Home

child-spring_time_blissΑυτό δεν είναι τραγούδι #633
Dj της ημέρας, η Βυζαντία Πυριόχου Γκυ

Την τελευταία φορά που θυμάμαι τον εαυτό μου, άφησα την άνοιξη να μπει στο σπίτι.

Άνοιξα το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας κι εκείνη όρμηξε αναίσχυντα, με όλα τα ανθάκια της και τα πουλιά και τα δέντρα. Πρώτα με άρπαξε από τον αστράγαλο και με έσυρε μερικά μέτρα, για να με σκεπάσει με άνθη αμυγδαλιάς και να γελάσει μαζί μου. Κατόπιν άρχισε να σκεπάζει όλο το δωμάτιο, το κομοδίνο, τη λάμπα στο πορτατίφ, το βιβλίο της Κολέτ που διάβαζα, το μαξιλάρι μου και τέλος όλο το κρεβάτι, σα νυφικό πέπλο. Δεν άργησε να σκεπάσει και το πάτωμα, τόσο, που δεν μπορούσα να καταλάβω πού σταματούσα εγώ και πού ξεκινούσε το δωμάτιο.

Όταν είχε χιονίσει σε όλο τον χώρο, ξεφύσηξε ανυπόμονα και όρμηξε στα ενδότερα του σπιτιού. Αυτή τη φορά την ακολούθησαν οι νεραντζιές, μερικά γέλια παιδιών, μια μπάλα ποδοσφαίρου και δύο δροσερές μπυρίτσες στη λιακάδα. Όλος ο διάδρομος γέμισε μικρούς ανθρώπους που έπαιρναν τη βόλτα τους στα πάρκα και στους πεζόδρομους. Η άνοιξη κλότσησε τη μπάλα και τα παιδιά την ακολούθησαν ουρλιάζοντας και γελώντας στο μπάνιο. Εκεί μου γέμισαν λάσπες και γύρη τις καθαρές κίτρινες πετσέτες, που τώρα φεγγοβολούσαν από την φανταχτερή σκόνη, και πριν προλάβω να σκεφτώ τίποτα, ένα μικρό και ήσυχο σμήνος μέλισσες πλημμύρισαν τα πλακάκια των τοίχων. Η άνοιξη τράβηξε γερά τα υδραυλικά, τα ξεκόλλησε από τον τοίχο και τα πέταξε στον φεγγίτη – στη θέση τους σφήνωσε μια μικρή ιαματική πηγή, που τη στεφάνωσε με περικοκλάδες και κάποιο πρώιμο αγιόκλημα.

Γέλασε μες στα μούτρα μου και, αρπάζοντας με από το χέρι, με βούτηξε στην κουζίνα — εκεί μύριζαν τα πρώτα γεμιστά, ντομάτες, μελιτζάνες, πιπεριές, φρεσκοκομμένες πρασινάδες γέμισαν το νεροχύτη μου και, με μια τρυφερή πνοή, φύτεψε μια σειρά βάζα γεμάτα μαργαρίτες στο βάθος του φούρνου μου. Ένας παράξενος ήχος με έκανε να κοιτάξω ψηλά, και είδα τουλάχιστον είκοσι χελιδόνια να δουλεύουν πυρετωδώς στο ταβάνι μου, φτιάχνοντας φωλιές που θα μου κρατούσαν συντροφιά, θέλοντας και μη, τους επόμενους μήνες πάνω από τον απορροφητήρα και τα ντουλάπια με τα μακαρόνια.

Άρχισα να ανησυχώ· και δικαίως, καθώς η άνοιξη είχε προπορευτεί, δίχως να την πάρω χαμπάρι, είχε καταλάβει ολόκληρο το σαλόνι, εκεί που είχα τον καναπέ μου, το τραπέζι μου, την τηλεόραση, την μεταξοτυπία του Σαγκάλ, το ρολόι που πήγαινε δέκα λεπτά πίσω, τώρα οι δείκτες του έτρεχαν, έτρεχαν σα δαιμονισμένοι, μέρες πίσω, μήνες πίσω, χρόνια πίσω, και τώρα να ‘μαι που έφτασα πίσω στα εφτά μου χρόνια, και όλο το σαλόνι δεν υπάρχει πια, υπάρχουν μόνο οι φωνές των παιδιών, μια μπάλα που κυλάει στα πόδια μου, οι μυρωδιές από τα γιασεμιά, οι γάτες που λιάζονται στα πεζοδρόμια, τα φρούτα που πουλάει ένας πλανόδιος, και κυρίως ο ήλιος, ένας τεράστιος, γιγάντιος, κοσμικός ήλιος που έχει καταλάβει όλο το σαλόνι μου, λιώνοντας τα έπιπλα, τους τοίχους και το ταβάνι.

Την τελευταία φορά που θυμάμαι τον εαυτό μου, άφησα την άνοιξη να μπει στο σπίτι.

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

One thought on “Η πρώτη Άνοιξη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s