Life’s an Elevator

Αυτό δεν είναι τραγούδι #1081
DJ της ημέρας, η Μαρίκα Τσεβά

Με πήρε σήμερα το πρωί τηλέφωνο η φίλη μου η Μάγδα, εκείνη που δουλεύει σε μια δημόσια υπηρεσία που δεν την ξέρει ούτε αυτός που την «έστησε», κάτι σαν «Διεύθυνση Διευθέτησης Χειμάρρων Αττικοβοιωτίας» λέγεται, δεν θυμάμαι ακριβώς – κανείς δεν θυμάται ακριβώς: αυτό είναι το κλειδί της επιτυχίας στο δημόσιο.

«Θέλω χάρη», είπε μετά την καλημέρα – κατευθείαν στο ψητό. « Ήρθα στη Σύρο για το σαββατοκύριακο, αλλά κόλλησα. Δε με βλέπω να γυρίζω πριν την άλλη Δευτέρα».

«Πήρες άδεια;» ρώτησα η άσχετη.

«Από τη σημαία!»

Εργοδότης σαν τη σημαία δεν υπάρχει, πάει και τέλειωσε.

«Και τώρα θες να πάω στο σπίτι σου να ποτίσω, έτσι;

«Α γεια σου! Μπορείς;»

Γιατί να μην μπορώ; Σε άδεια είμαι. Στην Αθήνα.

Το κακό ξεκίνησε πέρσι, όταν συμφώνησα να της ποτίζω τα φυτά για έναν ολόκληρο μήνα, όσο εκείνη έλειπε σε διακοπές. Το κλειδί δεν το πήρε πίσω όταν γύρισε, «καλύτερα να το κρατήσεις εσύ, ποτέ δεν ξέρεις», είχε πει τότε. Πώς δεν ξέρω! Ξέρω και παραξέρω.

«Ρε φιλενάδα, έχει καύσωνα εδώ, πού να τρέχω;»

«Έλα, μωρέ Μαρικακουλίνι μουουου! Θα ξεραθούν τα τσαμένα! Θες να έχεις το κρίμα στο λαιμό σου;»

Όχι, θέλω να έχω το λαιμό σου στα χέρια μου και τα σφίγγω! Εν πάση περιπτώσει, για να πάψει να μιλάει σαν μεγαλομπεμπέκα, της είπα ότι θα πήγαινα. Και όντως πήγα. Αλλά δεν πότισα.

Όταν έχει καύσωνα, δεν μπαίνω σε ασανσέρ ούτε δεμένη χειροπόδαρα. Την έχω πάθει μια φορά και ήταν σαν πρόβα για την κόλαση. Αλλά το διαμέρισμα του οποίου τυγχάνω επίμονος κηπουρός είναι στον έκτο όροφο και είχα ήδη λαλήσει από τον ποδαρόδρομο. Οπότε μπήκα στο ασανσέρ του τρόμου. Μαζί με ένα ζευγάρι. Εκείνοι πάτησαν το κουμπί για τον πέμπτο: γείτονες.

Και φυσικά, κάπου μεταξύ δεύτερου και τρίτου κόπηκε το ρεύμα. Αλίμονο!

Το ασανσέρ ήταν μεγάλο, δεν θα πάθαινα κλειστοφοβία –όχι αμέσως, τουλάχιστον–, αλλά η ζέστη ήταν θερμοκηπιακή – μιλάω μετά λόγου γνώσεως, ως κηπουρός.

Αφού πρώτα βλαστημήσαμε και οι τρεις την τύχη μας χορωδιακά, ο άντρας έβγαλε το κινητό του και πήρε την πυροσβεστική, να έρθει να μας απεγκλωβίσει.

«Έρχονται», είπε μόλις το έκλεισε.

«Σε πόση ώρα;» ρώτησε η γυναίκα που τον συνόδευε.

«Δε ρώτησα».

«Μισές δουλειές, όπως πάντα!»

Όλα τα είχα, ένας τσακωμός πριβέ μού έλειπε. Αποτραβήχτηκα σε μια γωνία και κοίταζα ενδεής το ταβάνι, λες κι ήμουνα στην Κάπελα Σιστίνα.

«Μην αρχίσεις τώρα, μπροστά σε ξένο κόσμο!»

«Άσε, ρε Τόλη, που σε πιάσανε οι ευγένειες». Γύρισε σε μένα, «συγγνώμη κυρία μου», μου είπε και ξαναγύρισε στον Τόλη: «Τι το ήθελες το ασανσέρ; Ούτε πέντε ορόφους δεν αντέχεις ν’ ανέβεις και μου παριστάνεις το τζόβενο!»

Αλλάξαμε κατηγορία, σκέφτηκα κι έκλεισα τα μάτια. Μη δώσεις σημασία, ρε Τόλη, παρακαλούσα από μέσα μου. Καύσωνας, κλειστοφοβία και υστερία: πόσα ν’ αντέξουμε οι ταλαίπωροι; Θα έρθει το ιππικό να μας σώσει και θα ’χουμε γίνει πίνακας του Ιερώνυμου Μπος εδώ μέσα!

«Πάλι τα ίδια; Ό,τι και να γίνει, εκεί το πας».

«Μόνο του πάει! Κάθεσαι και της γράφεις και ποιήματα στο Φέισμπουκ. Πού τα έμαθες εσύ αυτά; Ακούς εκεί ποιήματα, ο Τόλης! Που ανάθεμα κι αν έχεις δει ποίημα στη ζωή σου».

«Εγώ; Πας καλά, ρε Μαίρη; Ζω εγώ χωρίς ποίηση; [με στόμφο] Ό,τι κι αν είχε το ’χασε: γυναίκα, βιός, παιδιά του, / τίποτα δεν τ’ απόμεινε στερνή παρηγοριά».

«Ακόμα κι αυτό από τη Βουγιουκλάκη το ξέρεις! Άσχετε!»

Ο Τόλης γέλασε με κακία. Εγώ, εντωμεταξύ, στα όρια του ντουβρουτζά. Ο Τόλης, η Μαίρη, η Αλίκη, ο Πολέμης: σαν πολλοί δε μαζευτήκαμε, ρε παιδιά; Σε ασανσέρ βρισκόμαστε, όχι στη σκηνή του Περοκέ.

«Και γράφεις αυτές τις αηδίες, εντάξει, καλά κάνεις, ποετάστρο μου. Αλλά ποιος σου κάνει λάικ; Μόνο αυτή η ξεΐγλωτη, η αποπάνω. Μόνο

«Και τι σημαίνει αυτό; Ότι τα γράφω για κείνη; Ένα πάτωμα μάς χωρίζει. Γιατί να μην πεταχτώ απάνω να της τα πω ο ίδιος;»

Ένα πάτωμα; Η αποπάνω;! Από τον πέμπτο τον έκτο; Έχει γούστο!

«Και ποιος μου λέει ότι δεν πετάγεσαι;»

«Παραλογίζεσαι!»

«Θέλεις να με δεις να παραλογίζομαι, Απόστολε;»

Πες όχι, πες όχι, Απόστολε!

Η Μαίρη έβγαλε το δικό της κινητό, και –φουρ-φουρ– βρήκε την επίμαχη ανάρτηση:

«Άργησα να καταλάβω γιατί έχω μάτια: για να κοιτάζω μόνο εσένα. Μπλιαχ!»

«Για σένα το ’γραψα, μάτια μου!»

«Τότε γιατί έχει κάνει λάικ η φλόμπα;… Ορίστε, βλέπεις; [εδώ του έχωσε το κινητό στα μούτρα] Μάγδα Στούμπα! Έχεις μάτια για να τα βγάζεις με δαύτηνε!… Και ποιος σου είπε να μου γράφεις τέτοια; Με ρώτησες;»

«Καλή μου–»

«Άσε τα σάπια, ρε Τόλη, και σε μάθαμε!… Αμ, το άλλο;»

Όχι κι άλλο, ρε Μαίρη! Λυπήσου τις παράπλευρες απώλειες.

Και τότε ακούστηκε μια θεία φωνή:

«Είναι κανείς στο ασανσέρ;»

Ο από μηχανής πυροσβέστης!

«Ναι, τρεις είμαστε! Μεταξύ και δεύτερου και τρίτου! Κάντε γρήγορα γιατί σπάσαν’ τα νερά!» έμπηξα τις φωνές εγώ, μέσα στην τρελή χαρά.

Οι δυο τους για πρώτη φορά με κοίταξαν πραγματικά – και απόρησαν: καίτοι με γκάστρωσαν τόση ώρα, δεν μοιάζω για έγκυος.

«Μη δίνετε σημασία», τους είπα για να τους αποτελειώσω, «υδραυλικός είμαι».

Μέχρι ν’ αποφασίσουν αν ήμουν πετροπλυμένη ή τους έκανα πλάκα, ο θάλαμος κινήθηκε ελάχιστα προς τα κάτω και σταμάτησε στον δεύτερο. Άνοιξε η πόρτα και έπεσα στα γόνατα να προσκυνήσω τον Άγνωστο Πυροσβέστη.

Πάει κι αυτό. Αλλά ν’ ανέβαινα στον έκτο να ποτίσω, ούτε με σφαίρες. Έτσι όπως παρακολουθούσα το ζεύγος να φεύγει προς τις σκάλες, μου ήρθε ιδέα φοβερή.

«Περιμένετε μια στιγμή, παρακαλώ. Ήταν να πάω να ποτίσω τα φυτά της γειτόνισσας, της αποπάνω σας, ξέρετε ποιας, ε; Της φλόμπας, της ξεΐγλωτης, της στούμπας; Αυτηνής! Αλλά δεν υπάρχει περίπτωση μετά απ’ όλ’ αυτά. Θα μου κάνετε τη μεγάλη χάρη να τα ποτίσετε εσείς; Ορίστε και το κλειδί».

Έβαλα το μπρελόκ στο χέρι της εμβρόντητης Μαίρης και πήρα μαύρο δρόμο.

«Σας είμαι ευγνώμων! Χαίρετε!»

Ακόμα τρέχω.

Δεν ξέρω τις συνέπειες αυτής μου της έκλαμψης. Ίσως ο Αποστόλης είναι τώρα απάνω στης Μάγδας και σνιφάρει κιλότες. Ίσως είναι η Μαίρη απάνω και κόβει κιλότες με το ψαλίδι. Ίσως είναι και οι δύο απάνω και το κάνουν πάνω στις ξένες κιλότες. Ξέρω γω; Ίσως η Μάγδα να μην μου ξαναμιλήσει. Ίσως εγώ να μην ξαναμιλήσω στη Μάγδα. Ίσως, τελικά, να την πληρώσουν μόνο τα φυτά. Σε κάθε περίπτωση (με την εξαίρεση της τελευταίας), δεν νομίζω ότι μπορούσα να βρω καλύτερη λύση στο δράμα μου.

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι• αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s