Home

 

akrithakis

Μόνον ο τυφλός βλέπει πολύ μακριά
—Α.Α.—

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ, στις 19 Σεπτεμβρίου 1994, πέθανε ο Αλέξης Ακριθάκης.

Πρώτη φορά καταπιαστήκαμε —το dim/art και ο Μάριος Σπηλιόπουλος— με το αφιέρωμα στον αγαπημένο και σημαντικό εικαστικό πριν από τρία χρόνια· τότε, στις 18/9/2013, μας πρόλαβε η δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Πού διάθεση και μυαλό για εικαστικό αφιέρωμα. Δεν μπορέσαμε στο μεσοδιάστημα, και τώρα επιτέλους ήρθε η ώρα για έναν ελάχιστο φόρο τιμής σε έναν μεγάλο καλλιτέχνη του 20ού αιώνα.

Το dim/art ευχαριστεί τον εικαστικό και καθηγητή της Α.Σ.Κ.Τ. Μάριο Σπηλιόπουλο για το βιωματικό του κείμενο, για την επιλογή αντιπροσωπευτικών έργων του Ακριθάκη, για την ανθολόγηση σκέψεών του και για τη γενική επιμέλεια του αφιερώματος. Ευχαριστούμε επίσης τον Ηλία Ζαράνη, που μας έστειλε το κείμενο του Τρύφωνα Κόρμπη για τον Ακριθάκη από το περιοδικό Λυχνάρι (τεύχος 3, Ιούνιος 2001) του «Ιωνικού συνδέσμου» (ο Η.Ζ. ήταν τότε εκδότης και διευθυντής του Λυχναριού) καθώς και τον Πέτρο Αυλίδη, αποσπάσματα από τα βιωματικά βιβλία του οποίου χρησιμοποιήσαμε. Το αφιέρωμα περιλαμβάνει ακόμα ένα κείμενο του Νάνου Βαλαωρίτη από τον κατάλογο της πρώτης ατομικής έκθεσης του Ακριθάκη στο Γαλλικό Ινστιτούτο το 1965 και δύο κείμενα του Κώστα Ταχτσή.

Ο Πέτερ Κλάους Σούστερ, διευθυντής της Νατσιονάλ Γκάλερι του Βερολίνου, στην εναρκτήρια ομιλία του στα εγκαίνια της αναδρομικής έκθεσης του Ακριθάκη, που οργανώθηκε εκεί το 2003, παράλληλα με την έκθεση του Πικάσο, είπε χωρίς δισταγμό πως, μέσα από την χάρη και την προσωπικότητα του έργου του, ο Ακριθάκης έρχεται να πάρει στην τέχνη του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα τη θέση του Μοντιλιάνι. Απρόσμενο, αυθόρμητο, τραγικό και πηγαίο το έργο του διαφεύγει από τα κλασικά πρότυπα, ακολουθεί ασυμβίβαστους δρόμους και γίνεται μια πρωτογενής και τολμηρή ερευνητική πράξη. Μοναδική και αμίμητη.

* * *

upl535fb83108e12

Ο Φωτεινός Πρίγκιπας Αλέξης  Ακριθάκης

—του Μάριου Σπηλιόπουλου—

1. Είναι 19 Σεπτεμβρίου του 1994 ο Αλέξης Ακριθάκης περνάει πλησίστιος στην  αιωνιότητα. Στο νεκροταφείο της Κηφισιάς, αν δεν κάνω λάθος. Κάποιοι στενοί φίλοι, η Χλόη, η Φώφη, η Μαρία, οι Χαρίσηδες και κάποιοι φανατικοί συλλέκτες του. Από ζωγράφους, ο Τάσος Παυλόπουλος, ο Κώστας Φωτόπουλος, εγώ και η Μαρτίν Σαρντόν, η γκαλερίστριά μας. Λίγος κόσμος γενικά, αν αναλογιστεί κανείς τη σημασία του συμβάντος. Όλοι παγωμένοι, αμήχανοι. Ο ήλιος μπαινοβγαίνει στα σύννεφα, νωρίς  τ΄ απόγευμα… Ήταν μόνο 55 χρονών, και ήταν σαν να έζησε 110 χρόνια , με αυτά που έκανε στη ζωή  και στην Τέχνη του…..βουβαμάρα…απόλυτη σιγή …Παύση.

akr-kai-fofi

2. Είναι 1975, αγοράζω από το βιβλιοπωλείο «Κοτζιάς» στη Θεσσαλονίκη, το βιβλίο με τίτλο: ΙΩΑΝΝΟΥ ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ και υπότιτλο: Παραφρασθείσα υπό του Ηλίου του Πετρόπουλου, κοσμισθείσα διά χειρός του Αγίου Αλεξίου Ακριθάκη. Εκδόσεις, ΠΛΕΙΑΣ,1975. Στο εξώφυλλο, κάτω από τον τίτλο, ένα παράξενο σχέδιο με γραμμή. Και στο οπισθόφυλλο, μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, με τον Πετρόπουλο και τον Ακριθάκη , να ποζάρουν σαν «Άγιοι», μπροστά σε ένα τσιμεντένιο τοίχο, όπου ο Ακριθάκης, έχει ζωγραφίσει με άσπρο χρώμα, φωτοστέφανα  γύρω από τα κεφάλια τους, κάτι βελάκια, μια βαλίτσα, ένα καράβι, και κάτι άλλα «κρυπτογραφικά». Ανάμεσα στο «τρελό» κείμενο του βιβλίου σχέδια με γραμμή τσίκι-τσίκι, παράξενα μα και μαγευτικά! Είμαι 18 χρονών και μένω έκθαμβος. Οι δυο «Άγιοι», με τα T-Shirt και τα κοντομάνικα, είναι νέοι είναι ωραίοι… Έχω ακόμα το βιβλίο σε περίοπτη θέση στην βιβλιοθήκη μου.

%ce%bf-%ce%b7%ce%bb%ce%af%ce%b1%cf%82-%cf%80%ce%b5%cf%84%cf%81%cf%8c%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%82-%ce%bc%ce%b5-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%b1%ce%bb%ce%ad%ce%be%ce%b7-%ce%b1%ce%ba%cf%81%ce%b9%ce%b8

Ηλίας Πετρόπουλος, Αλέξης Ακριθάκης

3. Αρχές Δεκεμβρίου 1989, στήνω την πρώτη ατομική μου έκθεση στη gallery ΑΡΤΙΟ, Δεινοκράτους 57, Κολωνάκι… υπόγειο… Μαρτίν Σαρντόν  η γκαλερίστρια… γαλλίδα. Το άγχος μου ξεχειλίζει από τα αυτιά. Νωρίς το απόγευμα, 3 Δεκέμβρη. Η Μαρτίν με παρηγορεί με καφέδες και σπασμένα ελληνικά. Ξαφνικά, κατεβαίνει τα 5 σκαλιά του υπογείου και μπαίνει, στέκεται στο πλατύσκαλο.- Ποιανού είναι αυτά; ρωτάει.- Δικά μου, απαντώ και έχω κοκκινίσει.- Από πού είσαι; από το πλατύσκαλο. –Δεν βλέπεις, από την Χαλκιδική, λέω, και  δείχνω το έργο μου «Σήμαντρο» .Ήταν ένα μεγάλο ξύλινο δοκάρι, από αυτά που στηρίζουν τις σιδηροτροχιές του ΟΣΕ, και πάνω του είχε σκαμμένες  7 γούβες, γεμάτες λάδι και μέσα τους καίγανε επτά φλογίτσες. Το δοκάρι ήταν κρεμασμένο με χοντρές τριχιές από το ταβάνι και ανάμεσα στα σχοινιά κρεμόταν χρυσός ο χάρτης της Χαλκιδικής. –Τη Λιλή, την ξέρεις; με ρωτάει, χαμογελώντας. (Περιβόητη θεσσαλονικιά ρεμπέτισσα, που τραγουδούσε στο «Μινουί», γνωστό ρεμπετάδικο της Θεσσαλονίκης, της δεκαετίας ’70, στην οδό Δαγκλή). –Μάγκες πιάστε τα γιοφύρια, μπάτσοι κλάστε  μας τ’ αρχίδια… απαντώ κι εγώ, γελώντας. Κατεβαίνει και μ’ αγκαλιάζει, μένω κόκκαλο, γελώντας. –Μαρτίν, έχεις μπύρες στο ψυγείο;  ρωτάει. –Ναι, Αλέξη μου,  απαντάει αυτή. –Ο.Κ., λοιπόν, πιτσιρικά, φέρε κι ένα ουίσκυ από την κάβα δίπλα… Θα στήσουμε μαζί την έκθεση, λέει. Εγώ φεύγω αστραπή, δεν το χωράει το μυαλό μου! Στήναμε την έκθεση μέχρι τα μεσάνυχτα, στις 10 μ.μ. η Μαρτίν μου αφήνει τα κλειδιά και φεύγει. Ο «Ακρίθακας»  πίνει μπύρα cocktail, με ουίσκυ, εγώ μόνο μπύρα. Φεύγουμε 1 π.μ., τρεκλίζοντας.

4. Επιτέλους, 5 ή 6 Δεκεμβρίου, αν θυμάμαι καλά, έρχεται η μέρα των εγκαινίων της πρώτης ατομικής μου έκθεσης «Το γήινο καντήλι» στο ΑΡΤΙΟ. Παρ’ ελπίδα, κόσμος πολύς. Ο Αλέξης μπαίνει πιωμένος. Σέρνει μαζί του, σχεδόν διά της βίας, κάποιους συλλέκτες του. – Αυτός είναι ο «καντηλανάφτης», που σας έλεγα… τους λέει, σχεδόν επιθετικά. Με συστήνει. Ο πατέρας μου, που έχει έρθει από τον Πολύγυρο, ρωτάει εκνευρισμένος.  –Ποιος είναι αυτός ο μεθυσμένος, που θα χαλάσει την έκθεση του γιού μου;  Η Μαρτίν τον εξηγεί και τον καθησυχάζει. Όλα καλά, με τα εγκαίνια. Ο Ακρίθακας μού πουλάει σχεδόν όλα τα έργα σε δικούς του συλλέκτες. Με το τέλος της έκθεσης, πηγαίνουμε μαζί  με το «παπί» μου στα σπίτια τους, για να τα στήσουμε. –Που θα το βάλουμε το «Σήμαντρο», Αλέξη μου;… ρωτάει γνωστή συλλέκτρια, -Δεν έχει μείνει χώρος… -Κατέβασε τώρα αυτή την μαλακία, από κει… απαντάει επιτακτικά, αυτός. –Κάτσε, ρε Αλέξη, δεν είναι σωστό… τολμώ να πω, εγώ.  –Σκάσε, κουφάλα καντηλανάφτη,… μου απαντάει άγρια, αυτός. Μούγκα, εγώ. Το έργο τελικά, μπήκε σε περίοπτη θέση στο εν λόγω σαλόνι. Έτσι περίπου, έγινε και με τα άλλα έργα, στα βόρεια, αλλά και στα νότια προάστια.

%ce%b1%ce%bb%ce%ad%ce%be%ce%b7%cf%82-%ce%b1%ce%ba%cf%81%ce%b9%ce%b8%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bc%ce%ac%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%82-%cf%83%cf%80%ce%b7%ce%bb%ce%b9%cf%8c%cf%80%ce%bf

Αλέξης Ακριθάκης,  Μάριος Σπηλιόπουλος

5. Ήταν το 1992. Τηλέφωνο 2 π.μ., στο σπίτι μου. Κοιμάσαι, καντηλανάφτη;  Και η τύχη σου δουλεύει… Μόλις τώρα τελείωσα το πορτραίτο σου, με τίτλο ο «καντηλανάφτης». Είναι για την έκθεση μου στον Κρεωνίδη… ξέρεις…. –Έλα, ρε Αλέξη, θα με πάρουν στο ψιλό… τολμώ. –Άσε ρε, μου απαντάει αυτός. –Τότε τι να πει  ο «Φουκαράς», ο «Ψεύτης», ο «Τσόφλης» και ο «Φαύλος». Η έκθεσή του, αυτή στον Κρεωνίδη, δυσαρέστησε πολλούς από τον καλλιτεχνικό κόσμο. Παρ’ όλα αυτά, ήταν δραματική και σαρκαστική συνάμα και είχε τίτλο «Τα Τέρατα». Ήταν αμιγώς ακριθακικές «ιερογλυφικές» τυποποιήσεις χαρακτήρων που καταδείκνυαν εμφανώς τους πιο γνωστούς καλλιτέχνες στην Ελλάδα εκείνης της εποχής, διακωμωδώντας τα ονόματα τους. Τα δικό μου πορτραίτο δεν το έβαλε τελικά, ανάμεσα στα «Τέρατα», ίσως γιατί ήμουνα ακόμα νέος, είχα σκεφτεί τότε… ή ίσως επειδή δεν με θεωρούσε «Τέρας» … δεν το έμαθα ποτέ. –Θα σ’ το δωρίσω μου είχε πει… Χάρηκα, δεν πρόλαβε όμως. Μπήκε στο Δρομοκαΐτειο, σαν τον Χαλεπά, τον Βιζυηνό, τον Οικονόμου, σκέφτηκα, τότε… ζωγράφιζε  τους συγκατοίκους του, τους «τρελούς»… τους σεβάστηκε …ήταν πολύ ευαίσθητος, τότε… είδα τα σχέδια του… συγκλονιστικά!

dsc02067

6. Δευτέρα 27 Απριλίου 2015, παρουσιάζω το βιβλίο του φίλου μου Πέτρου Αυλίδη, με τίτλο: Α, ρε Αλέξη, μ’ έμπλεξες… στο Poems & Crimes των εκδόσεων Γαβριηλίδη. Η αίθουσα κατάμεστη, στην πρώτη σειρά η Φώφη χαμογελαστή, πάντα έτοιμη με το βαθύ και ανακουφιστικό της γέλιο, σε κατάσταση αναμονής. Και άλλοι φίλοι, πολλοί από Θεσσαλονίκη και Αθήνα, φίλοι του Πέτρου, φίλοι του Ακριθάκη και δικοί μου φίλοι. Η παρουσίαση αρχίζει και, μιλώντας για το βιβλίο του Πέτρου, μεταφερόμαστε όλοι μαζί, χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι-ως δια μαγείας-, στο Βερολίνο. Το Βερολίνο του Ακριθάκη, το Βερολίνο της Φώφης, το Βερολίνο του FOFI’S μπαρ- ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ, που είχε γίνει διεθνώς γνωστό για τον καλλιτεχνικό κόσμο που συγκέντρωνε από όλη την υφήλιο. Όλοι αυτοί, οι θαμώνες του, σφράγισαν εκείνο το μοναδικό κλίμα και τη δυναμική του Βερολίνου του ’70, που τελείωσε με την πτώση του τείχους το ’89, και σηματοδότησε μια Τέχνη, που ξεκίνησε από κει, ανοίγοντας ένα καινούργιο κεφάλαιο στην Ευρωπαϊκή Ιστορία. Ο Α. Ακριθάκης ήταν εκεί, παρών. Χαοτικός  και Μυστικός, Αντιηρωικός και Αντισυμβατικός, πραγματικός κροταλίας της νύχτας. «Καλλιτέχνη, να κοιμάσαι την μέρα και να περπατάς την νύχτα. Τότε θα είσαι  Ελεύθερος…», λέει σε ένα γράμμα του στο Πέτρο. Και αυτός, σαν έτοιμος από καιρό, τον συναντά το ’79, και γίνεται ο «Σοφέρ» των νυχτερινών τους περιπλανήσεων, βλέπει το Βερολίνο μέσα από τα μάτια του Αλέξη, γίνεται μαθητής και φίλος. Μαθαίνει και αισθάνεται. Μαζεύει υλικό, εικόνες, ζωγραφιές, σκέψεις  και  πλουτίζει, όπως ομολογεί ο ίδιος. Ο Ακριθάκης δεν θέλει να έχει τίποτα δικό του, αλλά ό,τι έχει το μοιράζεται. Και ίσως θα λέγαμε πως είχε ό,τι μπορούσε να μοιρασθεί. Αυτός ο «Μικρός Πρίγκιπας», που προσωποποιούσε όλες του τις σχέσεις, που υποστήριζε τον αδύναμο και έκραζε αλύπητα τον αλαζόνα, που ήταν πάντα με τους Ινδιάνους, όπως αναφέρει και ο Πέτρος στο βιβλίο του.

img_7972

7. Ο σημαντικός ποιητής Γιώργος Μακρής είχε σταθεί από νωρίς κοντά του, παίρνοντας την θέση του πνευματικού πατέρα του. Του είχε στοιχίσει πολύ η αυτοκτονία του. «Αντί να ζωγραφίζω, με έμαθε να βλέπω…» έλεγε συχνά ο Ακριθάκης για τον Μακρή. Και ο Αλέξης με τη σειρά του έκαμε το ίδιο στον Πέτρο και σε μένα -και σε πόσους άλλους, αλήθεια…-μας έμαθε να βλέπουμε. Τον καθένα με διαφορετικό τρόπο. Κι αυτό είναι πιο πολύτιμο.

upl535fb61e11159

8. Κι ενώ προχωρούσε η βραδιά της παρουσίασης και πλησίαζε το τέλος της, είδα τον «Ακρίθακα» φωτεινό να μεταιωρίζεται στο κενό, πάνω από τα κεφάλια μας, πετώντας μας χαριτωμένα μικρές καρδιές, βελάκια, και βαλίτσες. Αυτός ο «Λαμπερός Πρίγκιπας», ο «Μεγάλος Ταξιδιώτης», ο ποιητής και μύστης,  «Αυτή η Αναπάντεχη  Αναλαμπή πάνω από την Άβυσσο», που έτυχε να φωτίσει και μένα στο ξεκίνημα μου.

tumblr_mtdukr4qro1qzfmh5o1_r1_500

9. Είναι σαφές πως σε μερικά κομμάτια του κειμένου μιμήθηκα το στυλ γραφής του Πέτρου Αυλίδη. Αν θέλετε περισσότερα για την ζωή του Αλ. Ακριθάκη, σας συνιστώ τα δύο βιβλία του: Ο Σωφέρ (2012) και το Α, ρε Αλέξη, μ’ έμπλεξες…(2015),  εκδ. Γαβριηλίδης .

Όσο για την ανάλυση του έργου του και όχι μόνο, αναζητήστε  την εξαιρετική Μονογραφία: Αλέξης Ακριθάκης  του Ντένη Ζαχαρόπουλου, από την σειρά ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΖΩΓΡΑΦΟΙ, 2007, εφ. Τα Νέα, από όπου και οι παρακάτω εικόνες:

* * *

Τι είναι τέχνη; Ν’αποσπάς, να κλέβεις από τη ζωή, από την καθημερινότητα, αυτό που της είναι ξένο, αυτό που δεν της ανήκει, αυτό που η ίδια έχει «λεηλατήσει». Τέχνη είναι ο βαθύς πόνος. Τέχνη είναι και ο βαθύς έρωτας. Τέχνη είναι το προθανάτιο γέλιο. Τέχνη είμαστε εμείς, με όλα τα ελαττώματα και τα πάθη. Δεν υπάρχει προτέρημα στην Τέχνη. [Α.Α.]

* * *

«Γεννήθηκα για να πονώ και για να υποφέρω»

[Ακριθάκης και Νίκο στο Βερολίνο — απόσπασμα από το βιβλίο του Πέτρου Αυλίδη Σοφέρ (Γαβριηλίδης, 2012)

img_7973

«Ξέρεις ποιος παίζει σήμερα;»

«Ποιος;», ο Ακριθάκης στην άλλη άκρη της μής περίεργος. Για τα πάντα, δεν του έχει φύγει στα σαράντα δύο του.

«Βέλβετ Άντεργκραουντ, σου λέει τίποτα;».

Σκέφτεται.

«Λου Ριντ… Άντι Γουόρχολ, εξώφυλλο μπανάνα» τον βοηθάω.

«Κάτι θυμάμαι».

«Το όνομα Νίκο, σου λέει τίποτα;… Ήταν κι αυτή στην ομάδα», διευκρινίζω, «την είχε κι ο Φελίνι στο Ντόλτσε Βίτα, κάτι πλάνα, μια ξανθιά γκομενάρα», γίνομαι πιο κατατοπιστικός.

«Α, ναι», πιάνει άκρη, «γερμανίδα είναι», με κατατοπίζει κι αυτός.

«Αυτή, τέλος πάντων, έβγαλε καινούριο δίσκο, Ντράμα οφ Εξάιλ τον λένε και τραγουδάεισήμερα στο Άινσταϊν Καφέ», γίνομαι σαφής.

«Τι ώρα;», ο Ακριθάκης με θέλει πιο σαφή.

«Οχτώ», γίνομαι.

«Ωραία, κατά τις εφτάμισι θα περάσω να σε πάρω»,  λέει σκέτα.

Το εννοούσε. Και θα ήταν και στην ώρα του, το είχα διαπιστώσει. Θυμόταν ό,τι κανόνιζε, σε όποια κατάσταση και να βρισκόταν όταν το κανόνιζε. Και το έκανε, ανεξαρτήτως κατάστασης επίσης.

Κοντεύει πέντε.

Βγάζω το τηλέφωνο απ’ την πρίζα, βάζω το ξυπνητήρι στις εφτά και την πέφτω. Κουρτίνες δεν τραβάω.

Δεν είχα.

img_7966

Το Άινσταϊν Καφέ είχε βιεννέζικους καφέδες, βιεννέζικα γλυκά, βιεννέζικο σνίτσελ και βιεννέζικο στιλ. Τα έχει ακόμα. Και ιδιοκτήτες, τους έχει κι αυτούς.

Εξόν από καφενείο κι εστιατόριο, έπαιζε και στσένε λογοτεχνικών αναγνώσεων, μουσικών εκδηλώσεων ατομικών ή περιορισμένου προσωπικού, ακόμα και μικρών μονόπρακτων, περιορισμένου προσωπικού επίσης. Εξακολουθεί, αλλά οι εκδηλώσεις λιγότερες. Και πιο συμβατικές.

Χωρίς τσιγάρα.

Τα φώτα χαμηλώνουν, οι φωνές πέφτουν κι εμφανιζεται η Νίκο. Στα μαύρα, ένα ρούχο ριχτό, ολόσωμο. Μόνη. Λέει γκούτεν άμπεντ, άπταιστα, πέφτει χειροκρότημα, υποκλίνεται και κάθεται πίσω από ένα ποδοκίνητο αρμόνιο, στη μέση της μικρής σκηνής. Ένα μικρόφωνο σκυφτό μπροστά στο στόμα κι ένα στο αρμόνιο.

Περιμένει μέχρι τελικής σιγής, σκύβει πάνω απ’ τα πλήκτρα κι αρχιζει να τα πατάει. Και το πεντάλι για τον αέρα, με το πόδι. Πιάνει το μοτίβο, σηκώνει το κεφάλι και πλησιάζει το στόμα στο μικρόφωνο.

Ανάβουμε τσιγάρα, Μάλμπορο ο Ακριθάκης, Ρόθμανς εγώ, πιάνουμε μπίρα και καλβαντός αυτός, μπίρα σκέτη εγώ, ήμουν σοφέρ, και ακούμε. Τραγούδια που βγάζουν μοναξιά, πόνο, φθορά, αγωνία θανάτου γενικώς.

Ή ζωής.

Στα τρία τέταρτα σηκώνεται για διάλειμμα.

Το φως δυναμώνει κι ο κόσμος χειροκροτεί. Και μεις. Αυτή στέκεται στη μέση της σκηνής κι ευχαριστεί. Ρίχνει και μια προσεκτική ματιά στο κοινό, στους καθιστούς σε τραπέζια με καρέκλες μπροστά της και στους λοιπούς στους καναπέδες„ στα πλαϊνά. Και σε μας στο βάθος, αριστερά όπως κοιτάει.

Το βλέμμα της ακουμπάει το δικό μου και στέκεται.

Δεν ξέρω πόσο είναι μια στιγμή, αλλά στέκεται, έχει διακοπεί η κίνηση. Και όταν συνεχίζει, ξαναδιακόπτεται αμέσως δίπλα μου. Και συνεχίζει παραπέρα χωρίς άλλες στάσεις.

Χειροκροτήματα και υποκλίσεις τελειώνουν και η Νίκο κατεβαίνει το μοναδικό σκαλοπάτι της σκηνής, περνάει τα πρώτα τραπέζια προς τον τοίχο κοι αντί να βγει απ’ την αίθουσα στρίβει προς τους καναπέδες.

«Σε μας έρχεται», μουρμουριζει ο Ακριθάκης.

Τον κοιτάω με απορία. Και προσμονή. Εύχομαι και να έχει δίκιο, από μέσα μου.

Έχει.

Στέκεται μπροστά μας, η φιγούρα στα μαύρα, με τα κιλά της, μαλλιά σκούρα καστανά, και μας κοιτάει. Μάτια μπλε.

O Ακριθάκης τραβιέται προς τα μένα και της δείχνει το χώρο στον καναπέ.

«Κάτσε», το λέει στα γαλλικά. Αγγλικά δε μιλάει και γερμανικά δε γουστάρει, παρ’ ότι το πιάνει.

Η Νίκο και λέει μερσί και το κάνει. Με ρωτάει αν μιλώ και ‘γώ γαλλικά, στα γαλλικά.

Απαντάω ναι, ίδια γλώσσα.

Ο περίγυρος μας κοιτάει με ζήλια. Εγώ καμαρώνω.

«Από πού είστε;».

Λέμε.

Μας κοιτάει.

«Θα σας πω ένα τραγούδι», σκύβει πιο κοντά μας, «το άκουσα κάπου, στην περιπλάνηση στον κόσμο της μουσικής και μ’ άρεσε, κι όταν μου εξήγησαν τα λόγια, μ’ άρεσε παραπάνω», σκύβει κι άλλο. Σκύβουμε και μεις.

Και η Νίκο έπιασε τον τόνο, αυτοσυγκεντρώθηκε, τα μάτια κλειστά, έπιασε και το ντέρτι και μας τραγούδησε «γεννήθηκα για να πονώ και για να τυραννιέμαι». Στα ελληνικά, όλο. Κρατούσε το ρυθμό του ζεϊμπέκικου με το πόδι, η φωνή χαμηλή, να μην ακούν οι γείτονες. Σπετσιάλ για μας.

Επιστρέφοντας στη σκηνή για τη συνέχεια μας λέει, σχεδόν διατάζει, να την περιμένουμε. «Απρέ λε σόου».

Το κάναμε.

img_7967

Ο Ακριθάκης κάθεται στο πίσω κάθισμα και η Νίκο μπροστά. Εγώ στο τιμόνι.

«Ευθεία, στο πρώτο φανάρι δεξιά, μόλις στρίψεις σταμάτα όσιου μπορείς», ο Ακριθάκης δίνει πορεία από πίσω, στα γαλλικά.

Ξεκινάω.

Κοντεύει έντεκα.

Περιφερθήκαμε στην περιοχή γύρω απ’ το Νόλε, τσεκάροντας μαγαζιά. Παρκάριζα μπροστά στην πόρτα, έβγαιναν, ο Ακριθάκης πετιόταν στα γρήγορα μέσα, η Νίκο από πίσω και ‘γώ περίμενα. Με τη μηχανή αναμμένη.

Πέρασε κάνα δίωρο περιπλάνησης σε λαϊκές κνάιπε και καταγώγια. Όλα καινούρια σε μένα. Κάποτε βρήκαν ό,τι έψαχναν και αλλάξαμε περιοχή.

«Φύγε για Σλίτερστράσε», νέα πορεία από πίσω, «μην πας απ’ τη Λίτσενμπουργκερ, μην πέσουμε σε μπάτσους», αναλυτική.

Ο Ακριθάκης ήξερε πότε να παραδώσει το τιμόνι. Και δε μιλάω για το επίπεδο του αλκοόλ στο αίμα, ήταν μόνιμα πάνω απ’ το όριο. Και το σήκωνε. Αλλά και ‘γώ να καθόμουν στο τιμόνι, αυτός οδηγούσε. «Εδώ δεξιά… εδώ πρόσεχε, έχει στοπ… κρατήσου αριστερά γιατί σε λίγο στρίβουμε, και παρόμοια, ανεξαρτήτως επιπέδου. Ακόμα και με ντάγκλες, όταν συνέβαινε.

Μιλάω για τον κίνδυνο να πέσουμε σε κοντρόλε. Ήξερε πότε ανέβαινε. Και ποια μέρη βόλευαν την αστυνομία, να μη φαίνεται από μακριά και να μην υπάρχει έγκαιρη διέξοδος.

Για τον φουκαρά οδηγό.

Σοφάρισα στο τοπίο της νύχτας.

Ταουέντιενστράσε, το Κα Ντε Βε αριστερά, το ερείπιο της εκκλησίας στο βάθος και το αστέρι της Μερτσέντες από πάνω, στην ταράτσα του Οϊρόπα Τσέντερ.

Η Νίκο χάζευε.

Στο ραδιόφωνο οδγόντα οχτώ εφ εμ, δε γκρέιτ έιτι έιτ, δε θυμάμαι τι έπαιζε. Μπορεί και μόνο να μιλούσε στο μικρόφωνο ο φαντάρος που είχε υπηρεσία, στη μακρινή Τζέρμανι, στο Μπερλίν, δε ντιβάιντεντ σίτι, μπάι δε γουόλ.

«Πρόσεχε τον μπροστινό σου, το ξέχασε το φλας δεξιά, μη σου βγει ανάποδα».

Πρόσεχα.

«Στη Σλίτερστράσε δεξιά».

Το κάνω.

«Πού πάμε;», ρωτάω στρίβοτας, στα γαλλικά, έχουμε κολλήσει στη συγκεκριμένη γλώσσα.

«Σε μια κνόιπε λίγο παρακάτω», ο ήχος του λάστιχου στον κυβόλιθο μιξάρετοι στον γκρέιτ, εδώ αριστερά

Το κάνω. Κοντεύει μία.

Το μαγαζάκι άδειο, εκτός από μαγαζάτορα με στολή μάγειρα, και γκαρσόνι. Και την κυρία στο μπαρ, του μαγαζάτορα.

Καθόμοστε και παραγγέλνουμε λουκάνικα με πατατοσολάτα και μπίρες. Εγώ το ποτό μου. Μέχρι να ετοιμαστούν, Ακριθάκης και λεγάμενη πηγαίνουν στην τουαλέτα.

Περιμένω.

Γυρνούν στο τραπέζι με τις κόρες στα μάτια καρφίτσες, έρχεται η παραγγελία και αρχίζουν τις μπίρες. Και τις ντάγκλες.

Εγώ το φαγητό, για όλους.

Η ώρα περνάει.

Το φαΐ στα πιάτα λιγοστεύει.

Οι μπίρες στο τραπέζι πληθαίνουν.

Και οι ντάγκλες.

img_7968

«Φύγε για Μοαμπίτ και πιάσε την Πέρλεμπεργκερστράσε, την ξέρεις;».

Την έχω μάθει.

«Πάρ’ την όλο ευθεία, να βγούμε στο Βέντινγκ και θα σου δειξω παραπέρα».

Το κάνω. Περνάμε κάτι γέφυρες, παλιές και καινούριες. Από κάτω νερά. Ή γραμμές τρένων.

Ο Ακριθάκης δείχνει χτίρια και μαγαζιά και λέει ιστορίες.

Η Νίκο ταξιδεύει. Με τα μάτια ανοιχτά.

Εγώ σοφέρ της.

Σε ποιον να το πω;… Και να πιστέψει…

«Κόψε δεξιά και στο βάθος μείνε στο δρόμο, όπως πάει».

Κάνω όπως είπε. Στο βάθος ο δρόμος κλείνει στην ευθεία και συνεχίζει αριστερά, παράλληλα στο Τείχος. Στην ταμπέλα διαβάζω Μπερνάουερστράσε.

«Ωραία, τώρα μέχρι τέρμα».

Συνεχίζω. Στο τέρμα Τείχος. Μπροστά ταμπέλα, Τέλος του Γαλλικού Τομέα, πάνω πάνω στα γαλλικά κι από κάτω στ’ αγγλικά, ρώσικα και τέρμα κάτω στα γερμανικά. Δίπλα ξύλινη κατασκευή με εξέδρα, για να βλέπονται και να χαιρετιούνται οι από δω με τους από κει. Βόλευε και τους τουρίστες για παρατηρητήριο και ατραξιόν. Κυριακές συνήθως.

Παρκάρω δίπλα. Βγαίνουμε απ’ το κουρσάκι κι ανεβαίνουμε την ξύλινη σκάλα.

Απ’ την άλλη μεριά νεκρή ζώνη φυτεμένη αντιαρματικά, στο φως προβολέων. Παρά πίσω φυλάκιο. Μέσα σκοπός, τσεκάρει τον περίγυρο. Ακολουθούν συρματοπλέγματα και η πόλη. Η άλλη μισή. Στη γωνία καφενείο. Η ταμπέλα πάνω απ’ την πόρτα φωτισμένη ξώφαλτσα απ’ το κοντινό φανάρι. Ζολινταριτέτ Καφέ.

«Εκεί μεγάλωσα», η Νίκο δείχνει με τα μάτια την άλλη μεριά, «μέχρι τα οχτώ μου».

«Και μετά;», ρωτάω. Στα γερμανικά.

«Μετά εκεί», δείχνει τη δικιά μας, με το χέρι, «δεν είχε Τείχος τότε, μόνο ερείπια», στην ίδια γλώσσα.

Ο σκοπός στο φυλάκιο, στο πόστο του. Μας εντοπίζει στην εξέδρα, σηκώνει βιαστικά τα κυάλια και καρφώνεται πάνω μας. Επισταμένως.

Μπορεί να τη θυμήθηκε.

13-18

 

* * *

Ζήτω ο Ακριθάκης

—του Νάνου Βαλαωρίτη—

[Από τον κατάλογο της πρώτης ατομικής έκθεσης του Α. Ακριθάκη
στο Γαλλικό Ινστιτούτο το 1965 |Πηγή: Εικαστικόν ]

Η σπειροειδής χαίτη ενός αποτυχημένου φεγγαριού που πήγε να γίνει άνθρωπος -χρωματιστή – έντερο-εντομολογία- το γράμμα 4, ο αριθμός Ω, ερωτηματικά, μαμούνια, καρδιές σε όλα τα μεγέθη, σε όλα τα χρώματα, βέλη, φυτά, ανθρωπάκια με φωτιές και ήλιοι, σταυρός ή σφυροδρέπανο, αδιάφορο τι – τριβόλια, όπως τα σκουληκάκια μέσα στο φρούτο. Το ηρωικό κατσαβίδι με το παξιμάδι του και με την αλυσίδα – ο θρόνος της καρδιάς, το απροσδόκητο αυτό ξέσπασμα είναι σαν μια βροχή ανοιξιάτικη που φέρνει πάνω στης γης την επιφάνεια όχι μόνο τα χόρτα και τα λουλούδια αλλά κι όλα τα μικροσκοπικά πλάσματα της οικουμένης.

Και να επιτέλους το ανεκδιήγητο, διηγημένο σε εικόνες, η πεντάμορφη – Αναδυόμενη από τα βάθη του είναι – μια Γραφή Ζωής – που οργανώνεται σε Πηγή Ζωής – αυθόρμητο σύνολο όπως το κρύσταλλο – εξίσου ζαλιστικό και μεθυστικό – Ένα αληθινό πανηγύρι για τα μάτια, που μεταμορφώνει το παν σ’ έναν «προσωπικό μύθο» – που περιέχει την ιδέα της παγκοσμιότητας – όπως το μήλο είναι παντού το ίδιο και το δέντρο που έχει τις ρίζες του στο χώμα είναι κι αυτό μια αδιάκοπη συνέχεια, έστω και υποβρύχια όπως τα βάθη της συνείδησης – γεμάτη νησιά με οργιώδη βλάστηση.

Ένας αληθινός και λυρικός ζωγράφος, μια μεγάλη έκπληξη, η πρώτη αυτή εμφάνιση, μ’ έργα βγαλμένα από μια περιπέτεια μαγική κι απίστευτη στο τέρμα του εαυτού του. Το παντοδύναμο Ονειροστάσιο – Ένας κόσμος αλυσιδωτός – που φουντώνει σα νιογέννητο ηφαίστειο και διακλαδώνεται σε μια αλληλουχία ατέλειωτη.

Δεν είναι τεχνική μονάχα η αναπαράσταση, αλλά μια σειρά από πυροτεχνήματα κι αναλαμπές, αληθινές illuminations με τη διπλή έννοια της λέξης —όπως το θέλησε ο Rimbaud— δηλαδή όχι μόνο εικονογράφηση μεσαιωνικού χειρόγραφου, αλλά και οραματισμοί —έννοια μέσα στην έννοια— μια λαμπρή νέα σελίδα για τα ελληνικά μας μάτια — εμπειρίες θανάτου — μεταμορφώσεις και αναγεννήσεις – βαθιά λατρεία παλλόμενη από αληθινή συγκίνηση μέσα σ’ ένα όργιο από χρώματα και σχήματα.

Τόξα και καμπύλες κοσμικής γονιμοποίησης – ονειροδαχτυλουργία μεσ’ απ’ τα χέρια ενός αραχνοΰφαντου «Ηφαίστου». Κάπου εδώ κοντά θα είναι ασφαλώς και η Αφροδίτη, των αγγέλων και των σατανάδων η πιστή συντρόφισσα!

Ζήτω ο Ακριθάκης. Όσοι έχουν μάτια ακούν κι όσοι έχουν αυτιά θα δούνε.

wp_20160919_16_35_12_pro

* * *

Σαν αίμα πού ‘τρεξε απ’ το κεφάλι ενός αθώου

—του Κώστα Ταχτσή—

[Πρωτοδημοσιεύτηκε στα γαλλικά, σε κατάλογο έκθεσης της Γκαλερί «Αλέξανδρος Ιόλας», 1971]

Μου μίλησαν γι’ αυτόν πολύ πριν τον γνωρίσω. Την εποχή εκείνη πρέπει να ‘ταν ώς δεκαεννιά χρονώ. Μου είπαν: δεν τον ξέρεις; είν’ ένα απ’ τα ωραιότερα παιδιά της Αθήνας — ένας έπαινος που, σαν από κάποιο θαύμα, διατηρεί κάτι απ’ την αλλοτινή του αίγλη σ’ αυτή την πόλη που μοιάζει τώρα πια τόσο λίγο με την άλλη, την αρχαία.

Όταν τον γνώρισα ήταν πια εικοσιεφτά χρονώ. Το πρόσωπό του, συνήθως με δυο-τριών ημερών γένια, ήταν χλομό, τα γαλανά του μάτια ελαφρώς χωμένα μες στις κόγχες τους, τα ξανθά μαλλιά του κάπως αραιά, το ντύσιμό του ατημέλητο. Κάτω απ’ τη μασχάλη κουβαλούσε σχεδόν πάντα ένα ντοσιέ. Διέσχιζε την πλατεία Κολωνακίου, κι ένα σωρό άνθρωποι κάθε λογής, άντρες και γυναίκες, τον ήξεραν και τον φώναζαν με τ’ όνομά του: Αλέξη! Αλέξη! κι ο Αλέξης, χαμογελώντας αινιγματικά, καθόταν στο τραπεζάκι κάποιας παρέας, στην οποία γρήγορα προσκολλιόντουσαν κι άλλοι θαμώνες του καφενείου, που συχνά δεν γνωριζόντουσαν καν μεταξύ τους.

Πότε – πότε έδειχνε σε μερικούς φίλους τα τελευταία του σχέδια. Ή έβγαζε μια κόλλα και, ρουφώντας ένα διπλό κονιάκ, σχεδίαζε σα να μην υπήρχε κανένας γύρω του. Είδα πολλές τέτοιες σκηνές. Οι πιο ηλικιωμένοι τον κοίταζαν με κάτι σαν ευγνωμοσύνη για μερικές ίσως στιγμές του παρελθόντος, που με την παρουσία του είχε ομορφύνει λίγο τη ζωή τους. Τον θυμόντουσαν έφηβο να ξενυχτάει στις αίθουσες του μπιλιάρδου. Έλεγαν για τα τρελά του τρεξίματα με τ’ αυτοκίνητά τους, που αδιαφορούσαν αν τους τα ‘σπαζε, φτάνει να μη σκοτωνόταν ο ίδιος. Και τώρα τι τον είχε πιάσει να το ρίξει στην Τέχνη; Αυτό δεν μπορούσαν να το καταλάβουν, κι ακόμα λιγότερο καταλάβαιναν το είδος της Τέχνης που επέμενε να κάνει: αδέξια, για τον αμύητο παρατηρητη, καραβάκια, ποδήλατα και σκηνές από λούνα-παρκ όπως του ‘χαν εντυπωθεί στα παιδικά του χρόνια. Η αμηχανία τους μεγάλωνε όσο ο καιρός, και τα πρώτα αυτά «αφελή», λίγο-πολύ ρεαλιστικά σχέδια γινόντουσαν όλο και πιο αφηρημένα, όλο και πιο «νοσηρά», κάτι σαν το τοπίο ενός φύλλου ή του ανθρώπινου σπέρματος ή κάποιου βάκιλου κάτω από το μικροσκόπιο.

Για τους νεότερους βέβαια δεν χωρούσε αμφιβολία. Τα σχέδια αυτά του Ακριθάκη ήταν Τέχνη. Τα κοίταζαν με θαυμασμό, κι ύστερα κοίταζαν τον ίδιο, σαν να ‘θελαν να μαντέψουν το μυστικό του — που αν κάτεχαν, θα μπορούσαν ίσως κάποτε κι αυτοί, από ωραία αντικείμενα, να μεταμορφωθούν σε δημιουργούς αντικειμένων του είδους που, αντί να φθείρει, κάνει όλο και πιο ωραία ο Χρόνος.

Αργότερα γίναμε φίλοι. Ένα διάστημα μάλιστα έμεινε στο σπίτι μου, σ’ ένα δωμάτιο που δεν χρησιμοποιούσα ποτέ. Το κουδούνι της εξώπορτας άρχισε τώρα να χτυπάει μ’ αύξουσα συχνότητα και στις πιο απίθανες ώρες της μέρας ή της νύχτας. Πολλές φορές, για να μη μ’ ενοχλήσουν, οι φίλοι του σφύριζαν συνθηματικά ή έριχναν πετραδάκια στα σχεδόν πάντα κλειστά παραθυρόφυλλα του δωματίου του. Έμπαινα μέσα νομίζοντας πως είναι μόνος, και τον έβλεπα περιτριγυρισμένο από δέκα τουλάχιστο νέους και νέες, που καθόντουσαν όπου μπορούσαν: στη μοναδική καρέκλα, στο κρεβάτι του ή κατάχαμα. Μα, όπως ακριβώς συνέβαινε στα καφενεία, έτσι κι εδώ ο Αλέξης καθότανε και, στο φως μιας σπαστής λάμπας, σχεδίαζε σα να ‘ταν εντελώς μόνος.

Ακουμπούσε την πένα πάνω σ’ ένα τυχαίο σημείο της κόλλας και, τσίκι-τσίκι, όπως έλεγε —αυτό το τσίκι-τσίκι που θύμιζε τη μαγική λέξη σουσάμι του Αλή Μπαμπά— τσίκι-τσίκι γέμιζε την κόλλα με παράξενα σχήματα καμωμένα θα ‘λεγε κανείς από σταγόνες αίμα — το μαύρο, πικρό αίμα των παιδιών της γενιάς του, που μεγάλωσαν σ’ έναν κόσμο που δεν ενέκριναν και που ξέροντας πόσο δύσκολο ήταν να τον αλλάξουν, του γύριζαν την πλάτη.

Ένα πρωί, τον Απρίλη του ’67, ξυπνήσαμε νωρίτερα από συνήθως, και σταθήκαμε κι οι δυο στο μπαλκόνι βουβοί, μπροστά στο φρικτό θεάμα: στη γωνιά του δρόμου ήταν ένα τανκ, οι εργαζόμενοι κατηφόριζαν με τα πόδια, σαν κουρδισμένοι, προς το κέντρο της πόλης, και στο αντικρινό περίπτερο δεν ήταν κρεμασμένες οι πρωινές εφημερίδες. Τον κοίταξα: και τα δικά του μάτια ήταν βουρκωμένα.

Λίγο αργότερα έφυγε, πήγε στο Βερολίνο. Κι όταν, ύστερα από κάμποσο καιρό, ξανάδα σχέδιά του, πάνω στην γκρίζα, διάστικτη επιφάνεια, γεμισμένη τώρα περισσότερο παρά ποτέ απ’ το σίγουρο χέρι ενός ώριμου καλλιτέχνη, υπήρχε πού και πού μια κόκκινη πιτσιλιά: κάτι σα λάμψη από έκρηξη βόμβας ή σαν αίμα πού ‘τρεξε απ’ το κεφάλι ενός αθώου.

41d039c4fed9b61504230ddb3f1a0594

* * *

Η βαλίτσα του Ακριθάκη

—του Κώστα Ταχτσή—

[Από το βιβλίο: Από τη χαμηλή σκοπιά (Εξάντας, 1992)]

Εν αρχή ήν το τσίκι-τσίκι. Ένα παιδί μουτζουρώνει χαρτιά με μεγάλη σοβαρότητα. Ζωγραφίζει παιχνίδια: ένα αεροπλανάκι, μια βάρκα, τη ρόδα του λούνα παρκ. Λαμπάκια αναβοσβύνουν. Το ξύλινο αλογάκι χλιμιντρίζει. Ακούγεται ο κρότος μιας ροκάνας – κι όλα τινάζονται στον αέρα. Τότε ο Άλέξης παίρνει μια βαλίτσα κι αρχίζει να τριγυρνάει στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα για να βρεί τα συντρίμια. Κι είναι τόση η επιμονή του, που όλο και κάτι βρίσκει: το ξεβαμμένο ξύλο μιας βάρκας, το χέρι μιας κούκλας, μισό φτερό αεροπλάνου. Τα μαζεύει και τα βάζει μέσα στη βαλίτσα. Προσπαθεί να ανασυναρμολογήσει το παιδικό όνειρο. Το θαλασσόξυλο είναι μιά βάρκα, το φτερό του αεροπλάνου κατάρτι, το χέρι της κούκλας πηδάλιο. Πάνω σε μια χάρτινη θάλασσα ζωγραφίζει βέλη πορείας για να μη χάσει κι αυτό το παιχνίδι το δρόμο του και βουλιάξει. Το ξαναβάζει στη βαλίτσα, κι αρχίζει να γυρίζει τον κόσμο. Ψάχνει να βρεί μεγάλους  που’ ναι κι αυτοί παιδιά, και τότε ανοίγει τη βαλίτσα και τους δείχνει το παράξενο παιχνίδι. Για όλους τους άλλους η βαλίτσα μένει κλειστή. Μα ταξιδεύει. Οι βαλίτσες είναι για να ταξιδεύουν. Κι αυτό που έχει σημασία είναι το ταξίδι – όχι;

unnamed_87

* * *

Αλέξης Ακριθάκης

—του Τρύφωνα Κόρμπη—

[Περιοδικό Λυχνάρι, τριμηνιαία έκδοση λόγου και τέχνης του Ιωνικού Συνδέσμου, τ. 3 Ιούνιος 2001]

Για να διαβάσετε το κείμενο, κάντε αριστερό κλικ πάνω στην πρώτη εικόνα· σκρολάρετε δεξιά με τα βελάκια ή με το ποντίκι.

 

* * *

Στη ζωγραφική είναι περιττά τα λόγια. Στην ποίηση είναι περιττά τα σχέδια. Κι όμως, ζωγραφίζεις ένα ποίημα ή γράφεις μια ζωγραφική. Σχεδιάζοντας, ζεις το σχέδιο. Κλαις μαζί του. Πεθαίνεις μαζί του. Ερωτεύεσαι. Και περιμένεις το σχέδιο που θα σε σκοτώσει. [Α.Α.]

* * *

ceb1cebacf81ceb9ceb8ceaccebaceb7cf82-ceb1cebbceadcebeceb7cf82-cebfcf84ceb1cebd-cebbceb1cebbceaecf83ceb5ceb9-e1bd81-cf80ceb5cf84ceb5ceb9

* * *

Επιμέλεια αφιερώματος: Μάριος Σπηλιόπουλος, Γιώργος Τσακνιάς

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις του dim/art

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s