Happy birthday Keith Richards

Ο Κιθ Ρίτσαρντς κλείνει σήμερα τα 74 του χρόνια

—της Εύης Τσακνιά—

Δεν είναι εύκολο πράγμα να είσαι καλλιτέχνης, και μάλιστα κιθαρίστας της ροκ — και σίγουρα δεν είναι μόνο “cool” επάγγελμα ή τρελό fun, όπως μπορεί να νομίζουν αρκετοί.
Πόσο μάλλον όταν πρέπει να τ’ανακαλύψεις όλα μόνος σου. Σαν ανεμόμυλοι απειλητικοί έρχονται καταπάνω σου να σε συντρίψουν οι προκαταλήψεις, ο συντηρητισμός του εκάστοτε καλλιτεχνικού κατεστημένου, ο συντηρητισμός του κόσμου, οι κλειστές πόρτες. Όταν οι αυτοδίδακτοι καλλιτέχνες όμως, αυτά τα συνήθως απροσάρμοστα «κακά παιδιά», ως ρομαντικοί και πεισματάρηδες Δον Κιχώτες τα βγάζουν πέρα με τους τρομερούς ανεμόμυλους και βγαίνουν συνήθως νικητές, κραδαίνοντας το μόνο και ακαταμάχητο όπλο τους, την αδιαπραγμάτευτη ελευθερία τους, τότε μιλάμε για μια δικαίωση για όλους.

Στην περίπτωση του Κιθ Ρίτσαρντς, όπως και πολλών μουσικών, το όπλο αυτό είναι η κιθάρα τους. Ο Κιθ Ρίτσαρντς, στην σχετικά πρόσφατη  αυτοβιογραφία του, ξεδιπλώνει όλη αυτήν την περιπέτεια της γέννησης ενός κιθαρίστα˙ την περιέργεια, και την εξερεύνηση του ροκ εντ ρολ, που άρχισε από τις φτωχογειτονιές του Ντάρτφορντ, όπου γεννήθηκε ο Κιθ στις 18 Δεκεμβρίου του 1943, και έφτασε μέχρι τα πέρατα του κόσμου.

a-young-keith-richards-with-his-mother-doris-richards-1945

Δύο ετών με τη μαμά του

Ο Κιθ, λοιπόν, μαθητής του γυμνασίου το γύρω στο 1958, με έκδηλο ήδη το πάθος του για τη μουσική και δη τα μπλουζ που κουτσοφτάνανε στην Αγγλία κυρίως μέσω των ραδιοφωνικών σταθμών από την Αμερική, περιγράφει γλαφυρά πώς άκουσε για πρώτη φορά τον Έλβις, έμεινε άναυδος και ως εκ τούτου ξεκίνησε η μοιραία σχέση του με την κιθάρα και τη ροκ μουσική.

Ξενυχτούσε συχνά, διηγείται στο βιβλίο, κουκουλωμένος κάτω απ’τα σεντόνια με το τρανζιστοράκι κολλημένο στ’αυτί και την κεραία απέξω για να πιάνει σήμα, σε χαμηλή ένταση για να μην τον πάρουν χαμπάρι οι γονείς του, που κοιμόνταν στο διπλανό δωμάτιο, μιας και την επόμενη είχε σχολείο. Ο ψαγμένος ραδιοφωνικός σταθμός που είχε ανακαλύψει ήταν το Ράδιο Λουξεμβούργο, το οποίο ο Κιθ είχε εξασκηθεί να πιάνει σαν μαρκόνης. Αργά το βράδυ ο σταθμός έβαζε Φατς Ντόμινο, Μπάντι Χόλι, Έντι Κόχραν κι άλλους τέτοιους καινούργιους ήχους. «Εκείνη τη σημαδιακή νύχτα», όπως ακριβώς την περιγράφει ο Κιθ, «ξαφνικά, μέσα στα παράσιτα, ακούστηκαν οι πρώτοι στίχοι: Since my baby left me… Αυτό ήταν. Αυτός ο ήχος ήταν που τράβηξε τη σκανδάλη μέσα μου. Ήταν το πρώτο rock n’ roll που άκουγα. Ήταν η πρώτη φορά που άκουγα κάτι τόσο σκληρό και στέρεο. Ποιος ήταν αυτός ο τύπος; Έπρεπε να δω τι άλλο είχε κάνει. Ευτυχώς πρόλαβα να πιάσω το όνομά του λίγο πριν χαθεί πάλι το σήμα από το Ράδιο Λουξεμβούργο. Αυτός ήταν λοιπόν ο Elvis Presley και το Hearbreak Hotel!»

Τον επόμενο χρόνο, στις 18 Δεκεμβρίου του 1959, όταν έκλεινε τα δεκαπέντε του, του έκανε η μητέρα του το πολυτιμότερο δώρο της ζωής του: Την πρώτη του κιθάρα — κλασική, με χορδές φτιαγμένες από έντερα, το σωστό εργαλείο για έναν νέο κιθαρίστα, την οποία η φιλότεχνη μαμά Ντόρις αγόρασε με μεγάλες μανούβρες, μιας και η οικογένεια δεν τα έβγαζε και πολύ εύκολα βόλτα.

dav

Αυτό το κακό παιδί, λοιπόν, αποβλήθηκε εκείνη τη χρονιά από το Λύκειο του Ντάρτφορντ και ευτυχώς τον έστειλαν να συνεχίσει στο Κολέγιο Καλών Τεχνών του Σίντκαπ, στο Κεντ, με σπουδές γραφιστικής, μια που έπιανε το χέρι του. Το χέρι του βέβαια έπιασε για τα καλά την κιθάρα κι από τότε δεν την άφησε, βοηθούντων των 60s που ξεκίναγαν δυναμικά και του Κολεγίου που ήτανε φυτώριο των Μπήτνικς και των εκκολαπτόμενων ροκάδων.

Γράφει ο ίδιος για εκείνη την εποχή: «Εγώ, ό,τι ξέρω το έμαθα από τους δίσκους. Άκουγα κάτι και αμέσως έπιανα την κιθάρα και το έπαιζα από μνήμης, χωρίς εκείνες τις απαίσιες παρτιτούρες, τη γραπτή μουσική που είναι εγκλωβισμένη σε μια κατασκευή από διαστήματα και πέντε γραμμές. Η άνεση που αποκτήσαμε τότε ακούγοντας ηχογραφημένη μουσική, απελευθέρωσε πολύ τους μουσικούς όπως εγώ που δεν είχαμε απαραίτητα τη δυνατότητα  να μάθουμε να γράφουμε και να διαβάζουμε μουσική. […] Και μη νομίζεις οτι μπορεί να γίνεις ο Τάουνσεντ ή ο Χέντριξ απλώς και μόνο επειδή  μπορείς να παίζεις  wee wee wah wah  και να πατάς όλα τα ηλεκτρονικά εφέ που έχουν οι κονσόλες. Πρέπει πρώτα να τη γνωρίσεις την καριόλα την κιθάρα. Και να πας στο κρεβάτι μαζί της. Αν δεν υπάρχει γύρω καμμιά γκόμενα να σε βλέπει, τότε κοιμήσου και μαζί της. Έχει ακριβώς το κατάλληλο σχήμα».

Κάπου εκείνη την εποχή είναι που ξανασυναντιέται με τον Μικ Τζάγκερ, συμμαθητή του από το δημοτικό, με τον οποίον μοιράζονται την κοινή τρέλα τους για το rhythm and blues, ακούνε φανατικά τα πολύτιμα  δισκάκια τους —Μπάντι Χόλι, Τσακ Μπέρι, Μάντι Γουότερς— και τζαμάρουν, καταλήγοντας τελικά να φτιάξουν συγκρότημα.
The rest is history.

rolling_stones_2204642b

Ο Μικ και ο Κιθ στο δημοτικό

images

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

One comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s