Ανάγνωση σε προσωπικό τόνο

—της Μαρίας Τοπάλη για την Πρωινή Γαλήνη του Ηλία Μαγκλίνη (Μεταίχμιο, 2015)—

Ένα αμερικάνικο βιβλίο. Αυτή ήταν η πρώτη σκέψη που έκανα όταν τέλειωσα την Πρωινή Γαλήνη. Αμερικάνικο; Ένα βιβλίο εμποτισμένο από τη νεώτερη ελληνική ιστορία «αμερικάνικο»; Αντιπαρέρχομαι μερικές προφανείς αρετές, που πράγματι μοιράζεται εδώ ο Μαγκλίνης με πολλούς αμερικανούς συγγραφείς: τη γρήγορη κινηματογραφική γραφή, που δεν είναι θεατρικά κοφτή αλλά 6143_PROINI_GALINI_CVμακρόπνοα ελαστική και ανελισσόμενη, τη διαρκή οπτικοποίηση της αφήγησης που υποβάλλει, αυτή και όχι τα αφηγηματικά σχόλια, τον εσωτερικό κόσμο των ηρώων (του κεντρικού, προπάντων, ήρωα) μέσα από εικόνες και δράση. Φθάνω σε κάτι θεμελιώδες: η σχέση του συγγραφέα με τον ήρωά του διαπνέεται από αμερικάνικο, καθόλου ελληνικό, μα ούτε και ιδιαίτερα ευρωπαϊκό ήθος. Ούτε πικρά ούτε νοσταλγικά ούτε αποδομητικά δεν τον προσεγγίζει. Τον αγκαλιάζει και μαζί του απογειώνεται ή βυθίζεται: στα ωραία και στα σκατά.

Βλέπετε, το αγόρι που εγκαταλείπει μέσα στον Εμφύλιο την εφηβεία του και την βορειοελλαδίτικη πατρίδα του, εγκλωβισμένες κι οι δυο στο πατρικό υπόγειο σιδεράδικο, για να πετάξει, κυριολεκτικά και μεταφορικά, στους αιθέρες της πολεμικής αεροπορίας, στα φτερά του έρωτα και σε ένα μέλλον-απογείωση πραγματοποιεί, όπως το αφηγείται ο Μαγκλίνης, μιαν εντελώς φυσική κίνηση, ψυχική και σωματική. Ο ήρωας πέφτει στην περιπέτεια με τα μπούνια, γιατί αυτή είναι η δουλειά των ηρώων. Συντρίβεται, ξαναπροσπαθεί. Ένα μεγάλο ποτάμι τον παρασέρνει, κι όσο περισσότερο βυθίζεται στα μάλλον λασπωμένα νερά του, τόσο οι αιθέρες γίνονται με ένα μαγικό (= «μυθιστορηματικό») τρόπο κοντινότεροι. Πίστευα ακράδαντα ότι ο Σαιντ-Εξυπερύ είναι αξεπέραστος στη συγγραφική προσέγγιση των πτήσεων, όπως αξεπέραστη υπήρξε ιδίως σε παλαιότερες εποχές η γοητεία των «ιπτάμενων» ανδρών. Κι όμως, εδώ συμβαίνει ένα παράξενο τρικ: η πτήση, τα ίδια τα αεροπλάνα με τα διαφορετικά μοντέλα τους και οι αιθέρες, τα σύννεφα, το γαλάζιο γίνονται στις σελίδες της Πρωινής Γαλήνης αντικείμενο ασίγαστου πόθου χάρη στην πιο οικτρή, την πιο ταπεινωτική αδυναμία του ήρωα να τα κατακτήσει.

Κάποιοι ίσως θα σκεφθούν ότι το βασικό θέμα, ο στόχος του βιβλίου, είναι να μιλήσει για τον πόλεμο της Κορέας. Το κάνει, πράγματι, αυτό. Φέρνει στο φως ξεχασμένες, περιφρονημένες είναι ίσως η σωστή λέξη, ιστορίες, με τρόπο αριστοτεχνικό. Τα χαρακώματα, η μάχη λεπτό προς λεπτό πάντα με τη μορφή εσωτερικευμένων συμβάντων ή εξωτερικευμένων ψυχικών στάσεων, όπως συμβαίνει στο σινεμά, δεν θα τα ξεχάσει εύκολα ο αναγνώστης. Δεν πρέπει όμως εξαιτίας τους να υποτιμηθεί το πρώτο μέρος, όταν, δηλαδή, γνωρίζουμε τον ήρωα μέσα από την οικογένεια, το φούντωμα των ονείρων, την αποτυχημένη πτήση, κυρίως όμως τον έρωτα. Ο έρωτας, ακριβώς, δεν είναι καθόλου αμελητέο στοιχείο σε τούτη την αφήγηση. Δεν είναι ντεκόρ για να γλιστρήσει ευκολότερα στο αναγνωστικό λαρύγγι το δυσβάσταχτο στόρυ. Γιατί, σαρκικός όσο και συναισθηματικός, λάγνος όσο και τρυφερός, μαζί με την προδοτική, αδύναμη σάρκα των εμετών και του χεσίματος, που κι αυτή ζευγαρώνει με μια ψυχή ευρισκόμενη διαρκώς στα σύννεφα, συγκροτεί τη συγκλονιστική ανθρώπινη νεότητα: τον ήρωα, τον Δημήτρη.

Ένα πράγμα που δυσκολευόμουν να καταπιώ στις ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου ήταν που δεν αγαπούσε τους ήρωές του, ο ερωτισμός των οποίων ήταν προκλητικά άγαρμπος. Πολλοί έλληνες αλλά και ευρωπαίοι συγγραφείς το μοιράζονται αυτό με τον μακαρίτη μεγαλοφυή σκηνοθέτη του Θίασου –έναν κατεξοχήν, άλλωστε, ευρωπαίο σκηνοθέτη. Ξέρω πως κάτι θέλει να πει αυτό -πολλά θέλει να πει – παρ’ όλα αυτά μου ήταν και μου είναι συχνά αφόρητο. Ο Μαγκλίνης δεν ανήκει σε αυτή την παρέα. Η ορμή της ζωής είναι στο βιβλίο του ακάθεκτη – και γιατί όχι δηλαδή; Ακάθεκτα, άλλωστε, συντρίβεται κιόλας η ορμή αυτή- και μάλιστα ήδη σχεδόν από την αρχή. Αλλά το σώμα ξαναζεί διαρκώς μέσω του έρωτα το μεγαλείο του και θα ‘λεγα: το ζει απλά, χωρίς πολλά-πολλά. Χωρίς τραγικότητες και ιδεολογικοποιήσεις. Έρωτας σκέτος, σεξουαλικότητα σε άνθιση. Νορμάλ πράγματα. Τίποτε δεν συγκινεί όσο το νορμάλ, όταν ξέρει κανείς να το εξιστορήσει.

Με εντυπωσίασε ο τρόπος που παρουσιάζει και χειρίζεται τις γυναίκες. Υπάρχει και εκεί μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη στη λογοτεχνία μας «φυσιολογικότητα». Υπάρχει μια ανακουφιστική άνεση. Η ηρωίδα του διαχειρίζεται τον ερωτισμό της με την τόλμη που απαιτεί η σάρκα αλλά και το συναίσθημα, για να ικανοποιηθούν. Ούτε άγρια ούτε και υποτονικά. Δυνατά όμως. Δυνατό βιβλίο.

Δυο σημεία μάλλον επουσιώδη είναι ωστόσο τα αγαπημένα μου: το πρώτο, όταν τα κορεάτικα χαρακώματα ανακαλούν στη μνήμη του αποτυχημένου «Ίκαρου» το υπόγειο σιδεράδικο των Βοδενών από το οποίο επιχείρησε με φόρα να ξεφύγει. Βλέπω μπροστά μου το πλάνο, μυρίζω τη βρωμιά του, ακούω τη δυσοίωνη υπόκρουση. Το δεύτερο, στον επίλογο, όταν η Εύα, ώριμη και χαλκέντερη, τινάζει περιφρονητικά στον αέρα σαν τη στάχτη του τσιγάρου τον ασπρόμαυρο μύθο της «Ελλαδίτσας», αρνούμενη τη νοσταλγία και το ψεύδος της αλλοτινής αθωότητας. Για τον θείο, τον αντάρτη, τον κομμουνιστή, για τον Προκόπη δεν θα γράψω εδώ, για να μην κάνω σπόιλερ. Θα πω, μονάχα: σκέτη απόλαυση.

10155281_10152064536666699_5409064832237591789_n

Ηλίας Μαγκλίνης

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Βιβλίο

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

One comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.