Ο επιπόλαιος

Αυτό δεν είναι τραγούδι #1082
DJ της ημέρας, ο Αργύρης Μεθωνίτης

«Ο επιπόλαιος» είναι ένα ελαφρολαϊκό τραγούδι του 1969. Τη μουσική έχει γράψει ο Γιώργος Κατσαρός και τους στίχους ο Πυθαγόρας. Το είχε τραγουδήσει ο Γιάννης Καλατζής με μεγάλη επιτυχία.

Το τραγούδι ακουγόταν παντού εκείνη την εποχή: στα μαγαζιά, στην τηλεόραση και, βέβαια, κυρίως στο ραδιόφωνο. Εγώ τότε ήμουν πρωτάκι του δημοτικού, αλλά το θυμάμαι πολύ καλά, άλλο αν ο λόγος που το θυμάμαι δεν έχει να κάνει με την καλλιτεχνική του αξία. Αν έχει μείνει στη μνήμη μου είναι επειδή είχα παρερμηνεύσει έναν στίχο. Θα προσπαθήσω να σας εξηγήσω την παρεξήγηση. Το ρεφρέν πήγαινε ως εξής:

Επιπόλαιο με λες / που μιλάω με πολλές / και μεθάω και συχνά ξενοκοιμάμαι. / Δεν αλλάζω εγώ μυαλά / σ’ αγαπάω μεν, αλλά / έτσι ήμουν, έτσι είμαι κι έτσι θα ’μια.

Εκείνη την εποχή, τις Κυριακές ακούγαμε τις περιγραφές των ποδοσφαιρικών αγώνων στο ραδιόφωνο. Ο πατέρας μου άκουγε τις μεταδόσεις αυτές ανελλιπώς και τσέκαρε και το δελτίο του προπό που είχε συμπληρώσει, για να βλέπει κάθε φορά το 13άρι να χάνεται για όλους τους απίστευτους λόγους. Άκουγα κι εγώ μαζί του, αλλά χωρίς μεγάλο ενδιαφέρον γιατί δεν καταλάβαινα και πολλά ακόμα. Χώρια που, λόγω χούντας, οι περιγραφές είχαν κάτι ελληνικούρες που έκαναν τον πατέρα μου να γελάει μέχρι δακρύων: «εναρκτήριο λάκτισμα» (η σέντρα), «γωνιαίο λάκτισμα» (το κόρνερ), κάτι τέτοια παλαβά. Γιατί τα λέω όλα αυτά; Γιατί ανάμεσα στα άλλα που έλεγαν εκείνοι οι «θρυλικοί» σπόρτκαστερ, ήταν και το «μελέ»: «από αριστερά ο Δομάζος περνάει τη σέντρα, σταματάει απότομα και κάνει ένα μελέ μέσα στη μεγάλη περιοχή του Πανιωνίου». Όταν ρώτησα, ο πατέρας μου μού εξήγησε ότι «μελέ» (αν θυμάμαι καλά) είναι η ψηλοκρεμαστή μπαλιά. Εντάξει, αυτό το καταλάβαινα. Πάμε στο τραγούδι τώρα.

Καταρχάς, είπαμε ότι πήγαινα πρώτη δημοτικού, μην περιμένετε λοιπόν ότι μπορούσα να φανταστώ τι γένος ήταν το «μελέ». Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι αρσενικό: «ο μελές». Κατά συνέπεια, νόμιζα ότι τραγούδι μιλούσε μια «επιπόλαιη ψηλοκρεμαστή σέντρα». (Αν και, για νε είναι έτσι τα πράγματα, θα έπρεπε και επίθετο «επιπόλαιος» να είναι στην ονομαστική, όχι στην αιτιατική. Αλλά είπαμε: ακόμα δεν τα ήξερα αυτά τα «βαριά» φιλολογικό.) Μόνο που αυτή η ερμηνεία δεν κολλούσε με τους υπόλοιπους στίχους: σκεφτόμουν, «κάνει μια σέντρα-καμινάδα, εντάξει· αλλά τι μας νοιάζει αν μιλάει με πολλές κι αν συχνά ξενοκοιμάται;» Σουρεαλισμός!

Αυτός ο εντελώς προσωπικός λόγος είναι που θυμάμαι το τραγούδι. Αργότερα, όταν τα πράγματα ξεκαθάρισαν (από ερμηνευτικής πλευράς), όποτε το άκουγα γελούσα. Κι ακόμα γελάω, για να είμαι ειλικρινής. Κατά τα άλλα, το τραγούδι δεν λέει και πολλά πράγματα. Μιλάει για ένα ρεμάλι με εντελώς politically incorrect τρόπο, βάσει της τρέχουσας κορεκτίλας. Ας πούμε, πριν από το ρεφρέν που είδαμε πιο πάνω, το πρώτο κουπλέ πάει ως εξής:

Κορίτσι μου, γιατί μελαγχολείς / πως σ’ αγαπώ στο δίνω και γραμμένο / σου έτυχε στο ζάρι της ζωής / καλό παιδί μα κακομαθημένο.

Τι «κακομαθημένο»; Ρεμάλι με τη βούλα ήταν ο τύπος! Και όμως, έκανε τρελή επιτυχία στον καιρό του. (Για να μην λέμε όλο για τη σημερινή κατάντια. Πάντα υπήρχαν τέτοια φαινόμενα. Αν και, η αλήθεια είναι –και με τη βοήθεια της νοσταλγίας– ότι ακόμα και τα «σκουπίδια» της νεότητας «μυρίζουν» κάπως καλύτερα από εκείνα της μέσης ηλικίας.)

Από την άλλη, ο Καλατζής, που το τραγουδούσε, μου ήταν εξαιρετικά συμπαθής. Ίσως επειδή του έτυχε να πει μερικά ευπρεπή τραγούδια από το τέλος της δεκαετίας μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Ίσως επειδή τον λάνσαραν ως το αντίπαλο δέος του Σταμάτη Κόκοτα, τον οποίο αντιπαθούσα γιατί γινόταν μεγαλύτερη φασαρία για τις «μπαρμπέτες» του παρά για τη φωνή του. Αλλά και επειδή, πέραν του “hype”, η φωνή του Καλατζή μού άρεσε περισσότερο.

Ο Γιάννης Καλατζής, ένας σεμνός άνθρωπος, χαμηλών τόνων, σχεδόν εξαφανίστηκε από το μουσικό στερέωμα προς το τέλος της δεκαετίας του ’70. Και, όπως σίγουρα θα έχετε ήδη μάθει, σήμερα έγινε γνωστό ότι πέθανε σε ηλικία 74 ετών. Κρίμα. Ήταν ένας άνθρωπος για τον οποίο δεν έχει ακουστεί κακός λόγος. Θα μείνει στην ιστορία; Για όσο καιρό του αναλογεί. Εγώ, μια φορά, θα τον θυμάμαι. Και όχι μόνο για κείνο το φοβερό «επιπόλαιο μελέ». RIP.

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι• αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s