Του Κίτσου η μάνα στη σχολική γιορτή

 

dance ok

—της Ρούλας Καλαρά—

«Ποιος θα αναλάβει την ομιλία στις 28 Οκτωβρίου;» ρώτησε ο διευθυντής. Κανείς από τους 35 καθηγητές (οι 30 εξ αυτών υπέρμαχοι των εθνικών επετείων και παρελάσεων) δεν σήκωσε το χέρι, δεν έβγαλε άχνα… «Καλά. Θα την αναλάβω εγώ», είπε. Το σημείωσε στο πρακτικό.

«Ποιος θα αναλάβει την ομιλία στις 17 Νοέμβρη;» Κανείς… «Καλά. Θα την αναλάβω κι αυτήν εγώ». Το σημείωσε στο πρακτικό.

«Ποιος θα αναλάβει την ομιλία της 25ης Μαρτίου;» Τα ίδια… Κοιταζόμασταν αμήχανοι. Στο τέλος, κάποιοι ντραπήκαμε με αυτή τη γενική απροθυμία που οδηγούσε έναν καλό άνθρωπο να φορτώνεται τα πάντα γιατί επέλεγε να μην ασκεί την εξουσία που είχε, θυμώσαμε και με τη γαϊδουριά μας και μοιραστήκαμε τις γιορτές κακήν κακώς.

Αυτή η σκηνή επαναλαμβανόταν κάθε χρόνο τον Σεπτέμβρη, οπότε και γίνεται ο προγραμματισμός των εκδηλώσεων των σχολείων. Με διαφορετικούς πρωταγωνιστές κάθε φορά, αλλά με παρόμοιες αντιδράσεις. Τώρα, πώς γινότανε -τουλάχιστον στα σχολεία που υπηρέτησα εγώ- να αναλαμβάνουν τους εορτασμούς των επετείων, κατά κανόνα, οι δυο τρεις που διαφωνούσαν με αυτούς και ήσαν υπέρμαχοι της κατάργησής τους, ενώ συνήθως οι υποστηρικτές τους (που ήταν και οι περισσότεροι) να μην κουνάνε το δαχτυλάκι τους, ένας θεός το ξέρει. Ίσως, και χωρίς να γενικεύω, ίσως η ντροπή, το φιλότιμο και η αίσθηση του καθήκοντος να πάνε μαζί με κάποιες συγκεκριμένες ιδέες, καθώς κι αυτές καθορίζουν τη στάση ενός ανθρώπου, και ίσως άλλες ιδέες να συνδέονται στενότερα με την αποφυγή κάθε άλλης δραστηριότητας πλην του υποχρεωτικού μαθήματος και ωραρίου. 

Ανήκω σε αυτούς που θεωρούν απαράδεκτο τον τρόπο των εορτασμών των εθνικών επετείων στα σχολεία και έχω τοποθετηθεί υπέρ της κατάργησης των παρελάσεων. Το γνώριζαν όλοι οι συνάδελφοί μου. Και όμως, κάθε χρόνο αναλάμβανα μια τέτοια γιορτή, επειδή κανείς άλλος δεν προσφερόταν. Και στην προσπάθειά μου να μετριάσω τις αντιφάσεις μου, κατέληγα μερικές φορές σε κάτι απίθανους εορτασμούς και ομιλίες άνω ποταμών, δεδομένου ότι οι «εθνικές ομιλίες» είναι μάλλον από τα γελοιοδέστερα πράγματα που ακούγονται στα σχολεία. Ρητορισμοί, κενολογίες, υπερβολές, ιστορικά ψεύδη, ενίοτε και απλώς κουταμάρες.

Μέχρι και «λυσάρι» με έτοιμες ομιλίες για όλες τις επετείους έχει κυκλοφορήσει. Άλλη μέθοδος είναι η ανταλλαγή ομιλιών από καθηγητή σε καθηγητή και από σχολείο σε σχολείο. Μου έχει τύχει να παρακολουθήσω την ίδια ακριβώς ομιλία σε σχολείο της Αθήνας και της επαρχίας. Κι εμένα μου ζήτησαν συνάδελφοι τις ομιλίες μου και τις μοίρασα παντού. Μάλιστα, το έκανα με ικανοποίηση, γιατί δικαιωνόταν εμπράκτως η άποψή μου για την κατάργησή τους ως άνευ νοήματος. Μια κωμωδία. Μια φάρσα μάλλον, ενδεδυμένη με σοβαροφάνεια, που δεν προσφέρει απολύτως τίποτα και δεν τιμά κανέναν – ούτε τεθνεώτας ούτε ζώντας, ούτε προγόνους ούτε απογόνους.

Τέλος πάντων, βρέθηκα κι εγώ μπλεγμένη μέσα σε αυτό το καθήκον της κενότητας. Η πρώτη φορά που ανέλαβα να μιλήσω ήταν για την επέτειο στις 17 Νοέμβρη. Έχοντας παρακολουθήσει τα προηγούμενα χρόνια άλλες γιορτές, ήξερα τι γινόταν στο ακροατήριο. Φασαρία, χαζολόγημα, φωνές, απειλές για τιμωρίες και τέτοια. Άντε να κρατήσεις για δυο ώρες ήσυχους 200, 300 εφήβους μέσα σ’ έναν κλειστό χώρο. Αποφάσισα, λοιπόν, για να κινήσω κάπως το ενδιαφέρον των ακροατών μου, να κάνω μια «ανορθόδοξη» ομιλία. Το πήγα από δω, το πήγα από κει, η ομιλία μου για τη 17η Νοέμβρη κατέληξε να είναι ομιλία για τα νεολαιίστικα κινήματα στην Ευρώπη και στην Αμερική και για την ιστορία της ροκ. Και μετά, δώστου φράουλες και αίμα, δώστου συνθήματα από τον Μάη του ’68 — ούτε κι εγώ ξέρω πώς κατέληξα στο Πολυτεχνείο. Με ακούσανε, όμως, και δεν συνέβη κάτι εξαιτίας της ομιλίας.

Από αλλού μου ήρθε. Είχα φτιάξει μόνη μου ένα ιδιόχειρο πρόγραμμα, με μια εικόνα στην πρώτη σελίδα. Δεν τα καταφέρνω όμως καθόλου καλά με το σχέδιο και το αρχικό δείγμα ήταν μαύρο χάλι. Το πήρε χαμπάρι ο άντρας μου, που ζωγραφίζει και γράφει πολύ ωραία, και προθυμοποιήθηκε να το σουλουπώσει. Για εικόνα επέλεξε ένα ωραίο σκίτσο που βρήκε σε μια παλιά Αυγή, με την πόρτα του Πολυτεχνείου και τα γνωστά. Το πρόγραμμα με αυτή την εικόνα για εξώφυλλο, λοιπόν, το φωτοτυπήσαμε και το μοιράσαμε στους ακροατές. Όλα καλά. Την άλλη μέρα όμως, ήρθε στον διευθυντή ένας γονέας-μέλος του Συλλόγου Γονέων του σχολείου και με κατήγγειλε ότι κάνω κομματική προπαγάνδα στα παιδιά. Έγινε μεγάλη φασαρία. Το θέμα έφτασε στον προϊστάμενο. Τέλος πάντων, δεν είχα επιπτώσεις, γιατί με κάλυψε ο διευθυντής. Θεωρήσαμε πως θα επρόκειτο μάλλον για κάποιον χουντικό. Ύστερα από καιρό , όμως,μάθαμε την αλήθεια: ο γονέας ήταν μέλος του ΚΚΕ. Και θέλησε να με τιμωρήσει επειδή το σκίτσο ήταν από την εφημερίδα του ΚΚΕ εσωτερικού. Τα πάθη της Αριστεράς.

Όταν κάποτε ανέλαβα τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου, αρνούμενη να πω όλα εκείνα τα συνήθη μεγαλειώδη ψεύδη, αλλά και μη ρισκάροντας να πω και την ωμή αλήθεια, κατέληξα να μιλήσω για το δημοτικό τραγούδι. Έφτιαξα μάλιστα και μια αυτοσχέδια χορωδία με τους μαθητές στους οποίους δίδασκα Αρχαία για να τραγουδήσουν το «Ωρέ, του Κίτσου η μά – η μάνα κάθεται…» Μιλάμε για παιδιά του κέντρου της Αθήνας, από καθαρά αστικές οικογένειες, που δεν είχαν ιδέα. Ήσαν χεβυμεταλάδες, πανκ και τέτοια.Ένα μήνα τούς το τραγούδαγα μες στην τάξη για να το καταφέρουνε κάπως.

Η αποθέωση της καριέρας μου όμως ως διοργανώτριας εορτασμών εθνικών επετείων στο σχολείο ήταν μια άλλη χρονιά, αργότερα, όταν έσπασε το πόδι της η μουσικός που είχε αναλάβει τη γιορτή της 25ης Μαρτίου. Θα έλειπε για έναν μήνα. Και, ως συνήθως, κανείς δεν αναλάμβανε. Την ανέλαβα, λοιπόν, εγώ, αλλά αυτή τη φορά φρόντισα να μιλήσουν τα ίδια τα παιδιά στα οποία έδωσα αποσπάσματα από κείμενα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Χρειαζόταν όμως και κάτι άλλο, για να κερδίσει το ενδιαφέρον των μαθητών στο ακροατήριο και να μη χαλάσουν τον κόσμο λόγω βαρεμάρας. Σκέφτηκα, λοιπόν, να τους διδάξω τσάμικο και να χορέψουμε τον έναν αϊτό που καθότανε στον ήλιο και λιαζότανε. Ιδέα δεν είχαν οι μαθητές — μα μήπως είχα εγώ; Ποτέ δεν είχα καταφέρει να μάθω να χορεύω τσάμικο. Και ήθελα να το χορέψουνε και με τις φιγούρες και τα πηδήματα και τα τσακίσματα, και με τα όλα του.

Έστυψα το κεφάλι μου και το βρήκα. Είχα έναν φίλο κολλητό από το Πολυκλαδικό, που καταγόταν από ένα χωριό της Τρίπολης και ήταν άσος στον τσάμικο. Κανονίζουμε λοιπόν και πάω σπίτι του μια Κυριακή, είχε βρει και το τραγούδι και αρχίζει να μου χορεύει και να με μαθαίνει. Χορεύαμε οι δυο μας για ώρες και γελάγαμε με τα χάλια μου. Στο τέλος, έμαθα. Κι έτσι, την επόμενη Κυριακή, έφερα τα παιδιά -μόνο αγόρια- για πρόβα στο σπίτι μου. Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Μένω στο 6ο όροφο. Είκοσι άτομα πηδάγανε στον αέρα και πέφτανε με δύναμη στο πάτωμα. Βροντολόγησε όλη η πολυκατοικία. Μαύρο μεσημέρι περάσανε οι από κάτω.

Και φτάνει η επέτειος. Θα μείνει αξέχαστη στους χορευτές. Μαζεύτηκε κόσμος, μαθητές και γονείς – κυρίως επειδή είχαν όλοι περιέργεια να δουν τι σόι τσάμικο θα χορέψουνε οι ροκάδες. Έχω τις φωτογραφίες που τράβηξαν οι γονείς κατάπληκτοι γι’ αυτό που βλέπανε, με όλες εκείνες τις φιγούρες και τις στράκες. Ήταν η πρώτη φορά -και είμαι απολύτως βέβαιη και η τελευταία- που τα παιδιά τους χόρεψαν οτιδήποτε σχετικό. Επίσης, είμαι πλέον σίγουρη, το έκαναν απλώς για να μου κάνουν το χατίρι.

Είχα όμως και κάτι φιάσκα που ντρέπομαι για λογαριασμό μου. Κάποτε στο Πολυκλαδικό, δεν είχαμε καθηγητή μουσικής και, για να κάνουμε και κάτι άλλο στις 25 Μαρτίου, να μην πρόκειται για μια σκέτη η ομιλία, αποφάσισα να διδάξω τα «Σαράντα παλικάρια από τη Λεβαδιά» στα παιδιά της τάξης μου. Όταν ήρθε η ώρα για πρόβα, βγήκαμε στην αυλή. Έλα όμως που τα παιδιά ντρέπονταν τους συμμαθητές τους που τους έβλεπαν και τους κάνανε διάφορα νούμερα και έτσι, ένας ένας, σταμάταγαν να τραγουδάνε. Βρέθηκα να το λέω μόνη μου με τα παιδιά απλώς να ανοιγοκλείνουνε το στόμα. Ξαφνικά, άκουγα μόνο τη δική μου φωνή. Μου ήρθε ταμπλάς. Τι να έκανα, συνέχισα μέχρι να φτάσουν τα παλικάρια στην Τροπολιτσά! Το τι έγινε από κάτω… Ιαχές. Ένας φίλος μου συνάδελφος, όποτε με συναντάει, ακόμη και σήμερα, σκύβει γελαστός και μου ψιθυρίζει: «Σαράντα παλικάρια»… 

Βέβαια, δεν είναι όλες οι σχετικές αναμνήσεις μου διασκεδαστικές. Όταν γέννησα την κόρη μου, πήγα για δυο χρόνια με απόσπαση στο Λύκειο του χωριού μου. Την 28η Οκτωβρίου, λοιπόν —θυμόμουν και την ανία των γιορτών την εποχή που ήμουν εγώ μαθήτρια εκεί—, είχα τη φαεινή ιδέα να πρωτοτυπήσω με κάτι διαφορετικό από τα συνήθη στο χωριό. Και τι σκέφτηκα; Να χρησιμοποιήσω τη μουσική από τα τραγούδια της «Λιλιπούπολης» —μάλιστα, της «Λιλιπούπολης»— και να βάλω δικούς μου σχετικούς με την ημέρα στίχους, για να κάνουμε μια ευχάριστη αυτοσχέδια μουσικοχορευτική παράσταση. Τώρα, πώς μου ‘ρθε να κάνω τέτοιο πράγμα για τον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου, ειλικρινά, δεν θυμάμαι — το σκέφτομαι τώρα κι αναρωτιέμαι… Τέλος πάντων, τα παιδιά της Α’ Λυκείου συμφώνησαν και ανταποκρίθηκαν με χαρά, γιατί διασκεδάζαμε πολύ στις πρόβες. Μάλιστα, επειδή πολλοί ήσαν από τα γύρω μικρότερα χωριά και έρχονταν με ειδικά λεωφορεία στο Λύκειο, κάναμε πρόβες κάθε μεσημέρι, μέχρι να περάσει το λεωφορείο τους.

Και φτάνει η 27η Οκτωβρίου, η μέρα που γίνεται η σχολική γιορτή. Πλησίαζε η ώρα για το «μιούζικαλ» — και πουθενά τα παιδιά. Λίγο νωρίτερα ήσαν δίπλα μου και ξαφνικά είχαν εξαφανιστεί. Κρύος ιδρώτας μ’ έλουσε. Άρχισα να τα ψάχνω προσπαθώντας να μην καταλάβει κανείς τίποτα. Και ρωτώντας από δω κι από κει, τι ανακαλύπτω; Οι περισσότεροι ήσαν καλοί μαθητές και είχαν βγάλει άριστα στην Γ’ Γυμνασίου και δικαιούνταν έπαινο ή βραβείο. Οι οποίοι αυτοί έπαινοι απονέμονταν ακριβώς την ημέρα της γιορτής για την 28η Οκτωβρίου. Είχαν πάει λοιπόν όλοι στο διπλανό κτίριο, όπου ήταν το Γυμνάσιο, για να παραλάβουν τους επαίνους τους και να χειροκροτηθούν από τους γονείς και τους παππούδες που είχαν μαζευτεί όλοι εκεί. Και επειδή η γιορτή του Γυμνασίου γινόταν παράλληλα με τη δική μας, καθυστερούσαν. Μου ήταν πολύ δύσκολο να το χωνέψω αυτό. Το ότι δηλαδή αδιαφόρησαν πλήρως και για την πιθανότητα να ματαιωθεί η παράστασή μας και για μένα, αν και γνώριζαν την αγωνία που περνούσα. Δεν μου είχε ξανασυμβεί να υποστώ τέτοια συμπεριφορά από μαθητές μου· ούτε και μου ξανασυνέβη έκτοτε. Θύμωσα, πικράθηκα και έφυγα. Η παράσταση δεν έγινε. Πήρα έπειτα άδεια κι έλειψα για μια δυο μέρες. Όταν επέστρεψα, μου συμπεριφέρονταν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Δεν υπήρξε καν συγγνώμη. Την άλλη χρονιά επέστρεψα στην Αθήνα, για να τραγουδήσω μόνη μου στην αυλή τα σαράντα παλικάρια από τη Λεβαδιά…

* * *

kitsou mana

H Ρούλα Καλαρά θυμάται επεισόδια και σκηνές από τη θητεία της στο δημόσιο ελληνικό σχολείο, στο οποίο εργάστηκε επί 30 συναπτά έτη. Ιστορίες αστείες, σκληρές, τραγελαφικές, φαιδρές ή στενάχωρες, όπως ακριβώς και το ελληνικό σχολείο που τόσα χρόνια τώρα περιμένει τη μεταρρύθμιση που δεν γίνεται.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία  Σημειώσεις μιας φιλολόγου

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.