Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα μπουρμπουλήθρες

«Bubble of Bubbles! All things are a Bubble!» Μεταγράφοντας τον Εκκλησιαστή.

—της Ελένης Κοσμά—

Με τη λέξη «εκκλησιαστής» οι Εβδομήκοντα αποδίδουν την εβραϊκή μετοχή θηλυκού γένους «qôhéléth», που προέρχεται από το ουσιαστικό «qāhăl» του οποίου την ακριβή σημασία είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε. Ο Εκκλησιαστής διαιρείται σε δώδεκα ομόκεντρα κεφάλαια. Η ιδέα που συνέχει και συγκροτεί το κείμενο είναι στη βάση της απλή: όλα είναι μάταια και ο άνθρωπος όσο και να διεκδικεί την ευτυχία δεν πρόκειται να την κατακτήσει. Ποιο, λοιπόν, το νόημα του ανθρώπινου μόχθου, αφού για όλους είναι κοινός ο θάνατος; Γιατί κανείς να κοπιάσει για να κατακτήσει τη σοφία, την αρετή και τη δικαιοσύνη, αφού το τέλος του θα είναι ίδιο με του ανόητου, του πονηρού και του άδικου; Από την άλλη μεριά, οι επίγειες απολαύσεις έχουν και αυτές ημερομηνία λήξης: δεν μπορεί κανείς ούτε να γλεντάει ούτε να παραδίδει νου και σώμα στις ηδονές επ’ άπειρον. Άρα, γιατί να ζει κανείς, αφού είναι εξορισμού αποκλεισμένος και από τη σωματική και από την πνευματική ευδαιμονία· αφού είναι καταδικασμένος να μένει ανικανοποίητος; Ακόμη, αναρωτιέται ο Εκκλησιαστής, τι νόημα έχει να προσπαθεί κανείς να αλλάξει την ατομική ή συλλογική του τύχη, όταν η τάξη των πραγμάτων είναι αμετάβλητη και αενάως επαναλαμβανόμενη; Η απάντηση, διά στόματος Εκκλησιαστή, είναι μία: ο άνθρωπος πρέπει να απολαμβάνει αυτό που έχει στα χέρια του, να ζει κάθε λεπτό που περνάει και να μην επενδύει στο μέλλον.

Ήδη από την επικεφαλίδα του βιβλίου, ο αφηγητής επιχειρεί να πείσει ότι συγγραφέας του κειμένου είναι ο Σολομών, ο γιος του βασιλιά Δαυίδ, και βασιλιάς ο ίδιος επί μακρόν στο Ισραήλ (Βασιλειών Γ΄), γνωστός κυρίως για τη φιληδονία του, για το Άσμα Ασμάτων και για τις Παροιμίες.

«Αυτά εδώ είναι τα λόγια του Εκκλησιαστή, υιού του Δαυίδ, βασιλιά του Ισραήλ στην Ιερουσαλήμ»[1]

ekklisiastis

Τα ερωτήματα (μορφής και ουσίας) που τίθενται μέσα από τις σελίδες του Εκκλησιαστή καταλήγουν ακριβώς στην πλέον «βασανιστική αντίφαση»:[2] στην αντίφαση του προσώπου και του ονόματος που αυτό φέρει. Η λειτουργία της ψευδωνυμίας στον Εκκλησιαστή υποδεικνύει το σημείο μηδέν της αυτογνωσίας, και άρα της αυτοδιάθεσης, στο οποίο η αναγκαιότητα να «είμαι ο εαυτός μου» συμπλέκεται δραστικά με τη δυνατότητα να αναβάλω και να εκτρέπω επ’ άπειρον τις ποιότητες εκείνες που θα καθιστούσαν την πρώτη αναγκαιότητα ακριβώς τελεολογικά αναγκαία: που θα οδηγούσαν τελεολογικά το εγώ σε ένα σημείο απόλυτου και εξωτερικού καθορισμού. Και αυτή η αμφισβήτηση του εξωτερικού καθορισμού, η οποία εκδηλώνεται αρχικά με τη μορφή της ψευδωνυμίας, είναι ακριβώς το πρώτο αιρετικό στοιχείο στο κείμενο  του Εκκλησιαστή.

Από το Ταλμούδ και από τις διδασκαλίες των ραβίνων ακόμη ο ψευδώνυμος «Εκκλησιαστής» φαίνεται να έχει πείσει ότι είναι ο Σολομών. Διαβάζουμε, λ.χ. στο Ταλμούδ την παραβολή του ραβίνου Σίμωνα:

[…]Όσο ο Σολομών παρέμενε ανέγγιχτος από την αμαρτία, οι προσευχές του εισακούονταν προς δικό του όφελος, όταν όμως παρεξετράπη από τον δρόμο της ευσεβείας, ο Κύριος του είπε: «Για χάρη του Δαυίδ, του υπηρέτη μου, δεν θα πάρω το βασίλειο από σένα όσο ζεις». Και ο Σολομών είπε: «Ματαιότης ματαιοτήτων· ματαιότης (αι ημέραι της ζωής αυτού) και εποίησεν αυτάς εν σκιά». Ο Ραβίνος συνεχίζει: […]με τη λέξη «ματαιότης» ο Σολομών εκφράζει τα επτά στάδια της ζωής ενός ανθρώπου.[…]

Ο Εκκλησιαστής, σε αντίθεση με το Άσμα Ασμάτων, απορρίφθηκε από τον επίσημο εβραϊκό κανόνα του 65 μ.Χ. και δεν ενσωματώθηκε σε αυτόν παρά με τη συμπληρωματική Σύνοδο της Ιαμνείας (100 μ.Χ). Στη Σύνοδο της Ιαμνείας το θέμα της σολομωνικής πατρότητας δεν τίθεται καν από τους ραβίνους, αλλά η σιωπηλή αποδοχή του ονόματος του Σολομώντα πίσω από το κείμενο επιτρέπει την εξίσου σιωπηλή αποδοχή του κειμένου εκτοπίζοντας τις όποιες «αιρετικές» υποψίες. Σε τελική ανάλυση, το κείμενο φαινόταν να επιβάλλεται τόσο στους αναγνώστες όσο και στον (υποθετικό) συγγραφέα του και έτσι η παρουσία του Σολομώντα στα παρασκήνια ήταν ελάχιστης σημασίας για την επιτυχία του Εκκλησιαστή στη σκηνή. Οι εγγενείς αντιφάσεις του Εκκλησιαστή εξηγούν την ένταση που χαρακτηρίζει όλες τις συζητήσεις για αυτό το κείμενο: πρόκειται για αντιφάσεις δομικές και, σε κάθε περίπτωση, συγκροτητικές του κειμένου, και καθόλου για αντιφάσεις που χρεώνονται σε «ελλιπές» συγγραφικό πλάνο ή σε αδυναμία ολοκλήρωσής του. Ο ραβίνος Τανούμ του Ναυί γράφει στη Μισνά:

Σολομώντα, πού είναι η σοφία σου; Πού είναι η εξυπνάδα σου; Όχι μόνον τα λόγια σου έρχονται σε αντίφαση με τα λόγια του πατέρα σου, του Δαυίδ, αλλά έρχονται και σε αντίφαση μεταξύ τους.

3

 

Χειρόγραφο που περιλαμβάνει το Άσμα ασμάτων, το Βιβλίο της Ρουθ και τον Εκκλησιαστή. Υεμένη, c. 1800.

Στα νεότερα χρόνια η κριτική είτε αμφισβητεί σοβαρά τη σολομωνική πατρότητα είτε στέκεται αδιάφορη απέναντι σε αυτό το θέμα. «Υπάρχουν κάποιοι που πιστεύουν ακόμη ότι τον έγραψε [τον Εκκλησιαστή] ο Σολομών. Οι γλωσσολόγοι επιμένουν πως δεν γίνεται να τον έχει γράψει ο Σολομών. Αλλά κατά πάσα πιθανότητα αυτό το ζήτημα δεν θα λυθεί ποτέ», γράφει ο James A. Creissinger το 1909. Μπορούμε πλέον να πούμε πως έχουν πέσει οι μάσκες και το κείμενο του Εκκλησιαστή, αιρετικό ή μη, περιθωριακό ή κανονικό, ολοκληρωμένο ή ατελές, δίνεται στον αναγνώστη απαλλαγμένο από το δάνειο κύρος της συγγραφικής παραπομπής. Αυτή είναι η μία όψη του νομίσματος. Η άλλη όψη αφαιρεί από το κείμενο το «άλλοθι» της αυθεντίας και αμέσως αμέσως αποκαλύπτει την «επικίνδυνη» για τα θεολογικά μέτρα σκοτεινότητά του και τις μεγάλες «αιρετικές» δόσεις του νιχιλιστή και ηδονοθήρα συγγραφέα του –οι οποίες είχαν επί μακρόν μασκαρευτεί από τους ερμηνευτές που το απέδιδαν στον Σολομώντα. Σιγά σιγά η θεολογική ζωή του κειμένου αρχίζει να φθίνει και ξεκινάει μια καινούρια: η λογοτεχνική.

Οι Εβδομήκοντα αποδίδουν με τη λέξη «ματαιότης» την εβραϊκή λέξη «hebel», που σημαίνει ακριβώς «κάτι που δεν αφήνει πίσω του ίχνη», «αερολογία», «πνοή ανέμου». Η λέξη hebel εμφανίζεται στη βιβλική εβραϊκή γλώσσα εβδομήντα φορές, εκ των οποίων περισσότερες από τις μισές είναι στο κείμενο του Εκκλησιαστή. Οι αραβικοί και αιθιοπικοί ονοματικοί τύποι που ενσωματώνουν το ουσιαστικό hebel σημαίνουν «άνεμος», ενώ στα βαβυλωνιακά αραμαϊκά και μανταϊκά η λέξη σημαίνει «μπουρμπουλήθρα», «αερολογία», «ατμός». Στα μισναϊκά εβραϊκά σημαίνει, επίσης, «ατμός».[3] Τη μεταφραστική επιλογή των Εβδομήκοντα διατηρούν και οι καθολικοί μεταφραστές της (ξεκινώντας από τον Άγιο Ιερώνυμο και τη Βουλγκάτα) στη λατινική γλώσσα [vanitas]. Αλλά η μεταφραστική ιστορία της λέξης–κλειδί του κειμένου δεν τελειώνει εδώ: μπορούμε να δούμε παραδείγματα από τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό, ο οποίος θεωρεί ανεπαρκή την απόδοση των Εβδομήκοντα, όπως και κάθε άλλη απόδοση, με το επιχείρημα ότι η λέξη «hebel» είναι λέξη–σύμβολο και άρα μη αποδόσιμη παρά περιφραστικά, μέχρι τον βρετανό F. C. Burkitt που εν έτει 1936 προτείνει την ευφάνταστη και απολύτως μέσα στο πνεύμα λέξη «bubble», μεταγράφοντας τον στίχο 1:2 κατά τρόπο ευτυχή: «Bubble of Bubbles! All things are a Bubble! What is the use of all Man’s toil and trouble?»[4]

mw175906

Francis Crawford Burkitt, 15 Ιουνίου 1929

Ασφαλώς, η μετάφραση του F. C. Burkitt («μπουρμπουλήθρα») δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή ούτε από τον εβραϊκό ούτε από τον χριστιανικό Κανόνα, με μόνη εξαίρεση ίσως τους καθολικούς σχολιαστές και μεταφραστές της ελισαβετιανής εποχής οι οποίοι φαίνεται πως προτιμούσαν την εκδοχή αυτή. Αρχίζει πλέον να γίνεται εμφανής η σύγκρουση ανάμεσα στον «θεολογικό» και στον «λογοτεχνικό» Εκκλησιαστή· σύγκρουση που κρίνεται ως επί το πλείστον στο πεδίο της «εξήγησης» και κατ’ επέκταση στο πεδίο της μετάφρασης. Η απόσταση από τον Άγιο Ιερώνυμο στον Burkitt μπορεί να είναι μεγάλη, σίγουρα όμως αξίζει να διανυθεί.

[1] Εκκλησιαστής, μτφρ.: Αλέξανδρος Ίσαρης, επίμετρο – σχόλια: Μ Ζ. Κοπιδάκης, Ολκός, 2005

[2] Δανειζόμαστε την εντός εισαγωγικών φράση από τον S. Kierkegaard (Σαίρεν Κίρκεγκωρ, Ασθένεια προς θάνατον. Η έννοια της απελπισίας, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, Καστανιώτης, 1998)

[3] Στη Μισνά αυτό που υπονοείται είναι πως οι Εβραίοι που λάτρευαν μια αντανάκλαση, μια αερολογία, ξεσήκωναν εναντίον τους την οργή του Θεού περισσότερο από αυτούς που λάτρευαν ένα είδωλο.  (βλ. Isaac B. Gottlieb, «Midrash as Biblical Philology», The Jewish Quartely Review, vol. 75, no. 2, 1984, σ.σ., 147 – 148)

[4] F. C. Burkitt, Ecclesiastes: Rendered into English Verse, London, Macmillan.

ecclesiastes1

Εικόνα εξωφύλλου: Ismar David, τίτλος κεφαλαίου και εικονογράφηση του Εκκλησιαστή στο The Five Megilloth and Jonah: A New Translation, Jewish Publication Society of America, 1969.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Βιβλίο

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s