Home

Αυτό δεν είναι τραγούδι #879
Dj της ημέρας, ο Γιώργος Θεοχάρης

Σαν σήμερα πριν από 47 χρόνια, στις 6 Δεκεμβρίου του 1969, έπεσαν οι θλιβεροί τίτλοι τέλους της ανεπανάληπτης για τον δυτικό πολιτισμό δεκαετίας του ’60. Μία κατάμαυρη σελίδα της ροκ μουσικής γράφτηκε εκείνη τη μέρα στο Άλταμοντ, στη βόρεια Καλιφόρνια, στο πλαίσιο του αλήστου μνήμης Altamont Speedway Free Festival, το οποίο έμελλε να γίνει η ταφόπλακα της αντικουλτούρας των 60s. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από το τέλος του 6ου κεφαλαίου, με τίτλο «Ψευδοκουλτούρα, Γελοιότητα και Υπερβολή», του βιβλίου Μια Γενιά σε Κίνηση. Μουσική και Πολιτισμός τη Δεκαετία του ’60 του David Pichaske (μετάφραση: Χίλντα Παπαδημητρίου, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2016, σσ. 453-456):

Ωστόσο, το πιο αποκαρδιωτικό χτύπημα από όλα ήταν η συναυλία των Rolling Stones στο Άλταμοντ Σπιντγουέι, στις 6 Δεκεμβρίου του 1969. Ο Μικ Τζάγκερ ήταν ένας από εμάς. Τον γνωρίζαμε, τον αγαπούσαμε, λατρεύαμε τη σατανική του μεγαλοπρέπεια, τον ρόλο που έπαιζε μεταξύ αστείου και σοβαρού. Οι Rolling Stones δεν ήταν μια αγέλη τρελών έξω στην έρημο, δεν ήταν ένστολοι Εθνοφρουροί σε κάποια πανεπιστημιούπολη στο Οχάιο, δεν ήταν γουρούνια του κατεστημένου παραταγμένα στη Λίμνη Μίσιγκαν. Ήταν της αντικουλτούρας. Το ίδιο και οι θαυμαστές τους, οι οποίοι απολάμβαναν την περιπαικτική, ανδρόγυνη προσωποποίηση του καλού μέσα στο κακό και του κακού μέσα στο καλό. Ήταν τελετουργικό θέατρο, ωραίο παιχνίδι, ένα σπουδαίο σόου με φανταστική μουσική.

Και οι Άγγελοι της Κόλασης, που παρίσταναν τους σεκιουριτάδες με αμοιβή μπίρες αξίας 500 δολαρίων, ήταν η ίδια η ενσάρκωση του θυμωμένου όχι που η αντικουλτούρα είχε ενστερνιστεί από την αρχή: ενήλικες μηχανόβιοι, αλητάμπουρες, ροκάδες – μυθικά ινδάλματα για τους οργισμένους νεαρούς, διαδηλωτές και περιθωριακούς. Ήταν οι παρεξηγημένοι απόβλητοι της κοινωνίας, οι οποίοι, αν τους δινόταν ποτέ μια ευκαιρία, θα αποδείκνυαν την έμφυτη ευπρέπειά τους. Συνεπώς, τι ακριβώς έκαναν εκεί πέρα στο Άλταμοντ; Γιατί χτυπούσαν τον κόσμο με στέκες του μπιλιάρδου, σπάζοντας το κεφάλι του Μάρτι Μπάλιν των Jefferson Airplane, κλοτσώντας και μαχαιρώνοντας τον Μέρεντιθ Χάντερ μέχρι θανάτου; Τέσσερις νεκροί, εκατό τραυματίες, χιλιάδες φρικαρισμένοι από κακό LSD, κακές δονήσεις, το πλήρες πακέτο της φρίκης.

«Όλη την ώρα συνέβαιναν μαχαιρώματα και έσπαγαν κεφάλια. Προσπαθήσαμε να τα σταματήσουμε με τον καλύτερο τρόπο που μπορούσαμε, δηλαδή σταματήσαμε να παίζουμε, αλλά ώσπου να μπούμε στο τέταρτο τραγούδι, όσο προχωρούσαμε σε αυτό, τόσο περισσότερο φούντωναν οι καυγάδες». – Κάρλος Σαντάνα

Οι Airplane σταμάτησαν το «όλοι στον τοίχο, καριόληδες» για να πουν στους Άγγελους της Κόλασης να ηρεμήσουν, κι εκείνοι έσπασαν το κεφάλι του Μάρτι και έδειραν τον Πολ Κάντνερ, και μετά το συγκρότημα ξανάρχισε το «όλοι στον τοίχο» –μιλάμε για τον απόλυτο παραλογισμό!

Ο Τιμ Λίρι, μαστουρωμένος σε βαθμό αναισθησίας, να βλέπει τριγύρω του τους άσχημα τριπαρισμένους με απόλυτη απάθεια.

Εκατό Άγγελοι είχαν τον απόλυτο έλεγχο της σκηνής, τρομοκρατούσαν το κοινό, το οποίο τους μισούσε· υπερόπτες, αναξιοπρεπείς, αναίσθητοι, βίαιοι. Ακόμα και προς τον Τζάγκερ, ο οποίος τους είχε προσλάβει για να τον «προστατέψουν». «Ελάτε, αδέρφια, ελάτε τώρα. Ηρεμήστε. Όλοι να ηρεμήσουν». Μετά, μια απότομη διακοπή και «Ε, χρειαζόμαστε έναν γιατρό εδώ». Μετά, κι άλλο «Sympathy for the Devil», ενώ ο Χάντερ αιμορραγούσε θανάσιμα μπροστά στη σκηνή.

«Η βία έμοιαζε μέρος του σκηνικού για το νούμερο των Stones», έγραψε ο Σολ Στερν στο άρθρο «Altamont: Pearl Harbor to the Woodstock Nation». «Συνέχιζαν να παίζουν, χωρίς πολλές διακοπές, ενώ καβγάδες ξεσπούσαν ξανά κα ξανά μπροστά στη σκηνή». Η αλήθεια είναι ότι ο Τζάγκερ ήταν κι αυτός τρομοκρατημένος, απροστάτευτος, ένιωθε να απειλείται όσο όλοι οι άλλοι από γεγονότα απολύτως και πλήρως εκτός του ελέγχου του, εκτός του ελέγχου του οποιουδήποτε, οι πάντες στη σκηνή είχαν τρελαθεί, το παιχνίδι είχε γίνει ξαφνικά, απειλητικά, τρομακτικά σοβαρό.

Οι κοινωνικά συνειδητοποιημένοι, οι πολιτικά ενεργοί, οι λάτρεις της μουσικής και οι λάτρεις των ναρκωτικών, οι χίπις απόστολοι της νέας αγάπης και της ελευθερίας, οι μαλάκες οι Άγγελοι, οι νέοι της νεανικής Καλιφόρνιας, οι επαναστάτες, οι λυτρωμένοι, οι εκλεκτοί – όλοι ήταν εκεί, όλοι ήταν μέρος αυτής της ιστορίας, όλοι συνεισέφεραν στον θάνατο του μύθου του Γούντστοκ.

Αυτό που έκανε τα πράγματα ακόμα χειρότερα, φυσικά, ήταν ότι το Άλταμοντ υποτίθεται ότι θα ήταν η κινηματογραφική κορύφωση της αμερικανικής περιοδείας των Stones, το Γούντστοκ του Μικ Τζάγκερ, που μπορούσε να στηθεί φτηνά και να αποφέρει λεφτά με το τσουβάλι. Κατά τη διάρκεια της δολοφονίας του Μέρεντιθ οι κάμερες τραβούσαν· στην πραγματικότητα, έχεις την εντύπωση ότι όλα τα υπόλοιπα, όλος ο σατανισμός, όλες οι αποδοκιμασίες και οι κακές δονήσεις, γίνονταν για τις κάμερες. Ανεπαρκής σχεδιασμός, ανεπαρκής ιατρική υποστήριξη, ανεπαρκής φύλαξη και ασφάλεια, υπερβολική πρόκληση, υπερβολική επίδειξη, υπερβολική εμπορευματοποίηση. «Οι Stones δεν Φέρθηκαν Έντιμα», έγραψε το Rolling Stone, κατηγορώντας τους ότι αρνήθηκαν να αντιμετωπίσουν τις ευθύνες τους για την καταστροφή.

(Όλες οι κακές δονήσεις φαίνονταν ολοκάθαρα στο Gimme Shelter, το ντοκιμαντέρ που κυκλοφόρησε, προφανώς χωρίς τύψεις, το 1972. Αυτή ίσως να ήταν η πιο ατιμωτική πράξη απ’ όλες.)

«Επιτέλους, μείναμε μόνοι», θριαμβολογούσε ο Νιλ Γιανγκ μετά τους πυροβολισμούς στο Κεντ Στέιτ, λες και περίμενε να διαλύσει τις όποιες ψευδαισθήσεις υπήρχαν για τις προθέσεις του κατεστημένου και να καθοδηγήσει την αντικουλτούρα σε μια νέα Αμερική. Αλλά εκείνοι οι τέσσερις θάνατοι δεν απελευθέρωσαν κανέναν. Ούτε και οι θάνατοι στο Άλταμοντ. Αυτού του είδους η υπερβολή παγώνει την κίνηση, σε τρομοκρατεί τόσο ώστε μένεις άγαλμα, εκλέγει έναν Ρίτσαρντ Νίξον για να διατηρήσει την ειρήνη, επαναφέρει αναγκαστικά κανόνες και κανονισμούς, σκοτώνει τις ροκ συναυλίες και τα φεστιβάλ, αναγκάζει τον κόσμο να συμπεράνει ότι «όλα αυτά είναι σκέτη παράνοια, γαμώτο». Αυτή η υπερβολή οδηγεί την ελεύθερη, άγρια, υπέροχη δεκαετία του ’60 στη νηφάλια, επιφυλακτική, μετριοπαθή δεκαετία του ’70.

Απόσπασμα από το ντοκιμαντέρ «Gimme Shelter» των Albert και David Maysles (1971):

Το κομμάτι που έπαιζαν οι Stones την ώρα του φόνου:

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com. 

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Advertisements

2 thoughts on “Altamont 1969

  1. Παράθεμα: Altamont 1969… « απέραντο γαλάζιο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s