Μαρίκα, η ατίθαση βασίλισσα των Βλαχερνών

12992331_10208317979803068_948823459_n

Έγκλημα στην Πόλη #23 — από το Αστυνομικό Δελτίο της δεκαετίας του ’40

—της Σεβαστής Λιοναράκη-Χρηστίδου—

Δεκατεσσάρων χρονών η Μαρίκα, έμοιαζε το λιγότερο δεκάξι. Γυναίκα πια στο σώμα, αλλά παιδί στο μυαλό και στην καρδιά. Ψηλή, γεμάτη, με στήθος ήδη σχηματισμένο, γάμπες καλλίγραμμες, στιβαρά χέρια και λαιμό μακρύ σαν του κύκνου. Μόνο που τη χάρη δεν την είχε καθόλου του κύκνου — σαν πάπια περπατούσε και, όταν στεκόταν ακίνητη, το ένα πέλμα της τη δύση κοιτούσε και το άλλο την ανατολή.

Το μικρότερο από τα επτά παιδιά μιας φτωχής ρωμαίικης οικογένειας και το μοναδικό κορίτσι, μεγάλωσε στα σοκάκια της γειτονιάς παίζοντας με τα αδέλφια της και τα άλλα αγρίμια χωρίς να ξεχωρίζει καθόλου σχεδόν σε συμπεριφορά από τα αγόρια. Είδε και απόειδε η μητέρα της, να την κλείσει στο σπίτι δεν μπόρεσε. Η Μαρίκα ή στο σχολείο θα ήταν ή στο σοκάκι. Και στο σχολείο πρώτη στις σκανδαλιές η Μαρίκα και στα σοκάκια πρώτη στο παιχνίδι, αλλά στα μαθήματα τελευταία. Απίστευτα γρήγορη, εδώ πατούσε εκεί βρισκόταν. Όταν έτρεχε πολύ και γέμιζαν οι πνεύμονες της αέρα άρχιζε να σφυρίζει το στήθος της δυνατά σαν τον ντουντουκλού, τη χύτρα ταχύτητας, και την άκουγαν οι γειτόνισσες Ρωμιές, Αρμένισσες, Τουρκάλες και βγαίναν στα παράθυρα και της φώναζαν στη γλώσσα τους η καθεμιά: «Φτάνει Μαρίκα κορίτσι μου θα σκάσουν τα πνευμόνια σου, φτάνει πια».

Μικρή γειτονιά η γειτονιά της, απλωνόταν κατά μήκος των θαλάσσιων τειχών στο βορειοδυτικό τμήμα του Κεράτιου, κοντά στο παλάτι των Βλαχερνών. Βλαχερναί ή Ξυλόπορτα λεγόταν παλιότερα στα ελληνικά και τώρα Ayvan Saray στα τουρκικά. Η τουρκική ονομασία προέρχεται από το περσικό Ivan Saray, που σημαίνει «Παλάτι με βεράντες» και πιθανότατα αναφέρεται στο παλάτι του Αλέξιου Α΄του Κομνηνού, που αποτελούσε τμήμα του ευρύτερου χώρου του παλατιού των Βλαχερνών.

Την εποχή που η Μαρίκα έτρεχε από τη μια γωνιά της συνοικίας στην άλλη και ήξερε σχεδόν όλους τους κατοίκους με το μικρό τους όνομα, ο πληθυσμός της περιοχής είχε μεικτό χαρακτήρα: Ρωμιοί, Εβραίοι, Τούρκοι, Αρμένιοι και Τσιγγάνοι συγκατοικούσαν στον ίδιο τόπο, χωρίς πολλά προβλήματα μεταξύ τους. Εξάλλου, είχαν κοινό χαρακτηριστικό ότι όλοι ήταν φτωχοί άνθρωποι, μεροκαματιάρηδες, εργάτες μικροτεχνίτες, πλανόδιοι πωλητές. Πολλοί δούλευαν στους ταρσανάδες κατά μήκος της παραλίας, που ευτυχώς για αυτούς ξηλώθηκαν πολύ αργότερα, το 1980 στο πλαίσιο της διαπλάτυνσης του δρόμου και της γενικότερης αναμόρφωσης της περιοχής.

Το εσωτερικό τμήμα της περιοχής του Αϊβάν Σαράι, που λεγόταν Λότζα, ήταν η σημαντικότερη «αποικία« Τσιγγάνων, όπου και υπήρχαν μερικοί από τους πιο ονομαστούς μεϊχανέδες (καπηλειά) της Πόλης. Για τους αστούς κατοίκους της απέναντι όχθης του Κερατίου η περιοχή θεωρούνταν ιδιαίτερα κακόφημη, παρόλο που όλοι συμφωνούσαν ότι εκεί, σε αυτό το “τουρκοτσιγγάνικο” κλίμα ευδοκιμούσαν οι καλύτεροι οργανοπαίχτες της Πόλης. Η Λότζα υπήρξε το καλύτερο σχολείο λαϊκής μουσικής.

Το 1949 η ρωμαίικη κοινότητα Ξυλόπορτας μετρούσε 75 οικογένειες. Το δημοτικό σχολείο είχε 59 μαθητές και την Μαρίκα. Θα έπρεπε εδώ και δύο χρόνια να έχει αποφοιτήσει από το δημοτικό, αλλά την κρατούσαν ακόμα όσο μπορούσαν στο σχολείο οι δάσκαλοι. Οι γονείς είχαν κάνει τα αδύνατα δυνατά να μείνει ακόμα στο σχολείο, γυμνάσιο ρωμαίικο δεν υπήρχε στην περιοχή, μπας και μεγαλώσει λίγο, βάλει μυαλό και συμμαζευτεί στο σπίτι να κάνει και καμιά δουλειά να βοηθάει τη μάνα της, που αντοχές δεν είχε άλλες η γυναίκα. Είχαν παρακαλέσει όχι μια αλλά τρεις φορές τους υπεύθυνους του Συνδέσμου προς Ενίσχυσιν των Σχολών που χρηματοδοτούσαν το δημοτικό σχολείο να κρατήσουν την Μαρίκα δυο τρία χρόνια ακόμα στην έκτη δημοτικού. Συνέβαλε και η Φιλόπτωχος Αδελφότης της κοινότητας και η Μαρίκα έγινε, όχι το καμάρι, αλλά σίγουρα η μασκότ του σχολείου.

Ο Γιάννης, γείτονας της Μαρίκας, από τα δεκαεπτά του δούλευε τσιράκι σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων στο Φατίχ. Στα είκοσί του τώρα πια είχε μάθει καλά τη δουλειά και έβγαζε αρκετά χρήματα για να συντηρεί την κακομοίρα τη μάνα του, που υπέφερε από αρθριτικά και είχε σχεδόν παραμορφωθεί όλο της το σώμα. Κανέναν άλλον συγγενή δεν είχαν και οι δυο. Ο Γιάννης το μόνο που γνώριζε από την ιστορία των παππούδων του ήταν ότι είχαν έρθει από τη Μυτιλήνη μαζί με άλλες 16 οικογένειες, όταν το νησί τους κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς το 1462. Αλήθεια ή ψέμα δεν θα το μάθαινε ποτέ. Το σίγουρο ήταν ότι ο πατέρας του δούλευε από παιδί ατέλειωτες ώρες την ημέρα σε ένα εργαστήριο κατασκευής μπουκαλιών και γυάλινων δοχείων που υπήρχε στην παραλία της Ξυλόπορτας και πέθανε στα τριάντα πέντε του από βαριά πάθηση των πνευμόνων.

Την ήξερε τη Μαρίκα ο Γιάννης από παιδί. Την έβλεπε να μεγαλώνει και να γίνεται κοτζάμ κοπέλα αλλά ποτέ δεν σκέφτηκε κάτι πονηρό ή ερωτικό για αυτήν. Σαν αγοροκόριτσο την αντιμετώπιζε και όταν χαιρετιόνταν στο δρόμο της έδινε και καμιά ελαφριά σφαλιάρα στο σβέρκο. Η Μαρίκα από μικρή, και με την παραίνεση της μητέρας της, ντυνόταν όπως οι μικρές Τουρκάλες. Κάτω από τα φουστάνια της φορούσε πάντα και ένα σαλβάρι πολύχρωμο και χιλιομπαλωμένο για να μπορεί να τρέχει, να σκαρφαλώνει σε δέντρα και σε μάντρες, να κυλιέται στα χώματα παίζοντας μπάλα, να κάθεται όπου γουστάρει, να τρέχει και να πηδάει δυο δυο τα σκαλιά σαν αγριόγατα. Μόνο στο κεφάλι της δεν ανεχόταν τίποτα και τα μακριά της μαύρα κατσαρά μαλλιά τα ήθελε λυτά να ανεμίζουν δεξιά αριστερά σε κάθε κίνησή της. Στο σχολείο μόνο δεχόταν να τα τιθασεύει σε μια χοντρή αλογοουρά με μια κορδέλα ασημιά ξεφτισμένη στις άκρες σαν τσουρουφλισμένη ουρά γάτας.

Δύο από τα μέρη που άρεσε στη Μαρίκα να πηγαίνει μόνη της και να ξεκουράζεται ύστερα από το πολύωρο παιχνίδι στα σοκάκια και τις αλάνες ήταν η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου του Κανάβη όπως λεγόταν, πιθανόν από τον Πατρίκιο Νικόλαο που κατοικούσε στην περιοχή και λεγόταν Καναβός και το 1204 διατέλεσε αυτοκράτορας για λίγες μόνο ημέρες. Δεύτερο στην προτίμησή της ερχόταν το αγίασμα της Παναγίας των Βλαχερνών, που ήταν χτισμένο στην θέση της βυζαντινής εκκλησίας της Παναγίας των Βλαχερνών και αποτελούσε τμήμα του παλατιού των Βλαχερνών. Εκεί η καρδιά της ημέρευε, το μυαλό της ησύχαζε και μπορούσε επιτέλους να ζήσει κάποιες στιγμές γαλήνης. Αυτό όχι γιατί είχε καμία ιδιαίτερη σχέση με τη θρησκεία ή το Θεό των χριστιανών και ό,τι πάει μαζί του. Οι δικοί της σπάνια πήγαιναν στην εκκλησία και η μητέρας της όταν έπρεπε Χριστούγεννα και Πάσχα τουλάχιστον να πάει στον Άγιο Δημήτριο γκρίνιαζε πάντα ότι έπρεπε να αφήσει στη μέση τις δουλειές του σπιτιού, που ποτέ δεν τελείωναν σύμφωνα με τα λεγόμενά της, και να τρέχει να ακούσει τις άχρηστες πολυλογίες του παππά. Αυτό που ηρεμούσε στην εκκλησία ή στο αγίασμα τη Μαρίκα ήταν η ησυχία. Τα απογεύματα ψυχή δεν πατούσε στην εκκλησία το ίδιο και στο αγίασμα που προσέλκυε σε γιορτές και σε αργίες όχι μόνο τους χριστιανούς αλλά και πολλούς μουσουλμάνους.

Λίγους μόλις μήνες πριν, τα Χριστούγεννα, συναντήθηκαν ο Γιάννης και η Μαρίκα στον Άγιο Δημήτριο. Πρώτη φορά που έβαλε το καλό της φόρεμα εκείνη χωρίς σαλβάρι από κάτω. Με τις γάμπες της εκτεθειμένες στην κοινή θέα αλλά και τα γόνατά της το ίδιο, γιατί το φόρεμα ήταν προπέρσινο και εκείνη είχε πάρει εν τω μεταξύ δέκα και βάλε πόντους ύψος, το φουσκωμένο πια μπούστο της να ασφυκτιά στο στενό φόρεμα και τα μαλλιά καλοχτενισμένα σε δύο πλούσιες κοτσίδες, δεν πέρασε απαρατήρητη από τα ανδρικά βλέμματα. Τη μεγαλύτερη έκπληξη όμως από αυτήν την αλλαγή την αισθάνθηκε ο Γιάννης. Καρφώθηκε η εικόνα της και δεν έβγαινε από το βλέμμα του ακόμα και όταν γύριζε τα μάτια του αλλού.

Ίσως την απόφασή του να την είχε πάρει εκείνη την ημέρα στην εκκλησία. Πάντως το σχέδιο του το έθεσε σε εφαρμογή στις 22 Μαρτίου 1949, ημέρα Πέμπτη. Ακολούθησε τη Μαρίκα στο χασάπη που πήγαινε επιτέλους να αγοράσει κι εκείνη μια φορά κρέας, γιατί έως τότε τα αδέλφια της αναλάμβαναν το καθήκον αυτό, και της πρότεινε, όπως ισχυρίστηκε αργότερα στην αστυνομία, να πάνε μια βόλτα στον Άγιο Δημήτρη. Στα χρονικά της αστυνομίας όμως το γεγονός καταγράφτηκε διαφορετικά: Ο ονόματι Γιάννης, επισκευαστής αυτοκινήτων κάτοικος Αϊβάν Σαράι, απήγαγε την 14έτιδα γειτόνισσάν του Μαρίκαν όταν πήγαινε αυτή να αγοράσει κρέας, την έφερε δια δόλου πίσω από την εκκλησίαν του Αγίου Δημητρίου και την εκακοποίησε. Ο δράστης συνελήφθη.

Το τι ακριβώς είχε συμβεί δεν το έμαθε ποτέ κανείς. Πώς απήγαγε μία τόσο δυνατή και σκληραγωγημένη κοπέλα ο Γιάννης χωρίς τη θέλησή της και πώς κατάφερε να την κακοποιήσει χωρίς να αντιδράσει αυτή και να του κόψει κάνα αφτί, παρέμεινε για όλους ένα μυστήριο. Ο Γιάννης τιμωρήθηκε σύμφωνα με το νόμο, και η Μαρίκα πήρε το μυστικό της αγκαλιά και φυγαδεύτηκε νύχτα από τον πατέρας της σε σπίτι στο Τζιχανγκίρ, όπου εργάστηκε για πολλά χρόνια ως μαραζωμένη πριν την ώρα της υπηρέτρια. Σχεδόν σκλάβα, έβγαινε έξω μόνο μια φορά την εβδομάδα και πήγαινε και καθόταν με τις ώρες αμίλητη στον πίσω αυλόγυρο της εκκλησίας της Αγίας Τριάδας στο Ταξίμ, κοιτώντας γύρω της με βλέμμα νεκρό.

* * *

12992331_10208317979803068_948823459_n

Εικόνα εξωφύλλου: Αϊβάν Σεράι (Βλαχέρνες)

12999662_10208317983323156_75484781_o

Η Σεβαστή Λιοναράκη-Χρηστίδου ανασύρει από τις τουρκικές εφημερίδες της δεκαετίας του ’40 πραγματικά εγκλήματα και με την αναδιήγησή τους φωτίζει την απρόβλεπτη ανθρώπινη φύση, αλλά και τη ζωή και την ιδιοσυγκρασία καθημερινών ανθρώπων της Πόλης της εποχής.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Έγκλημα στην Πόλη

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.