Home

maxresdefaultΑυτό δεν είναι τραγούδι #720
Dj της ημέρας, η Χριστίνα Παπαβασιλείου

Η Κούλα έμενε στο καμαράκι δίπλα στην κουζίνα. Είχε ένα κρεβάτι που την έφτανε τσίμα τσίμα και έναν νεροχύτη δίπλα στην πόρτα. Είχε κι ένα τραπέζι που πάνω του στοιβάζονταν τα ρούχα για το σιδέρωμα. Είχε και ράφια γύρω γύρω με κουζινικά που δεν χώραγαν στα ντουλάπια της κουζίνας, με ραφτικά, με απορρυπαντικά, κουτιά με εργαλεία. Είχε και μια μικρή ντουλάπα με τα ρούχα της, ποια ρούχα δηλαδή, κάτι σκούρα γκρι σκουτιά που αρνιόταν πεισματικά να αλλάξει με τα άλλα που τις έδιναν. Παράθυρο δεν είχε. Ένα μικρό σπίτι και αποθήκη εκείνη η μικρή κάμαρα. Από μαγείρεμα η Κούλα δεν νόγαγε καθόλου, έκανε κάποιες από τις δουλειές του σπιτιού αλλά κύριο μέλημά της ήταν το δίχρονο κοριτσάκι. Και κυρίως το τάισμα του. Η μικρή βλέπεις αρνιόταν πεισματικά να φάει. Της έβαζαν μια μπουκιά στο στόμα το πρωί, η μικρή το στούμπωνε στο μάγουλό της, εκεί να κάθεται ώρες, τόσο που το ένα της μάγουλο είχε λίγο ξεχειλώσει και το βράδυ για να μην πνιγεί, της την έβγαζαν από το στόμα της, ότι θρεπτική αξία είχε κερδίσει, ήταν ότι κομματάκι είχε ξεφύγει και κατά λάθος κατέβει στον λαιμό της. Είχαν βρει κι άλλη μέθοδο για να την σώσουν από αυτήν την παράλογη ασιτία, έμπαινε η Κούλα με την μικρή στην μπανιέρα, της έβαζαν την μπουκιά στο στόμα και της πέταγαν στο πρόσωπο νερό με το ντους. Ο αιφνιδιασμός πετύχαινε, η μπουκιά κατέβαινε κι αν δεν υπήρχε αντίστροφη διαδρομή, η επιχείρηση στεφόταν με επιτυχία.

Η Κούλα δεν μίλαγε πολύ. Πολλές φορές δεν μίλαγε και καθόλου. Δεν ήταν μουγκή, ούτε χαζή, λίγο μπερδεμένη αισθανόταν στην πόλη — άσε που φοβόταν και τις επισκέψεις του μπάρμπα της στην κυρά της. Ακόμα και λάθη ή ζημιές που είχε κάνει την τρομοκρατούσαν, η κυρά της δεν του τα έλεγε, δεν την μαρτυρούσε, αλλά ο μπάρμπας είχε τον τρόπο του, με εκείνη την ματιά που την εξερευνούσε, την έκανε να τα ομολογεί όλα. Άλλωστε ήταν κι αυτό το βάρος που ένιωθε πάνω της, ότι όλο αυτό, ήταν για το καλό της, γι αυτό την είχε βάλει σε αυτό το σπίτι, να μάθει, να γίνει νοικοκυρά και τα μιστά της που της τα έπαιρνε ήταν για να βοηθάει την μάνα της και να φτιάξει και ένα κομπόδεμα για να παντρευτεί. Δεν πέρναγε άσχημα, κανείς ποτέ δεν σήκωσε χέρι πάνω της και τις περισσότερες ώρες τις πέρναγε με το να κανακεύει και να έχει την μικρή αγκαλιά. Όμορφα ήταν κι η μικρή γραπωνόταν πάνω της, άσε που ήταν και πούπουλο.

Γιατί έφυγε ξαφνικά η Κούλα, στην αρχή κανείς δεν ήξερε. Αργότερα έμαθαν ότι μπήκε σε άλλο σπίτι, στην Αθήνα, πιο πλούσιο. Μετά έμαθαν ότι δεν πέρναγε καλά. Κι ένα δυο χαστούκια τα έφαγε ενώ από φαΐ δεν πολυέφαγε, έως περισσότερο πείναγε. Αλλά ήταν καλύτερα τα μιστά. Τις πρώτες μέρες η μικρή την αναζητούσε συνέχεια επαναλαμβάνοντας αμέτρητες φορές «Κούλα θέλει, Κούλα θέλει», τις επόμενες μέρες άρχισε να ξεκουρδίζεται η συχνότητα της πρότασης και σιγά σιγά κι αυτή την ξέχασε. Μεγάλωσε κιόλας.

Δεν ξέρω τι ενεργοποίησε πάλι την μνήμη μου. Να ήταν εκείνο το παιδί στην παραλία που φώναζε επίμονα κι επαναλαμβανόμενα «αγκαλιά θέλω, θέλω αφού σου λέω θέλω». Και την θυμήθηκα. Την Κούλα μου, που τότε ήταν μόνο δεκατριών χρονών.

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s