Συνηγορία υπέρ της δημοκρατίας: συζητώντας για τον Χανς Κέλσεν

 

Είτε μιλάμε για τα αμερικανικά checks and balances είτε για την ελληνική συνταγματική αναθεώρηση, η σκέψη του μεγάλου βιεννέζου στοχαστή είναι επίκαιρη όσο ποτέ.

—συζητούν η Μαρία Τοπάλη και ο Βασίλης Βουτσάκης—

Το τόξο της βιογραφίας του μεγάλου στοχαστή του δικαίου και της δημοκρατίας Χανς Κέλσεν, Εβραίου που γεννήθηκε στην Πράγα το 1881, την εποχή της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, και πέθανε στο Μπέρκλεϋ της Καλιφόρνιας το 1973, αντικατοπτρίζει σε μεγάλο βαθμό και την επιρροή που η σκέψη του εμβληματικού αυτού αντιπάλου του Καρλ Σμιτ άσκησε στο δίκαιο και τη δημοκρατία, όπως τα αντιλαμβανόμαστε στον λεγόμενο «Δυτικό Κόσμο». Το έργο του, ωστόσο, μολονότι θεμελιώδες, παραμένει αμετάφραστο στην Ελλάδα. Το καλογραμμένο και ευσύνοπτο βιβλίο της Sandrine Baume με τίτλο Χανς Κέλσεν, Συνηγορία υπέρ της δημοκρατίας, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις (2016, 123 σελ.), εισάγει τον αναγνώστη, ειδικό και μη, στις βασικές αρχές της σκέψης του ως πολιτικού στοχαστή. Με αφορμή την κυκλοφορία του σημαντικού αυτού βιβλίου στα ελληνικά, τη Μαρία Τοπάλη συζήτησε, για λογαριασμό του dim/art, για τον Χανς Κέλσεν με τον Βασίλη Βουτσάκη, δικηγόρο και πανεπιστημιακό (διδάσκει φιλοσοφία του δικαίου στη Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ), ο οποίος μετέφρασε το βιβλίο της Μπομ στα ελληνικά. Η συζήτηση έγινε στο καφέ του γερμανικού Ινστιτούτου Γκαίτε της Αθήνας, στην οδό Ομήρου.

getImage.php_

* * *

Μαρία Τοπάλη: Μπορείς να συνοψίσεις με δυο λόγια το βασικό επιχείρημα του βιβλίου;

Βασίλης Βουτσάκης: Δεν θα είναι ακριβώς το επιχείρημα του βιβλίου αλλά το τι κρατάω εγώ από το βιβλίο. Νομίζω ότι δύο είναι τα βασικά σημεία στα οποία θα μπορούσε να σταθεί κανείς. Το πρώτο είναι ότι ο Κέλσεν, σε δύσκολες εποχές, σε εποχές κατά τις οποίες ακόμα η θεωρία περί δημοκρατίας έκανε τα πρώτα της βήματα, ταύτισε τη δημοκρατία με την απουσία της πεποίθησης περί μίας και μοναδικής αλήθειας. Με άλλα λόγια, ανέδειξε το ηθικό υπόβαθρο της δημοκρατίας, που είναι, θα λέγαμε, ο σχετικισμός, η ανυπαρξία, δηλαδή, απολύτων αξιών – αυτό είναι το ένα σημείο. Και το δεύτερο σημείο είναι ότι  ταυτίζει το κράτος με το δίκαιο.

Μ.Τ.: Πώς μπορούμε να το κάνουμε κατανοητό με παραδείγματα; Τι σημαίνει πρακτικά ο σχετικισμός;

Β.Β.: Ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα το οποίο αντιμετώπισε η νεωτερικότητα είναι ότι κατέρρευσαν τα θεολογικά θεμέλια αυτού που θα λέγαμε «έννομη τάξη» και αυτού που θα λέγαμε «κράτος». Το κράτος δεν είναι δεδομένο ούτε ότι εκφράζει τη βούληση του Θεού ούτε ότι αποκρυσταλλώνει την τάξη του κόσμου, όπως ο Θεός την έχει, σε ένα βαθμό, διαμορφώσει. Αν, λοιπόν, το κράτος δεν έχει θεμέλια τέτοιου τύπου, τι θεμέλια έχει; Αυτό το ερώτημα μένει ανοικτό. Από την άλλη μεριά, ακριβώς επειδή οι άνθρωποι δεν έχουν πλέον κάποια τέτοια σταθερά σημεία αναφοράς, χρειάζεται να σκεφθούν έναν τρόπο για να οργανώσουν τη συνύπαρξή τους. Η έλλειψη θεμελίων, με άλλα λόγια, και κοινών σημείων αναφοράς δείχνει τη γένεση της πολυφωνίας και του πλουραλισμού και θέτει το ερώτημα του πώς  διαφορετικές απόψεις και στάσεις μπορούν να συνυπάρξουν. Ο Κέλσεν μας πρότεινε έναν τρόπο, μας είπε ότι η λύση είναι η δημοκρατία, η οποία, κατ’ αυτόν, βασίζεται ακριβώς στο ότι δεν έχουμε έναν κοινό τόπο αναφοράς.

Μ.Τ.: Μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση η φράση ότι «η επιστημονική δύναμη της δημοκρατίας είναι η πολιτική της αδυναμία.» – Μου έκανε μεγάλη εντύπωση ότι είναι σαν να μας λέει ο Κ. ότι από «τεχνολογική άποψη» η δημοκρατία είναι το καλύτερο μοντέλο που διαθέτουμε, κάτι σαν το καλύτερο αυτοκίνητο. Ταυτόχρονα, όμως, είναι σαν να είναι και εξαιρετικά ευάλωτο, επειδή ακριβώς είναι τόσο προηγμένο τεχνικά.

Β.Β.: Είναι πολύ κρίσιμη παρατήρηση. Για τον εξής λόγο: όντως το πρόβλημα είναι ο τρόπος με τον οποίο θα μπορέσουμε να χωρέσουμε στο ίδιο πλαίσιο άνθρωποι με τελείως διαφορετικές όχι απλώς αντιλήψεις αλλά και κοσμοθεωρίες, στάσεις ζωής και τα λοιπά. Παρένθεση: Αυτό είναι κάτι το οποίο βλέπουμε να έχει αποκτήσει δραματικές διαστάσεις στις μέρες μας με αυτά που αποκαλούμε ‘πολυπολιτισμικότητα’, ‘πρόσληψη του άλλου’ και τα λοιπά. Κλείνω την παρένθεση. Το πρόβλημα όμως αυτό είναι εγγενές στη νεωτερικότητα. Δεν είναι κάτι καινούριο. Από τη μία μεριά λοιπόν έχεις αυτό: Έχεις την ιδέα ότι μπορούμε να συνυπάρξουμε χωρίς βαθύτερες ηθικές βάσεις, πράγμα, σίγουρα, λυτρωτικό εφόσον σκεφτεί κανείς ότι οι βαθύτερες ηθικές βάσεις ταυτίζονταν με ακόμη βαθύτερες μεταφυσικές και, κατά κανόνα, θεολογικές πεποιθήσεις. Πράγμα το οποίο ένας σύγχρονος άνθρωπος, αποδεχόμενος την ελευθερία της συνείδησης, κυρίως της θρησκευτικής συνείδησης, είναι δύσκολο να υιοθετήσει. Από την άλλη μεριά, είναι αλήθεια ότι η δημοκρατία φαίνεται να προκύπτει στον Κέλσεν ως ένας τρόπος τεχνικός, προκειμένου να συνυπάρξουν διαφορές. Φαίνεται σαν να μην έχει από πίσω της ένα ηθικό υπόβαθρο. Κι αυτό είναι το τίμημα το οποίο πληρώνει κανείς αν είναι σχετικιστής. Ο σχετικισμός σημαίνει τούτο: ότι οι ηθικές αξίες δεν είναι απόλυτες και γι’ αυτό τον λόγο ο Κέλσεν, ένας σχετικιστής, δεν θεωρεί ότι υπάρχουν κάποιες ηθικές αξίες οι οποίες ισχύουν – εν γένει.

Μ.Τ.: Η ύπαρξη της αυτονομίας από τη μία και ο σχετικισμός από την άλλη- αυτή η αυτονομία δεν προϋποθέτει, όμως, ένα αξιακό υπόβαθρο; Αυτό που συμβαίνει τώρα με την παγκοσμιοποίηση και την πολυπολιτισμικότητα είναι το ακριβώς αντίθετο: τα άτομα αισθάνονται ανασφαλή εξαιτίας της πιθανότητας να είναι αυτόνομα.

Β.Β.: Θα διαχώριζα δύο πράγματα, τα οποία είναι εντελώς διαφορετικά παρότι, βεβαίως, συνδέονται. Στον Κέλσεν η αυτονομία δεν θεμελιώνεται. Δεν έχω πειστική απάντηση για αυτό. Φαντάζομαι ότι συνδέεται με το νεοκαντιανό ή καντιανό του υπόβαθρο: τη θεωρεί δεδομένη, δεν τη θεμελιώνει. Αν κανείς ανατρέξει σε όλο το έργο του Κέλσεν δεν θα βρει μια πολύ πειστική απάντηση ως προς το τί σημαίνει αυτονομία. Στο δεύτερο, συμφωνώ απολύτως μαζί σου: η αυτονομία προϋποθέτει την ύπαρξη ενός συνόλου αντιλήψεων, πεποιθήσεων, στάσεων, θεσμών, πρακτικών ούτως ώστε να μπορεί να αναπτυχθεί και να ανθίσει. Παρόλα αυτά, εκεί χρειάζεται να τηρήσει κανείς μια πολύ λεπτή ισορροπία: η αυτονομία είναι κάτι που δεν επιβάλλεται ούτε προξενείται. Είναι κάτι το οποίο, αν υπάρχει, έχει καλώς, αν δεν υπάρχει, πρέπει με διάφορους τρόπους που έχουν να κάνουν λίγο-πολύ με την παιδεία και με την ανταλλαγή απόψεων, με άλλα λόγια με κανάλια που προϋποθέτουν τον σεβασμό του άλλου, με τέτοιους τρόπους να την καλλιεργήσεις. Άνωθεν δεν επιβάλλεται. Αυτό όμως το οποίο βρίσκεται στην αχίλλειο πτέρνα του επιχειρήματος του Κέλσεν είναι ότι αυτή την αντίληψη της αυτονομίας την τραβάει μέχρι τα άκρα της, αφαιρώντας από τη θεωρία της δημοκρατίας οποιοδήποτε ηθικό υπόβαθρο. Η δημοκρατία δεν νομίζω ότι μπορεί να υποστηριχθεί μόνο και μόνο με το να επαγγελλόμαστε την ιδέα της αυτονομίας χωρίς να τη θεμελιώνουμε και, σε καμία περίπτωση, δεν μπορεί να υποστηριχθεί με την αντίληψη ότι όλα είναι σχετικά. Και νομίζω ότι αυτό που ζούμε τα τελευταία σαράντα χρόνια, ιδίως μετά την έκδοση της Θεωρίας της Δικαιοσύνης του Ρώλς, είναι η αδιάκοπη προσπάθεια της πολιτικής φιλοσοφίας να σκεφθεί σε βάθος τις ηθικές προϋποθέσεις της κοινής μας ζωής.

Αυτό θα ήταν άραγε ένας «εμπλουτισμένος κελσενιανισμός»; Όχι:  από τη μία μεριά, υπάρχει κάτι στον Κέλσεν το οποίο όλοι σεβόμαστε και του το οφείλουμε πραγματικά. Ότι μας έμαθε ότι η δημοκρατία έχει πολύ σημαντική αξία κυρίως γιατί χωράει τελείως αντίθετα πράγματα μέσα της – αυτό είναι κάτι που, καμιά φορά –  πράγμα που κι εμείς οι ίδιοι ξεχνάμε∙– είναι μέρος της δημοκρατίας να σέβεσαι τον ριζικά αντίθετο με σένα και να τον σέβεσαι πλήρως, να δέχεσαι δηλαδή οποιαδήποτε άποψη πρεσβεύει, ακόμη κι αν είναι μια άποψη που σε προσβάλλει βαθιά. Από την άλλη μεριά, αυτό στο οποίο ο Κέλσεν φαίνεται, κατά κάποιον τρόπο, να μη μας ικανοποιεί πλέον, είναι ότι η δημοκρατία προϋποθέτει ένα σύνολο αρχών και ηθικών αντιλήψεων που, βεβαίως, δεν χρειάζεται να μας παρωθούν προς έναν τρόπο ζωής αλλά δεν μπορούν παρά να μας παρωθούν να συνυπάρχουμε παρότι έχουμε διαφορετικούς τρόπους ζωής.

Μ.Τ.: Αυτό είναι λίγο και μια απάντηση στα περί μηχανισμού: ότι δεν είναι δηλαδή μόνον ένας μηχανισμός η δημοκρατία, μια σκέτη μηχανή που λειτουργεί. Είπες όμως ότι μας μαθαίνει να ζούμε με αυτούς με τους οποίους διαφωνούμε ακραία. Σκέφτηκα αυθόρμητα ότι το πιο συμβιβαστικό μοντέλο που γνωρίσαμε μεταπολεμικά είναι η σοσιαλδημοκρατία.  Βάσει προγράμματος.

Β.Β.: Δεν είναι τυχαίο. Καταρχάς, πρέπει να θυμίσουμε κάτι. Στις μέρες μας αυτό που ακούμε από όλες τις πλευρές – κι είναι καλό ότι ο Κέλσεν επανέρχεται στη συζήτηση – ακούμε, λοιπόν, πολύ, από όλες τις πλευρές, ιδίως μάλιστα από μια πολύ συγκεκριμένη πλευρά, η οποία εμφορείται από βαθιά δυσπιστία απέναντι στον κοινοβουλευτισμό και στον φιλελευθερισμό, κάτι που έχει ανακαλυφθεί ξανά, δηλαδή για την αξία του Καρλ Σμιτ. Ο Κέλσεν, και σε αυτό πρέπει να είμαστε πάρα πολύ σαφείς, είναι ο μεγάλος αντίπαλος του Καρλ Σμιτ. Κυρίως ως προς το εξής: οΚαρλ Σμιτ βλέπει στη ρίζα του πολιτικού φαινομένου μια βαθιά αντιπαλότητα, μια σχέση εχθρού-φίλου. Ο Κέλσεν δεν βλέπει μια βαθιά αντιπαλότητα. Ας δούμε γιατί. Δεν είναι η θεωρία του περί δικαίου που μας οδηγεί σε αυτό. Είναι η θεωρία του περί κράτους. Εκεί όπου ο Σμιτ, αποτελώντας την κατάληξη μιας ολόκληρης παράδοσης της πολιτικής θεωρίας, θεωρεί το κράτος έκφραση μιας ριζικής μερικότητας, ο Κέλσεν έρχεται και μας λέει ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι. Το κράτος αποτελεί σε έναν βαθμό το αποτέλεσμα ενός συμβιβασμού. Βέβαια, τα θεωρητικά θεμέλια αυτού του συμβιβασμού μπορούν να εκλεπτυνθούν περαιτέρω και σε σχέση με αυτά που μας έμαθε ο Κέλσεν. Αλλά οφείλουμε να δηλώσουμε την οφειλή μας στον Κέλσεν στο σημείο αυτό: διδάσκει ότι η δημοκρατία έχει μέσα της τον συμβιβασμό. Και τον έχει μέσα της γιατί προϋποθέτει ότι, σε έναν βαθμό, αυτός που φαίνεται ως αντίπαλός σου δεν είναι αντίπαλός σου, γιατί μοιράζεται μαζί σου κάτι.

Μ.Τ.: Θέλω να συζητήσουμε λίγο για τα κόμματα. Μιας και έβαλες, ωστόσο, το ζήτημα του Καρλ Σμιτ, να πούμε για δυο ζητήματα που, κατά εντυπωσιακό τρόπο, είναι εξαιρετικά επίκαιρα και σήμερα, σε συζητήσεις που γίνονται και στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες: το Συνταγματικό Δικαστήριο και τον θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας. Φαίνεται ότι ο Κέλσεν έχει πολύ ξεκάθαρη γνώμη για τα ζητήματα αυτά.

Β.Β.: Ένα μικρό σχόλιο για το σήμερα και για τον Κέλσεν. Είναι επίκαιρη, άλλωστε, η συζήτηση και ενόψει της αναθεώρησης που, κατά κάποιον τρόπο, έχει ξεκινήσει, συζήτηση που από  την αξία του Κέλσεν σήμερα επεκτείνεται και στη σημασία  της διαμάχης Κέλσεν-Σμιτ: Είμαι, εγώ προσωπικά, εξαιρετικά επιφυλακτικός απέναντι στην ιδέα της κρίσης. Όχι πως δεν υπάρχουν κρίσεις στην ιστορία. Βεβαίως και υπάρχουν στιγμές που έχουν πολύ έντονη συναισθηματική φόρτιση και περίοδοι όπου οι εξελίξεις επιταχύνονται πάρα πολύ. Αλλά η κρίση δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κάτι ριζικά διαφορετικό από την κανονικότητα. Σε κάθε δε περίπτωση, η κρίση δεν αποτελεί τη μόνιμη συνθήκη της δημοκρατίας – πράγμα που λίγο-πολύ ισχυρίζεται ο Καρλ Σμιτ. Αντίθετα, η δημοκρατία έχει μια κανονικότητα, είναι ένα κανονικό πολίτευμα και είναι σε θέση ακόμη και τις περιστάσεις τις, κατά κάποιον τρόπο, οριακές να τις αντιμετωπίσει με ίδια μέσα. Άρα, η συζήτηση περί κρίσης μας επιτρέπει, κατά τη γνώμη μου, να επαναδράξουμε και να επαναστοχαστούμε τα θεμέλια της δημοκρατίας αυτής καθεαυτήν. Δε μας οδηγεί να αναρωτηθούμε αν αξίζει τον κόπο η δημοκρατία. Πιθανόν να μας οδηγεί εκεί – αλλά κι αυτό είναι κάτι το οποίο κάνουμε συνέχεια. Η δημοκρατία είναι ένα πολίτευμα το οποίο σε κάθε στιγμή του πρέπει να επαναθεμελιώνεται, αυτό δεν είναι κάτι αφύσικο.

Τώρα, για το ερώτημα που θέτεις: Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Συνταγματικό Δικαστήριο. Δεν είμαι βέβαιος αν ο Κέλσεν είχε συλλάβει με τόση καθαρότητα και σε τόσο βάθος τις επιπτώσεις της διαφωνίας του με τον Καρλ Σμιτ για το ζήτημα αυτό. Το σίγουρο, όμως, είναι ότι άγγιξε τον πυρήνα του προβλήματος. Ο πυρήνας του προβλήματος είναι κατ’ αρχάς ότι  στην περίπτωση κατά την οποία αναγνωρίζεις ότι χρειάζεται ένα Συνταγματικό Δικαστήριο – αυτό το οποίο επιζητείς είναι να αναγνωρίσεις, κατά κάποιον τρόπο, τις πολιτικές συνέπειες της ιδέας σου ότι το κράτος χωρίς το δίκαιο δεν είναι ακριβώς κράτος, είναι κάτι άλλο – και αυτό είναι ένα σημείο στο οποίο ο Κέλσεν πραγματικά κράτησε αδαμάντινα καθαρή στάση. Κι επιπλέον, ότι, κατά κάποιον τρόπο, με το Συνταγματικό Δικαστήριο επανεισάγεται κάτι που, στις μέρες μας, έχουμε αναδείξει και στο οποίο έχουμε επιμείνει πάρα πολύ στη συνταγματική θεωρία με την ανάγκη ελέγχων, των checks and balances, της πολιτικής εξουσίας. Ο Κέλσεν με το Συνταγματικό Δικαστήριο, του οποίου ήταν ένας από τους εμπνευστές, μας επέτρεψε  να σκεφθούμε ένα θεσμό ελέγχου της πολιτικής εξουσίας που ασκείται εκ των έξω. Από την άλλη μεριά, η στάση του Καρλ Σμιτ, ο οποίος θεωρούσε ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, από τη βάση μάλιστα εκλεγμένος, με δημοψηφισματικό τρόπο, αποτελεί τον εγγυητή του πολιτεύματος, είναι μια πολιτική στάση η οποία δεν δίνει σημασία στο ότι η πολιτική εξουσία, εφόσον δεν έχει ελέγχους, οδεύει προς τον δεσποτισμό.

Μ.Τ.: Αυτό είναι εξαιρετικά επίκαιρο στις σημερινές συζητήσεις. Έχουμε συνεχώς πλειοψηφίες που, αν δεν τις φρενάρει κάποιος, κινδυνεύουμε να καταλύσουν τη δημοκρατία.

Β.Β.: Δεν θα ήθελα να πολιτικολογήσω ευθέως, δηλαδή να αναφερθώ σε σύγχρονα θέματα. Είναι όμως αλήθεια ότι, πίσω από τον εύκολο παραμερισμό στοιχειωδών εγγυήσεων, για παράδειγμα πίσω από την καταστρατήγηση των διατάξεων περί προστασίας της ιδιωτικότητας ή, ακόμα προγενέστερα, πίσω από τον παραμερισμό των διατάξεων που απαγορεύουν τη χρήση παρανόμως ληφθέντων αποδεικτικών μέσων, δε βλέπει κανείς απλώς μια εξουσία η οποία θέλει να χρησιμοποιήσει ό,τι υπάρχει προκειμένου να πετύχει κάποιους σκοπούς της. Βλέπει τη βαθιά περιφρόνηση προς τα δικαιώματα, αλλά και τον κοινοβουλευτισμό ως έκφραση πολιτικών δικαιωμάτων. Και τα πολιτικά δικαιώματα, αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε, στο βάθος τους έχουν ατομικές ελευθερίες, δηλαδή προϋποθέτουν έναν πυρήνα εντός του οποίου το κράτος δεν έχει καμία εξουσία να επέμβει. Αυτή την περιφρόνηση των δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου τη διαπιστώνουμε εδώ και καιρό σε διάφορα ρεύματα που έχουν αναπτυχθεί από τον 19ο αιώνα και που έχουν βρει πολύ καλή έκφραση σήμερα σε αυτό που λέγεται «μεταμοντερνισμός».

Μ.Τ.: Πριν λίγο καιρό, όταν έγινε το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, ξέσπασε μια συζήτηση σχετικά με το θέμα της εσωκομματικής δημοκρατίας και το κατά πόσον μας αφορά όλους ή είναι δικό τους θέμα, εσωτερικό ζήτημα του κάθε κόμματος. Βλέπουμε στον Κέλσεν ότι τίθεται επιτακτικά το ζήτημα των κομμάτων εντός του κοινοβουλευτισμού, το πώς λειτουργούν τα κόμματα και στο εσωτερικό τους, αφού μέσω αυτών συμμετέχει στη δημοκρατία ο πολίτης. Μήπως η λειτουργία της δημοκρατίας προϋποθέτει κόμματα που δεν είναι ισχνά, προσωποπαγή κλπ, μήπως η λειτουργία της δημοκρατίας προϋποθέτει δημοκρατικά και μαζικά κόμματα;

Β.Β.: Το πρώτο ζήτημα που θέτεις είναι  η σημασία των κομμάτων για τη δημοκρατία. Και σε αυτό το σημείο ο Κέλσεν μας διδάσκει πάρα πολλά. Η ιδέα του είναι ότι δεν είναι μέρος μιας ευσταθούς αντίληψης της δημοκρατίας οποιαδήποτε άμεση σχέση, δημοψηφισματικού χαρακτήρα, μεταξύ πολιτών και εξουσίας. Εξ ου και η κάποια περιφρόνηση ή καλύτερα αδιαφορία για την άμεση δημοκρατία. Δεν τον ενδιαφέρει κάτι τέτοιο. Αναφέρεται στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, τον κοινοβουλευτισμό. Είναι σαφές ότι ο κοινοβουλευτισμός, στα μάτια του, προϋποθέτει κόμματα. Είναι ενδιαφέρον δε το εξής: ο Κέλσεν δεν εννοεί τα κόμματα ως ένα χλωμό απείκασμα μιας ευτυχισμένης ωραίας εποχής της δημοκρατίας, όπως πχ ο Χάμπερμας στη διατριβή του περί δημοσιότητας. Εκεί ο Χάμπερμας, ίσως επηρεασμένος από τους παλαιότερους εκπροσώπους της Σχολή της Φρανκφούρτης, φαίνεται να έχει ως σημείο αναφοράς μια χρυσή εποχή στα μέσα του 19ου αιώνα, όπου όλοι οι πολίτες συμμετείχαν ανιδιοτελώς και αφιλοκερδώς – όπου «όλοι» ήσαν βέβαια όσοι μπορούσαν να συμμετέχουν, δηλαδή οι ευκατάστατοι –  και κατά τούτο συγγενεύει με την αντίληψη περί πολιτικής της Χάνα Άρεντ. Αυτό αφήνει τον Κέλσεν παντελώς αδιάφορο. Ο Κέλσεν μιλά για κάτι πολύ πιο οικείο σε μάς, το οποίο όμως θεωρεί συστατικό της δημοκρατίας. Δεν νομίζω ότι ο Κέλσεν θα έλεγε ότι ένα κόμμα, όποιες αντιλήψεις και να έχει, πρέπει να απαγορευθεί. Συμμετέχει στη δημοκρατία και αποτελεί συστατικό μέρος της δημοκρατίας. Η δημοκρατία, δε, για να λειτουργεί χρειάζεται έναν χώρο που εκτείνεται μεταξύ των πολιτών και του κράτους και καταλαμβάνεται από τα κόμματα. Δεν καταλαμβάνεται ούτε από ΜΚΟ ούτε από ομίλους προβληματισμού αλλά από κόμματα, με άλλα λόγια από ενώσεις πολιτών που σκέφτονται για και θέλουν να επιδράσουν στην πολιτική εξουσία, δεν ασχολούνται μόνο με τον τσαλαπετεινό, τη φώκια ή τα Ελγίνεια.

Το δεύτερο σημείο που θέτεις, το σήμερα. Όντως, η σημερινή κατάσταση μας βάζει τους περισσότερους σε ανησυχία. Αυτό το οποίο διαπιστώνουμε είναι ότι τα κόμματα στη χώρα μας, αλλά δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο και ίσως σε άλλες χώρες να έχει αποκτήσει πολύ πιο μόνιμα χαρακτηριστικά εδώ και πάρα πολλά χρόνια, όντως, λοιπόν, έχουν χάσει τη δύναμη που είχαν προκειμένου να μπορούν να λειτουργήσουν ως ενδιάμεσοι μεταξύ πολιτών και κράτους. Και εδώ είναι ένα πολιτικό ζήτημα. Τι πρέπει να κάνουμε απέναντι σε αυτό; Υπάρχουν δυο, χοντρικά, στάσεις που εκκινούν κι οι δυο από ειλικρινές ενδιαφέρον για τη δημοκρατία. Δεν μιλώ για αυτούς που, στην πραγματικότητα, πίσω από αυτά τα οποία λένε, σκέφτονται να χρησιμοποιήσουν αντικοινοβουλευτικές ή μη κοινοβουλευτικές μεθόδους. Η μία ‘δημοκρατική’ στάση είναι εκείνη στάση που θέλει  το κράτος να χρησιμοποιεί διάφορα μέσα για να ενισχυθούν τα κόμματα, άνωθεν. Καταλαβαίνω την αγωνία πίσω από αυτή τη στάση, πιστεύω όμως ότι είναι μια στάση βαθιά αντιφιλελεύθερη. Είναι, πρώτον, βαθιά αντιφιλελεύθερη επειδή φαίνεται να εμφορείται από συγκεκριμένες αξίες. Ο Κέλσεν θα διαφωνούσε και με αυτό. Και νομίζω ότι θα ένευε προς τη δεύτερη στάση. Ο Κέλσεν θα έλεγε ότι αυτό που έχουμε να κάνουμε είναι να προσπαθήσουμε, μέσω της διαβούλευσης, μέσω της ανταλλαγής απόψεων, να πείσουμε τους πολίτες να συμμετέχουν- αλλά ως εκεί.

 

Μ.Τ.: Διαβάζουμε για οφειλές του Κέλσεν στον Φρόιντ, στο τέλος του βιβλίου.

Β.Β.: [Η συγγραφέας] συνδέει [την εκ μέρους του Κέλσεν] αναίρεση του Σμιτ με τον Φρόιντ, συνδέει τις υποστασιώσεις της δημόσιας ζωής με την ατομική ψυχολογία, φαντάζομαι με τον μύθο του πατέρα κλπ. Αυτά είναι πολύ πιθανόν να ισχύουν και είναι αλήθεια ότι η πολιτική θεωρία, τα τελευταία χρόνια, ιδίως, υπό την ώθηση κυρίως της νεώτερης σχολής της Φρανκφούρτης —ο Χάμπερμας είναι εκείνος στον οποίο οφείλουμε κάτι τέτοιο— προσπάθησε να σκεφθεί τον πολιτικό δεσμό και με όρους πολιτικής ωρίμανσης. Σκέφτομαι, δηλαδή, για παράδειγμα, την έμπνευση που ο ο Χάμπερμας αναζήτησε στον Πιαζέ και τον Κόλμπεργκ. Είναι σίγουρα κάτι το οποίο μπορεί να γίνει και μπορούμε να το κάνουμε, και από ιστορική άποψη να το τεκμηριώσουμε. Μπορούμε όμως να το σκεφτούμε και με όρους, αν θες, όχι ιστορικούς αλλά σχεδόν συγχρονικούς. Αυτό το οποίο φοβάται στη θεωρία του Καρλ Σμιτ ο Κέλσεν είναι η ιδέα ότι ο ηγέτης επιβάλλεται άνωθεν χωρίς καμιάς μορφής συμμετοχή ή αντίδραση εκ μέρους των πολιτών. Φαντάζομαι ότι η αντίστροφη ιδέα, την οποία πρεσβεύει ο ίδιος, είναι μια ιδέα χειραφέτησης και ωριμότητας. Δεν θέλω, επαναλαμβάνω να το συνδέσω με ανθρωπολογικά ούτε με ιστορικά ούτε με στοιχεία κοινωνικής ψυχολογίας, πάντως αυτό συλλαμβάνει κάτι πολύ βαθύ στην καθημερινή μας πολιτική ζωή.

Μ.Τ.: Δεν μπορεί να μη σκεφθεί κανείς ότι ο Κ προϋποθέτει μια έστω και πολύ διευρυμένη ελίτ με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά…

Β.Β.: Θα έλεγα και ναι και όχι. Ναι, με την έννοια την εξής. Του Κέλσεν δεν του είναι σαφές —κι αυτό είναι και το πρόβλημα της θεωρίας του— δεν του είναι σαφές το αξιακό υπόβαθρο της δημοκρατίας για την οποία μιλάει, αυτό στο οποίο αναφέρεσαι κι εσύ με την έννοια της αυτονομίας. Η αυτονομία, όμως, μπορεί να νοηθεί με πολλούς τρόπους, και στον Κέλσεν δεν είναι σαφές με ποιόν από όλους τους τρόπους νοείται. Σήμερα, όμως, εκατό σχεδόν χρόνια μετά από αυτόν τον πολύ σπουδαίο στοχαστή, μπορούμε να πούμε ότι η αυτονομία εκδηλώνεται και με το να λες ότι αυτόνομος άνθρωπος είναι αυτός που έχει τη ζωή του στα χέρια του και με το να λες ότι αυτόνομος άνθρωπος είναι εκείνος ο οποίος σέβεται τον άλλον χωρίς να έχει, κατά τα λοιπά, τη δική του ζωή του στα χέρια του. Η πρώτη είναι μια πιο ισχυρή έννοια της αυτονομίας. Νομίζω ότι η δημοκρατία δεν έχει ανάγκη μια τόσο ισχυρή έννοια της αυτονομίας. Μπορεί να αρκεστεί και σε κάτι πολύ πιο ολιγαρκές. Μπορεί να αρκεστεί στην ιδέα ότι εμείς σεβόμαστε τους άλλους ακόμη κι αν εμείς είμαστε παραδομένοι στα ένστικτά μας, χειραγωγούμαστε από άλλους ή είμαστε υπό την επήρεια του φόβου.

Μ.Τ.: Σήμερα όμως φαίνεται να έχει ανοίξει κάποιος ασκός του Αιόλου και δυσκολεύομαι να το δεχτώ αυτό με την ίδια ευκολία. Οι άνθρωποι μοιάζει να μη θέλουν την αυτονομία τους και αυτό δεν φαίνεται να ερμηνεύεται με αμιγώς οικονομικούς όρους…

Β.Β.: Αυτό είναι σαφές και μάλιστα η πρόχειρη εξήγηση που μπορούμε να δώσουμε είναι η παγκοσμιοποίηση και η εισβολή του άλλου στην καθημερινή ζωή μας.

Μ.Τ.: Λίγα λόγια για την προσωπικότητα του Κέλσεν και τη βιογραφία του: ένας Εβραίος, κοσμοπολίτης, αλλά και Αυστριακός εκείνης της εποχής…

Β.Β.: …της Αυστροουγγαρίας, της Βιέννης, δηλαδή…

Μ.Τ.: Η συγγραφέας τονίζει συνεχώς την ιδιότητα του «Βιεννέζου»…

Β.Β.: Σωστή παρατήρηση. Και πάλι έχει δύο επίπεδα η ερώτησή σου. Πρώτα ως προς την προσωπικότητα του Κέλσεν. Ο Κέλσεν αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, μια εξαιρετικά εκφραστική αποτύπωση όλων των θεμελιωδών διλημμάτων που βρίσκονται στις ρίζες της κοινής ζωής μας. Αυτός, ένας Εβραίος, βρέθηκε να αποτελεί ουσιαστικά τον εμπνευστή της πρώτης οργανωμένης δημοκρατίας και εν ταυτώ δικαιοκρατίας στην ιστορία της ανθρωπότητας, της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Επιπλέον, αυτός, ο θετικιστής, ο μέχρι την τελευταία στιγμή του υποστηρικτής της ιδέας ότι το δίκαιο και το κράτος δεν συνδέονται με κάποιες ηθικές αντιλήψεις, αυτός βρέθηκε να υπερασπίζεται τη δημοκρατία με καθαρά ηθικά επιχειρήματα, όπως αυτό της αυτονομίας. Μπορεί να μιλήσει πάρα πολύ κανείς για τον Κέλσεν, και είναι μια πραγματικά πολύ ενδιαφέρουσα μορφή, όπως αυτό ισχύει, φαντάζομαι, και για πολλούς άλλους από τους πρωταγωνιστές αυτής της περιόδου. Η ερώτησή σου έχει, όμως, ένα δεύτερο επίπεδο και μας οδηγεί ίσως ξανά στην προηγούμενη. Στο αν, δηλαδή, μια κανονική, μια ομαλή δημοκρατία για να λειτουργήσει προϋποθέτει κάποιες χαρακτηρολογικές ή ανθρώπινες ιδιότητες, αν, συνεπώς, μια δημοκρατία για να λειτουργήσει καλά χρειάζεται ανθρώπους οι οποίοι να είναι ανοιχτοί, να είναι ανεκτικοί, να σέβονται τους άλλους, να έχουν ενδιαφέροντα, περιέργεια — κι ο Κέλσεν εμμέσως το υποστηρίζει. Η καλύτερη εκδοχή της δημοκρατίας κάτι τέτοιο απαιτεί, σ’ αυτό μπορούμε να συμφωνήσουμε. Παρ’ όλα αυτά —και εδώ δεν είμαι βέβαιος αν αποδίδω τη σκέψη του Κέλσεν αλλά νομίζω ότι αποδίδω βαθιά τη σκέψη του φιλελευθερισμού που, ακόμα κι αν δεν το δηλώνει ο Κέλσεν, αποτελεί μια από τις βασικές πηγές έμπνευσής του, σε όση έκταση μιλάει για αυτονομία— νομίζω ότι αποδίδω τη σκέψη του φιλελευθερισμού αν πω ότι η δημοκρατία είναι ένα πολίτευμα —τουλάχιστον η δημοκρατία που σέβεται τα δικαιώματα— που επιτρέπει και σε κακούς, και σε ευτελείς ανθρώπους, όσο ευτελείς και όσο κακοί κι αν είναι, να συνυπάρξουν, φτάνει όμως και να σέβονται και τους άλλους.

Μ.Τ.: Είναι τελείως αδύνατο σε μένα να μη σκεφθώ τώρα τι συνέβη στις αμερικανικές εκλογές. Και μολονότι συνεννοηθήκαμε να κάνουμε τη συνέντευξη πριν από τις αμερικανικές εκλογές μου είναι αδύνατον να μη θυμηθώ τη στάση μέρους της αμερικανικής ελίτ σε αυτές τις εκλογές…

Β.Β.: Ναι, έτσι είναι…

Μ.Τ.: Έχουμε έργα του Κέλσεν στα ελληνικά;

Β.Β.: Δυστυχώς δεν έχει μεταφραστεί το μεγάλο έργο του, η Καθαρή Θεωρία του Δικαίου. Και γενικώς δεν έχουν μεταφραστεί πολλά βιβλία του και αποτελεί και μέρος της καχεξίας της θεωρητικής μας σκέψης ότι τόσο σημαντικά έργα δεν είναι προσιτά στο ευρύ κοινό. Από την άλλη πλευρά, είναι αλήθεια ότι, τα τελευταία χρόνια, χάρη και σε κάποιος φιλότιμους και επιμελείς εκδότες έχει πυκνώσει η μετάφραση ξένων και σημαντικών βιβλίων. Εκδίδονται πολλά επίκαιρα και σημαντικά βιβλία και θέλω να ελπίζω ότι και ο Κέλσεν θα έχει  ανάλογη μεταχείριση.

Μ.Τ.: Γιατί άραγε θυμόμουν τόσο καλά τον Κέλσεν από τα φοιτητικά μου χρόνια; Μήπως εξαιτίας του Μάνεση; Έχω την εντύπωση ότι υπήρχε στο έργο του εκτενής αναφορά στον Κέλσεν.

Β.Β.: Πολύ πιθανόν… Αν σε κάποιον από τους θετικιστές οφείλει πολλά ο Μάνεσης, αυτός είναι πιθανότατα ο Κέλσεν. Νομίζω όμως ότι ο Κέλσεν είναι σημείο αναφοράς και για τον μέσο νομικό. Ο μέσος νομικός μπορεί να μην ξέρει ότι το ιδιωτικό δίκαιο των ημερών μας έχει πολλές οφειλές στους μαθητές του Καντ, μπορεί να μην ξέρει ότι μια σύμβαση έχει την δομή την οποία έχει σε μεγάλο βαθμό χάρη σε αυτούς τους ανθρώπους, ξέρει όμως ότι το δίκαιο είναι διαρθρωμένο σε διαφορετικά επίπεδα και ξέρει ότι αυτή την πολύ βασική ιδέα την οφείλουμε στον Κέλσεν. Ξέρει, επίσης, ότι άλλο είναι η ηθική απαξία μιας πράξης και άλλο η νομική απαξία της. Αυτό το ξέρει από τις πρώτες ώρες στα έδρανα της νομικής.

Ο Κέλσεν για τους νομικούς είναι ένα βασικό θεμέλιο. Χωρίς τον Κέλσεν και τη σκέψη του η επιστήμη του δικαίου θα ήταν τελείως διαφορετική. Ακόμη κι αν δεν έχουν διαβάσει -και δεν έχουν διαβάσει Κέλσεν- αυτός είναι παρών στον τρόπο με τον οποίο ως νομικοί λειτουργούμε. Αυτό όμως που δεν έχει εκτιμηθεί όσο θα έπρεπε στη χώρα μας  – και αυτό το βιβλίο βοηθά σε αυτό – είναι ο Κέλσεν ως θεωρητικός της δημοκρατίας, ο Κέλσεν, δηλαδή, ως πολιτικός στοχαστής, ως πολιτικός φιλόσοφος. Και ως προς αυτό το τελευταίο, το βιβλίο αυτό μας μαθαίνει πολλά πράγματα…

Μ.Τ.: Κομψό και ευσύνοπτο βιβλίο, ελάχιστες σελίδες αλλά πολύ καθαρά γραμμένο, κατανοητό και από μη νομικούς…

Β.Β.: Πιστεύω ότι αυτό ήταν και το μέλημα της συγγραφέως. Η Μπομ προσπάθησε να μας κάνει γνωστή τη σκέψη του Κέλσεν γύρω από κεντρικά ζητήματα της δημοκρατίας -μην ξεχνάμε ότι διδάσκει και ζει στην Ελβετία αλλά γράφει στα γαλλικά… Αυτά τα οποία λέει ο Κέλσεν είναι ιδιαίτερα ενδιαφέροντα για χώρες που δεν έχουν τη δικαιοκρατική παράδοση που έχουν, για παράδειγμα, η Γερμανία, η Αγγλία, οι ΗΠΑ…

Μ.Τ.: Θεωρείς ότι ο Κέλσεν επηρεάζει ένα τόξο χωρών, σαν τη βιογραφία του, από τη Γερμανία περνά από τη Γαλλία και φτάνει στις ΗΠΑ;

Β.Β.: Αυτό συνάδει λιγάκι με τη συγκυρία, την οποία ζούμε. Το σίγουρο όμως είναι ότι ο Κέλσεν, αναγκάζοντάς μας να σκεφθούμε πάνω στα θεμέλια της δημοκρατίας και της κοινής ζωής μας, εκπέμπει ένα μήνυμα που δεν προϋποθέτει μια συγκεκριμένη έννομη τάξη, ένα συγκεκριμένο κράτος. Έχει αξία για πολύ ευρύτερη κατηγορία κοινωνικών και πολιτικών σχηματισμών. Είναι ενδιαφέρον, πάντως, ότι ο Κέλσεν είναι ο Ευρωπαίος, Γερμανός στοχαστής, που είναι σημείο αναφοράς και για τους Αγγλοσάξωνες και για τους Γάλλους και για τους Γερμανούς. Είναι ίσως ένας από τους λίγους που έχει καταφέρει να είναι γνωστός σε πολύ διαφορετικές ακαδημαϊκές και πνευματικές κοινότητες.

Μ.Τ.: Αναγκαία λοιπόν η μετάφραση και άλλων έργων του για να καταλάβουμε τη δημοκρατία και το δίκαιο σήμερα, αφού η δημοκρατία και το δίκαιο, όπως λειτουργούν σήμερα στο φάσμα όλων αυτών των χωρών θα μπορούσαμε να πούμε ότι συνδέονται με τη σκέψη του Κέλσεν…

Β.Β.: Και με τον Κέλσεν συνδέονται, συνδέονται με αυτό τον βαθύ στοχασμό πάνω στα θεμέλια της δημόσιας ζωής μας, πέρα από αυτό όμως συνδέονται και μεταξύ τους. Τουλάχιστον για εμάς τους νομικούς είναι, όσο περνά ο καιρός, και πιο δύσκολο να μιλήσουμε για δυο διακριτές, έννομες τάξεις του Κοινοδικαίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι τόσο βαθιές οι οσμώσεις ώστε τα προβλήματα είναι κοινά ακόμη κι αν διαφέρουν οι τρόποι αντιμετώπισης.

* * *

1556007.jpg

Δημοκρατία και οικονομία

[Από το βιβλίο της Sandrine Baume: Χανς Κέλσεν, Συνηγορία υπέρ της δημοκρατίας, μετάφραση: Βασίλης Βουτσάκης, εκδόσεις Πόλις, 2016]

Στο Foundations of Democracy, εκτός από το ζήτημα των θρησκευτικών θεμελίων της δημοκρατίας, ο Κέλσεν διερευνά τις σχέσεις μεταξύ δημοκρατίας και οικονομίας. Εξετάζει, το ένα μετά το άλλο, τα επιχειρήματα όλων όσων συνδέουν είτε τη δημοκρατία με τον καπιταλισμό είτε τη δημοκρατία με τον σοσιαλισμό, για να συμπεράνει ότι είναι αδύνατον να θεμελιωθεί κάποιος εννοιολογικός δεσμός ανάμεσά τους. Απορρίπτει με μια κίνηση και τις δύο αντιλήψεις:

Ως προς το ζήτημα αυτό, έχουν υποστηριχθεί δύο αντίθετες διδασκαλίες. Σύμφωνα με την πρώτη, η δημοκρατία είναι εφικτή μόνο σε συνδυασμό με τον καπιταλισμό. Πρόκειται για την ειδική μορφή διακυβέρνησης που είναι συμβατή με το συγκεκριμένο οικονομικό σύστημα. Σύμφωνα με τη δεύτερη, η δημοκρατία, η πραγματική δημοκρατία, μπορεί να πραγματωθεί μόνο σ’ ένα σοσιαλιστικό οικονομικό σύστημα, ενώ αντίθετα, σε ένα καπιταλιστικό σύστημα, μόνο μια τυπική ή νόθα δημοκρατία μπορεί να υπάρξει.

Ας εξετάσουμε καταρχάς τη μαρξιστική διδασκαλία, σύμφωνα με την οποία η δημοκρατία είναι δυνατή μόνο στο πλαίσιο μιας σοσιαλιστικής οικονομίας. Από αυτή την άποψη, μόνο ο σοσιαλισμός είναι σε θέση να ικανοποιεί τα υλικά συμφέροντα του λαού, συμφέροντα που εν προκειμένω ταυτίζονται με τη λαϊκή βούληση. Από τη μαρξιστική σκοπιά, η οικονομική σφαίρα έχει την πρωτοκαθεδρία, ενώ τα πολιτικά φαινόμενα, το κράτος, και οι κανόνες που αυτό θεσπίζει, διαμορφώνουν απλώς το εποικοδόμημα των παραγωγικών σχέσεων. Συνεπώς, εάν σε μια καπιταλιστική κοινωνία η μειοψηφία διαθέτει τα στοιχειώδη μέσα παραγωγής, αποκτά κατ’ ανάγκην και την πολιτική κυριαρχία. Αυτό όμως είναι ασύμβατο, κατά τη μαρξιστική προσέγγιση, με τους κανόνες μιας δημοκρατίας, η οποία νοείται ως διακυβέρνηση της πλειοψηφίας χάριν της πλειοψηφίας. Μόνο η εθνικοποίηση των μέσων παραγωγής επιτρέπει στην πλειοψηφία να κυριαρχεί οικονομικά, άρα και πολιτικά, εγκαθιδρύοντας έτσι μια πραγματική δημοκρατία. Η άποψη ότι μόνο μια σοσιαλιστική κυβέρνηση μπορεί να είναι δημοκρατική είναι, κατά τον Κέλσεν, πολύ προβληματική. Διότι προϋποθέτει ότι η λαϊκή βούληση είναι προσανατολισμένη κυρίως στην πραγμάτωση των οικονομικών της συμφερόντων και ότι τα συναφή με αυτά ζητήματα κυριαρχούν και προηγούνται όλων των άλλων αιτημάτων. Η ιστορία όμως αποδεικνύει ότι τα εθνικιστικά ιδεώδη προκάλεσαν ενθουσιασμό και φανατισμό, παρά τους οικονομικούς περιορισμούς και τις μεγάλες θυσίες που επέβαλλε η πραγμάτωσή τους. Είναι φανερό ότι η κελσενιανή απόρριψη των μαρξιστικών θέσεων για την τυπική δημοκρατία απορρέει από τον σχετικισμό του: ο Κέλσεν δεν αναγνωρίζει καμία προνομιακή προτεραιότητα σε κάποιες αξίες που θα έπρεπε να προσδιοριστούν στο δημοκρατικό παιχνίδι. Η αξία της υλικής ισότητας δεν είναι παρά μία μεταξύ πολλών αξιών.

Εν συνεχεία, ο Κέλσεν εξετάζει τα επιχειρήματα που συνδέουν με αναγκαίο τρόπο τον καπιταλισμό με τη δημοκρατία και διαπιστώνει ότι συχνά ο σύνδεσμος αυτός μετατοπίζεται σε ένα άλλο επίπεδο: εκείνο των σχέσεων μεταξύ του «κράτους δικαίου» (rule of law) και του καπιταλιστικού συστήματος. Σύμφωνα με αυτό το επιχείρημα, μόνο μια καπιταλιστική οικονομία είναι συμβατή με το κράτος δικαίου, διότι προστατεύει τις παραδοσιακές ελευθερίες, που είναι σύμφυτες με αυτό το σύστημα πολιτικής οργάνωσης. Ο Κέλσεν απαντά ότι ένα κράτος δικαίου δεν προϋποθέτει κανέναν περιορισμό των δραστηριοτήτων της νομοθετικής εξουσίας. Το κράτος δικαίου δεν εγγυάται κατ’ ανάγκην την οικονομική ελευθερία, αλλά απλώς μια ορισμένη προβλεψιμότητα της εφαρμογής του νόμου από τα διοικητικά και δικαστικά όργανα.

Αυτή η διπλή απόρριψη από τον Κέλσεν τόσο της καπιταλιστικής όσο και της μαρξιστικής θεωρίας —που και οι δύο θεωρούν εαυτές βαθύτατα δημοκρατικές— υποδηλώνει και με έναν άλλο τρόπο την ενδόμυχη σχέση που, κατ’ αυτόν, υφαίνεται ανάμεσα στη δημοκρατία και τον σχετικισμό.

64dca26bdebbd83f68264ac4a3fee268

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Βιβλίο

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

One comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s