Home

Το πένθος στα social media

— του Γιώργου Θεοχάρη —

Ούτε δυο μήνες δεν έχει κλείσει το 2016 και έχει πεθάνει κόσμος και κοσμάκης. Δεν θα κάνω προσκλητήριο τεθνεώτων· άλλωστε όλοι λίγο πολύ στα κοινωνικά δίκτυα ζούμε, όλοι κλάψαμε προσφάτως κάποιον αγαπημένο μας διάσημο. Ούτε θα γκρινιάξω που γίνεται ντόρος για τους «επώνυμους», ενώ οι «ανώνυμοι» περνάνε στο ντούκου, γιατί κι αυτό λογικό είναι. Σκληρό, αλλά λογικό. Όχι, θα κάνω κάτι άλλο.

Ερώτηση: Είναι ο θάνατος (και το πένθος) ιδιωτική υπόθεση; Διαισθητικά, θα απαντούσα ότι από τα μέσα του 20ού αιώνα, ναι, έγινε ιδιωτική υπόθεση. Μέχρι τότε, με τις κοινωνίες αποκομμένες (σε βαθμό σαφώς μεγαλύτερο απ’ ό,τι σήμερα), ο θάνατος (και τα συμπαρομαρτούντα) ήταν κοινοτική υπόθεση τοπικού ενδιαφέροντος. Η κοινότητα πενθούσε συλλογικά μεν, λελογισμένα δε. Αυτό άλλαξε άρδην στα μέσα του 20ού αιώνα. (Σταδιακά, είχε ήδη αρχίσει να αλλάζει από τον 19ο αιώνα, αλλά οι δύο μεγάλοι πόλεμοι –κυρίως ο δεύτερος– επιτάχυναν τη διαδικασία.) Μια πιθανή εξήγηση γι’ αυτό είναι ότι οι κοινωνίες, βγαίνοντας από ένα μακελειό με εκατομμύρια απώλειες, γύρισαν την πλάτη τους στον θάνατο γιατί κόντευαν να πάνε από υπερβολική δόση. Επίσης, μέσα στο πλαίσιο της αισιοδοξίας, της ανοικοδόμησης και της υπερκατανάλωσης, υμνήθηκε η νεότητα, το σφρίγος, το ευ ζην σε τέτοιο βαθμό που τα γηρατειά κι ο θάνατος «χάθηκαν» από τον δημόσιο βίο. Στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα οι δυτικές κοινωνίες έκρυβαν τους γέρους τους και πενθούσαν τους οικείους τους ιδιωτικά. Η τάση αυτή δεν οφειλόταν σε μία νέα φιλοσοφική θεώρηση του μοιραίου τέλους, αλλά στο γεγονός ότι οι κοινωνίες άκμαζαν (συγκριτικά, πάντα): περνούσαμε καλά στη ζωή (κι αυτό έβγαινε στις κηδείες).

penthos

Τώρα, με τη ραγδαία εξάπλωση των κοινωνικών μέσων του κυβερνοχώρου, η τάση δείχνει να αντιστρέφεται και πάλι. Κατά πώς φαίνεται, οι χρήστες των μέσων νιώθουν την ανάγκη να πενθήσουν ακόμα και ανθρώπους το έργο των οποίων ενίοτε ούτε καν γνωρίζουν. Γιατί; Γιατί μπορούν! Επειδή, όμως, τα κοινωνικά μέσα περνούν τις παιδικές τους αρρώστιες, παρατηρούνται υπερβολές. Για παράδειγμα, πρόσφατα στα ελληνικά μέσα ξέσπασε διαμάχη ανάμεσα σε κάποιους χρήστες για το ποιος ήταν σημαντικότερος (εν ζωή, έτσι;), ο Ιταλός συγγραφέας και πανεπιστημιακός ή ο αδικοχαμένος Έλληνας λαϊκός τραγουδοποιός; Φυσικά πρόκειται για διαμάχη που δεν έχει καμία βάση, καμία ουσία. Στην περίπτωση μάλιστα του τραγουδοποιού, παρουσιάστηκε και το φαινόμενο της δημόσιας αυτομαστίγωσης: κάποιοι, που μόλις μέρες πριν τον έβριζαν δημόσια για κάποιες φωτογραφίες προκλητικής σπατάλης τραβηγμένες σε νυχτερινό κέντρο και λίγο αργότερα για κάποιους αμφιλεγόμενους στίχους του, αισθάνθηκαν την ανάγκη να απολογηθούν δημόσια μπροστά στο μοιραίο τροχαίο που του στέρησε τη ζωή απάνω στο άνθος της ηλικίας του. (Συγγνώμη για τα κλισέ, αλλά εδώ ταιριάζουν· άλλωστε, γι’ αυτό έγιναν κλισέ: γιατί λειτουργούν.) Ακόμα χειρότερα: κάποιοι μίλησαν για γλωσσοφαγιά. Το 2016! (Παρά το θαυμαστικό, δεν εκπλήσσομαι: η Κυρά μας η Μαμμή, ως ιδέα, ζει και βασιλεύει· αντίθετα, ο γιατρός που την πολεμούσε δεν αισθάνεται και πολύ καλά τώρα τελευταία.)

facebook-emotions

Δεν έχουμε την απαιτούμενη χρονική απόσταση για ασφαλή συμπεράσματα, αλλά νομίζω ότι επιστρέφουμε στις πρακτικές της κοινότητας, έστω κι αν αυτή βρίσκεται κάπου στον ασαφή κυβερνοχώρο. Επιλέγουμε γνωστές συλλογικές πρακτικές για να αντιμετωπίσουμε νέα κοινωνικά φαινόμενα. Η κοινωνία, αμήχανη μπροστά στο καινούργιο, αντιδρά αντανακλαστικά. Αυτό δεν είναι καλό, αλλά ούτε και προς θάνατο, αφενός γιατί είναι προσωρινό (υποθέτω) και αφετέρου γιατί έτσι αντιδρά η κοινωνία όταν ξαφνιάζεται: επιστρέφει (για λίγο) σε δοκιμασμένες πρακτικές του παρελθόντος.

Κρίνοντας από τους πρόσφατους θανάτους διασήμων, οι αιτίες είναι κυρίως δύο: γεράματα και καρκίνος (ενίοτε και τα δύο μαζί), χωρίς να λείπουν και οι αιφνίδιοι θάνατοι από άλλη αιτία, οι οποίοι όμως είναι στατιστικά αμελητέοι. Και πάλι, μέρος της ψηφιακής κοινωνίας εμφανίζεται έκπληκτο: φταίει, λένε κάποιοι, το 2016 που είναι δίσεκτο! Μία από τις δεισιδαιμονίες που αντέχουν στον χρόνο πέρα από κάθε λογική. Από την άλλη μεριά (αλλά, τελικά από περίπου τους ίδιους ανθρώπους), οι ψεκασμοί και η συνωμοσιολαγνεία. Συνωστισμός στα άκρα. Βήματα ολοταχώς προς τα πίσω. Γιατί; Μια πρώτη (και εύκολη, αλλά όχι πλήρης) απάντηση είναι: λόγω της κρίσης. Ιστορικά μιλώντας, σε περιόδους οικονομικά ζόρικες, με εντάσεις και ανακατατάξεις, η κοινωνία ρέπει προς τον μυστικισμό. Ο καιρός γαρ εγγύς· Αρμαγεδδών· η Δευτέρα Παρουσία! Και πάλι τα ίδια σκουριασμένα αντανακλαστικά. Η κοινωνία, κουρασμένη από τις αντιξοότητες, προκειμένου να εξηγήσει κάποια δύσκολα (αλλά όχι ανεξήγητα) φαινόμενα, καταφεύγει στα a priori ανεξήγητα. Κακή εξέλιξη, κάκιστη.

Επιστρέφω στον θάνατο – αναπόδραστα. Μια (μεγάλη) μερίδα του κόσμου εμφανίζεται ξαφνιασμένη από τα απανωτά θανατικά του 2016. Γιατί; Ο κόσμος πεθαίνει, αυτό κάνει ο κόσμος. Ανέκαθεν πέθαινε, το μόνο σίγουρο. Στον κόσμο της μουσικής, για παράδειγμα, είναι έτοιμοι να κάνουν ευχέλαιο για να ξορκίσουν το κακό. Μα η γενιά των αγαπημένων καλλιτεχνών που έλαμψαν, λ.χ., τη δεκαετία του ’60, είναι σήμερα όλοι τους εβδομηντάρηδες και βάλε: κάποια στιγμή θα πεθάνουν από φυσικά αίτια. Με αυτό δεν εννοώ ότι δεν θα πρέπει να τους πενθήσουν οι θαυμαστές τους, αλίμονο. Να τους πενθήσουν εκατό φορές. Άλλο αυτό και άλλο να θεωρούν τη φυσιολογική απώλεια ανθρώπων με ηλικία στον μέσο όρο του προσδόκιμου ως κάτι το αφύσικο που χρήζει μεταφυσικής εξήγησης.

Να τους πενθήσουν, λοιπόν, καμία αντίρρηση. Έτσι πρέπει, άλλωστε. «Φόρος τιμής». «Κρίμα!» «RIP». Κι από κοντά, αναμνήσεις που ρίχνουν φώς στην πρόσληψη του έργου εκείνων που έφυγαν. Αυτό είναι εκτός από θεμιτό και χρήσιμο. Αλλά θέλει και τη ρέγουλά του. Τα περισσότερα σχόλια προκαλούν θλίψη σε κάποιους ζωντανούς (και δεν αποκλείεται να έθλιβαν και κάποιους από τους νεκρούς για τους οποίους γράφονται). Σταχυολογώ πραγματικά σχόλια: «Τους έλειπε ένας μπασίστας για το συγκρότημα που φτιάχνουν στον ουρανό» (για τον Lemmy). «Τώρα θα τραγουδάει στη γειτονιά των αγγέλων» (για τον David). «Ήσουν άγγελος στη γη, τώρα θα γίνεις Άγγελος εκεί ψηλά» (για τον Παντελή). «Χάσαμε την παρηγοριά μας» (για τον Umberto). «Καλό ταξίδι» (μα πού πάει;). «Καλό παράδεισο» (δηλαδή, υπάρχει και κακός;). Και emoticons λυπημένα και κλαμένα, πολλά emoticons· και θαυμαστικά, άπειρα θαυμαστικά.

rest-in-peace

Rest in Peace : RIP

Τις υπερβολές αυτού του είδους μπορεί κανείς να τις αποδώσει σε μια συναισθηματικά φορτισμένη στιγμή. Κατανοητό. Εντούτοις, εμφανίζονται πολλοί συντετριμμένοι που παραδέχονται ότι τον εκλιπόντα ούτε που τον είχαν ακούσει/διαβάσει ποτέ τους, αλλά «πολύ λυπάμαι που έφυγε, ήταν μεγάλος». Τι είδους ανάγκη ικανοποιούν αυτοί οι άνθρωποι; Λυπούνται που πέθανε κάποιος άγνωστός τους; Προφανώς – το περίεργο (και απολύτως σκατόψυχο) θα ήταν να χαίρονταν. Άρα; Επανερχόμαστε στην ενεργοποίηση των αντανακλαστικών της παλιάς κοινότητας: οι άνθρωποι θέλουν να πενθήσουν, θέλουν να πάρουν μέρος σε μια συλλογική εκδήλωση της κοινότητας (αν μη τι άλλο, για τη συμμετοχή). Μόνο που ακόμα και η υπερβολική θλίψη, στο Διαδίκτυο αποκτά μια γκροτέσκα διάσταση που δεν της ταιριάζει. Κατά κάποιον τρόπο, ακυρώνει τη θλίψη των ειλικρινώς (και μετά λόγου γνώσεως) τεθλιμμένων (οι περισσότεροι των οποίων νομίζω ότι εξακολουθούν να πενθούν ιδιωτικά). Εδώ μπορεί να ρωτήσει κανείς (προσεχτικά, όμως, για να μην πατήσει το λυμένο –και θλιμμένο– του ζωνάρι): «Δεν κατάλαβα, θα πρέπει να σου πάρω την άδεια για να πενθήσω δημοσίως όποιον και όπως μου γουστάρει;» Όχι βέβαια. Αυτό δα μας έλειπε. Σκοπός του παρόντος δεν είναι παρά μόνο η καταγραφή μίας περίεργης πραγματικότητας. 

Θα κλείσω με μια ωδή στα αυτονόητα, γιατί απ’ ό,τι φαίνεται μπορεί όλα να έχουν ειπωθεί, αλλά δεν τα έχουν ακούσει όλοι. Κάποιες από τις πεποιθήσεις, με τις οποίες οι υπεραισιόδοξοι ήλπιζαν ότι είχαμε ξεμπερδέψει, αποδεικνύονται τελικά πολύ βαθιά ριζωμένες. Η διολίσθηση της κοινωνίας σε νόρμες που οι αισιόδοξοι πίστευαν ότι ανήκαν ανεπιστρεπτί στο παρελθόν δεν είναι τυχαία και επιδέχεται διάφορες ερμηνείες. Αυτό, όμως, δεν την κάνει λιγότερο θλιβερή. Όταν μάλιστα βλέπει κανείς στο πισωγύρισμα να πρωτοστατούν νέοι άνθρωποι, έχει κάθε λόγο να ανησυχεί. Γλωσσοφαγιά, ξεμάτιασμα, αστρολογία· συνωμοσίες, ψεκασμοί, προφητείες· εθνικισμός, ρατσισμός, βία. Μίσος για το διαφορετικό, απομόνωση, σκοτάδι. Όλα αυτά είναι όψεις του ίδιου φαινομένου. Όταν, από την άλλη, ανακοινώνει η επιστημονική κοινότητα, λ.χ., την ανίχνευση βαρυτικών κυμάτων, βρίσκεσαι ξαφνικά ανάμεσα σε δύο κόσμους, τον παλιό και τον καινούργιο – κλασικά. Κι αν πιστεύεις ότι ανήκεις στον δεύτερο, δεν μπορεί παρά να θλίβεσαι. Όχι, δεν χάσαμε την παρηγοριά μας. Το καινούργιο κάποτε –νομοτελειακά– θα νικήσει. Αλλά θα πάρει καιρό. Ας οπλιστούμε με υπομονή και κουράγιο, και ας κάνει ο καθένας αυτό που πιστεύει ότι του αναλογεί για να κυλίσει ο τροχός. (Ναι, Σίσυφε, και για τον βράχο σου το ίδιο ισχύει. Σπρώχνε!)

SISYFOS

* * *

 

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Internet / social media

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

 

 

One thought on “«Χάσαμε την παρηγοριά μας!!!!!1»

  1. Παράθεμα: Post Pop Depression | dimart

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s