Will I survive?

Αυτό δεν είναι τραγούδι #973
Dj της ημέρας, η Μαρίκα Τσεβά

Η πρόσκληση έγραφε: «Γιορτάζουμε 20 χρόνια γάμου. Ελάτε να μας βοηθήσετε να καταλάβουμε γιατί». Υπογραφή: ο Μιμίκος και η Μαίρη. Πάρτι επετείου γάμου, χαρά στο κουράγιο τους. Θα πήγαινα όμως, ήταν φίλοι καλοί. Και από τους ελάχιστους που ο γάμος τους όχι μόνο άντεχε ακόμα αλλά το πανηγύριζαν κι από πάνω!

Όταν βρέθηκα στο σπίτι τους την Παρασκευή το βράδυ, είχα ένα déjà vu, ελαφρώς παραμορφωμένο: ήμουν και το πάρτι των 10 χρόνων, το θυμήθηκα! Θλιβερή η σύγκριση. Κάτι σαν επέτειος γάμου με ΠΑΣΟΚ vs. επέτειος γάμου με ΣΥΡΙΖΑ. Αν το προ δεκαετίας πάρτι ήταν blockbuster του Χόλιγουντ, τούτο δω ήταν low budget bmovie, γυρισμένη στην Αθήνα της Γεωργίας (όχι εκείνης στο Αμέρικα· της άλλης, εδώ παραπάνω, πίσω από το πρώην παραπέτασμα). Ίσως καλύτερα έτσι – σεμνά και ταπεινά. Πώς λέμε: «με δραχμή αμέσως καλύτερα»; Έτσι!

Διαψεύστηκα οικτρά. Κι αυτό γιατί το πάρτι ήταν προσκαλεσμένος κι ο Θράσος. (Δεν είναι αυτό το πραγματικό του όνομα, αλλά θα έπρεπε.) Αυτός ο Θράσος, μετά το δεύτερο ποτό, άρχισε να φλερτάρει στα όρια της προσβολής με άπασες τις παρούσες: συνοδευόμενες – ασυνόδευτες, κοντές – ψηλές, ξανθές – μελαχρινές, όλες καλές. Η σειρά μου ήρθε στο τέταρτο ποτό. Τον απέκρουσα επιτυχώς με το κλασικό ρόπαλο του μπέιζμπολ: ψάχνω_απεγνωσμένα_να_παντρευτώ_γιατί_πότε_θα_γίνω_μάνα_εγώ;

Κάμποσα ποτά αργότερα ήμουν σε ένα πηγαδάκι κι έκανα το γνωστό νούμερο του βαριετέ «δεν έχουμε καταλάβει τίποτα γιατί είμαστε γίδια». Έλεγα αυτά που λέω χρόνια τώρα (χάνοντας φίλους στην πορεία): «τα 90s μας κατάστρεψαν» και μπλα-μπλα-μπλα. Κάποια στιγμή είπα κάτι σαν «εδώ καίγεται ο κώλος μας κι ο άλλος ανησυχεί που πεινάει ο Σφαλιάρας στο Survivor». Τι ήταν να το πω; Ο Θράσος, ο οποίος είχε πλησιάσει από πίσω μου χωρίς να τον πάρω χαμπάρι, άφρισε!

«Ώχου, πάλι τα ίδια!»

Γύρισα και ταυτόχρονα έκανα ένα βήμα πίσω γιατί με άρπαξε η ουισκίλα από τη μύτη.

«Είσαι απ’ αυτές τις τάχαμου, ε; Που γυρνάνε δεξιά κι αριστερά και κοκορεύονται ότι δεν βλέπουν τηλεόραση γιατί παραείναι έξυπνες για τέτοια σκουπίδια, ε; Τέτοια δεν είσαι;»

Ήταν εμφανώς ντίρλα. Και δεν του είχε κάτσει τίποτα, την τύχη μου μέσα. Βρέθηκα σε δίλημμα: να τον αποτελειώσω ή να κάνω την Κινέζα; Το δεύτερο, αποφάσισα, γιατί το πρώτο παραήταν εύκολο. Του ξαναγύρισα την πλάτη.

«Τι έλεγα;»

Βρέθηκε, σπρώχνοντας, και πάλι μπροστά μου. Το πηγαδάκι άρχισε να διαλύεται.

«Έλεγες ότι είμαστε όλοι μοσχάρια και καλά να πάθουμε αφού δεν έχουμε καταλάβει τίποτα τόσα χρόνια. Ενώ εσύ βλέπεις Ταρκόσφκι και διαβάζεις Προυστ. Βρε, ουστ!»

«Χρόνια πολλά, να ζήσετε!» του είπα με χαμόγελο οδοντόπαστας, μπας και τον αποσυντονίσω. Χάθηκε για λίγο στις αναθυμιάσεις του, αλλά επανήλθε.

«Ναι, ρε, βλέπω Survivor κι άμα λάχει πηγαίνω και στη Λυρική στο καπάκι. Πού είναι το πρόβλημα;»

«Μπροστά μου».

«Γιατί είμαι φυσιολογικός, ρε! Είμαι άνθρωπος! Που ξέρει να διασκεδάζει. Όχι σαν και σένα που καμαρώνεις επειδή δεν έχεις τηλεόραση. Δήθεν!»

Δεν είχα πει ότι δεν έχω τηλεόραση (που όντως δεν έχω, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα), ούτε καμάρωνα για κάτι που δεν είχα πει. Αυτό πήγαινε πολύ! Ώρα για «go to the mattresses», που έλεγε κι ο Νονός.

«Τηλεόραση έχω, λοβοτομημένη δεν είμαι».

«Που ερχόσαστε και χαλάτε τα πάρτι του κόσμου. Ξερόλες! Γιατί να μη διασκεδάσουμε λιγάκι, ε;»

«Μήπως να βγεις λίγο στο μπαλκόνι να πάρεις αέρα; Κι αν ο αέρας είναι ούριος, μήπως να πήγαινες για ψάρεμα; Δεν βλέπω προκοπή εδώ μέσα, αφού».

Αυτό το τελευταίο τον αποσυντόνισε για τα καλά. Κάτι λίγα εγκεφαλικά κύτταρα που του είχαν απομείνει, τα άκουσα να τσιτσιρίζονται.

«Πάω να βάλω ένα ποτό. Μη φύγεις, δεν τελειώσαμε!» είπε κι απομακρύνθηκε τρεκλίζοντας προς λάθος κατεύθυνση. Σίγουρα θα πήγαινε να βγάλει τα σωθικά του στο καλάθι με τα άπλυτα, τέτοιος ήταν!

Ω, ναι, είχαμε τελειώσει. Κι εγώ ήμουν που είχα επιβιώσει τελικά, the ultimate survivor!

Με πλησίασε, αναστατωμένος, ο οικοδεσπότης;

«Τι έγινε;»

«Όλα υπό έλεγχο. Είχαμε μια διαφωνία για τον ορισμό του κοινωνικού πότη. Ξέρεις, γραμμικό ή εκθετικό μεθύσι: υπέρ και κατά. Τέτοια, ξέρεις τώρα».

«Τι;»

«Τίποτα. Χρόνια πολλά, λέω, να τα εκατοστίσετε!»

Τον άφησα με την απορία και πήγα να πάρω άλλο ένα ποτό. Δεν είχε νόημα να συγχυστώ άλλο. Έπρεπε να επιβιώσω. Τα κοινωνικά καύσιμα θα βοηθούσαν – γραμμικά, πάντα: δεν είμαι της σχολής του Θράσου· είμαι της σχολής του (λελογισμένου) θράσους – αυτό, ναι. Για να επιβιώσω, κύριε Δαρβίνε μου, για να επιβιώσω. Και προς τούτο θα μετέλθω όλων των μέσων, να το ξέρετε. Εις υγείαν!

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s