Home

f44fe944f4743ec68c1b7d1f308a0831

Έγκλημα στην Πόλη #32 — από το Αστυνομικό Δελτίο της δεκαετίας του ’40

—της Σεβαστής Λιοναράκη-Χρηστίδου—

Το να είσαι νέος φοιτητής και να κάνεις τη βόλτα σου αμέριμνος αγκαζέ με την αγαπημένη σου στο πάρκο Σενλήκ Ντεντέ του Μπεσίκτας, κρυφά από τον πατέρα της εννοείται, και με το φόβο στην ψυχή μη σας δει κάνα μάτι και τα μάθει όλα η οικογένεια της νεαρής, έχει τη χάρη του  και τη γοητευτική  δική του αγωνία, αυτό το σασπένς που λέμε, που όλους μας σαγηνεύει. Αλλά το να είσαι φοιτητής, να κάνεις βόλτα με την αγαπημένη σου στο πάρκο Σενλήκ Ντεντέ,  ζώντας αυτή την υπέροχη αγωνία της  παρανομίας, να κάτσεις στη σκιά ενός πλατανιού με το κορίτσι στην αγκαλιά σου και να γυρίσεις το κεφάλι σου αριστερά και να αντικρίσεις δυο κομμένα ανθρώπινα χέρια — αυτό ξεπερνάει κάθε σαγηνευτικό σασπένς. Άμα δε και το κορίτσι σου πεταχτεί όρθιο από την τρομάρα και απομακρυνθεί δυο βήματα και πέσει πάνω σε δυο κομμένα πόδια, τότε η εμπειρία  τραύμα γίνεται και η υπόθεση σηκώνει αστυνομία.

Έτσι κάπως βρέθηκαν και οι δυο στο αστυνομικό τμήμα και όχι μόνο το έμαθε ο πατέρας του κοριτσιού το νταλαβέρι τους, αλλά μπλεγμένος βρέθηκε και ο νεαρός φοιτητής μέχρι τα μπούνια. Φοιτητής ιατρικής και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκαν τα τζίνια, οι αστυνομικοί, ήταν ότι δυο χέρια και δυο πόδια έκλεψε από το νεκροτομείο ο νεαρός για να εξασκηθεί στη …χειρουργική και ότι  την ώρα που τα μετέφερε περνώντας από το πάρκο, κάποιος τον είδε, φοβήθηκε εκείνος και σκηνοθέτησε τη συνέχεια. Ευτυχώς όμως υπήρχαν και οι σοβαρότεροι εγκέφαλοι στο αστυνομικό τμήμα, θεώρησαν ότι το σενάριο αυτό δεν έστεκε, απάλλαξαν τον φοιτητή από τις κατηγορίες και  ως αθώο τον άφησαν να φύγει. Στα μάτια βέβαια του πατέρα της νεαρής καθόλου αθώος δεν φαινόταν, αφού  του απάγγειλε για κάνα δεκάλεπτο τον εξάψαλμο, έδωσε και δυο χαστούκια παρουσία του, στην κόρη του και την πήρε και έφυγε.

Το ειδύλλιο των δύο νέων μπορεί να τέλειωσε εκεί ή αντιθέτως να θέριεψε περισσότερο, ποιος ξέρει; Πάντως η υπόθεση των κομμένων χεριών και ποδιών σίγουρα δεν τέλειωσε εκεί, αντιθέτως μόλις άρχιζε και θα διαρκούσε  τρεις ολόκληρες εβδομάδες μέχρι να διαλευκανθεί ολότελα το μυστήριο.

Οι πρώτες έρευνες που έγιναν οδήγησαν στον εντοπισμό και τη σύλληψη του Κιαζήμ με την κατηγορία ότι δολοφόνησε και τεμάχισε το αγνώστων λοιπών στοιχείων θύμα. Το μόνο που ήξερε έως εκείνη τη στιγμή η αστυνομία ήταν ότι το θύμα ήταν άντρας, ή καλύτερα ότι τα κομμένα χέρια και πόδια ανήκαν σε άντρα. Ο Κιαζήμ εργαζόταν εργάτης σε εργοστάσιο κατασκευής  σιδερένιων σωλήνων. Οι έρευνες της αστυνομίας απέδειξαν ότι κάποιος  Μαχσούτ, εργάτης κι αυτός στο ίδιο εργοστάσιο είχε πάψει να πηγαίνει στη δουλειά του εδώ και κάνα μήνα. Βαπτίστηκαν λοιπόν τα ανευρεθέντα άνω και κάτω άκρα ως μέλη του Μαχσούτ και οι ανακρίσεις συνεχίζονταν για να ομολογήσει ο φονιάς και να βρεθούν και τα υπόλοιπα μέρη του σώματός του   να μην πάει άταφος ο κακομοίρης. Ο Κιαζήμ όμως με τίποτα δεν ομολογούσε ότι είχε σκοτώσει τον  Μαχσούτ «δεν σκότωσα τον  Μαχσούτ, ο καλύτερος φίλος μου είναι, αυτόν θα σκότωνα;» επέμενε. «Στο χωριό του γύρισε ο Μαχσούτ γιατί δεν άντεχε πια τη βαριά δουλειά στο εργοστάσιο, ψάξτε να τον βρείτε» έλεγε ο Κιαζήμ στους αστυνομικούς ξανά και ξανά και τελικά κάποιος αστυνομικός εδέησε και συνεννοήθηκε  με το αστυνομικό τμήμα της κωμόπολης στο οποίο υπαγόταν  και το χωριό του  Μαχσούτ, έστειλαν από εκεί κάποιον στο χωριό να ερευνήσει το θέμα και τον βρήκε αυτός ο κάποιος  τον  Μαχσούτ  ολοζώντανο και αρτιμελή, στο καφενείο και κάθισε και ήπιε μαζί του τσάι και του είπε τα καθέκαστα. Γέλασε ο Μαχσούτ  με την καρδιά του που φαντάστηκε τον εαυτό του νεκρό και τεμαχισμένο, για κάποιο λόγο πολύ αστείο του φάνηκε το ενδεχόμενο αυτό, και μόνο στο τέλος της συζήτησης  είπε στον απεσταλμένο αστυνομικό ότι «από μόνος του ο Κιαζίμ αποκλείεται να έκανε κάτι τέτοιο, κάποιος ή κάποιοι άλλοι κρύβονται από πίσω του». Μα μέχρι να επιστρέψει ο αστυνομικός στην έδρα του, τα ξέχασε τα λόγια του Μαχσούτ   και σε κανέναν δεν τα είπε, μία σοβαρή αποστολή του είχαν αναθέσει, να πάει να δει αν ζει ο  Μαχσούτ  στο χωριό και αν τα χέρια και τα πόδια του ήταν στη θέση τους, και την αποστολή την είχε με επιτυχία φέρει εις πέρας, τα άλλα ήταν λεπτομέρειες περιττές.

Στην πορεία των ανακρίσεων στην υπόθεση μπλέχτηκε και η σύζυγος του Κιαζίμ, Φατμά-Αισέ. Οι εφημερίδες μια Φατμά την ονόμαζαν μια Αισέ και επειδή δυο γυναίκες επίσημα δεν ήταν πολύ πιθανόν να έχει ο Κιαζίμ, μάλλον δυο ονόματα είχε η μία και μοναδική γυναίκα του. Για να τον ληστέψουν τον σκότωσαν τον άγνωστο ακόμα κάτοχο των χεριών και των ποδιών, ήταν το πρώτο συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η αστυνομία. Αλλά ένα εικοσιτετράωρο αργότερα Κιαζίμ και Φατμά-Αισέ ανέτρεψαν τα συμπεράσματα των αστυνομικών. Ο Κιαζίμ ομολόγησε ότι αυτός είχε σκοτώσει το θύμα, το όνομα του οποίου όμως αρνιόταν με πείσμα να ομολογήσει, επειδή ενοχλούσε συνεχώς τη σύζυγό του την οποία ήθελε να κάνει ερωμένη του. Μια τον έπιασε εκείνος και του είπε να την αφήσει ήσυχη γιατί θα είχανε κακά ξεμπερδέματα,  δυο του το είπε, τρεις το επανέλαβε, τον φοβέρισε με χίλιες δυο απειλές, τίποτα ο ερωτύλος δεν άλλαξε στη συμπεριφορά του, εκεί να επιμένει να ενδώσει η Φατμά-Αισέ στις ορέξεις του. Έβαλε λοιπόν τη γυναίκα του ο Κιαζίμ και τον κάλεσε ένα βράδυ στο σπίτι τους στην οδό Ισμαηλιέ, στο Μπεσίκτας, λέγοντας ότι ο άντρας της θα έλειπε όλη τη νύχτα, και αφού τον πότισε ρακί και τον μέθυσε εμφανίστηκε ο Κιαζίμ και με μαχαίρι κοφτερό τον χτύπησε αρκετές φορές στην καρδιακή χώρα και τον φόνευσε. Στη συνέχεια το αντρόγυνο  αποφάσισαν να εξαλείψουν τα ίχνη του εγκλήματος τεμαχίζοντας το πτώμα. Το σώμα και το κεφάλι τα έθαψαν σε διάφορα μέρη και  όταν  μετέφεραν και τα άκρα του νεκρού να τα θάψουν στο πάρκο του Μπεσίκτας άκουσαν θόρυβο, φοβήθηκαν και τα παράτησαν εκεί και φύγανε.

Η αστυνομία όμως που ήθελε καλά να κάνει τη δουλειά της, έψαξε όπου είχε πει ο Κιαζίμ ότι ήταν θαμμένα το σώμα και το κεφάλι αλλά δεν βρήκαν τίποτα. Επίσης οι προσεκτικές έρευνες που έγιναν στο σπίτι του ζευγαριού αποκάλυψαν ότι ο τεμαχισμός του σώματος δεν θα μπορούσε να είχε γίνει εκεί. Πίεσαν λοιπόν τον Κιαζίμ για νέες πληροφορίες και τότε αυτός, βρίσκοντας τα δύσκολα, ενέπλεξε άλλο ένα άτομο στην υπόθεση, τη φίλη της γυναίκας του Ζεχρά. Η Ζεχρά σύμφωνα με τον Κιαζίμ και την ανάκριση της ίδιας, ήταν αυτή που πρότεινε να πετάξουν τα μέρη του ακρωτηριασμένου σώματος στη θάλασσα, αλλά απλώς η συμμορία των τριών δεν πρόλαβε να πετάξει  τα χέρια και τα πόδια του νεκρού στη θάλασσα. Συγκεκριμένα η Ζεχρά δήλωσε ότι η επιχείρηση απαλλαγής από τα κομμάτια του πτώματος έγινε στην αποβάθρα Χαϊρεττίν του Μπεσίκτας. Ο χώρος όμως όπου έγινε ο περίφημος τεμαχισμός, καθώς και η ακριβής ταυτότητα του θύματος,  παρέμεναν άγνωστα. Δύτες που ερεύνησαν κατ’ εντολή  της αστυνομίας το σημείο εκείνο της θάλασσας δεν βρήκαν τίποτα.

Δυο ολόκληρες εβδομάδες το αναγνωστικό κοινό των εφημερίδων περίμενε με αγωνία να μάθει λεπτομέρειες για το μυστηριώδες  αλλά και αποτρόπαιο έγκλημα. Η ανάκριση και η έρευνα δεν προχωρούσαν. Άλλα άρχισε να λέει η Ζεχρά και να πέφτει σε  αντιφάσεις και άλλα ο Κιαζίμ και η Φατμά-Αισέ, ήταν πια ολοφάνερο ότι πολλά έκρυβαν και οι τρεις, τα κενά και τα αναπάντητα ερωτήματα ήταν  άφθονα, δεν μπορούσαν οι αστυνομικοί να καταλήξουν σε ασφαλή συμπεράσματα και να διαμορφώσουν ένα πειστικό κατηγορητήριο.

Ο κόσμος βέβαια που διάβαζε τις εξελίξεις στις εφημερίδες με τη δική του φαντασία έδινε τις δικές του ερμηνείες και έφτιαχνε τα δικά του αστυνομικά σενάρια. Το τρίο αυτό του θανάτου έγινε αντικείμενο συζητήσεων δεκάδων ωρών, και έφτασε να ενσαρκώνει το απόλυτο κακό. Το  σοκαριστικό μέρος του εγκλήματος δεν ήταν ο φόνος αυτός ο ίδιος, εξάλλου συνηθισμένο το αναγνωστικό κοινό σε φόνους ήταν. Σχεδόν κάθε μέρα κάποιος μεθυσμένος ή οργισμένος ή απατημένος ή  προδομένος  ή ζημιωμένος φόνευε ή τραυμάτιζε σοβαρά τον υποτιθέμενο εχθρό του. Με μαχαίρια, μπαλτάδες, περίστροφα, φαλτσέτες, σουγιάδες, καζμάδες,  πέτρες και άλλα αντικείμενα οι φόνοι και οι απόπειρες φόνου  ήταν στην ημερήσια διάταξη, διότι πιο εύκολο ήταν την εποχή εκείνη να χαλιναγωγήσεις άγρια άλογα παρά το θυμικό και τα ένστικτά σου.  Σοκαριστικό ήταν ο τεμαχισμός του πτώματος, αυτό προκαλούσε συναισθήματα φρίκης και αποτροπιασμού.

Όλοι πάντως, και ο κόσμος που παρακολουθούσε την εξέλιξη του δράματος, και οι αρμόδιοι,  οδηγούνταν σε εσφαλμένα συμπεράσματα. Και αυτό έγινε ολοφάνερο όταν εμφανίστηκε κι άλλο πρόσωπο μπλεγμένο, άλλη μία γυναίκα, η Σατή. Είτε την κάρφωσαν ευθέως οι τρεις ήδη κρατούμενοι, είτε οδηγήθηκαν σε αυτήν τα λαγωνικά της αστυνομίας από αποχρώσες ενδείξεις, βρέθηκε μια ωραία πρωία και η Σατή στα ανακριτικά γραφεία. Τσαμπουκαλού αυτή αρνήθηκε τα πάντα, δήλωσε με θράσος ότι ούτε που γνώριζε τους τρεις άλλους, ότι ήταν μια ήσυχη γυναίκα που εργαζόταν σκληρά για να βγάλει το ψωμί της και αυτή, από τις πέντε τα ξημερώματα μέχρι αργά το απόγευμα σε φούρνο στο Σισλί. Ακόμα και όταν εξετάστηκε σε αντιπαράθεση με τους τρεις άλλους έκανε πως δεν τους γνώριζε, μόνο όταν η Ζεχρά  έδειξε φωτογραφία που είναι οι δυο τους πιασμένες αγκαζέ και με ένα χαμόγελο ως τα αυτιά η κάθε μία δίπλα στη θάλασσα του Βοσπόρου, στο παρκάκι των Θεραπειών, αναγκάστηκε να πει την αλήθεια, τη μισή αλήθεια δηλαδή,γιατί η τελική λύση του μυστηρίου ήταν ακόμα μακριά. Παραδέχτηκε ότι όχι μόνο τους ήξερε τους τρεις αλλά ότι συμμετείχε και η ίδια ενεργά στον τεμαχισμό του πτώματος. Αλλά ο τόπος όπου έγινε ο περίφημος αυτός τεμαχισμός παρέμενε μυστήριο. Κανείς τους δεν αναφερόταν με τρόπο πειστικό για το πού φονεύθηκε το θύμα και πού τεμαχίστηκε. Αυτό το σκοτεινό σημείο και κάποιες άλλες αναφορές της εγκληματικής συμμορίας που τώρα είχε γίνει τετραμελής, έκανα την αστυνομία να συνεχίζει τις έρευνες και να ψάχνει όλους τους πιθανούς συνδετικούς κρίκους που ένωναν τις ζωές των τεσσάρων.

Στο τέλος σχεδόν των τριών εβδομάδων από την ημέρα που βρέθηκαν τα κομμένα χέρια και πόδια στο πάρκο και η αστυνομία επιλήφθηκε της υπόθεσης, στις 2 Μαρτίου 1941, ένα τυχαίο γεγονός οδήγησε στον εντοπισμό και ενός πέμπτου προσώπου που είχε συμμετάσχει στο έγκλημα. Ερευνώντας το σπίτι της Σατή οι αστυνομικοί ανακάλυψαν και μία άλλη φωτογραφία τραβηγμένη στο ίδιο σημείο των Θεραπειών, όπου οι δύο φίλες με τα ίδια ρούχα και το ίδιο ανέμελο και χαρούμενο ύφος πόζαραν με μία τρίτη γυναίκα που τα χαρακτηριστικά της ήταν απολύτως αναγνωρίσιμα. Με τη φωτογραφία αυτή κατάφεραν να μάθουν το όνομα της τρίτης γυναίκας, και να εντοπίσουν τα ίχνη της. Η Εμινέ της φωτογραφίας, η τρίτη και νεότερη και ομορφότερη γυναίκα της φωτογραφίας, ήταν σύζυγος του Μουσταφά Σεβκέτ, εργάτη στο εργοστάσιο σωλήνων. Όταν ανέκριναν το σύζυγό της έμαθαν ότι η Εμινέ τον είχε εγκαταλείψει εδώ και έξι μήνες και είχε χάσει τα ίχνη της. Τελικά αποδείχτηκε ότι και την Εμινέ και το σύζυγό της Μουσταφά Σεβκέτ η παρέα των τεσσάρων τους γνώριζαν πολύ καλά, οι τρεις γυναίκες εξάλλου της φωτογραφίας, Ζεχρά, Σατή και Εμινέ ήταν και συχωριανές.

Η υπόθεση έβαινε προς την εξιχνίασή της, το κλειδί ήταν η κατάθεση του Μουσταφά Σεβκέτ και η ανακάλυψη της αληθινής ταυτότητας του νεκρού. Ο Μουσταφά Σεβκέτ με μία θαρραλέα απολογία πήρε το βάρος και την ευθύνη όλη πάνω του. Αυτός παγίδευσε μα δόλιο τρόπο το θύμα στο σπίτι του, αυτός του πήρε τη ζωή με τρεις μαχαιριές ακριβώς στη θέση της καρδιάς και οι υπόλοιποι απλώς τον βοήθησαν να τεμαχίσουν το σώμα του, να το μεταφέρουν στην αποβάθρα Χαϊρετίν και να το πετάξουν στη θάλασσα. Εκτός από τα χέρια και τα πόδια του που δεν πρόλαβαν να τα μεταφέρουν και έμειναν εκτεθειμένα σε κοινή θέα στο πάρκο, γιατί Αλλάχ υπάρχει και τιμωρεί όταν προλαβαίνει και δεν  είναι αλλού απασχολημένος, τους κακούς.
Ο ακρωτηριασμένος νεκρός, του οποίου ποτέ δεν βρέθηκε το σώμα και το κεφάλι, γιατί το ρεύμα του Βοσπόρου είναι ασταμάτητο και έντονο, ήταν ο Αχμέτ που είχε απαγάγει με τη θέλησή της την Εμινέ, την είχε εγκαταστήσει στο σπίτι του στο Ουσκουντάρ, και πίστευε ότι η αγάπη όλα τα μπορεί και όλα τα υπομένει, όλα τα συγχωρεί μέχρι που ενέδωσε να πάει να συζητήσει με τον πρώην σύζυγο στο σπίτι του για τις λεπτομέρειες του διαζυγίου. Εκεί, σε αυτό το γεμάτο από το μίσος του προδομένου συζύγου σπίτι αφού έχασε τη ζωή του, υπόμεινε και αυτόν τον ντροπιαστικό και εξευτελιστικό τεμαχισμό, για να μην μπορέσει  ποτέ το κορμί του να θαφτεί όπως ταιριάζει σε κάθε θνητό και η ψυχή του να βρει τη γαλήνη και την ειρήνη στον κόσμο τον άλλον.

* * *

Η Σεβαστή Λιοναράκη-Χρηστίδου ανασύρει από τις τουρκικές εφημερίδες της δεκαετίας του ’40 πραγματικά εγκλήματα και με την αναδιήγησή τους φωτίζει την απρόβλεπτη ανθρώπινη φύση, αλλά και τη ζωή και την ιδιοσυγκρασία καθημερινών ανθρώπων της Πόλης της εποχής.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Έγκλημα στην Πόλη

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s