Η λαιμαργία και οι επικίνδυνες επιπτώσεις της

bomontibiraf1

Έγκλημα στην Πόλη #26 — από το Αστυνομικό Δελτίο της δεκαετίας του ’40

—της Σεβαστής Λιοναράκη-Χρηστίδου—

Αγελαδοτρόφος στο Μπομόντι ο Χαζαρός. Περιοχή κοντά στο Σισλί το Μπομόντι, το 1943 είχε ακόμα κατοίκους κτηνοτρόφους με τα υποστατικά τους, τους σταύλους, τους αχυρώνες και τα μαντριά τους, τα πρόχειρα τυροκομεία τους. Λεφτά κέρδιζε αρκετά από τις αγελάδες του, και το γάλα τους πουλούσε, και τυρί και γιαούρτια έφτιαχνε και τα διοχέτευε με το αζημίωτο στους κατοίκους της περιοχής. Για τη δε διατροφή των αγελάδων του είχε βρει τον καλύτερο και φθηνότερο τρόπο να προμηθεύεται τα απαραίτητα. Ούτε ειδική τροφή, ούτε σοβαρά έξοδα. Με τον ιδιοκτήτη του εστιατορίου στο Πέρα «Χουσνού Ταμπιάτ» είχε συνάψει συμφέρουσα συμφωνία και αγόραζε με ελάχιστο αντίτιμο τα περισσεύματα των φαγητών. Ξημερώματα πήγαινε μέρα παρά μέρα στο Πέρα με τον ξεχαρβαλωμένο του αραμπά και γέμιζε την καρότσα του με τα αποφάγια. Πανηγύριζαν οι αγελάδες με τα υπολείμματα των φαγητών και από ζώα χορτοφάγα έγινα παμφάγα χωρίς να ξεχωρίζουν τις γεύσεις. Γλυκά, ξινά, αλμυρά όλα καλοδεχούμενα ήταν, φτάνει να γέμιζε η κοιλιά τους και να κατεβάζανε το γάλα που απαιτούσε από αυτές το αφεντικό τους. Η πρακτική αυτή εύρεσης της τροφής για τα ζώα τους δεν ήταν βέβαια άγνωστη και στους άλλους κτηνοτρόφους της εποχής. Το θέμα ήταν να βρουν το κατάλληλο εστιατόριο που είχε καθημερινώς μεγάλη κίνηση, επομένως και κατανάλωση φαγητών και άρα και πληθώρα υπολειμμάτων.

Γείτονας του Χαζαρός στο Μπομόντι ήταν και ο έτερος αγελαδοτρόφος της ιστορίας Γιουσούφ Μπαχαδίρ. Το εστιατόριο όμως από το οποίο αγόραζε τα αποφάγια στο Κουρτουλούς δεν είχε την πελατεία του «Χουσνού Ταμπιάτ». Και μέρα με τη μέρα, λόγω και της οικονομικής κρίσης, η πελατεία του περιοριζόταν όλο και περισσότερο. Οι αγελάδες του αλλά και οι χοίροι του, γιατί αυτός είχε και κάποιες δεκάδες χοίρους, άρχισαν να μην χορταίνουν πια. Οι μερίδες που αναλογούσαν σε κάθε ζώο είχαν κατά πολύ περιοριστεί και σε όγκο και σε είδος. Το αφεντικό τους βρισκόταν σε αδιέξοδο. Πώς να θρέψει κυρίως τις αγελάδες του που του έδιναν 25 χιλιόγραμμα γάλα την ημέρα η κάθε μία, για να μην κοπεί το γάλα τους;

Στην αρχή δεν ήθελε να το κάνει. Την πρώτη φορά που το σκέφτηκε μάλιστα την έδιωξε την κακιά σκέψη αμέσως από το μυαλό του. Ήταν άνθρωπος τίμιος και δίκαιος, ποτέ δεν είχε στραφεί ενάντια σε κάποιον γείτονα, γνωστό ή φίλο του. Στο τέλος υπέκυψε και αποφάσισε να διερευνήσει τουλάχιστον το ζήτημα. Ήξερε ότι ο Χαζαρός προμηθευόταν το φαγητό για τις αγελάδες του από το εστιατόριο «Χουσνού Ταμπιάτ» και σκέφτηκε ότι πιθανόν τα αποφάγια να έφταναν και για τα δικά του ζώα.

Μεσημέρι βρέθηκε στο πολυσύχναστο εστιατόριο, αφού είχε κάνει μια μεγάλη βόλτα στη Μεγάλη Οδό του Πέρα, στην οδό Ανεξαρτησίας όπως ονομαζόταν πια επίσημα. Σπάνια ερχόταν στην περιοχή. Όλα του φαινόταν εντυπωσιακά. Κτίρια, καταστήματα, κινηματόγραφοι, θέατρα, ξενοδοχεία, ζαχαροπλαστεία, εστιατόρια, κέντρα διασκέδασης. Όταν βρέθηκε καθισμένος σε ένα από τα πίσω τραπέζια, κοντά στην πόρτα της κουζίνας, να περιμένει τον ιδιοκτήτη για να συζητήσουν, αισθανόταν τελείως ξένος, σαν να ήρθε από άλλον πλανήτη. Δεν ήταν δα και το Μπομόντι χιλιόμετρα μακριά, μισή ώρα περίπου έκανε για να έρθει στο ευρωπαϊκό κέντρο της πόλης, και εκείνο χωρίς καν να περπατάει με βήμα ιδιαίτερα ταχύ. Όμως ήταν ένας ξένος, παρόλο που φόρεσε τα καλύτερα και τα καθαρότερά του ρούχα, ξυρίστηκε και χτένισε τα ατίθασα σκληρά του μαλλιά, έμοιαζε ακριβώς αυτό που ήταν. Ένας ξένος, από κόσμο όχι μακρινό, αλλά παρά ταύτα πολύ διαφορετικό.

Με εντολή του εστιάτορα, το γκαρσόνι κοιτώντας τον υπεροπτικά και με μισό μάτι που λένε, του σέρβιρε ένα πιάτο αγκινάρες γιαχνί και μια μερίδα πιλάφι. Την ώρα που του έφερε ένας νεότερος βοηθός με καταδεκτικότερο βλέμμα το τσάι, ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου κάθισε επιτέλους στο τραπέζι του για να ακούσει τι ήθελε αυτός ο χωριάτης, που δεν ήταν ακριβώς χωριάτης, ήταν απλώς ένας κάτοικος της ευρύτερης περιοχής αυτής της πολυπρόσωπης πόλης. Μια πόλη που τους χωρούσε όλους, και τους πλούσιους αστούς της, και τους ξένους και τους επιστήμονες και τους καλλιτέχνες της και τους εργάτες και τους αγελαδοτρόφους της. Τα λεφτά που προσέφερε ο Γιουσούφ στον εστιάτορα για τα αποφάγια και τα περισσεύματα ήταν περισσότερα από ότι του έδινε ο Χαζαρός. Υποχρέωση δεν αισθανόταν καμία προς τον Χαζαρός, δεν του είχε υποσχεθεί ποτέ ότι θα είναι ο αποκλειστικός αγοραστής όλων των άχρηστων πια γι αυτόν τροφίμων και φαγητών. Θεωρώντας ότι ο Χαζαρός και ο Γιουσούφ θα τα έβρισκαν μεταξύ τους και θα μοιράζονταν τα πολύτιμα για τις αγελάδες τους αποφάγια, έκλεισε συμφωνία και με τον Γιουσούφ.

Εκεί λοιπόν στο Μπομόντι, που πήρε το όνομά του το 1890 όταν οι Ελβετοί αδελφοί Bomonti, ίδρυσαν εκεί το εργοστάσιο μπύρας Bomonti, άρχισε να αναπτύσσεται η μεγάλη έχθρα μεταξύ των δύο αγελαδάρηδων. Η μπύρα ως αλκοολούχο ποτό έγινε δεκτή στην οθωμανική αυτοκρατορία το 1839, οι πρώτες μπυραρίες με δική τους παραγωγή μπύρας, άρχισαν να λειτουργούν το 1840. Το εργοστάσιο των αδελφών Bomonti πέρασε στο κρατικό μονοπώλιο το 1938 και κάποια χρόνια αργότερα αγοράστηκε από την Efes Pilsen. Την εποχή της ίδρυσης του εργοστασίου μπύρας, εκτός από Τούρκους στην περιοχή κατοικούσαν πολλοί Αρμένιοι και Γεωργιανοί.

Οι Γεωργιανοί, Georgians σύμφωνα με την περσική τους ονομασία, Gürcüler -Γκιουρτσουλέρ στα τουρκικά, θεωρούνταν ότι ανήκουν σε ένα φύλο των Λαζών, δηλαδή ήταν Πόντιοι. Η ιστορία τα έφερε έτσι ώστε να σκορπιστούν ανά τους αιώνες στη Γεωργία, το Αζερμπαϊτζάν, το Ιράν, τη Ρωσία και βέβαια ως μετανάστες κατά χιλιάδες στην Αμερική. Σύμφωνα με τις φήμες ο Γιουσούφ ήταν Γεωργιανός στην καταγωγή και ο Χαζαρός καταγόταν από Αρμένιους, τώρα βέβαια ήταν Τούρκοι μουσουλμάνοι και οι δύο. Ποτέ δεν τα πήγαιναν καλά και η διαμάχη τους είχε βάση τις φυλετικές τους κυρίως διαφορές, παρόλο που ποτέ κανείς από τους δύο δεν ξεστόμισε κάτι τέτοιο, ούτε άφησε ποτέ να νοηθεί κάτι υποτιμητικό για την καταγωγή του άλλου. Επειδή όμως το αίμα κρασί δεν γίνεται, ούτε και μπύρα στη συγκεκριμένη περίπτωση, πολλοί κοινοί τους γνωστοί πίστευαν ότι η αμοιβαία τους αντιπάθεια με βάση τους προγόνους τους υπόβοσκε πάντα και περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να εκφραστεί.

Αυτή η στιγμή ήρθε όταν ο Χαζαρός έμαθε ότι θα μοιράζεται με τον Γιουσούφ τα υπολείμματα των τροφίμων, ωμών και μαγειρεμένων. Επιδίωξε να τον συναντήσει και του ζήτησε να παραιτηθεί από την αγορά των περισσευμάτων του «δικού του» εστιατορίου, εστιατόρια εξάλλου υπήρχαν πολλά, μπορούσε να βρει άλλο για να τρέφει τα ζώα του. Ο Γιουσούφ όχι μόνο αρνήθηκε αλλά του είπε ότι είχε συμφωνήσει να δίνει περισσότερα χρήματα στον εστιάτορα, επομένως αν κάποιος επρόκειτο να φύγει λίαν συντόμως, θα ήταν ο Χαζαρός.

Αυτή η τελευταία κουβέντα έπαιξε αποφασιστικό ρόλο. Ο Χαζαρός άρχισε αμέσως να οργανώνει την εκδίκησή του. Και μάλιστα βρήκε την καλύτερη εκδίκηση, αυτή που θα πονούσε περισσότερο τον Γιουσούφ. Στις 14 Φεβρουαρίου, λίγο πριν ξημερώσει μπήκε στον σταύλο στο κτήμα του Γιουσούφ, διάλεξε την πιο καλοθρεμμένη αγελάδα και άρχισε να την ταϊζει με μεγάλη επιμέλεια, σαν μητέρα που επιμένει να φάει το παιδί της όλο του το φαγητό. Η αγελάδα ανταποκρίθηκε με μεγάλη βουλιμία και καταβρόχθισε το φαγητό της παρόλο που δεν ήταν η καθορισμένη ώρα που είχε συνηθίσει να τρώει. Μαζί όμως με το υπόλοιπο φαγητό κατάπιε, αμάσητα βέβαια, 18 ολόκληρα καρφιά και 4 πέτρες μικρού μεν μεγέθους αλλά εξίσου επικίνδυνες. Δύο ολόκληρες μέρες κοιλοπονούσε και υπέφερε η αγελάδα και την τρίτη μέρα το πρωί πέθανε.

Ο Γιουσούφ, ο οποίος από την πρώτη στιγμή που την είδε να υποφέρει κάτι υποψιάστηκε, ζήτησε από τον κτηνίατρο να προβεί σε νεκροψία. Το αποτέλεσμα δικαιολόγησε απολύτως τις υποψίες του, βρέθηκαν ατόφια τα καρφιά και οι πέτρες στο στομάχι της καημένης αγελάδας. Έκανε μήνυση στον Χαζαρός ο οποίος και κλήθηκε να απολογηθεί για το φόνο της αγελάδας, παραδέχτηκε την ενοχή του χωρίς ιδιαίτερη πίεση, και με μια δόση υπερηφάνειας θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος που τον άκουσε, περιέγραψε στηνν ομολογία του την ειδεχθή για το συμπαθές γένος των αγελάδων πράξη του με κάθε λεπτομέρεια. Οι υπόλοιπες αγελάδες ευτυχώς δεν ενημερώθηκαν για την εξόντωση της συγκατοίκου τους αγελάδας με αυτόν τον βάναυσο τρόπο και ευτυχείς συνέχισαν να μοιράζονται και τη δική της μερίδα και να κατεβάζουν το γάλα που αναλογούσε στην καθεμία.

* * *

Η Σεβαστή Λιοναράκη-Χρηστίδου ανασύρει από τις τουρκικές εφημερίδες της δεκαετίας του ’40 πραγματικά εγκλήματα και με την αναδιήγησή τους φωτίζει την απρόβλεπτη ανθρώπινη φύση, αλλά και τη ζωή και την ιδιοσυγκρασία καθημερινών ανθρώπων της Πόλης της εποχής.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Έγκλημα στην Πόλη

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.