις ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμο δὲν εἶναι καλές.

Ἂς τὶς ξαναδοῦμε αὐτὲς τὶς τρεῖς πληγὲς τῆς νεότερης ἱστορίας. Ἡ ἀποικιοκρατία, ἀλλιῶς ὁ ἰμπεριαλισμός, ὅπως τὸν ἔνιωσε στὸ πετσί του ὁ μισὸς πλανήτης, ἀποσύρθηκε ἢ ἐκδιώχθηκε ἀπὸ τὸ θέατρο τοῦ κόσμου, ἔκανε τὴ μακρὰ αἱματηρὴ ὑπόκλισή τηου καὶ συνταξιοδοτήθηκε, μολονότι οἱ ὕστερες, κακοήθεις μεταλλάξεις του εἶναι ἔκδηλες παντοῦ, σὲ ὅλο τὸν πλανήτη. Ἀλλὰ ὁ φασισμὸς καὶ ὁ ναζισμός, ἔστω σὲ γκροτέσκα παρωδία, φαίνεται νὰ εἶναι πάλι ἀνάμεσά μας, ἀφοῦ ὁ τρόμος καὶ ἡ ἀθλιότητά τους ξαναφουντώνουν σέ αἱματόχροα μάτια καὶ σὲ ἄρρωστα μυαλὰ φανατικῶν. Ὅσο γιὰ τὸν σταλινισμό, οἱ νοσταλγοί του ποὺ ἀναφύονται κάθε τόσο στὶς χῶρες τῆς πρώην ἀνατολικῆς Εὐρώπης ἀλλὰ καὶ στὴ μέχρι πρότινος εὐημερούσα Δύση, θὰ ἦταν ὁριακὰ γραφικοὶ ἂν δὲν δὲν ταυτίζονταν φανατικὰ μὲ πρότυπα ἐπιβολῆς, μεγαλείου καὶ ἠθικῆς βλακείας ποὺ φέρουν μέσα τους τὸ σπέρμα μιᾶς νέας τυραννίας καὶ ἑνὸς νέου ὁλοκληρωτισμοῦ.

Ὁ Ὄργουελ ἔλεγε ὅτι τὸ καλὸ γράψιμο εἶναι «σὰν τὸ τζάμι τοῦ παραθύρου». Ἐννοοῦσε, ὑποθέτω, ὅτι ὅσο πιὸ καθαρὸ εἶναι αὐτὸ τὸ τζάμι, δηλαδὴ ὅσο λιγότερο φαίνεται τὸ ἴδιο τὸ τζάμι, τόσο καλύτερα μπορεῖς νὰ δεῖς τὸν κόσμο ἔξω. Ὕψιστη συγγραφικὴ ἀρετὴ γιὰ τὸν Ὄργουελ ἡ σαφήνεια: κόπιασε γιὰ νὰ τὴν κατακτήσει κι ὕστερα γιὰ νὰ τὴν ὑπηρετήσει ὅσο καλύτερα μποροῦσε. Ὄχι ἡ ὁποιαδήποτε σαφήνεια, ἀλλὰ ἡ σαφήνεια καὶ ἡ εἰλικρίνεια ποὺ στηρίζονται στὴν ἐμπειρία τῆς ζωῆς.  Τὸ γράψιμό του δὲν πετάει, δὲν ἀπογειώνεται: παραμένει προσκολλημένο στὴ γῆ καὶ στὰ ὄντα της, ποὺ τὰ παρατηρεῖ ἀπὸ κοντά, τὰ ἀγγίζει, τὰ νιώθει: «ἀετίσια μάτια μὲ πλατυποδία» χαρακτήριζε ὁ Ἔμπσον τὸ γράψιμο τοῦ Ὄργουελ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ τὸ ἔργο του, πρωτίστως ἡ δοκιμιογραφία του, συνεπαίρνει ὄχι μὲ τὰ πετάγματα τῆς φαντασίας ἀλλὰ μὲ τὴν πειθὼ μιᾶς ἠθικῆς δύναμης ποὺ ἐμψυχώνει τὶς λέξεις καὶ τὶς κάνει νὰ κερδίζουν τὸ νόημά τους σὰν δίκαιη ἀμοιβή. Δὲν γνωρίζω ἀποτελεσματικότερο ἀντίδοτο στὴ γενικευμένη μπουρδολογία –τὴν ἀερολογία καὶ τὴν περιεσκεμμένη ἀδιαφορία γιὰ τὴν ἀλήθεια– ποὺ πρυτανεύει σήμερα στὶς φιλολογικὲς σπουδὲς (ἀλλὰ καὶ στὴν πολιτικὴ σκέψη καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα)˙ δὲν γνωρίζω ἀντίδοτο καλύτερο γιὰ ὅλα αὐτὰ ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση ἑνὸς δοκιμίου τοῦ Ὄργουελ. Σὰν μιὰ βουτιὰ σὲ κρυστάλλινα νερὰ τὸ καταμεσήμερο ἑνὸς καύσωνα. «Αὐτὸ ποὺ ξεχωρίζει [στὸν Ὄργουελ]», ἔγραφε ὁ Ἔντουαρντ Τόμας (Edward M. Thomas), εἶναι ἡ ἱκανότητά του νὰ καταγράφει στὴ σελίδα τὴν πρόοδο μιᾶς δημιουργικῆς διάνοιας, παράγοντας ἰδέες ὄχι ἀπὸ τὶς ἰδέες τῶν ἄλλων ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς» [Edward M. Thomas, Orwell, Ἐδιμβοῦργο καὶ Λονδίνο, 1965, σ. 8].

atwork

Ἡ συγγραφικὴ ἀρετὴ τῆς διαύγειας καὶ τῆς ἀκρίβειας θριαμβεύει σὲ μιὰν ἄλλη σημαντικὴ πλευρὰ τοῦ συγγραφικοῦ του ἔργου, τὴν παρατήρηση τῆς κοινωνίας καὶ τὴν εὐαίσθητη καταγραφὴ τῆς καθημερινῆς ζωῆς, μιὰ πλευρὰ ἐξίσου σημαντικὴ μὲ τὸ πολιτικῆς σημασίας ἔργο του: μιὰ πλευρά, τωόντι, ποὺ συνιστᾶ τὸ πραγματικὸ ἀνθρωπιστικὸ βάθος τῶν πολιτικῶν του θέσεων καὶ ἀπόψεων. Ὁ κοινωνικὸς στοχαστὴς Ὄργουελ, ὅπως ταιράζει νὰ τὸν ὀνομάσουμε, τεκμαίρεται στὰ τρία σπουδαῖα κοινωνικὰ μυθιστορήματά του: A Clergyman’s Daughter, 1935, Keep the Aspidistra Flying, 1936, Coming Up for Air, 1939. Κυριαρχεῖ ὅμως στὸ γράψιμό του παντοῦ καὶ θριαμβεύει σὲ δύο αὐτοβιογραφικὰ κείμενα λεπτομεροῦς παρατήρησης τῆς ζωῆς: στὸ περίφημο Down and Out in Paris and London, 1933 (μεταφρασμένο στὸ ἑλληνικὰ ὡς Ἀπένταρος στὸ Παρίσι καὶ τὸ Λονδίνο) καὶ στὸ The Road to Wigan Pier, 1937, ἕνα ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα βιβλία κοινωνικῆς αὐτοσυνειδησίας τοῦ πολιτισμοῦ μας. Εἶναι παράξενο ὅτι τὸ βιβλίο αὐτὸ δυσφημίστηκε περισσότερο ἀπὸ ὁποιοδήποτε ἄλλο καὶ ὅτι γιὰ χρόνια θεωρεῖτο ἀπὸ πολλοὺς τὸ χειρότερο βιβλίο τοῦ Ὄργουελ. Γιὰ μένα –ἕναν ὁμολογουμένως ὄψιμο ἀναγνώστη του–, τὸ βιβλίο αὐτό, τουλάχιστον κατὰ τὸ πρῶτο μέρος του, θά ᾽πρεπε νὰ κατέχει στὴ συνείδησή μας καὶ τὸν κοινωνικὸ μας στοχασμὸ μιὰ θέση ἀνάλογη μὲ αὐτὴν ποὺ κατέχουν Οἱ ἐξομολογήσεις τοῦ Ἱεροῦ Αὐγουστίνου στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρώπινης αὐτοπαρατήρησης. Κι εἶναι πραγματικὸ δυστύχημα γιὰ τὴ σκέψη μας καὶ τὴ συνείδησή μας ὅτι δὲν βρέθηκε κι ἀπὸ ἕνας Ὄργουελ νὰ γράψει ἕνα βιβλίο σὰν τὸ The Road to Wigan Pier γιὰ κάθε ἐπάγγελμα, γιὰ κάθε μορφὴ ἐπώδυνης χειρωναξίας, ἀπὸ ὅσες ἔπλασαν τὸν κόσμο καὶ ἐξασφάλισαν τὶς βιοτικὲς ἀνέσεις (δηλαδή, ἀγαπητοὶ φίλοι, τὴ σχετικὴ ἐλευθερία μας ἀπὸ τὸ ἄτεγκτο καθεστὼς τῆς ἀνάγκης) ποὺ ἀπολαμβάνουμε ὣς σήμερα.

Μόλις ἀκούσαμε τὸ τραγούδι τῶν ἀνθρακωρύχων: Down in the coalmine, underneath the ground, / Where a gleam of sunshine never can be found. Στὸ ἀνθρακωρυχεῖο, κάτω ἀπ᾽ τὴ γῆ, / ἐκεῖ ποὺ ἥλιου ἀχτίδα, δὲν μπορεῖ νὰ μπεῖ.  Γιατὶ ἡ ἱστορία ποὺ ἀφηγεῖται ὁ Ὄργουελ στὸ The Road to Wigan Pier εἶναι μιὰ ἱστορία ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ καπιταλισμοῦ – ἤ, γιὰ νὰ ἀκριβολογοῦμε, ἀπὸ τὰ σπλάχνα τοῦ καπιταλισμοῦ, τὸ στομάχι του καὶ τὰ ἔντερά του˙ μιὰ ἱστορία γι᾽ αὐτοὺς ποὺ μοχθοῦν στὰ ἔγκατα τῆς γῆς γιὰ νὰ ἐξορύξουν τὴν πρώτη ὕλη μὲ τὴν ὁποία πλάστηκε καὶ τράφηκε ἡ περιλάλητη νεωτερικότητά μας: τὸ κάρβουνο.

W._Va._coal_mine_1908

Ἡ ἱστορία ἔχει ὡς ἑξῆς. Τὸ 1937, ὁ Ὄργουελ βρίσκεται γιὰ λίγους μῆνες στὴ βιομηχανικὴ περιοχὴ τοῦ ἀγγλικοῦ Βορρᾶ, στὶς ἐπαρχίες τοῦ Λάνκασερ καὶ τοῦ Γιόρκσερ, στὶς μεγάλες κοιλάδες τῶν ἀνθρακωρυχίων τῆς Βόρειας Ἀγγλίας. Τὸν ἔχει στείλει ἐκεῖ ὁ ἀριστερὸς ἐκδότης Βίκτωρ Γκόλαντς (Victor Golanzc), γιὰ νὰ γράψει γιὰ τὴν κατάσταση τῆς ἐργατικῆς τάξης τὰ δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια, ὅταν ἡ φτώχεια καὶ ἡ ἀνεργία ποὺ ἔπληξαν τὴν Ἀγγλία μετὰ τὴ Μεγάλη Κρίση δὲν ἔχουν ἀναταχθεῖ καὶ ὁ βιομηχανικὸς Βορρὰς ὑποφέρει ἀκόμα ἀπὸ τὴν ἀνεργία, τὴν κακοπληρωμένη σκληρὴ ἐργασία καὶ τὴν ἐξαθλίωση. Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἀποστολῆς τὸ βιβλίο ποὺ σᾶς ἀνέφερα, The Road to Wigan Pier. Τὸ Γουίγκαν εἶναι μιὰ βιομηχανικὴ πόλη τοῦ Λάνκασερ, βορειοδυτικὰ τοῦ Μάντσεστερ, μέρος τώρα πιὰ τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τοῦ Μάντσεστερ, καὶ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ ἐκτεταμένες περιοχὲς ἐξόρυξης ἄνθρακα στὴν Μεγάλη Βρετανία. Ἡ ἀποβάθρα τοῦ Γουίγκαν, τὸ Γουίγκαν Πίερ τοῦ Ὄργουελ, εἶναι μιὰ ἀποβάθρα στὸ κανάλι ἀνάμεσα στὸ Λίβερπουλ καὶ τὸ Λήντς, ποὺ ἐξυπηρετοῦσε τὴ διακίνηση βιομηχανικῶν ὑλῶν καὶ προϊόντων. Ὅπως σὲ πολλὰ ἄλλα μέρη τῆς πρώην βιομηχανικῆς Ἀγγλίας, οἱ μεγάλες ἀποθῆκες καὶ οἱ ἀποβάθρες τοῦ Γουίγκαν ἔχουν πλέον μετρατραπεῖ σὲ ἐμπορικὰ κέντρα, ἑστιατόρια, πολιτιστικοὺς χώρους καὶ μουσεῖα.

Ντρέπομαι ποὺ τὸ λέω ἀλλὰ ποτέ μου δὲν εἶχα καταλάβει –ποτέ μου δὲν ἀφιέρωσα τὸ χρόνο ποὺ χρειαζόταν γιὰ νὰ καταλάβω πραγματικὰ– τὸν τρομαχτικὸ μόχθο καὶ τὴ σκληρὴ ζωὴ ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ δουλειὰ τοῦ ἀνθρακωρύχου, μέχρι ποὺ διάβασα τὸ βιβλίο αυτὸ τοῦ Ὄργουελ. Περιγράφει καταλεπτῶς τὴν ἴδια τὴν ἐργασία τοῦ ἀνθρακωρύχου καὶ τὶς συνθῆκες τῆς διαβίωσής του, τὸ σπίτι του, τὴν τροφή του, τὴ διασκέδασή του, τὴν οἰκογενειακή του ζωή. Συγκλονιστικὲς λεπτομέρειες ποὺ δὲν γνώριζα καὶ ἀμφιβάλλω ἂν θὰ μάθαινα ποτέ: ὅπως ὅτι ἕνας ἀνθρακωρύχος, ἀφοῦ καταβυθιστεῖ στὸ βαθὺ φρεάτιο τοῦ ὀρυχείου, χρειάζεται νὰ διανύσει χιλιόμετρα κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, πέντε καὶ ἕξι καὶ ἑφτὰ χιλιόμετρα σκυφτὸς σὲ χαμηλὰ λαγούμια, ὡσότου φτάσει στὸ σημεῖο τῆς ἐξόρυξης. Καὶ ὅτι ἡ μετάβαση αὐτὴ συχνὰ δὲν συνυπολογιζόταν στὸ ἐργάσιμο ὡράριο τοῦ ἀνθρακωρύχου. Ὥστε συχνὰ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ περνοῦσαν τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ἡμέρας τους κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, εἰσπνέοντας καὶ καταπίνοντας καρβουνόσκονη, καταβάλλοντας τρομαχτικὴ μυϊκὴ δύναμη, συχνά πεσμένοι στὰ γόνατα, γιὰ νὰ σκάψουν μὲ τὰ ἐργαλεῖα τους τὴ φλέβα, νὰ φτυαρίσουν τὸ κάρβουνο καὶ νὰ τὸ φορτώσουν στὰ βαγονέτα. Τόνους κάρβουνο, χρόνια κάρβουνο, γενιὲς κάρβουνο. Ὁ κάτω κόσμος πραγματικὰ ὑπῆρξε, κατοικημένος ἀπὸ τοὺς ζωντανοὺς καὶ ἐξανθρωπισμένος ἀπὸ τὴν ἐργασία τους.

Ἦταν τὸ τραγούδι Working man, ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ γνωστὰ καὶ πιὸ συγκινητικὰ τραγούδια τῶν ἀνθρακωρύχων:

It’s a working man I am,
And I’ve been down underground,
I swear to God if I ever see the sun,
Or for any length of time
I can hold it in my mind,
I never again will go down underground.

Ἴσως μοιάζει ἄχρηστο, μπορεῖ καὶ γραφικό, σὲ πολλοὺς ἀπὸ ἐσᾶς ποὺ μὲ ἀκοῦτε τώρα ἀπὸ τὸ ραδιόφωνο, νὰ ἀσχολεῖται κανεὶς σήμερα μὲ τὸν μόχθο τοῦ ἀνθρακωρύχου ὅπως ἦταν πρὶν ἀπὸ 70 ἢ περισσότερα χρόνια, ἀφοῦ τώρα πιὰ ἡ ἐξόρυξη ἄνθρακα, ὅπου συνεχίζεται (ἐμεῖς, μὴν τὸ ξεχνᾶτε, ἐξαρτιόμαστε ἀπὸ τὸ λιγνίτη) εἶναι σὲ πολὺ μεγάλο βαθμὸ ἐκμηχανισμένη. Ἀπαντῶ: Τίποτε δὲν εἶναι ἄχρηστο ἂν βοηθάει νὰ καταλάβουμε τί ὑπήρξαμε καὶ τί χρειάστηκε νὰ κάνουμε γιὰ νὰ γίνουμε αὐτὸ ποὺ εἴμαστε – ἂν ὑποθέσουμε ὅτι μποροῦμε πράγματι νὰ ἐννοήσουμε αὐτὸ ποὺ εἴμαστε. Γιὰ νὰ τὸ πῶ διαφορετικά: ἡ αὐτογνωσία χωρὶς μιὰ στοιχειώδη ἱστορικὴ αἴσθηση τῶν πραγμάτων καὶ τῆς ζωῆς μας θὰ διαφέρει ὅσο τὸ γλυκὸ νερὸ τῆς πισίνας ἀπὸ τὴ ἁλμυρὴ θάλασσα˙ θὰ εἶναι, δηλαδή, μιὰ αὐτογνωσία τοῦ γλυκοῦ νεροῦ. Γι᾽ αὐτὸ κάλεσα ἀπόψε στὴν ἐκπομπὴ ἕναν μοναδικὸ –καὶ ἀδόκητο, ὑποθέτω, γιὰ τοὺς περισσότερους ἀκροατὲς– μάρτυρα τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρακωρύχου.

richard-burton-drinking-with-his-father-richard-walter-jenkins-and-brother-in-the-miners-arms-pont-rhyd-y-fen-wales-1953

Ο Ρίτσαρντ Μπάρτον και ο πατέρας του —στο κέντρο, με το κασκέτο— πίνουν μπύρα σε παμπ στο Miners’ Arms (1956)

Θ᾽ ἀκούσουμε λοιπὸν μιὰ μοναδικὴ συνέντευξη τοῦ Richard Burton ἢ Ρίτσαρντ Μπάρτον, ὅπως τὸν λέγαμε στὴν Ἑλλάδα καὶ ὅπως τὸν ἔγραφαν οἱ γιγαντοαφίσες τοῦ σινεμά. Ὁ Ρίτσαρντ Μπάρτον πέθανε τὸ 1984, τὸ ἀλληγορικὸ ἔτος Ὄργουελ. Ἧταν βεβαίως Οὐαλός, καὶ περήφανος ποὺ ἦταν Οὐαλός, δωδέκατος σὲ μιὰ οἰκογένεια ἀνθρακωρύχων μὲ δεκατρία παιδιὰ καὶ ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο μόνο ἀρσενικοὺς τῆς οἰκογένειας (ὁ ἄλλος ἦταν ὁ μικρός του ἀδερφὸς) ποὺ δὲν ἔγιναν ἀνθρακωρύχοι. Ὑπῆρξε σπουδαῖος ἠθοποιὸς ἀλλὰ καὶ ὑπέροχος ἀφηγητής, μὲ αὐτὴ τὴ βαθιὰ συναρπαστικὴ φωνή του, ὅπως εἶναι πολλοὶ στὰ μέρη ἐκεῖνα τῶν ἀνθρακωρύχων, ὅπου ἡ κοινωνικὴ συνείδηση τῶν ἀνθρώπων ὑφαίνεται κυρίως μὲ τὶς ἱστορίες ποὺ διηγοῦνται ὁ ἕνας στὸν ἄλλον. Θὰ τὸν ἀκούσετε σὲ μιὰ συζήτηση μὲ τὸν Ντὶκ Κάβετ (Dick Cavett), τὸν πάλαι ποτὲ ἐπιφανέστατο παρουσιαστὴ τῆς ἀμερικανικῆς τηλεόρασης, ποὺ τὴ κατέβασα, ὅπως ἀσφαλῶς θὰ ὑποθέσατε, ἀπὸ τὸ youtube. Θὰ τὸν ἀκούσετε νὰ μιλᾶ ὄχι μόνο γιὰ τὸ μόχθο τοῦ ἀνθρακωρύχου καὶ τὴ μοίρα του, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ὑπερηφάνειά του.

Ἦταν τὰ χρόνια τῆς Μεγάλης Κρίσης, καὶ ὅλα τ᾽ ἀδέρφια μου ἐκτὸς ἀπὸ ἕναν, τὸν μικρότερο ἀδερφό μου, ἦταν ἀνθρακωρύχοι. Ὅλοι ἔφυγαν ἀπὸ τὰ ὀρυχεῖα, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν μεγαλύτερο, ποὺ ἀγαποῦσε τὰ ὀρυχεῖα τόσο πολὺ ὥστε στάθηκε ἀδύνατο νὰ τὸν δωροδοκήσω γιὰ νὰ φύγει, κι ἔμεινε ἐκεῖ ὣς τὸ πικρό του τέλος. Πέθανε πέρσι – ὄχι, πέθανε μόλις φέτος, πρὶν ἀπὸ πέντε ἕξι μῆνες˙ καὶ μπορεῖτε νὰ φανταστεῖτε τὴν ἐξαιρετικὴ φυσικὴ κατάσταση ὅλων τῶν μελῶν τῆς οἰκογένειας, γιατὶ μὲ τὰ πνευμόνια του γεμάτα καρβουνόσκονη ἔζησε ὣς τὰ 79 του χρόνια: ἔξαλλος ποὺ δὲν ἔφτασε τὰ ὀγδόντα. Ἀλλὰ τὸ ὅτι ἔζησε τόσο πολὺ καὶ δούλεψε τόσα χρόνια – πρωτοκατέβηκε στὸ ὀρυχεῖο στὰ δεκατρία του καὶ βγῆκε στὰ ἑξηνταπέντε του . . .

-Πέθανε ἀπὸ τὴν ἀσθένεια . . .

–Ναί, πέθανε ἀπὸ πνευμονοκονίωση.

–Σαρκάζατε ὅταν εἴπατε ὅτι ἀγαποῦσε τὰ ὀρυχεῖα. Δὲν ξέρω κανέναν ποὺ ἀγαποῦσε τὰ ὀρυχεῖα . . .

–Μὰ ναί, ναί, τ᾽ ἀγαποῦσε. Ὁ πατέρας μου, ποὺ ἦταν σπουδαῖος ἀνθρακωρύχος, στὰ χρόνια ἐκεῖνα πρὶν ἀπὸ τὴν ἐκμηχάνιση, ὅταν βρισκόταν σ᾽ ἐκεῖνο τὸ μεγάλο κοίτασμα – ὑπάρχει ἕνα ποὺ λέγεται, νομίζω, τὸ Μεγάλο Ἀτλαντικὸ κοίτασμα˙ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν Ἰσπανία, νομίζω, τὴ χώρα τῶν Βάσκων, περνάει κάτω ἀπὸ τὸν Βισκαϊκὸ κόλπο, ἀναδύεται στὴ Νότια Οὐαλία, περνάει κάτω ἀπὸ τὸν Ἀτλαντικὸ καὶ ἀναδύεται στὴν Πενσυλβανία. Κι ἔτσι ἂν ἔπαιρνες ἕναν Βάσκο ἀνθρακωρύχο ἕναν Οὐαλὸ ἀνθρακωρύχο ἕναν ἀνθρακωρύχο ἀπὸ τὴν Πενσυλβανία, τοὺς ἔδενες τὰ μάτια καὶ τοὺς μετέφερες, θ᾽ ἀναγνώριζαν τὴ φλέβα τοῦ κάρβουνου μόλις τὴν ἔβλεπαν – νομίζω ὅτι ἔχει πλάτος τέσσερα πόδια ἕξι ἴντσες˙ ὁ πατέρας μου μιλοῦσε γι᾽ αὐτὴν ὅπως μιλοῦν κάποιοι ἄντρες γιὰ τὶς γυναῖκες, μιλοῦσε γιὰ τὸ καθῆκον του ἀπέναντι σ᾽ αὐτὴ τὴ φλέβα, καὶ τ᾽ ἀδέρφια μου ἔλεγαν ἱστορίες γιὰ τὸν πατέρα μου, τὸ πῶς κοίταζε αὐτὴ τὴ φλέβα. Ὁ πατέρας μου ἦταν πολὺ κοντός, ἰδεῶδες ὕψος γιὰ ἕναν ἀνθρακωρύχο –περίπου πέντε πόδια τρεῖς τέσσερις ἴντσες [ἕνα μέτρο καὶ ἑξήντα μὲ ἑξήντα δύο ἑκατοστά], ἀλλὰ πολύ, πολὺ δυνατὸς– θὰ κοίταζε τὴ φλέβα τοῦ κάρβουνου μὲ ματιὰ σχεδὸν χειρουργοῦ, θὰ τὴ σημάδευε [δείχνει: ἔτσι, μὲ τὸ δάχτυλό του] καὶ θά ᾽λεγε στὸν μικρὸ βοηθό του –κάθε ἀνθρωκωρύχος ἔχει ἕνα ἀγόρι γιὰ βοηθό του– «δῶσε μου μιὰν ἀξίνα Νο 2», καὶ ὕστερα, ἀφοῦ κοίταζε ἐπίμονα αὐτὸ τὸ ὑπέροχο θέαμα τῆς μαύρης λαμπερῆς λωρίδας κάρβουνο, τότε θὰ τὴν χτυποῦσε μ᾽ ἕνα τερατῶδες χτύπημα, κι ἂν τὴν χτυποῦσε σωστά, κάπου εἴκοσι τόνοι κάρβουνο θὰ πετάγονταν ἀπὸ τὴ φλέβα αὐτή. Τὸν γέμιζε αὐτό, τὸν συνάρπαζε. Γι᾽ αὐτὸ λοιπὸν πιστεύω πὼς ὅταν σκέφτεστε ἴσως γιὰ μένα ὅτι γεννήθηκα, ἂς ποῦμε, μὲ ἀσημένιο κουταλάκι καὶ τὰ λοιπὰ – οἱ ἀνθρακωρύχοι πιστεύουν τουλάχιστον πίστευαν ὅτι εἶναι οἱ ἀριστοκράτες τῆς ἐργατικῆς τάξης, αἰσθάνονταν ἀνώτεροι ἀπὸ κάθε ἄλλο εἶδος χειρώνακτα, ἦταν εἰδικευμένοι ἐργάτες, ἡ φλέβα τοῦ κάρβουνου ἦταν γι᾽ αὐτοὺς ἕνα μαγικὸ στοιχεῖο.

–Ἔχουν ὅλα αὐτὰ ἀντικατασταθεῖ τώρα πιὰ ἀπὸ μηχανὲς . . .

–Ναί, τώρα χρησιμοποιοῦν ἠλεκτρικὰ τρυπάνια καὶ κοφτῆρες.

–Ὁ πατέρας σας θὰ ἦταν τώρα ἐναντίον ὅλων αὐτῶν. . .

–Ναί, θά ᾽λεγε ὅτι δὲν εἶναι καθόλου ἀνθρακωρύχοι αὐτοί, ὅτι τὴ δουλειὰ τὴν κάνουν οἱ μηχανές.

–Εἴχατε καθόλου τὸ φόβο τῶν ὀρυχείων; Θέλω νὰ πῶ, αἰσθανόνασταν ὅτι εἶναι κάτι ἀπὸ τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ ἀποδράσετε, νὰ διαφύγετε σὲ ἄλλον κόσμο;

–Ὄχι, καθόλου, ὄχι. Τὸ ἀντίθετο, μάλιστα. Φιλοδοξία κάθε μικρὸ ἀγοριοῦ στὴν κοιλάδα μας ἦταν νὰ γίνει ἀνθρακωρύχος. Γιατὶ ἦταν ἐκείνο τὸ ἀγέρωχο βάδισμα τῶν ἡγεμόνων τοῦ ἀνθρακωρυχείου, εἶχαν αὐτοὺς τοὺς μυώδεις γλουτοὺς καὶ τὰ στραβὰ πόδια, καὶ περπατοῦσαν μὲ κάτι σὰν ἀλαζονεία, καὶ ὅλοι ἤθελαν νὰ γίνουν σὰν τοὺς ἀνθρακωρύχους, νὰ στέκονται στὶς γωνιὲς κοιτώντας μὲ τὸ ἐχθρικό τους βλέμμα νὰ περνοῦν ἀπὸ μπροστά τους ὅλοι οἱ καθωσπρέπει, μοδάτοι ἄνθρωποι,  καὶ νὰ προσβάλλουν τὰ κορίτσια, νὰ προσβάλλουν τὴν κόρη τοῦ γιατροῦ, τὴν κόρη τοῦ δικηγόρου, τὴν κόρη τοῦ ἱεροκήρυκα καθὼς περνοῦσαν, νὰ τὶς προσβάλλουν μὲ τὸ παγωμένο βλέμμα τους γιατὶ αὐτοὶ ἦταν οἱ βασιλεῖς τοῦ κάτω κόσμου.

Οἱ βασιλεῖς τοῦ κάτω κόσμου, the kings of the underworld. Γιατὶ ὁ κάτω κόσμος ὑπῆρξε καὶ ὑπάρχει ἀκόμα. Ἀκοῦμε τὸ συγκλονιστικὸ Surfarara, τραγούδι τῶν ὀρυχείων τοῦ θείου στὴ Σικελία.  Ἀπὸ τὸν Θησαυρὸ τοῦ Alan Lomax καὶ αὐτό.

Γιὰ τοὺς βασιλεῖς τοῦ κάτω κόσμου, λοιπόν, τοὺς ἀνθρακωρύχους, ἂς ἀκούσουμε τὸν ὕψιστο ἔπαινο γιὰ τὴν προσφορά τους στὸν ἀνθρώπινο πολιτισμό, ὅπως τὸν συνέθεσε ὁ Ὄργουελ:

Ἔτσι εἶναι μ᾽ ὅλα τὰ εἴδη τῆς χειρωνακτικῆς δουλειᾶς· μᾶς κρατᾶνε στὴ ζωὴ δίχως ἐμεῖς νά ᾽χουμε ἐπίγνωση τῆς ὕπαρξής τους. Ὁ ἀνθρακωρύχος εἶναι χειρωνάκτης ἴσως περισσότερο ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλο, ὄχι μόνο γιατὶ ἡ δουλειά του εἶναι ἐξαιρετικὰ σκληρή, ἀλλὰ καὶ γιατὶ εἶναι ζωτικὰ ἀναγκαῖος καὶ ταυτόχρονα τόσο μακριὰ ἀπ᾽ τὴ ζωή μας, τόσο ἀόρατος, ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ τὸν ξεχάσουμε ὅπως τὸ αἷμα στὶς φλέβες μας. Καὶ αἰσθάνεσαι κάτα κάποιον τρόπο ταπείνωση ὅταν βλέπεις ἀνθρακωρύχους νὰ δουλεύουν. Σὲ κάνουν νὰ ἀμφιβάλλεις γιὰ μιὰ στιγμὴ γιὰ τὴ θέση σου σὰν «διανοουμένου» καὶ γενικὰ ἀνώτερου ἀνθρώπου. Γιατὶ καταλαβαίνεις, τουλάχιστον ὅση ὥρα τοὺς κοιτᾶς, ὅτι οἱ ἀνώτεροι ἄνθρωποι μποροῦν νὰ παραμένουν ἀνώτεροι μὲ τὸν ἱδρώτα καὶ μόνο τῶν ἀνθρακωρύχων. Ἐσὺ κι ἐγὼ καὶ ὁ ἐκδότης τῶν Τάιμς καὶ οἱ θηλυπρεπεῖς ποιητὲς καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τοῦ Καντέρμπουρυ καὶ ὁ Σύντροφος Χ ποὺ ἔγραψε τὸν Μαρξισμὸ γιὰ παιδιὰ – ὅλοι μας πραγματικὰ ὀφείλουμε τὴ σχετικὴ ἀξιοπρέπειά μας στοὺς δυστυχισμένους εἴλωτες κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, ποὺ μουτζουρωμένοι ὣς τ᾽ αὐτιά, μὲ τὸ λαιμό τους γεμάτο καρβουνόσκονη, μπήγουν τὸ φτυάρι τους κάτω ἀπὸ τὸ κάρβουνο μὲ τὰ ἀτσάλινα νεῦρα τῶν χεριῶν καὶ τῆς κοιλιᾶς τους [σ. 22-23].

Γιατὶ, ὅπως ἀκούσατε καὶ πρίν, τὸ βιβλίο αὐτὸ τοῦ Ὄργουελ δὲν εἶναι μόνο περιγραφὴ τῆς σκληρῆς ἐργασίας τοῦ ἀνθρακωρύχου κάτω ἀπὸ τὴ γῆ καὶ τῆς σκληρῆς ζωῆς του ἐπάνω στὴ γῆ. Εἶναι συγχρόνως καὶ ἕνας ὕμνος, ἕνα πραγματικὸ ἐγκώμιο τῆς ἐργατικῆς τάξης καὶ τῶν ἀξιῶν της.  Σὲ ἄλλο σημεῖο τοῦ βιβλίου ὁ ῎Οργουελ περιγράφει μὲ περισσὴ τρυφερότητα τὴν αἴσθηση τῆς ἀνθρώπινης ἀσφάλειας καὶ εὐτυχίας ποὺ μπορεῖ κανεὶς νὰ νιώσει, ἕνα χειμωνιάτικο βράδυ γύρω ἀπὸ τὴ φωτιά, στὸ σπίτι ἑνὸς ἐργάτη ποὺ ἔχει δουλειὰ καὶ πληρώνεται ἀξιοπρεπῶς: «μιὰ ζεστή, εὐπρεπισμένη, βαθιὰ ἀνθρώπινη ἀτμόσφαιρα, ποὺ δὲν εἶναι καὶ τόσο εὔκολο νὰ τὴ βρεῖς ἀλλοῦ», γράφει καὶ καταλήγει:

Κατὰ περίεργο τρόπο, δὲν εἶναι ὁ θρίαμβος τῆς σύγχρονης τεχνολογίας, οὔτε τὸ ραδιόφωνο, οὔτε ὁ κινηματογράφος, οὔτε τὰ 5.000 μυθιστορήματα ποὺ ἐκδίδονται κάθε χρόνο, οὔτε τὰ πλήθη στὰ γήπεδα τοῦ Ἄσκοτ, τοῦ Ἦτον καὶ τοῦ Χάροου, ἀλλὰ ἡ ἀνάμνηση τῆς σπιτικῆς ζωῆς τῶν ἐργατῶν –εἰδικὰ ὅπως τὴ γνώρισα, μερικὲς φορές, στὰ παιδικά μου χρόνια πρὶν ἀπ᾽ τὸν πόλεμο [ἐννοεῖ τὸν Πρῶτο Παγκόσμιο Πόλεμο], ὅταν ἡ Ἀγγλία ἦταν ἀκόμη πλούσια– ποὺ μοῦ θυμίζει ὅτι ὁ αἰώνας μας δὲν εἶναι ὁλότελα ἄσχημος γιὰ νὰ ζήσεις σ᾽ αὐτόν [σ. 80].

Ἦταν ὁ Merle Haggard, ἕνας ἀπὸ τοὺς κορυφαίους τῆς μουσικῆς κάντρυ καὶ εἰσηγητὴς τοῦ Bakersfield sound στὴ μουσικὴ κάντρυ ἔντ γουέστερν, ἀπὸ τὸ Μπαίηκερσφηλντ τῆς Καλιφόρνιας. Τὸ τραγούδι του, ἕνα ἐγκώμιο τοῦ ἐργαζόμενου ἀνθρώπου στοὺς τραχεῖς τόνους καὶ τὴν προφορὰ ἑνὸς λαϊκοῦ ἀνθρώπου τῶν μεσο-δυτικῶν πολιτειῶν.

6a00d8341c8d9453ef0192ac6b768b970d

 

Σ᾽ αὐτὲς τὶς τρεῖς στιγμὲς ποὺ σᾶς διάβασα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ὄργουελ θὰ προσθέσω ἄλλη μιά, τελευταία καὶ ἐμβληματική. Μὲ ἐντυπωσίασε καὶ τὴν κρατῶ στὴ φαντασία μου σὰν νὰ τὴν ἔχω δεῖ ἐγὼ ὁ ἴδιος. Ὁ Ὄργουελ βρίσκεται στὸ τραῖνο ποὺ διασχίζει ἀργὰ τὰ περίχωρα μιᾶς βιομηχανικῆς πόλης τοῦ Βορρᾶ: «ἕνα φρικιαστικὸ σκηνικὸ ἀπὸ σωροὺς βιομηχανικῶν ἀπόβλητων, καμινάδες, στοιβαγμένα παλιοσίδερα, μολυσμένα ρυάκια, μονοπάτια μὲ μαῦρα λασπόνερα, διασταυρωμένα μὲ πατημασιὲς ἀπὸ τσόκαρα» [σ. 12]. Καὶ συνεχίζει:

Στὸ πίσω μέρος ἑνὸς σπιτιοῦ, μιὰ νέα γυναίκα, γονατισμένη πάνω στὰ πετραδάκια, ἔμπηγε ἕνα ραβδὶ στὸν μολυβένιο σωλήνα τῆς ἀποχέτευσης ποὺ ἐρχόταν ἀπὸ τὸν νεροχύτη τῆς κουζίνας καὶ ποὺ εἶχε μᾶλλον φράξει. Εἶχα τὸν χρόνο νὰ προσέξω τὴ χοντρὴ ποδιά της, τὰ χοντροκομμένα της τσόκαρα, τὰ κοκκινισμένα ἀπὸ τὸ κρύο χέρια. Σήκωσε τὸ κεφάλι τὴν ὥρα ποὺ περνοῦσε τὸ τραῖνο καὶ ἡ ἀπόσταση ἦταν τόση ποὺ κατάφερα νὰ πιάσω τὸ βλέμμα της. Εἶχε ἕνα στρογγυλό, χλωμὸ πρόσωπο, τὸ συνηθισμένο πρόσωπο τοῦ κοριτσιοῦ τῆς φτωχογειτονιᾶς, ποὺ εἶναι 25 καὶ δείχνει 40 ἀπὸ τὶς ἀποβολὲς καὶ τὴ βαριὰ δουλειά˙ τὴ στιγμὴ ποὺ τὴν κοίταξα εἶχε τὴν πιὸ ἀπελπισμένη καὶ μελαγχολικὴ ἔκφραση ποὺ εἶδα ποτέ μου. Τότε σκέφτηκα πὼς κάνουμε λάθος ὅταν λέμε πὼς «δὲν εἶναι τὸ ἴδιο γι᾽ αὐτοὺς ὅπως θά ᾽ταν γιὰ μᾶς» κι ὅτι οἱ ἄνθρωποι ποὺ μεγάλωσαν στοὺς φτωχομαχαλάδες δὲν μποροῦν νὰ φανταστοῦν τίποτ᾽ ἄλλο ἔξω ἀπ᾽ αὐτούς. Γιατὶ αὐτὸ ποὺ εἶδα στὸ πρόσωπό της δὲν ἦταν ὁ ἀσυνείδητος πόνος τοῦ ζώου. Ἤξερε καλὰ τί τῆς συνέβαινε – καταλάβαινε τὸ ἴδιο καλὰ μὲ μένα τὴ φοβερὴ μοίρα αὐτοῦ ποὺ γονατίζει ἐκεῖ στὸ φριχτὸ κρύο, πάνω στὰ πετραδάκια τῆς πίσω αὐλῆς τῆς τρώγλης, μπήγοντας ἕνα ραβδὶ σ᾽ ἕνα βρωμερὸ ἀποχετευτικὸ σωλήνα [σ. 12].

Τὸ Working man blues #2, ποὺ θὰ ἀκούσουμε τώρα, ἦταν ἡ ἀπόκριση τοῦ Μπὸμπ Ντύλαν στὸν Merle Haggard: ἕνας ἄλλος, ὄψιμος ἔπαινος τοῦ ἐργαζόμενου ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν δίσκο Modern Times (Μοντέρνοι Καιροὶ) τοῦ 2006: ταιριαστὸς ἀμοιβαῖος ἀποχαιρετισμὸς γιὰ μᾶς ἐδῶ, ἀγαπητοί φίλοι, ἐν ὄψει τῆς ἐργάσιμης ἑβδομάδας ποὺ θὰ ἀκολουθήσει.

Ἦταν ἄλλη μιὰ «Κυριακὴ τοῦ ἀνθρώπου» ἀπὸ τὸ Τρίτο Πρόγραμμα καὶ τὸ τέλος μιᾶς τριμεροῦς ἀναφορᾶς στὸν Τζὼρτζ Ὄργουελ. Στὸ μικρόφωνο ὁ Διονύσης Καψάλης. Στὸν ἦχο ὁ Θανάσης Βουτέρης.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Κυριακή του ανθρώπου

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

.

 

2 thoughts on “Οι βασιλείς του κάτω κόσμου

  1. Παράθεμα: Οι βασιλείς του κάτω κόσμου | Μεταρρύθμιση

  2. Παράθεμα: Το οργουελιανό τσάι | dimart

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s