Μ’ αρέσει να μη λέω πολλά

Αυτό δεν είναι τραγούδι #1214
DJ της ημέρας, ο Γιώργος Θεοχάρης

Τα ’φερε έτσι η τύχη σήμερα που έκανα baby-sitting σ’ ένα κοριτσάκι έξι μηνών. Ανιψάκι μου και επί του παρόντος χωρίς όνομα. Όπως και να τη φωνάξεις, γυρίζει. Εγώ την έλεγα «μπούρδα Καραβάγγο» – κανένα πρόβλημα. Μέχρι σήμερα, την είχα δει μία φορά όλη κι όλη, τη μέρα που γεννήθηκε. Δυόμιση κιλά άνθρωπος, αλλά κούκλα! Τώρα βέβαια έχει γίνει ένας κορίτσαρος ίσαμε κει απάνω· δίμετρη, μπορεί κι 60 πόντους μπόι. Και ήρθαν έτσι τα πράγματα που έπρεπε να περάσουμε δύο αξέχαστες ώρες παρέα – οι δυο μας, μόνοι. Εμπειρία ζωής.

Καταρχάς, σε αυτή την ηλικία δεν μιλάνε. (Η συγκεκριμένη ούτε «αγκού-αγκού» δε λέει ακόμα. Μόνο να γελάει ξέρει. Χάχας σκέτος!)  Εντάξει, μέχρι εκεί ήξερα. Δε ήξερα όμως πόσο δύσκολο είναι να μιλάς μόνος σου επί δύο ώρες (ό,τι και να λες). Στην αρχή δοκίμασα να πάρω βοήθεια από άπαντα τα ευρισκόμενα. Υπήρχε πρόχειρο ένα παραμύθι (στα αγγλικά!), το οποίο της διάβασα, αλλά είχα θέματα δραματουργικής υφής, τα οποία ασφαλώς και σχολίαζα ενοχλημένος («μια παράλληλη κριτική αποτίμηση», αλίμονο). Αλλά μάλλον και το μωρό ξενέρωσε με την ιστορία γιατί είχε την τάση να μασάει το βιβλιαράκι (κυριολεκτικά!).

«Καλύτερα μόνοι μας, μπέμπα. Θα γράψουμε δικό μας υλικό!» Αφού της είπα τα νέα της ημέρας («μια κριτική αποτίμηση», και πάλι – «βιωματική» αυτή τη φορά), πέρασα σε υλικό που έχω στοκάρει επί τούτω: της έμαθα ένα κόλπο με μαθηματικά για να εντυπωσιάζει αύριο-μεθαύριο τα νήπια στον παιδικό σταθμό. Αυτό κάπως της άρεσε, αλλά μάλλον επειδή είχε την ευκαιρία ν’ αρπάζει τα δάχτυλά μου με απώτερο σκοπό να τα μασήσει (γενικά, μασούσε οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια της – «γιατί βγάζει δόντια» έμαθα αργότερα· δε λέω, ο λόγος είναι σοβαρός). Ξαφνιασμένος και σαλιωμένος στο μη περαιτέρω, πέρασα σε μία άλλη μεγάλη μου επιτυχία που είναι ταμάμ για παιδικό πάρτι: την «αντινομία» από τα Προλεγόμενα του Καντ σε διασκευή ραπ. Πολύ της άρεσε – προς το τέλος, μάλιστα, ξεκαρδίστηκε: «Θέση τέσσερα / σύρε κι έσυρα / ανάμεσα στα αίτια του κόσμου / ζντουπ-ντάπα-ζντουπ / υπάρχει κάποιο αναγκαίο ον / και δες αντίθεση / τα θες και συ / ανάμεσα στα αίτια του κόσμου / ζντουπ-ντάπα-ζντουπ / δεν υπάρχει τίποτα αναγκαίο / όλα τους είναι τυχαία / ζντουπ». Γέλια που κάναμε!

Το άλλο που επίσης δεν ήξερα ήταν ότι το συγκεκριμένο μωρό προκαλεί ακαθησία: η ίδια κάθεται, αλλά όποιος την κρατάει, όχι. Μιλάμε για κόλλημα τρελό! Δεν θέλει μόνο να την έχεις συνέχεια αγκαλιά (όπου και κάθεται μες στην καλή χαρά, με μόνη της έγνοια να εκπέμπει μωρουδίλα), αλλά και να είσαι διαρκώς όρθιος και σε κίνηση! Πήγαινα γύρω από το τραπέζι σαν τους έγκλειστους στο άσυλο σε κείνη την σκηνή από το Εξπρές του Μεσονυκτίου. (Η ξαδέρφη μου κάποια στιγμή θα απορήσει με την ελλειψοειδή φθορά στο χαλί – εγώ την προκάλεσα!) Εντωμεταξύ, πρέπει και κάτι να λέμε περπατώντας, δε λέει βόλτα στη μούγκα. Ευτυχώς που έχω μεγάλο στοκ. Πέρασα στο νουμεράκι ποικιλιών Μαζευτείτε, θ’ απαγγείλω. Είπα όλο μου το ρεπερτόριο, από Βέγγο / Μάρλον Μπράντο («Απόψε, σήμερα και χθες / όλες οι πόρτες είν’ κλειστές / κι εγώ είμαι απόξω / και μες στο θάμπος το θαμπό / παίρνω αμπάριζα να μπω / και με πετάνε όξω» κ.λπ.) μέχρι ποιητή Φανφάρα («Ο σκοταδόψυχος» κ.ά. κλασικά). Το κοινό ήταν δύσκολο (εμ, κάθισα κι εγώ και της έμαθα να κάνει «κριτική αποτίμηση», καλά να πάθω), πράγμα που το εξέφραζε με το να βγάζει διαρκώς τα καλτσάκια της.

Σοβαρά τώρα, τι ζόρι τραβάνε τα μωρά με τις κάλτσες; Θα πρέπει να τις έβγαλε (και να της τις ξανάβαλα) και 60 φορές μέσα σε δύο ώρες! Αφού στο τέλος είχα γίνει εξπέρ: της τις έβαζα με το ένα χέρι! (Ιδού μία χρήσιμη δεξιότητα αποκτηθείσα στο πεδίο της μάχης.) Ξέχασε να τις βγάλει μόνο σε μία περίπτωση: όταν χορέψαμε βαλς. (Υποτίθεται ότι της τραγουδομουρμούριζα τον «Γαλάζιο Δούναβη», αλλά δεν παίρνω όρκο ούτε για το χρώμα ούτε για το ποτάμι.)

Στο τέλος, για ανκόρ, της είχα φυλάξει το καλύτερο: της τραγούδησα ένα από τα ελάχιστα τραγούδια που ξέρω όλους τους στίχους απέξω (το «γιατί» δεν είναι της ώρας αλλά του χρόνου), το «Μ’ αρέσει να μη λέω πολλά» (Υπόγεια Ρεύματα, 1994).

Μετά από αυτή την εκτέλεση, ήμασταν και οι δύο τόσο εξαντλημένοι που η μικρή μού επέτρεψε να καθίσω και κούρνιασε κι αυτή πάνω μου ήσυχα ήσυχα. Σε αυτή τη στάση μάς βρήκε η μάνα-ξαδέρφη επιστρέφοντας από τη δουλειά της, σιωπηλούς. Αφού μας κοίταξε πρώτα κάπως απορημένη, είπε:

«Δεν πιστεύω να σε κούρασε;»

«Σώπα, μωρέ. Μια γλύκα είναι».

Τι να της έλεγα; Ότι αν έβαζα σε ευθεία το περπάτημα που είχα ρίξει, θα είχα φτάσει στη Θήβα; Χαλάλι της όμως: το καλύτερο κοινό που είχα εδώ και χρόνια.

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι• αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

One comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.