Απομεινάρια ονείρων και φιλοδοξιών

Καζούο Ισίγκουρο, Νυχτερινά. Πέντε ιστορίες της μουσικής και της νύχτας. Μετάφραση Τόνια Κοβαλένκο. Εκδόσεις Καστανιώτη, 2009

 —της Μαρίας Τοπάλη—

 9789600349658-1000-0430880

And yet what precisely is this “greatness”? ….The very lack of obvious drama or spectacle.

—Kazuo Ishiguro, The remains of the day—

Ο δίσημος τίτλος Νυχτερινά (Nocturnes), δηλώνοντας ταυτόχρονα μιαν ορισμένη ώρα και μια μουσικότητα, καθώς και το πρώτο μέρος του υπότιτλου (ιστορίες μουσικής) υποδεικνύουν τον έναν από τους δυο άξονες που συνέχουν τις πέντε ιστορίες. Η μουσική, ωστόσο, αποτελεί κάτι περισσότερο από την κοινή θεματολογία τους (στις τέσσερις από τις πέντε ιστορίες ο αφηγητής είναι μουσικός και στη μία φανατικός ακροατής και συλλέκτης μουσικών έργων). Κατεξοχήν μουσική είναι η ίδια η σύνθεση του έργου, αφού οι πέντε αυτοτελείς ιστορίες -η πρώτη και η τέταρτη πλέκονται μάλιστα εμφανώς και γύρω από τους ίδιους, εν μέρει, πρωταγωνιστές- αποτελούν παραλλαγές του ίδιου μοτίβου, που κωδικοποιείται στο δεύτερο μέρος του υπότιτλου: της έλευσης της νύχτας (δυστυχώς το αγγλικό «nightfall» ισοπεδώθηκε στην ελληνική μετάφραση του υπότιτλου ως «νύχτα», παρότι, όπως παρατηρεί εύστοχα η συγγραφέας Claire Messud στο NYRB της 22.10.2009, πρόκειται για σημαντικότατο κλειδί ανάγνωσης των ιστοριών).

Η νύχτα, πάλι, που πέφτει, είναι κι αυτή με τη σειρά της δίσημη: αποτελεί, αφενός, την κρίσιμη ώρα κατά την οποία πυροδοτούνται οι μινιμαλιστικές «εξελίξεις» στις πέντε ιστορίες. Ως κατάπτωση, αφετέρου, ως παρακμή, σούρουπο, σβήσιμο είναι ο βαθύτερος συμβολισμός που βρίσκεται στο κέντρο τους. Γάμοι που μετά το πάθος λιμνάζουν, νιάτα που βυθίζονται άδοξα στην ανέλπιδη ρουτίνα, καλλιτεχνικές φιλοδοξίες καταδικασμένες πια σε μέτριες επιδόσεις. Μόνο που ο Ισίγκουρο δεν επιδιώκει μελοδραματική αφήγηση του λυκόφωτος. Δεν το αντιμετωπίζει καν ως αυτονόητο, ως φυσικό φαινόμενο- κάτι που μάλλον παραβλέπει στην κριτική της η Messud. Απαλά βεβαίως, με χιούμορ, με τις λεπτότατες πινελιές του, επισημαίνει ωστόσο αίτια επιτρέποντας, αν όχι υποβάλλοντας, μια στάση κριτική. Χωρίς κριτική ιδιοφυία, με τη δεξιοτεχνία μόνο, δεν υπάρχει μεγάλη λογοτεχνία.

Το διάσημο ζευγάρι Τόνι και Λίντι Γκάρτνερ, για παράδειγμα, που εύκολα συσχετίζεται με επώνυμους μουσικούς του ύφους και της γενιάς του Σινάτρα, δεν οδηγείται αναίτια στην άδοξη έκβαση. Ο γάμος, πληροφορούμαστε, είχε εξαρχής ως κίνητρο το κέρδος (απ’ την πλευρά της Λίντι), μα και ο Τόνι αρκέστηκε στους ευχάριστους επιφανειακούς καρπούς. Ο Ελβετός φολκλόρ μουσικός με την οξυδερκή και ανικανοποίητη σύζυγο παρουσιάζεται, πολύ διακριτικά, ως ανίκανος να δει την αλήθεια, να πει τα πράγματα με το όνομά τους, να εμβαθύνει. Απεγνωσμένα γαντζώνονται στην επιφάνεια, στην επίφαση, κι οι άλλοι πρωταγωνιστές των σπαρταριστών και ταυτόχρονα βαθιά μελαγχολικών αυτών ιστοριών: ο Στηβ, που με μια πλαστική εγχείριση προσώπου ευελπιστεί να κερδίσει ξανά τη σύζυγο και, το πρώτον, την καλλιτεχνική αναγνώριση. Ο Τίμπορ, που απολαμβάνει τη συντροφιά της μεσήλικος Αμερικανίδας χωρίς να τολμά να αγγίξει το σκοτεινό σημείο που σχεδόν αναβράζει ανάμεσά τους, στους «Βιολοντσελίστες», την κορυφαία, κατά τη γνώμη μας, ιστορία της σύνθεσης.

Το απαλό δοξάρι του Ισίγκουρο ενεργοποιεί κριτικά στις σκηνοθεσίες του τα δεινά του υπαρκτού σοσιαλισμού και τη μιζέρια της κατάρρευσής του (πρώτη και πέμπτη ιστορία), την ύβρη του αμερικανικού life style στις κορυφαίες εκδοχές του (πρώτη και τέταρτη ιστορία), τη θλίψη των τουριστικών αξιοθέατων που έχουν απολέσει πλέον κάθε άλλη ταυτότητα (πρώτη και πέμπτη ιστορία), τον αθεράπευτο επαρχιωτισμό (τρίτη ιστορία), την άγονη χλιδή του Λονδρέζου που, ανάμεσα σε «meetings» και μιαν απαξιωμένη ταξιδιωτική πολυτέλεια καταντά καρικατούρα έφηβου που γερνά άσχημα χωρίς να το συνειδητοποιεί (δεύτερη ιστορία).

Στο βραβευμένο με Μπούκερ Τ’ Απομεινάρια μιας μέρας ο Ιάπωνας την καταγωγή, Βρετανός συγγραφέας Ισίγκουρο, έχει ήδη κοινοποιήσει τη συγγραφική του πρόταση, συνδυάζοντας εκπληκτικά βικτωριανούς τόνους με απωανατολίτικη ευγένεια και μινιμαλισμό στην αυγή του 21ου αιώνα. Ο εκεί εμβληματικός έπαινος του βρετανικού κάλλους ως «έλλειψης εμφανούς δράματος και θεάματος» αποτελεί το υφολογικό του κρέντο, που υπηρετεί πιστά και εδώ, στα πέντε Νυχτερινά. Βεβαίως και υπάρχει το δράμα, μοιάζει να λέει υπομειδιώντας. Είναι η αιωνίως άδοξη έκβαση όσων επίδοξων εραστών, μουσικής τε και γυναικών, ποτέ δε μεγαλουργούν, καλλιεργώντας –με το πάθος των φόβων και των ανασφαλειών τους!- μια πάντοτε αποδραματοποιημένη, επιφανειακή εκδοχή…

Πρώτη δημοσίευση: Η Καθημερινή, ένθετο, Χριστούγεννα 2009

kazuo-ishiguro

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Βιβλίο

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s