—του Γρηγόρη Καραγρηγορίου—
Άρχισε πάλι μια άνευ αντικειμένου διαμάχη στο ελληνικό διαδίκτυο για υποτίθεται λυμένα θέματα. Αυτή τη φορά για τη βιογραφία του Διονύσιου Σολωμού. Γνωστός τηλεοπτικός δημοσιογράφος ανέφερε κάποια στοιχεία της ζωής του κι ο Δήμαρχος Ζακύνθου θεώρησε ότι θίχτηκε η μνήμη του εθνικού μας ποιητή και ζήτησε από τον εργοδότη του δημοσιογράφου να πράξει τα δέοντα. Η συζήτηση κανονικά θα έπρεπε να μην έχει καν αρχίσει, η ελευθερία του λόγου είναι κατοχυρωμένη, η ζωή του Σολωμού αρκετά γνωστή, είναι εξάλλου μέσα στους πιο βιογραφημένους και μελετημένους νεοέλληνες – και δικαίως. Η πασίγνωστη φράση που του αποδίδεται από τον Πολυλά «εθνικόν είναι το αληθές» αρκεί για επιχείρημα. Όποιος ενδιαφέρεται για το αληθές του βίου και του έργου του, μπορεί να συμβουλευτεί π.χ. τα γραπτά του Βάρναλη, του Πολίτη, του Μαρωνίτη, του Σαββίδη, που είναι κάποιοι από τους εκατοντάδες που το μελέτησαν και που μου έρχονται πρόχειρα στο μυαλό. Πιστεύω πως δεν είναι ζήτημα που καίει, δεν είναι το ζήτημα των ημερών, ίσως να μην μπορεί να φωτίσει σημερινά προβλήματα -κι είναι πολλά- και ίσως να μην ενδιαφέρει. Αλλά είναι αγαπημένο μου θέμα και είμαστε όμηροι των παθών μας. Και δεύτερον, όλα κάπως συνδέονται, είμαι σίγουρος.
Ο κόντες Σολωμός ήταν, εκτός των άλλων, μια διδακτική προς τους νεοέλληνες, ιδιαίτερη προσωπικότητα. Κυρίως μοναδικό όμως ήταν το έργο του. Κατά βάση αγωνιωδώς αποσπασματικό: «έγραφε -λέει ο Βάρναλης- αλλά ποτέ δεν έγραψε». Και δε μπορώ παρά να σημειώσω εδώ πως μου δημιουργούσε πάντα ένα δέος αλλά και έναν ταπεινό μεν, προσωπικό δε δεσμό αυτή η αδυναμία να νοιώσει ασφαλής κι ικανοποιημένος από αυτά που έγραφε. Αλλά έργο μοναδικό και λαμπερό νοηματικά και ποιητικά, κυρίως όμως γλωσσικά. Η γλώσσα που μιλάμε σήμερα οφείλει πολλά στην προσπάθεια του Σολωμού να παλέψει διαλεκτικά τη μορφή της, να την πιάσει από το στόμα της υπηρέτριας μάνας του και να την κάνει λογοτεχνική, να την αναβαθμίσει χωρίς να την αλλοιώσει και να την μετατρέψει σε εργαλείο μόρφωσης ενός λαού που ζούσε τον μακρύ πολιτιστικό του μεσαίωνα. Το σύνθημα του; «Υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού και αν είσαι αρκετός, κυρίεψέ την».
Να την επανεφεύρει πριν την κυριέψει στην πραγματικότητα, γιατί ακριβώς την έμαθε από την αρχή, την σπούδασε μοναχός του. Αφού όλη του η μόρφωση από την νηπιακή ηλικία έως το τέλος των νομικών σπουδών του στην Βενετία, την Κρεμόνα και την Παβία, μέχρι τα πρώτα του έργα και αρκετά κι από τα επόμενα, ήταν στην ιταλική. Και λοιπόν; Το επώνυμο του κόντε πατέρα του ήταν μάλλον Σολομών, εβραϊκό επίθετο ενετοκρητικής καταγωγής. Και λοιπόν; Και ναι, άσχετο, ήταν μασόνος, όπως πολλοί προοδευτικοί αριστοκράτες στα Επτάνησα την εποχή εκείνη. Οι Ελευθεροτέκτονες εξάλλου ήταν μια οργάνωση προερχόμενη από το πνεύμα του πρόσφατου ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Άλλοι καιροί, άλλη η σημειολογία της εποχής. Και λοιπόν; Και αλκοολικός, έπινε, αυτό τον οδήγησε στην αρρώστια και τα εγκεφαλικά επεισόδια και τελικά τον θάνατο. Και λοιπόν; Και ήταν μοναχικός και μονόχνοτος. Και με οικογενειακά προβλήματα. Και μια προβληματικότατη μάνα. Και δικομανής. Και ο Πετρόπουλος λέει πως ήταν ομοφυλόφιλος. Και λοιπόν;
Κι αν ναι, κι αν όχι, γιατί αυτό ή αυτά ή άλλα χαρακτηριστικά του έχουν άλλη αξία, πέραν της ιστορικής; Το έργο του ή η ζωή του πώς αμαυρώνεται από αυτά; Και γιατί είναι λιγότερο Έλληνας ή μικρότερος ποιητής από αυτά; Πώς σας πέρασε, από το μυαλό κάποιων, ότι αυτά είναι αντίρροπα στον μύθο του γεγονότα; Αλλά ο Σολωμός που δε χώρεσε ποτέ σε κουτάκια και ταμπέλες, ήταν πάντα οι ίδιος ή η φήμη του δέκτης τέτοιας αντίδρασης. Ας ξαναγυρίσουμε για παράδειγμα, στη γλώσσα του, το έργο της ζωής του, που ποτέ δεν αισθάνθηκε ότι ολοκλήρωσε. «… Ο Κάλβος κι ο Σαλομός (sic), ωδοποιοί μεγάλοι, κι οι δύο παρημέλησαν της γλώσσης μας τα κάλλη», έλεγε ο Α. Σούτσος στον Όθωνα το 1833. Ο Γ. Ν. Χατζιδάκις το 1905 έγραφε πως είχε «πλήρη άγνοια της ελληνικής», ενώ ο Σεφέρης το 1936 δεν δίστασε να γράψει πως «δεν ήξερε ελληνικά». Και ίσως να μην έχουν άδικο. Δεν ήξερε. Τα μάθαινε και τα έφτιαχνε στην πορεία. Γι’ αυτό ήταν τόσο εκθαμβωτικά όμορφα τα σολωμικά ελληνικά. Γιατί ήταν εργαλείο μόρφωσης του ίδιου πρώτα κι όσων ήθελαν να μιλάνε ελληνικά μετά. Όχι γιατί τους διατάζουν τα φαντάσματα των προγόνων τους αλλά γιατί πρέπει να μάθουν να σκέφτονται. Και μετά να αγαπήσουν αυτό που σκέφτονται. Το λέει κι ο ίδιος: «Πρέπει πρώτα με δύναμη να συλλάβει ο νους, κι έπειτα η καρδιά θερμά να αισθανθεί ό,τι ο νους εσυνέλαβε». Μια προσπάθεια επιμορφωτική που, διακόσια χρόνια παρά δυο από τότε που γύρισε από την Ιταλία ο Σολωμός, δεν τελείωσε. Κάθε άλλο. «Έγραφε αλλά δεν έγραψε».
* * *




Αφήστε απάντηση στον/στην «Εγραφε αλλά δεν έγραψε» Ακύρωση απάντησης