Η ποδιά

Αυτό δεν είναι τραγούδι #1215
DJ της ημέρας, η Χριστίνα Παπαβασιλείου

Την έγδυνε αργά. Ξεκούμπωνε ένα ένα τα κουμπάκια της ζακέτας της και την άφηνε να πέσει κάτω. Μετά έλυνε τη μπλούζα με τους κόμπους στην πλάτη. Το φερμουάρ της φούστας μάγκωνε, αλλά επίμονα το τράβαγε να φύγει από πάνω της, να φανούν τα πόδια της τα τόσο λεπτά. Στο σουτιέν έβαλε όλη του την τέχνη, βρήκε τις κόπιτσες κι αφού παιδεύτηκε για να υπερπηδήσει αυτό το εμπόδιο, επιτέλους με ένα κλακ το κατάφερε. Φιλώντας της τον ώμο, έπιασε παιχνιδιάρικα την μπρατέλα με τα δόντια του και γελώντας οπισθοχώρησε, παίρνοντάς το μαζί του. Μα κι εκείνη δεν καθόταν ήσυχη. Ταυτόχρονα του έβγαζε πουκάμισα, τράβαγε τα παντελόνια του, τον έσπρωχνε στο κρεβάτι. Αγώνα έδιναν να γυμνωθούν για να ακουμπήσει ο ένας τον άλλον. Γελώντας. Πάντα.

Χρόνια την γύμνωνε. Χρόνια κι αυτή γέλαγε όποτε τον δυσκόλευαν οι καινούργιες της μπλούζες, τα τζιν που κόλλαγαν και δεν κατέβαιναν. Ειδικά εκείνη η κόπιτσα του σουτιέν. Την γύμνωνε και τον γύμνωνε χρόνια πολλά. Πάντα γελώντας.

Καθόταν στην άκρη του κρεβατιού. Υπομονετική. Περίμενε. Δεν τον πίεζε ούτε ήθελε να του δώσει οδηγίες. Την ήξερε την ρουτίνα. Του την είχε μάθει. Αφού πέρασε μόνη της το δεξί της χέρι στο μανίκι, γύρισε το σώμα της να τον βοηθήσει να της περάσει το αριστερό, που κάθε πρωί ήταν μαγκωμένο. Στο παντελόνι της φόρμας δεν είχε πρόβλημα. Έβαζε τα πατζάκια στα πόδια της καθιστή και μετά στηριζόταν πάνω του, να καταφέρει να σηκωθεί για να το ανεβάσει. Εκείνο το πρώτο σήκωμα την δυσκόλευε, μετά έπαιρνε φόρα. Τα παπούτσια ήταν τα πιο εύκολα γιατί είχαν καταργηθεί. Παντόφλες. Ίσιες, πάνε τα ψηλοτάκουνα από καιρό. Γλίστραγε τις πατούσες της μέσα τους κι ήταν ποδημένη. Αργά αργά της έβαζε την ζακέτα, κούμπωνε ένα ένα τα κουμπάκια της και ήταν έτοιμη. Έτσι την έντυνε. Κάθε πρωί. Και ύστερα τον έντυνε αυτή. Πουκάμισο, πάντα πουκάμισο, εκεί δεν έκανε εκπτώσεις. Παντελόνι. Αθλητικά παπούτσια. Εκείνα με τα κριτς κρατς. Εύκολα. Τα κορδόνια είχαν ξεχαστεί από καιρό. Έντυνε ο ένας τον άλλον. Κάθε πρωί.

Επ, του φώναξε, πού πας; Ποδιά. Πρέπει να πλύνω τα χθεσινά πιάτα. Κι εκεί, στον κόμπο που έπρεπε να κάνει πίσω  στην μέση της, να τον κρατήσει με το ένα δάχτυλο να μην χαλαρώσει γιατί την ήθελε σφιχτά πάνω της, για να συνεχίσει με τον φιόγκο και ενώ του έφευγαν τα κορδόνια δεξά ζερβά, στην δεύτερη, τρίτη προσπάθεια, με τίποτα να μην λέει να σταθεί και να δεθεί ο φιόγκος, όπως τότε με τα άτιμα τα σουτιέν της που δεν του παραδινόντουσαν, τους ξανάπιασαν εκείνα τα γέλια. Του τότε. Του γδυσίματος.

* * *

Εικόνα εξωφύλλου: Edward Hopper, Night windows, 1928

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι• αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.